Caro diario. Από το Ρίο ντε Τζανέιρο στο Ρίο Γκράντε και στη λίμνη Τιτικάκα

Πάνω: Όπου και να κοιτάξεις στο Ρίο, βλέπεις και μια φαβέλα

 

Γράφουν ο Γιώργος, η Μαρία και ο Κώστας

Caro diario. Μόλις μπήκε ο Σεπτέμβρης, οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν τελειώσει και αρχίζουν τα σχολεία. Έφτασε επιτέλους η στιγμή που περιμέναμε τόσο καιρό.

Πέμπτη, 6/9/2012

Πολλοί κλέβουν ρεύμα από τους στύλους ηλεκτροδότησης

Είναι ένα όμορφο ηλιόλουστο απόγευμα και βρισκόμαστε στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος». Ο Γιώργος έρχεται αργοπορημένος κατά ένα τέταρτο. Φαίνεται μουδιασμένος. Προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους της καθυστέρησης με δυσκολία. Γιατί θεώρησε σκόπιμο δύο μέρες πριν από το ταξίδι να κάνει εξαγωγή έναν φρονιμίτη. Μαζί με αυτόν και ένα κομμάτι της γλώσσας του και άλλο ένα από τα χείλη του. Το αποτέλεσμα είναι ότι πονάει και δεν μπορεί να μιλήσει. Άσε που πρέπει να βγάλει τα ράμματα μέσα σε 10 μέρες, εν μέσω ταξιδίου. Ποιος θα αναλάβει τώρα το βίντεο; Η Μαρία είναι γνωστό ότι δεν τα πάει καθόλου καλά με την κάμερα και ο Κώστας από την άλλη αρνείται πεισματικά να παίξει μόνος του το ρόλο του αφηγητή. «Λεπτομέρειες», λέει ο Γιώργος και δείχνει το δρόμο προς τις αναχωρήσεις.
Περνάμε πάνω από τις χιονισμένες Άλπεις. Το Παρίσι φαίνεται εκπληκτικά από ψηλά. Σαν φωτεινός ιστός αράχνης με κέντρο τον πύργο του Άιφελ. Ύστερα από 3, 5 ώρες πτήση προσγειωνόμαστε στο Σαρλ ντε Γκολ. Η Μαρία με το ζόρι προλαβαίνει δύο τσιγάρα. Η Air France μας ξανα-υποδέχεται και αναλαμβάνει να μας μεταφέρει στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Παρασκευή, 7/9/2012

Ο Κώστας στην παραλία της Κοπακαμπάνα
Ύστερα από 11 ώρες πτήσης και δύο εκπληκτικά γεύματα, φτάνουμε στον προορισμό μας. Ρυθμίζουμε τα ρολόγια μας 6 ώρες πίσω και τη διάθεσή μας δύο εποχές μπροστά. Ώρα 5.00 π.μ. και βολτάρουμε για δύο ώρες στο αεροδρόμιο αυτής της φημισμένης πόλης. Όχι γιατί μας αρέσει τόσο πολύ, αλλά ψάχνουμε πού θα κάνουμε συνάλλαγμα, πού θα αφήσουμε τις βαλίτσες και πώς θα πάμε στο κέντρο. Η καθυστέρηση μας αναγκάζει να πάρουμε ταξί και να ήμαστε οριακά στις 9.00 στο ραντεβού μας έξω από το Copacabana Pallas Hotel (που αλλού, στην Κοπακαμπάνα). Ένα τουριστικό γραφείο θα μας ξεναγήσει σε δύο από τις 950 φαβέλες της πόλης. Με το βανάκι πηγαίνουμε πρώτα στη Ροσίνια, τη μεγαλύτερη του Ρίο, με πολλές χιλιάδες κατοίκους, η οποία έχει καταληφθεί από την αστυνομία εδώ και 1, 5 χρόνο και επικρατεί σχετική τάξη. Οι έμποροι ναρκωτικών έχουν ξεκαθαριστεί, στο μεγαλύτερό τους μέρος τουλάχιστον, και είναι σχετικά ασφαλές να κυκλοφορείς στους μεγάλους δρόμους, όχι όμως και στα στενάκια. Μια σύντομη στάση για τις πρώτες εντυπώσεις. Απομακρυνόμαστε ελαφρώς από το γκρουπ (ένα ζευγάρι Δανών, ένας Γερμανός και ένας Εσθονός) για να αγοράσουμε με επιφύλαξη από ένα διπλανό μίνι μάρκετ ένα τσουρέκι και νερό. Συνεχίζοντας την ξενάγηση, περνάμε στην πίσω μεριά του λόφου και μπαίνουμε σε ένα… συνεργείο αυτοκινήτων στο ισόγειο του ωραιότερου σπιτιού της γειτονιάς (ισόγειο από τη μία πλευρά, γιατί από την άλλη πρέπει να είναι 4ος όροφος). Θαυμάζουμε τη φαβέλα σε όλο της το «μεγαλείο», σκαρφαλωμένη στην πλαγιά. Μικρά ασοβάτιστα σπίτια (λόγω απαγόρευσης από τη μαφία) φτιαγμένα από τους ίδιους τους κατοίκους, άναρχα τοποθετημένα πάνω σε στενά σοκάκια. Οι στύλοι συγκεντρώνουν ένα κουβάρι καλωδίων που ανάθεμα αν καταλήγουν κάπου. Ο ηλεκτρολόγος πρέπει να είναι τουλάχιστον διδάκτωρ με χάρισμα στην παραψυχολογία για να βγάλει άκρη. Ο οδηγός μάς δείχνει με περηφάνια το σπίτι του στην απέναντι μεριά. Κατεβαίνουμε στον κεντρικό δρόμο και δοκιμάζουμε γρανίτα από ασάι, ένα φρούτο του Αμαζονίου που μοιάζει με μούρο. Ο παραδίπλα κρεοπώλης πουλάει ζωντανά κοτόπουλα με το μαχαίρι. Τίποτα δε φαίνεται ανησυχητικό και η ξεναγός επαναλαμβάνει ότι οι κάτοικοι είναι φιλήσυχοι, εργαζόμενοι άνθρωποι, αλλά αμόρφωτοι. Όταν όμως θέλουμε να περπατήσουμε σε ένα από τα στενάκια, μας το απαγορεύει κατηγορηματικά.
Στη συνέχεια επισκεπτόμαστε τη Βίλα Κανόα, μια από τις μικρότερες φαβέλες, στην οποία ποτέ δεν υπήρχαν έμποροι ναρκωτικών. Εκεί, σε ένα μαγευτικό τοπίο με τροπική βλάστηση, υπάρχει ένα σχολείο που φοιτούν περίπου 120 παιδιά και στο οποίο συνεισφέρει οικονομικά το τουριστικό γραφείο με ένα ποσοστό από το κόστος της ξενάγησης. Εδώ μας δίνεται η ευκαιρία να περιηγηθούμε ανάμεσα στα σπίτια και να έρθουμε σε επαφή με τους κατοίκους και τον τρόπο ζωής τους, καταλήγοντας στα θεμέλια. Ένα σκοτεινό μέρος γεμάτο κολόνες, που στηρίζουν τον οικισμό πάνω από το ποτάμι.
Ο Κώστας συνομιλεί με τον ποιητή Κάρλος Ντρουμόντ ντε Αντράδε

Επιστρέφουμε στην Κοπακαμπάνα ανυπομονώντας να πλατσουρίσουμε στα άγνωστα νερά του Ατλαντικού. Η παραλία είναι τεράστια, πολύ φαρδιά, με αυτή την ψιλή, άσπρη άμμο που τσαντίζει τον Κώστα… και τόσο καθαρή. Σήμερα είναι αργία, η εθνική γιορτή της ανεξαρτησίας της χώρας από την Πορτογαλία και οι κάτοικοι έχουν ξεχυθεί στην παραλία. Από μακριά φαίνεται ασφυκτικά γεμάτη με κόσμο, από κοντά όμως υπάρχει χώρος για άλλους τόσους. Ξεκινάμε να παίξουμε με τα κύματα αλλά αυτά δεν θέλουν να μας παίξουν και μας πετάνε συνέχεια στην αμμουδιά. Οπότε αποφασίζουμε να αράξουμε και να θαυμάσουμε τα φοβερά βραζιλιάνικα κορμιά στα ακόμα φοβερότερα μαγιό. Αλλά τι απογοήτευση. Οι Βραζιλιάνοι φαίνεται να εκτιμούν περισσότερο ένα καλό γεύμα αντίθετα με την ιδέα που έχουμε γι’ αυτούς, γιατί χρειάζεται κιάλι για να εντοπίσεις έστω και ένα καλλίγραμμο σώμα. Αρχίζει να πέφτει ο ήλιος. Μας έχει ανοίξει η όρεξη. Εκεί που ήπιαμε καφέ νωρίτερα, ζηλέψαμε αυτούς που έτρωγαν τα φοβερά πιάτα που ψήνονταν πάνω στο τραπέζι τους και γέμιζαν τον τόπο μυρωδιές. Τώρα, αν και προτιμάμε το συγκεκριμένο μαγαζί, τα πιάτα μας φαίνονται πολύ μικρά και έτσι επιλέγουμε τη σπάνια βραζιλιάνικη σπεσιαλιτέ, το… τσίζμπεργκερ.
Ώρα για βόλτα. Περπατάμε όλη την παραλία κατά μήκος, πάνω στο φαρδύ, κυματιστό πεζοδρόμιο. Μουσικές, μικροπωλητές, κόσμος να χορεύει στα μικρά περίπτερα με τις καρύδες και τις καϊπιρίνια, παιδιά να παίζουν μπιτς βόλεϊ με τα πόδια, ισορροπία σε συρματόσκοινα δεμένα στους φοίνικες και άνθρωποι να περπατάνε μαζί με μας. Τεράστια γλυπτά πάνω στην άμμο περιμένουν να ποζάρουν μαζί μας έναντι αντιτίμου. Να και ο Κώστας σε μια γωνιά να διασκεδάζει με την κιθάρα του τις καλλίγραμμες Βραζιλιάνες που τον περιστοιχίζουν. Έχει πια βραδιάσει. Φτάνουμε στην Ιπανέμα, την παραλία των πλουσίων, αλλά φυσάει και έχει πολλή υγρασία. Αποφασίζουμε να πιούμε το βραδινό μας ποτό στη Λάπα, μια συνοικία με έντονη νυχτερινή ζωή δίπλα στο κέντρο. Για αυτήν τη μετακίνηση χρησιμοποιούμε το μετρό. Έπειτα από σύντομο ποδαρόδρομο, βρισκόμαστε στην καρδιά της νυχτερινής διασκέδασης. Διαλέγουμε το πιο ήσυχο μπαρ στον κατάμεστο από κόσμο δρόμο και πίνουμε μια μπίρα. Είμαστε πολύ κουρασμένοι. Γυρνάμε κατά τις 12 στο αεροδρόμιο, όπου πρέπει να κάνουμε τσεκ-ιν κατά τις 3.30, γιατί στις 5.30 πετάμε για Λίμα. Ευκαιρία να δοκιμάσουμε τον καινούργιο υπνόσακο του Γιώργου. Ωραία, χωράμε και οι τρεις.

Σάββατο, 8/9/2012

Ο εισπράκτορας έχει κρεμαστεί και είναι έτοιμος να αρπάξει επιβάτες

Στη Λίμα φτάνουμε κατά τις 11… Όχι! Δύο ώρες πίσω τα ρολόγια, άρα στις 9 το πρωί. Θαυμάζουμε και καμιά ώρα το αεροδρόμιο. Αυτοί οι Περουβιανοί έχουν έναν πολύ ιδιότυπο τρόπο ελέγχου. Το «κουμπί». Κάθε επισκέπτης που καταφθάνει είναι υποχρεωμένος να πατήσει ένα κουμπί και αυτό με τη σειρά του αποφασίζει αν θα πρέπει να ψάξουν τη βαλίτσα του ή όχι. Η Μαρία με τον Κώστα, που συνήθως είναι οι πιο ύποπτοι, περνάνε ανενόχλητοι.
Αποφεύγοντας τους ταξιτζήδες, σέρνουμε τις βαλίτσες μας στην πλησιέστερη στάση λεωφορείων, καθώς μια από τις ατραξιόν αποτελούν τα σε όλα τα χρώματα, μεγέθη και είδη λεωφορεία με τους κρεμασμένους από τις πόρτες κράχτες τους. Κατά περίεργο τρόπο όλα διέρχονται από κάποια Σάντα Μαρίνα. Μας βολεύουν τα ΙΟ-06 και ΙΜ-41 που δυστυχώς περνάνε σπάνια και είναι ασφυκτικά γεμάτα. Άρα, ταξί. Ένας ταξιτζής προθυμοποιείται να μας εξυπηρετήσει και ένας τροχονόμος προθυμοποιείται να τον μπουζουριάσει για παράνομο ψάρεμα. Ο νόμιμος τρόπος είναι να απευθυνθείς σε έναν ένστολο και έμμισθο μεσάζοντα, τον οποίο και χρησιμοποιούμε.
Καταλήγουμε σε έναν τερματικό σταθμό λεωφορείων της εταιρείας Cruz del Sur στα ελληνικά Σταυρός του Νότου (της ασφαλέστερης της χώρας) για να επικυρώσουμε τα εισιτήρια και να αφήσουμε τις αποσκευές μας ακολουθώντας ένα πολύπλοκο πρωτόκολλο.
Ενώ περιμένουμε ο καιρός να είναι σαν του Ρίο και να κάνουμε μπάνιο, κάνει κρύο και έχει συννεφιά. Οπότε θα ακολουθήσουμε το πρόγραμμα του έντυπου οδηγού. Ξεκινάμε με τα πόδια για να φτάσουμε σε κανένα μισάωρο στο σταθμό του μετρό. Θα κατεβούμε στην τελευταία στάση. Προβλέπονται δύο μεγάλες βόλτες με τα πόδια, μία στο κέντρο και μετά στην παραλία. Κατεβαίνοντας από το μετρό ένας κύριος, που φαίνεται πολύ τρομακτικός στη Μαρία, μας προειδοποιεί ότι πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνη περιοχή και πρέπει να προσέχουμε. Πράγματι, βαδίζοντας στον ομολογουμένως φαρδύ και άδειο από πεζούς και αυτοκίνητα δρόμο, δεν αισθανόμαστε πολύ άνετα. Εικόνες φτώχειας παντού, τα άλλοτε περιποιημένα σπίτια μισογκρεμισμένα, παιδιά ξυπόλυτα στο δρόμο. Τα παντοπωλεία κάνουν τις συναλλαγές τους πίσω από κάγκελα. Στη συνέχεια λίγο περισσότερο πολιτισμός. Η Chinatown με τα καταστήματα και τα εστιατόριά της. Τελικά καταλήγουμε σε έναν πολυσύχναστο, εμπορικό δρόμο, όπου σε αγοράζουμε, αγαπημένο μας ημερολόγιο.
Επισκεπτόμαστε το ναό του Αγίου Φραγκίσκου. Ξέρουμε για τις κατακόμβες του, στις οποίες μας ξεναγεί μια ανδροπρεπής Περουβιανή για να θαυμάσουμε τα κόκαλα και τα κρανία των 70.000 συντοπιτών της που τάφηκαν εκεί για να εξασφαλίσουν την εγγύτητα στον ύψιστο. Κατά τα άλλα μεγάλο και όμορφο μοναστήρι Φραγκισκανών με έργα τέχνης ντόπιων καλλιτεχνών που προσπάθησαν να μιμηθούν τους Ευρωπαίους ομότεχνούς τους και έμειναν εκεί. Χωρίς καμία καλλιτεχνική αξία, με τεράστια και έντονα μάτια, αταίριαστα στις άψυχες και ήρεμες σκηνές της χριστιανοσύνης.
Μετά την επίσκεψή μας συνεχίζουμε στον τουριστικό πλέον δρόμο όπου ο Κώστας αγοράζει το πράσινο παντελόνι, αυτό με τις ρίγες, που δεν λέει να αποχωριστεί και θα σκάσει αν δεν το επισημάνουμε στο ημερολόγιο. Α! Όλα κι όλα. Ότι του πάει να λέγεται. Φτάνουμε στην Πλάζα ντε Άρμας (σαν να λέμε στο Σύνταγμα) και μετά στην τοπική «Ερμού». Σταματάμε για να φάμε κάτι πρόχειρο και να πιούμε κάτι διάσημο. Την Inca Kola, το κίτρινο αναψυκτικό με γεύση τσιχλόφουσκας που στη Λατινική Αμερική ξεπερνάει σε πωλήσεις την Coca Cola. Λόγω της συσσωρευμένης κούρασης το παρατραβάμε λίγο.

Τα παιδιά παίζουν στις φτωχογειτονιές της Λίμα

Όταν σηκωνόμαστε έχει νυχτώσει και έχει παγώσει. Συνεχίζουμε τον περίπατο στον εμπορικό δρόμο, μέχρι που χάνουμε τη Μαρία. Κοιτάμε δεξιά, κοιτάμε αριστερά και τελικά τη βρίσκουμε ύστερα από λίγο να φοράει ένα καινούργιο μπουφάν πάνω από αυτό που ήδη είχε. Η «Ερμού» καταλήγει στη δεύτερη κεντρική πλατεία της πόλης. Την προσπερνάμε, όπως προσπερνάμε την Πυροσβεστική, ένα μουσείο, δύο εμπορικά κέντρα, πολλούς φαρδείς κεντρικούς δρόμους και ένα γήπεδο ποδοσφαίρου για να φτάσουμε σε ένα υγρό πάρκο.
Ένα σημείο αναψυχής με επίκεντρο τα 12 σιντριβάνια που χορεύουν στο ρυθμό της μουσικής υπόκρουσης, παίζουν με τον κόσμο, βρέχουν τα πιτσιρίκια που δεν διστάζουν να περάσουν ανάμεσα από τους πίδακες και στολίζουν τις φωτογραφίες των νιόπαντρων ζευγαριών. Ιδανικό μέρος για να ξαποστάσουν όσοι περπάταγαν όλη μέρα. Περνάμε κάτω από την αψίδα με το νερό μήκους περίπου 30 μέτρων και τι περίεργο, βρεχόμαστε. Λίγο. Αρκετά, όμως, για να ξυπνήσουμε.
Με το ζόρι και με λίγη βοήθεια από έναν ντόπιο προλαβαίνουμε το τελευταίο λεωφορείο που μοιάζει με μετρό (έχει τη δική του λωρίδα, γυάλινες στάσεις και τρέχει σαν τρελό). Επόμενη στάση η Miraflores, η κοσμοπολίτικη γειτονιά με τις πολλές επιλογές για διασκέδαση και τις εκδηλώσεις στην κεντρική πλατεία. Λίγο αργά όμως, γιατί δεν προλαβαίνουμε τους ερασιτέχνες μουσικούς που παίζουν μέσα στο αμφιθέατρο της πλατείας για να χορεύουν οι περαστικοί. Παρόλα αυτά επισκεπτόμαστε μια υπαίθρια αγορά και μια επίσης υπαίθρια αντικερί αυτοκινήτων.
Στο δίλημμα για το πού θα πιούμε την μπίρα μας, εδώ ή στην παραλία, κερδίζει το πρώτο. Βρίσκουμε μια ιρλανδέζικη παμπ, με εξυπηρετικό προσωπικό που αναλαμβάνει να βρει φορτιστή για το παροπλισμένο κινητό του Κώστα. Εδώ να σημειώσουμε ότι δεν πρόκειται για τόσο ασήμαντο γεγονός όσο ακούγεται καθώς επιστρατεύτηκε η προορισμένη για το σάκο συσκευή επειδή η επίσημη, ειδικά αγορασμένη και μετά από επισταμένη μελέτη, με πορτάκι και μακράς διάρκειας μπαταρία, δεν μπορούσε να πιάσει σήμα. Και έχει τσαντίσει τον αρμόδιο επιστήμονα.
Καθώς περνά η ώρα έχουν εμφανιστεί τα πρώτα συμπτώματα… υπερκώστωσης (έτσι ονομάζεται το φαινόμενο του ακαριαίου ύπνου μόλις το άτομο βρεθεί σε καθιστή θέση). Κατά τη μία η ώρα φεύγουμε για το σταθμό των λεωφορείων Cruz del Sur. Είναι, όμως, κλειστός και δε θα ανοίξει για την επόμενη μιάμιση ώρα. Να θυμίσουμε ότι κάνει κρύο. Ευτυχώς η καφετέρια του διπλανού βενζινάδικου είναι ανοιχτή. Αυτή τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Κώστας μαζί με τον Γιώργο έχουν πέσει σε υπερκώστωση. Σε αυτό το διάστημα η Μαρία δέχεται διάφορες παρενοχλήσεις από διερχόμενα αυτοκίνητα στα διαλείμματά της για τσιγάρο.
Ανοίγει ο σταθμός στην ώρα του και φεύγουμε με το λεωφορείο κατά τις 4 με βαθύ ύπνο στα μπροστινά επάνω βολικά καθίσματα…

Κυριακή, 9/9/2012

Υπαίθρια έκθεση παλαιών αυτοκινήτων στη Μιραφλόρες
Το πρωί βρισκόμαστε να διασχίζουμε ένα αχανές ερημικό τοπίο γεμάτο αμμόλοφους και λίγα μικρά χωριουδάκια που διακρίνουμε πίσω από τις κλειστές, λόγω οδηγιών ασφαλείας, κουρτίνες. Κατά τις 9.30 π.μ. φτάνουμε στον καλά φυλασσόμενο σταθμό της εταιρείας στη Νάζκα. Εδώ το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πετάξουμε με αεροπλανάκι πάνω από τις διάσημες γραμμές. Το διασκεδάζουμε λοιπόν στο κιόσκι του σταθμού που είναι πολύ γραφικό. Εξοπλιζόμαστε με τα απαραίτητα κατά τους ταξιδιωτικούς οδηγούς προϊόντα. Φύλλα και καραμέλες κόκας σε τουριστική συσκευασία.
Κάποια στιγμή ξεκινάμε με τα πόδια για το αεροδρόμιο που, σύμφωνα με τον Γιώργο, είναι μισή ώρα περπάτημα. Στο δρόμο, βγαίνοντας από την πόλη, ένας ντόπιος μας προειδοποιεί με άψογη παντομίμα: γυρίστε πίσω, θα σας ληστέψουν. Ο Γιώργος μετά από αυτό θέλει να πάρουμε ταξί, αλλά εμείς είμαστε ατρόμητοι. Κρίμα, γιατί τελικά χρειάζεται να περπατήσουμε δύο ώρες μέσα στον ήλιο και τη σκόνη. Και όταν πια φτάνουμε, διαπιστώνουμε ότι η τιμή της εναέριας ξενάγησης είναι διπλάσια από αυτή που έχουμε υπολογίσει. Προβληματισμός… Τελικά, αφού φτάσαμε στην πηγή αποφασίζουμε να πετάξουμε με το 6θέσιο Τσέσνα παραβλέποντας τη μονοπωλιακή εκμετάλλευση. Στο κάτω κάτω, τουρίστες είμαστε, άσε που τα αρμόδια γραφεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο και η εμπειρία της πτήσης αξίζει αυτή τη θυσία.
Οι γραμμές της Νάζκα αποτελούν παγκόσμιο μυστήριο καθώς τεράστια σχέδια και γεωμετρικά σχήματα απλώνονται στην έρημο και γίνονται αντιληπτά μόνο από ψηλά. Κάποια από αυτά είναι ευδιάκριτα και βαθιά χαραγμένα στο έδαφος. Κάποια άλλα είναι πολύ αχνά. Φοβόμαστε πως δε θα φαίνονται στις φωτογραφίες. Το αεροπλανάκι είναι σχετικά άβολο και θορυβώδες και στις προσπάθειες του πιλότου να εξυπηρετήσει όλους τους επιβαίνοντες κάνει απότομους ελιγμούς προκαλώντας ναυτία. Ωστόσο, το θέαμα μας αποζημιώνει.
Το πρωινό χασομέρι μας γίνεται αισθητό στην επιστροφή όπου αρχίζει να νυχτώνει και να κρυώνει. Εδώ να σημειώσουμε, για να μην το λέμε συνέχεια, όταν θα λέμε ότι νυχτώνει θα κρυώνει κιόλας, ένεκα της εποχής. Κατά τη διάρκεια της ημέρας κάνει ζέστη και μόλις πέσει ο ήλιος η θερμοκρασία πέφτει αισθητά και μας βρίσκει με τα κοντομάνικα.
Επιβίβαση σε ένα από τα πολυάριθμα τσέσνα

Διπλωματούχοι και με τη βούλα της ανώτατης παρατηρητικής βγαίνουμε από το αεροδρόμιο. Είμαστε οι τελευταίοι εναπομείναντες τουρίστες στο χώρο και βαριόμαστε να γυρίσουμε με τα πόδια. Καλούμε ένα ταξί που δεν εμφανίζεται ποτέ. Πράγμα που μας αναγκάζει να κατευθυνθούμε στην κεντρική αλλά έρημη από ταξί λεωφόρο κόβοντας δρόμο μέσα από μια χωματερή και μια αυλή σπιτιού. Ένας ντόπιος μεταλλάσσεται σε ταξιτζή και μας μεταφέρει οικονομικά στο κέντρο.
Η μικρή πόλη μας εμπνέει να κάνουμε μια βόλτα μέχρι την κεντρική πλατεία μέσω μιας υπαίθριας αγοράς. Καταλήγουμε σε ένα ντόπιο ταχυφαγείο για ένα δείπνο που μάλλον είναι κινέζικο. Στο σταθμό, μας έχει στήσει το λεωφορείο περίπου μία ώρα και ο Κώστας έχει πέσει πάλι σε υπερκώστωση. Τελικά εμφανίζεται ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο με ρόδες όπου έχουμε κάνει κράτηση για τη σουίτα (πρώτη θέση στον επάνω όροφο, όλη η θέα δική μας). Τα φαρδιά, δερμάτινα πλήρως ανατρεπόμενα καθίσματα προδιαθέτουν για ένα βαθύ και απολαυστικό ύπνο. Συναντιόμαστε με τα λεωφορεία των άλλων εταιρειών και με τη μορφή κομβόι ξεκινάμε για την ανάβαση. Για άγνωστο λόγο το όχημα περνάει έναν έλεγχο βάρους κατά την αναχώρηση. Ο δρόμος χαρακτηρίζεται εξαιρετικά επικίνδυνος για διαφόρους λόγους συμπεριλαμβανομένου της πειρατείας. Μαμ, γλυκό και νάνι.

Ένα από τα σχέδια στην έρημο της Νάζκα

Δευτέρα, 10/9/2012

 

Η ολονύχτια διαδρομή ήταν γεμάτη στροφές και ξεπερνούσε σε πολλά σημεία ακόμα και τα 4.000 μέτρα προκαλώντας στον Κώστα μια ελαφρά δυσφορία. Αφού ζυγιστούμε ξανά λίγο πριν από την άφιξη, προσγειωνόμαστε σε υψόμετρο 3.600 μέτρων στην πόλη – όνειρο των ταξιδευτών, την πρωτεύουσα των Ίνκας, το Κούσκο. Υπάρχει πιθανός κίνδυνος να «κολλήσουμε» την ασθένεια του υψομέτρου, οπότε πρέπει να προσέχουμε και να μην κουραζόμαστε. Ας προμηθευτούμε καλού κακού και μια φιάλη οξυγόνου.
Και επιτέλους ξενοδοχείο. ΚΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ. Και τι ξενοδοχείο, πάνω στην πανέμορφη κεντρική πλατεία (Πλάζα ντε Άρμας) της πόλης, μια γραφική εσωτερική αυλή και τα δωμάτια γύρω γύρω στον όροφο. Ξύλινες σκάλες, ξύλινα πατώματα που τρίζουν, ξύλινη στέγη, ξύλινα δοκάρια. Ο ξενοδόχος μας υποδέχεται και μας κερνάει τσάι του βουνού που φυτρώνει μόνο κόκα, μέχρι να ετοιμαστεί το δωμάτιο.
Ο Κώστας έχει πυρετό. Αποφασίζει παρόλα αυτά να κάνει μπάνιο και να βγει βόλτα με βρεγμένο μαλλί. Τα πρώτα μας βήματα στην πόλη διστακτικά. Να αγοράσουμε εισιτήρια για το Μάτσου Πίτσου και να περιπλανηθούμε στους δρόμους του κέντρου και στις αγορές. Οι αποχρώσεις των κτιρίων δίνουν την αίσθηση ότι όλη η πόλη έχει φτιαχτεί από κοκκινόχωμα προσθέτοντας παράλληλα μια αίσθηση ιδιαίτερης παλαιότητας. Μεταξύ άλλων αγοράζουμε ένα κεφαλάκι τυρί για τη λιγούρα. Οι πολύχρωμες φορεσιές και τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα των Περουβιανών που κάθονται σε κάθε γωνιά για να πουλήσουν την πραμάτεια τους δίνουν ξεχωριστό χαρακτήρα στις φωτογραφίες μας. Στην επιστροφή καφέ και γλυκό (από εμφάνιση σκίζουν, αλλά από γεύση θα μπορούσαν να έχουν λίγη). Φέτος στο Κούσκο θα φορεθεί το κόκκινο, παρατηρεί ο Γιώργος. Μια παρέα από επτά μεσήλικες κυρίες στο διπλανό τραπέζι φοράει όλη κόκκινα παλτά.
Ξεκούραση στο ξενοδοχείο για να το ευχαριστηθούμε και έξω για βραδινό φαγητό. Έπειτα από μια βόλτα στους 3-4 δρόμους με τα εστιατόρια της περιοχής κάνουμε την επιλογή μας. Η σαλάτα τουλάχιστον τρώγεται. Ο Κώστας είναι αγνώριστος. Με το ζόρι τρώει μια κοτόσουπα. Πίσω στο ξενοδοχείο και ύπνος γιατί αύριο θα ξυπνήσουμε στις 5.30 π.μ. για Μάτσου Πίτσου.

Τρίτη, 11/9/2012

Η κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας των Ίνκας, το Κούσκο

Ταξί για το σιδηροδρομικό σταθμό που απέχει 15 λεπτά από την πόλη. Το τρένο είναι ο μοναδικός τρόπος να προσεγγίσουμε με άνεση, ασφάλεια και κυρίως χρονική ακρίβεια το Μάτσου Πίτσου που δεν είναι προσβάσιμο με κανένα άλλο μεταφορικό μέσο. Ο Κώστας ισχυρίζεται ότι υπάρχει μια εναλλακτική (back-door) πολύ φθηνότερη επιλογή όπου μετά από αρκετή ταλαιπωρία σε δύσκολους δρόμους με τζιπ μπορούμε να βρεθούμε στην πίσω μεριά του βουνού σε ένα υδροηλεκτρικό εργοστάσιο και κατόπιν να συνεχίσουμε με τα πόδια πάνω στις γραμμές. Ή ακόμα καλύτερα να ακολουθήσουμε το μονοπάτι στα χνάρια των Ίνκας και να κάνουμε τρεις μέρες να φτάσουμε.
Στη ηλιόλουστη διαδρομή χαζεύουμε την ημιτροπική βλάστηση και τα γουρουνάκια που θηλάζουν. Το ταξίδι θα διαρκέσει τρεις ώρες. Αρκετός χρόνος για ένα επιτραπέζιο, με ασαφείς και μη κατανοητούς κανόνες, παιχνίδι που τσαντίζει τον Κώστα. Το τρένο κάνει στάσεις σε διάφορα χωριά όπως το Ολαγιατάμπο και σημεία από όπου μπορεί κάποιος να ακολουθήσει μέρος του μονοπατιού. Εμείς πρέπει να κατεβούμε στο Άγκουας Αλιέντες (Θερμά Νερά). Ένα κλασικό τουριστοχώρι με τα σουβενιράδικα να σε πνίγουν με το που βγεις από το σταθμό. Ο Γιώργος εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι ο κεντρικός πεζόδρομος του χωριού είναι πάνω στις γραμμές κάνοντάς το να μοιάζει με τεράστιο σταθμό κάθε φορά που διέρχεται κάποιο τρένο.
Τα λεωφορειάκια προς την είσοδο της εγκαταλελειμμένης πόλης είναι πολυάριθμα και εκτελούν συχνά δρομολόγια ακολουθώντας ένα χωμάτινο στενό φιδωτό δρόμο διάρκειας 20 λεπτών. Το μέρος είναι μαγικό, ένα καταπράσινο υψίπεδο ανάμεσα σε βουνοκορφές. Συμβουλευόμαστε τον έντυπο οδηγό για να αναληφθούμε την ακριβή δομή της πόλης και το χαρακτήρα του κάθε κτίσματος. Ανεβαίνουμε στο σπιτάκι του φρουρού, δίπλα στο νεκροταφείο που έχει την καλύτερη θέα. Στη μέση μια μεγάλη πλατεία με γκαζόν, αριστερά και δεξιά τα πετρόκτιστα, χωρίς στέγες κτίρια. Ο αστικός και ο αγροτικός τομέας. Κατεβαίνουμε και επισκεπτόμαστε πρώτα το ναό με τα τρία παράθυρα (που όμως έχει πέντε), τον κυρίως ναό και τέλος το ναό του ήλιου. Κάπου είναι και ο (με πολλή φαντασία) κόνδορας. Μια πέτρα στο χώμα αποτελεί, υποτίθεται, το σώμα του και κάτι κάθετα βράχια δεξιά και αριστερά είναι τα φτερά του. «Ελεύθερα» λάμα βόσκουν ανάμεσα στα χαλάσματα. Προσπαθούμε να τα προσεγγίσουμε. Ο Κώστας μας προειδοποιεί να είμαστε προσεκτικοί γιατί φτύνουν. Απορρίπτουμε τη δυνατότητα να ανεβούμε στο πάνω κάστρο γιατί έχει πολλά σκαλιά και κοστίζει επιπλέον 40 δολάρια και τα 140 που έχουμε δώσει ήδη μας φαίνονται πολλά. Το υψόμετρο, σε συνδυασμό με τα ανισόπεδα τμήματα και τον καυτό ήλιο, μας εξουθενώνει. Επιστρέφουμε στο χωριό για να πάρουμε το τρένο της επιστροφής όπου συνταξιδεύουμε με έναν 22χρονο Ολλανδό με πολύ κέφι για κουβέντα. Στη διαδρομή διαπιστώνεται διαρροή υγρών με κατηγορούμενο το σακίδιο μας. Αφού εξηγούμε ότι δεν υπάρχει τίποτα ικανό να δημιουργήσει λίμνη μέσα αναγκαζόμαστε να το αδειάσουμε και να το κρεμάσουμε να στεγνώσει, διαπιστώνοντας με απογοήτευση ότι το τυρί που είχαμε αγοράσει την προηγούμενη μέρα έχει χαλάσει και βρωμάει ο τόπος.

Η Μαρία παρέα με δύο παραδοσιακές Περουβιανές με τα λάμα τους

Στον τερματικό σταθμό εμφανιζόμαστε ετοιμοπόλεμοι ώστε να βρούμε ταξί άμεσα και να μη μας προλάβει ο συνωστισμός που θα δημιουργείτο από το πλήθος που θα αποβιβαζόταν. «Στον σταθμό λεωφορείων παρακαλούμε, και γρήγορα. Με μια ενδιάμεση στάση στο ξενοδοχείο για να πάρουμε τις βαλίτσες μας». Στο ραδιόφωνο ακούμε την ποδοσφαιρική αναμέτρηση Περού – Αργεντινή για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 2014 με τον εκφωνητή να ωρύεται για το γκολ που δίνει το προβάδισμα στους γηπεδούχους. Η αναμέτρηση λαμβάνει χώρα στο Εθνικό Στάδιο του Περού στη Λίμα, που προσπεράσαμε πριν από λίγες μέρες.
Ο σταθμός των λεωφορείων είναι ένα μακρόστενο κτήριο που έχει τις αποβάθρες από τη μια μεριά, τα πρακτορεία εισιτηρίων των διάφορων εταιρειών στο κέντρο και μαγαζάκια πρόχειρου φαγητού από την άλλη. Η διαδρομή δεν προβλέπει φαγητό γι’ αυτό προμηθευόμαστε μια ποικιλία από τοπικά χαρμπουγκεράκια και ένα πεπιεσμένο καρβέλι ψωμί. Το λεωφορείο ανήκει στην εταιρεία Huayruro Tours και υστερεί σε σχέση με αυτά της προηγουμένης, όχι όμως σε άνεση. Ώρα αναχώρησης 10.00 μ.μ.

Τετάρτη, 12/9/2012

Οι αγρότισσες της περιοχής πουλάνε την πραμάτεια τους
Στο Puno φτάνουμε πάρα πολύ νωρίς (5.00 π.μ.). Στο σταθμό μας περιμένει ένα πολύ ευγενικό ζευγάρι τουριστικών πρακτόρων, που μας πάει στο γραφείο του και μας αφήνει να κάτσουμε μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά. Αφού συνέλθουμε λίγο, ξεκινάμε με τα πόδια για το κέντρο. Οι κάτοικοι έχουν αρχίσει να ξυπνούν. Στην Πλάζα ντε Άρμας μια πλανόδια πωλήτρια μας πιέζει να αγοράσουμε πλεκτά χαρακτηριστικού περουβιανού στυλ. Ύστερα από επιτυχημένο παζάρι, η Μαρία αγοράζει δύο σκουφιά και ένα πουλόβερ. Μπαίνουμε σε ένα ζαχαροπλαστείο για να πάρουμε το πρωινό μας.
Φαγωμένοι κατηφορίζουμε προς το λιμάνι ανάμεσα από τα στενά που έχουν γεμίσει τρίκυκλα μηχανοκίνητα και ανθρωποκίνητα ταξί. Ο πράκτωρ-Βίκτωρ επιμελείται της συνεννόησης με το καραβάκι που θα μας ξεναγήσει στην ψηλότερη πλεύσιμη λίμνη του κόσμου, τη διάσημη Τιτικάκα.
Σκοπός μας είναι να επισκεφτούμε τα νησιά Ούρος, που ξεχωρίζουν για τον απλό λόγο ότι δεν είναι κανονικά νησιά καθώς δημιουργήθηκαν αρχικά σαν καταφύγιο της ομώνυμης φυλής απέναντι στους Ίνκας. Στη διαδρομή βλέπουμε τα καλάμια, από τα οποία φτιάχτηκαν και ο οδηγός μας εξιστορεί τα κατορθώματα των ναυτικών – κατοίκων που άλλοτε κυριαρχούσαν σε όλη την τεράστια λίμνη. Τώρα ζουν πολύ φτωχικά στις καλύβες, που είναι φτιαγμένες με τα ίδια καλάμια τα οποία αποτελούν και μέρος της διατροφή τους, μαζί με τα μικρά ψαράκια που πιάνουν. Επίσης προσπαθεί να μας εξηγήσει τη συγγένεια μεταξύ των κατοίκων της λίμνης, αλλά και της περιοχής, με τους Ασιάτες που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά.
Φτάνουμε στο πρώτο νησάκι, όπου μας υποδέχονται οι παχουλές και ντυμένες με έντονα χρώματα γυναίκες. Θα μας εξηγήσουν πώς φτιάχνονται τα νησιά, που η διάρκεια ζωής τους είναι τριάντα χρόνια. Επίσης ότι το κάθε νησί κατοικείται συνήθως από 2-3 οικογένειες, που αν δεν έχουν καλές σχέσεις αρχικά στρέφουν τις καλύβες πλάτη με πλάτη και αν το κακό παραγίνει παίρνουν τις χατζάρες και κόβουν το νησί στη μέση, κρατώντας η καθεμιά το κομμάτι της. Έτσι τα νησιά στη λίμνη έχουν γίνει περίπου 95 από 60 που ήταν κάποια χρόνια πριν. Μετά θα κάνουμε μια βαρκάδα με μια βάρκα φτιαγμένη από καλάμια. Αυτή είναι για τους τουρίστες, μας εξηγούν. Οι δικές τους είναι πολύ πιο απλές. Στην επιστροφή ξαπλώνουμε στο μαλακό έδαφος να λιαστούμε.
Αναχωρώντας για το δεύτερο νησί, οι γυναίκες της φυλής μας αποχαιρετούν όλες μαζί σε σειρά τραγουδώντας και χορεύοντας παραδοσιακούς σκοπούς. Ούτε στη Χαβάη να ήμασταν. Αυτό το νησί είναι τουριστικό (όχι ότι το πρώτο δεν ήταν), από έξω μάλιστα έχει και μια τεράστια πινακίδα «The Mall». Αδιάφορο σε σχέση με το πρώτο οπότε πίσω στο καραβάκι και αναμονή για την επιστροφή στην πόλη. Σε μια υπαίθρια αγορά έξω από το λιμάνι της πόλης ξοδεύουμε τις τελευταίες μας περουβιανές σόλες σε πλεκτά και μάλιστα από το κατάστημα γνωστής πρώην πλανόδιας. Ανηφορίζουμε πίσω στην πόλη και στο πρακτορείο για να πάρουμε τις βαλίτσες μας. Στο γήπεδο γίνεται χαμός, πιθανότατα παίζει η τοπική ομάδα μπάσκετ.
Ο κεντρικός πεζόδρομος του Άγκουας Αλιέντες

Για τη μετακίνησή μας έχουμε επιλέξει το απογευματινό λεωφορείο και όχι αυτό που παίρνει όλος ο κόσμος το πρωί. Αποχαιρετούμε το Πούνο, όχι όμως και τη λίμνη. Σκοπός μας είναι να περάσουμε τα σύνορα, να κάνουμε μια σύντομη στάση στην Κοπακαμπάνα (χωριό στη Βολιβία, όχι παραλία στο Ρίο) και μετά αναχώρηση για Λα Παζ. Στην Κοπακαμπάνα θα αλλάξουμε λεωφορείο. Ναι; Όχι, βέβαια. Φτάνουμε στο χωριό καθυστερημένα. Άραγε το χάσαμε; Αλλά προς τι το άγχος; Όπως μας πληροφορεί ο από μηχανής Ίνκας που επιβιβάζεται στα σύνορα στο λεωφορείο μας, υπάρχει απεργία και η περαιτέρω μετακίνηση αναβάλλεται. Όποιος όμως θέλει μπορεί να μείνει στο φοβερό ξενοδοχείο «Μιραντόρ» με έξι δολάρια το κεφάλι. Με πρωινό.
Το λεωφορείο κάνει μάλιστα τέρμα ακριβώς μπροστά του. Ευχαριστούμε την τύχη μας και μπαίνουμε στο δωμάτιό μας, που έχει καταπληκτική θέα στη λίμνη. Από την πλευρά της Βολιβίας, που είναι πιο ωραία, όπως λέει ο Κώστας, σαν ελληνικό ψαροχώρι. Απολαμβάνουμε το ηλιοβασίλεμα και βγαίνουμε βόλτα στην έρημη πόλη. Ελάχιστος κόσμος στο δρόμο, σκυλιά που τρώνε τα σκουπίδια, τα περισσότερα μαγαζιά κλειστά. Παρ’ όλα αυτά τρώμε αξιοπρεπέστατη ντόπια πέστροφα σε ένα ευχάριστο παραδοσιακό εστιατόριο. Ο μόνος στενοχωρημένος είναι ο Γιώργος, γιατί πρώτον του χάλασε το πρόγραμμα και δεύτερον μάλλον θα πρέπει να ξεχάσει την ποδηλατάδα στη Λα Παζ.

Πέμπτη, 13/9/2012

Η εγκαταλελειμμένη πόλη του Μάτσου Πίτσου

Το ξημέρωμα στην Τιτικάκα είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό. Μετά από ένα γρήγορο πρωινό προλαβαίνουμε στο τσακ το λεωφορείο για την πρωτεύουσα. Και όταν λέμε στο τσακ εννοούμε ότι έχουν μείνει μόνο δύο θέσεις τις οποίες διεκδικούμε με επιμονή. Αποτέλεσμα της συνεννόησης είναι η Μαρία σε σκαμνί στο διάδρομο. Η ποιότητα της μετακίνησης ολοένα και χειροτερεύει εφόσον τη θέση των πολυτελών πούλμαν έχει πάρει ένα πολύχρωμο Μπομπ Μάρλεϊ, αρχαίο μερσεντές γεμάτο αυτοκόλλητα και φυλαχτά (αχρείαστα να είναι). Αν συνεχίσουμε έτσι, το επόμενο μέσο θα πρέπει να είναι κάρο. Είναι αυτό το λεωφορείο που περνάει, σε κάποιο σημείο της διαδρομής, με σχεδία απέναντι την Τιτικάκα και οι επιβάτες από δίπλα με καΐκι.
Φτάνουμε στη Λα Παζ που είναι χτισμένη ανάμεσα σε βουνά με το κέντρο της στο χαμηλότερο σημείο. Σα χωνί, λέει ο Γιώργος. Όπου και να βρίσκεσαι άφησε μια μπάλα και θα σε οδηγήσει σε αυτό. Ο Κώστας έχει ακόμα πυρετό. Θα καθίσει όλη την ημέρα στο ξενοδοχείο μπας και αναρρώσει. Μπορεί να κάνει βόλτες ανάμεσα στους διαδρόμους που είναι ζωγραφισμένοι με όμορφα τοπία.
Ο Γιώργος με τη Μαρία έχουν δουλειές. Από πρακτορείο σε πρακτορείο για τη διευθέτηση εκκρεμών υποθέσεων. Η Μαρία μαγεύεται από το παζάρι των μαγισσών. Ένα μυστηριώδες κομμάτι δρόμου γεμάτο φυλαχτά πάσης χρήσης, μαντζούνια, υλικά για ειδικές συνταγές και αποξηραμένα έμβρυα λάμα κατάλληλα για εγκαίνια. Δεν ξέρει τι να πρωτοπάρει. Τελικά συμβιβάζεται στην ιδέα του πολυφυλαχτού φιαλιδίου που τα έχει όλα και συμφέρει για τους συγγενείς και τους φίλους. Καθώς και στην Πάτσα Μάμα για το σπίτι. Ο Άγιος Φραγκίσκος (άλλος ένας) ξεχωρίζει στην κατάμεστη από κόσμο κεντρική πλατεία. Η Μαρία κοντοστέκεται έξω από ένα οδοντιατρείο της κακιάς ώρας. Με πολύ ζόρι πείθει τον Γιώργο να ρίξει μια ματιά. Έχει φτάσει η ώρα να βγάλει τα ράμματα αλλά το αξιοπρεπές εγκεκριμένο από τον οδοντιατρικό σύλλογο, καθαρό και αγγλόφωνο ιατρείο των «βορείων προαστίων», που συστήνει ο έντυπος οδηγός, απέχει αρκετά.
Ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο του εκ πρώτης όψεως εγκαταλελειμμένου κτιρίου και χτυπάμε την πόρτα ελπίζοντας να μην ανοίξουν. Οι φωτογραφίες στους γύρω τοίχους απεικονίζουν επεμβάσεις προχωρημένης γναθοχειρουργικής. «Είδες», λέει η Μαρία, «σε τι επιστήμονα σε έφερα;». Τελικώς ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ένας συμπαθητικός γιατρός (φορούσε ρόμπα), που δεν μιλάει αγγλικά αλλά ξέρει να παίζει καλή παντομίμα. Η επέμβαση κόστισε μόλις 20 βολιβιάνος. Βρίσκουμε να αγοράσουμε και ένα φορτιστή για το κινητό του Κώστα. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο ψάχνουμε φαγητό για όλους αλλά αποδεικνύεται πολύ δύσκολο να βρούμε ένα αξιοπρεπές που να μη σερβίρει μόνο τηγανητό κοτόπουλο. Καταλήγουμε στο λιγότερο βρώμικο από αυτά.
Έπειτα από ολιγόωρη ξεκούραση, βγαίνουμε πάλι στους δρόμους. Τώρα αναζητάμε το «νωρίτερο» πρακτορείο ποδηλατάδας. Αυτό, δηλαδή, που επιστρέφει έγκαιρα ώστε να προλάβουμε το λεωφορείο της αναχώρησης για τον επόμενο προορισμό του ταξιδιού. Διαλέγουμε το Baro Biking. Έπετα από σκέψη αποφασίζονται τα εξής: Ο Γιώργος θα τολμήσει το εγχείρημα ενώ η Μαρία με τον Κώστα θα παίξουν ρόλο προπονητή και φροντιστή ακολουθώντας τον αθλητή από πίσω μέσα σε ειδικό βανάκι.

Χαρακτηριστικός τρόπος μετακίνησης στο Πούνο

Ώρα για βραδινή έξοδο. Αυτή τη φορά θα κατευθυνθούμε προς την απέναντι πλαγιά όπου βρίσκονται ο εμπορικός δρόμος και η κεντρική πλατεία της πόλης. Αισθανόμαστε ασφαλείς; Προς τι όλη αυτή η αστυνόμευση στους γύρω δρόμους; Ούτε στα Εξάρχεια να ήμασταν. Μας έρχονται στο μυαλό οι οδηγίες ασφαλείας που διαβάσαμε για αυτό το μέρος. Ότι υπάρχουν παντού κλέφτες και δεν ξέρεις από πού να φυλαχτείς καθώς μπορεί να εμφανιστούν με διάφορες μορφές, όπως ταξιτζήδες που σε πηγαίνουν όπου θέλουν αυτοί ή αστυνομικοί που σε ελέγχουν για περιττά αντικείμενα αξίας και χρήματα.
Πολλά μαγαζάκια και πάγκοι αλλά καθόλου καφετέριες και μπαρ για να καθίσουμε. Οι ήχοι μιας κιθάρας μας προσελκύουν στο μητροπολιτικό ναό της πόλης. Καθόμαστε μαζί με τους υπόλοιπους πιστούς για να παρακολουθήσουμε τον καλλιτέχνη ιεροκήρυκα. Μόλις τελειώνει το τραγούδι του, παρατάει στην άκρη την κιθάρα και αρχίζει ένα παθιασμένο, απειλητικό κήρυγμα. Κοντεύουμε να βγούμε από την περιφρουρημένη περιοχή όταν πέφτουμε πάνω σε δύο καθώς πρέπει κυρίες που μιλούσαν την αγγλική. Μας συστήνουν το σνακ-μπαρ του πολυτελούς ξενοδοχείου «Τορίνο». Αξιοπρεπής επιλογή για τα δεδομένα. Φεύγοντας παίρνουμε και μια πίτσα πακέτο για τον Κώστα.

Παρασκευή, 14/9/2012

Οι γυναίκες της φυλής Ούρος ετοιμάζουν το φαγητό

Πρωί πρωί κουβαλάμε τις βαλίτσες και στις 7 είμαστε φορτωμένοι στο βανάκι. Ανεβαίνουμε σε υψόμετρο 4.680 μέτρων, μία ώρα έξω από την πόλη. Από αυτό το σημείο θα ξεκινήσει η κατάβαση με ποδήλατα του πιο επικίνδυνου δρόμου στον κόσμο, γνωστού ως «Δρόμος του Θανάτου», με την πόλη Κορόικο, στην οποία οδηγεί, να θρηνεί τουλάχιστον ένα νεκρό σε κάθε σπίτι. Ο δρόμος αυτός έχει αντικατασταθεί πλέον από έναν πιο σύγχρονο ασφαλτοστρωμένο. Όπως είπαμε ο Γιώργος με το ποδήλατο, οι υπόλοιποι από πίσω. Το γκρουπ είναι πολύ γρήγορο. Κατηφόρα, αριστερά γκρεμός, δεξιά κάθετα βράχια, τροπική βλάστηση, νερά που τρέχουν, κατολισθήσεις. Το τοπίο μαγικό. Κάθε λίγο και λιγάκι σταυροί.
Η κατάβαση ολοκληρώνεται σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, έπειτα από 3 ώρες, στα όρια του Αμαζονίου. Εκεί μας περιμένει φαγητό σε ένα απομονωμένο κτίσμα, μόνο για τουρίστες, με δύο πισίνες και θέα τα απόκρημνα βουνά. Ντουζιέρες για τους σκονισμένους ποδηλάτες και αναμνηστικά μπλουζάκια. Ξέρουμε ότι χρειαζόμαστε τρεις ώρες τουλάχιστον για την επιστροφή και καθόμαστε σε αναμμένα κάρβουνα. Ξεκινάμε ευτυχώς νωρίς. Στις τρεις ώρες προσθέτουμε μία, γιατί το σαράβαλο που καβαλάμε, φορτωμένο όπως είναι, στην ανηφόρα αποκλείεται να πιάνει πάνω από 30 χλμ. Αυτό που μας διαφεύγει (αν και ο Γιώργος το έχει ευρύτερα προβλέψει: Βολιβία είναι εδώ, όλα να τα περιμένεις) είναι το λάστιχο, που θεωρεί σκόπιμο να γίνει κομμάτια. Μετά δεν ανοίγει η πόρτα του πορτ-μπαγκάζ για να βγει η ρεζέρβα (και τι ρεζέρβα, λεία σα χαρτί). Μετά ο γρύλος δεν ανεβαίνει αρκετά ψηλά. Μέσα σε όλα αυτά ο Κώστας αρπάζει το χαρτί της τουαλέτας και χώνεται πίσω από ένα θάμνο. Το λάστιχο έχει αλλαχτεί και η Μαρία πάει να τον φωνάξει. Τον εντοπίζει από το ρολό που κρέμεται σε ένα δέντρο. Τα περιθώρια έχουν στενέψει, παρόλα αυτά, ευτυχώς φτάνουμε στην ώρα μας. Ο Γιώργος προλαβαίνει να πεταχτεί στο πρακτορείο για να πάρει ένα CD με τα στιγμιότυπα της κατάβασης.
Η ώρα έχει πάει 9 μ.μ. και βρισκόμαστε μέσα σε ένα ικανοποιητικό λεωφορείο που ευτυχώς δεν επαληθεύει τα προγνωστικά περί μεταφορικού μέσου. Ξαφνικά, φασαρία. Τρεις Ελληνίδες γιαγιάδες έχουν χάσει τις θέσεις τους και ψάχνουν να τις βρουν. Είναι οι μοναδικοί συμπατριώτες που συναντάμε. Τίποτα δεν προδιαθέτει αυτό που πρόκειται να βιώσουμε, εκτός από κάποιες ταμπέλες που μας προειδοποιούν να στερεώσουμε καλά τα πράγματα στους αποθηκευτικούς χώρους πάνω από τα κεφάλια μας και μας ενημερώνουν για την ύπαρξη χαρτοσακούλας εμετού σε κάθε κάθισμα. Η ώρα έχει πάει 9.45 μ.μ. Το λεωφορείο του τρόμου ξεκινάει.

Σάββατο, 15/9/2012

Το λεωφορείο για τη Λα Παζ ανεβαίνει στη σχεδία

Μετά 12 ώρες ταξίδι φτάνουμε στο Ουγιούνι. Η νυχτερινή διαδρομή ήταν εφιαλτική. Το λεωφορείο δεν έπαψε ούτε στιγμή να χοροπηδάει λόγω του ανώμαλου χωματόδρομου. Παρόλο που έχουμε αποβιβαστεί, ο Κώστας κουνιέται ακόμα. Δεν κοιμήθηκε, λέει, όλο το βράδυ, ενώ η διπλανή κυρία επιμένει ότι δεν κοιμήθηκε από το ροχαλητό του Κώστα. Ο Γιώργος κοιμήθηκε με διαλείμματα, ενώ η Μαρία δεν κατάλαβε τίποτα.
Βρισκόμαστε σε μια πόλη – φάντασμα στη μέση της ερήμου. Σκόνη, άδειοι δρόμοι, κοκαλιάρικα σκυλιά, σχεδόν εξελίσσεται μπροστά μας η μονομαχία του Ελ Πάσο. Και χωρίς ανάσα… Η Μαρία δεν μπορεί να αναπνεύσει λόγω των αποπνικτικών συνθηκών που συνοδεύουν το μεγάλο υψόμετρο.
Αφήνουμε τα πράγματα στον πράκτορα και πεταγόμαστε για ένα σύντομο πρωινό. Στις 11.00 π.μ. φτάνει η ώρα της αναχώρησης. Ο Φιντέλ τακτοποιεί τις αποσκευές στην οροφή του τζιπ. Θα είναι ο οδηγός μας στο δυσκολότερο τριήμερο της εκδρομής. Μακριά από τον πολιτισμό, στις ερήμους του υψιπέδου των Άνδεων, χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουμε προμηθευτεί 15 λίτρα νερό, αφού ο καθένας μας θα πρέπει να καταναλώνει τουλάχιστον δύο λίτρα την ημέρα για την αποφυγή δυσάρεστων συμπτωμάτων από την ασθένεια του υψομέτρου.
Συνταξιδιώτες μας, ο Χόρχε, ένας πληθωρικός Χιλιανός τροβαδούρος ρομαντικού συγκροτήματος με επιρροές από Χούλιο Ιγλέσιας, η Ιβάνα, μια συμπαθής Βολιβιανή και η αντιπαθητική μητέρα της (στο εξής πεθερά). Το καραβάνι συμπληρώνουν άλλα τρία τζιπ με ηλικιωμένους Βολιβιανούς από τα ΚΑΠΗ της Κοτσαμπάμπα.
Σύντομη στάση για σουβενίρ φτιαγμένα από αλάτι, στο χωριουδάκι Κολτσάνι, νοητή πύλη εισόδου στη μεγαλύτερη αλυκή του κόσμου. Η έκτασή της ξεπερνά σε μέγεθος την Κρήτη. Η διαδρομή πάνω στη Σάλαρ ντε Ουγιούνι είναι ομαλή και συνοδεύεται από ένα συνεχή χαρακτηριστικό ήχο. Ενώ παράλληλα δεν υπάρχουν σαφείς δρόμοι και τα υπόλοιπα τζιπ φαίνονται σαν χαμένα μέσα στο απέραντο λευκό.
Καθοδόν αρχίζει η ανταλλαγή προϊόντων. Η πεθερά προσφέρει χειροποίητους ξηρούς καρπούς. Εμείς απαντάμε με τυποποιημένα μπισκότα «Μαρία». Ο Χόρχε, όμως, κάνει ρελάνς εμφανίζοντας έναν ντορβά γεμάτο φύλλα κόκας κάνοντας τη δικιά μας συσκευασία να μοιάζει κόκκος αλατιού στην έρημο που διασχίζουμε.
Στο βάθος διακρίνεται ένα κτίσμα. Είναι ένα ξενοδοχείο όπου τα πάντα είναι φτιαγμένα από την πιο πρόσφορη πρώτη ύλη. Στην είσοδό του κυματίζουν, όπως σε όλα τα μεγάλου κύρους ξενοδοχεία, οι σημαίες πολλών κρατών. Με τη διαφορά ότι δεν τις έχει τοποθετήσει ο ξενοδόχος, αλλά οι επισκέπτες. Αν κάποιος από εσάς βρεθεί εκεί, ας έχει προβλέψει να έχει μαζί του μια ελληνική, γιατί εμείς το μετανιώσαμε.
Επιδιδόμαστε σε φωτογράφηση, εκμεταλλευόμενοι την ψευδαίσθηση που δημιουργούν οι συνθήκες καθώς εξαλείφουν παντελώς την αίσθηση του βάθους. Πράγμα που επιτρέπει στη διπλανή παρέα να παρελαύνει μαζί με τα πλαστικά της στρατιωτάκια, στον Γιώργο να κρατάει τον Κώστα σαν ποντίκι από την ουρά και στη Μαρία να έχει πάρει στα χέρια της το τσιπ του Φιντέλ.

Ο, τι χρειάζεται μια μάγισσα μπορεί να το βρει στα μαγαζάκια της Λα Παζ

Μία ώρα αργότερα φτάνουμε στο «σπίτι των Ίνκας» (Incahuasi). Μία βραχονησίδα στη μέση της αλατο-θάλασσας με 4.000 μονίμους κάκτους ηλικίας μέχρι 1.200 ετών. Η άδεια της εισόδου απαιτεί χρηματικό αντίτιμο. Μας δίνεται αρκετός χρόνος για μια μικρή γύρα μέχρι να ετοιμαστεί το γεύμα. Κοτόπουλο με πλιγούρι. Η έντονη ηλιοφάνεια σε συνδυασμό με την εκτυφλωτική αντανάκλαση μας έχει ζαβλακώσει. Ο Γιώργος είναι αγνώριστος. Δεν έχει όρεξη να φάει.
Μετά από διαδρομή δύο ωρών το τοπίο σιγά σιγά… γλυκαίνει. Μπροστά μας περνούν κοπάδια από λάμα, αγριογάιδουρα και πικούνια. O Φιντέλ φαίνεται ανήσυχος. Έχουμε μείνει μόνοι. Τα υπόλοιπα τζιπ δεν μας ακολουθούν εδώ και ώρα. Περιμένουμε για λίγο, οπότε και αποφασίζει να γυρίσει αγωνιωδώς. Τελικά, ένα από αυτά είχε κολλήσει στη λάσπη. Έχει αρχίσει να νυχτώνει όταν φτάνουμε στον απομακρυσμένο οικισμό του Σαν Χουάν. Θα διανυκτερεύσουμε σε ένα κατάλυμα φτιαγμένο από αλατόλιθους σαν και αυτό που επισκεφτήκαμε το μεσημέρι ικανοποιώντας την κρυφή επιθυμία μας χωρίς το μεγάλο κόστος στης Σάλαρ. Μέχρι και το πάτωμα είναι στρωμένο με αλάτι. Μόνο οι πόρτες και τα φωτιστικά ξεχωρίζουν από το πορώδες ξύλο των κάκτων. Είμαστε τόσο κουρασμένοι που αμέσως μετά το τσάι πέφτουμε για ύπνο, πριν ακόμα σερβιριστεί το βραδινό, νανουρισμένοι από τα τραγούδια των ηλικιωμένων Βολιβιανών. Ο Γιώργος έχει αναλάβει την ενορχήστρωση με τα ροχαλητά του.

Κυριακή, 16/9/2012

Ο Γιώργος με το ποδήλατό του στο «δρόμο του θανάτου»

Αρίμπα, αρίμπα… Ο Χόρχε δίνει το πρόσταγμα σε όλη την ομάδα να ξεκινήσει με τα πόδια προς μια νεκρόπολη τον Ίνκας λίγο έξω από το χωριό. Εμείς αγουροξυπνημένοι τρέχουμε ξωπίσω τους. Μέσα σε χώρους σα χωριάτικους φούρνος, βρίσκονται τα οστά των Ίνκας. Ατομικοί ως επί το πλείστον τάφοι όπου οι ηλικιωμένοι ιθαγενείς έχτιζαν και αποσύρονταν προσευχόμενοι μέσα σε αυτούς όταν ένιωθαν ότι έφτανε το τέλος τους. Δίπλα υπάρχει ένα μικρό μουσείο.
Τα τζιπ έχουν φορτώσει τα πράγματα και ήρθαν να μας πάρουν. Συνεχίζουμε με κατεύθυνση το Νότο διανύοντας χωμάτινες ερήμους περικυκλωμένες από τις ψηλότερες κορυφές του πλανήτη που εξακολουθούν να είναι χιονισμένες. Τη διαδρομή μας διακόπτει μια εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή που στο παρελθόν συνέδεε το Ουγιούνι με την Κάλαμα στη Χιλή. Μετά από δύο ώρες κάνουμε μια σύντομη στάση για να παρατηρήσουμε το γεωλογικό φαινόμενο των πετρωμάτων από λάβα που δημιουργήθηκαν από την έκρηξη του γειτονικού ηφαιστείου που το βλέπουμε να καπνίζει. Ο Γιώργος αναλαμβάνει να ελέγξει τη θερμοκρασία ξαπλώνοντας επάνω τους σαν μια καταγάλανη σαύρα.
Βάσει προγράμματος φτάνουμε στη λίμνη Κανιάπα όπου μας καλωσορίζουν οι ροζ κάτοικοί της. Είναι η πρώτη φορά που συναντάμε φλαμίνγκο και τα κυνηγάμε στις λάσπες για να φωτογραφηθούμε μαζί τους. Ο Φιντέλ μας φωνάζει από το τζιπ να σταματήσουμε γιατί είναι έτοιμο το φαγητό. Καθόμαστε στις γύρω πέτρες που θυμίζουν μικρό σεληνιακό τοπίο με τα μεγέθη και τη διάταξή τους. Αυτή τη φορά το κοτόπουλό μας συνοδεύεται από πατατοσαλάτα. Επιδόρπιο φύλλα κόκας από τον κοσμογυρισμένο ναυτικό της παρέας. Ο Χόρχε περιχαρής κάνει κι αυτός τράκα. Έχει μασουλήσει όλες τις προμήθειές του. Τα κέφια του συνεχίζονται στη διάρκεια της διαδρομής. Έχει μερακλώσει από τη μουσική που έχει βάλει ο οδηγός και τραγουδάει παθιασμένα χρησιμοποιώντας για τουμπερλέκι το ταμπλό του αυτοκινήτου, τα καθίσματα, την πόρτα ακόμα και τον ίδιο τον οδηγό. Ο Φιντέλ προσπαθεί να τον ηρεμήσει χαμηλώνοντας την ένταση που περιέργως βρίσκει συνεχώς ανεβασμένη.
Στη διαδρομή προσπερνάμε και κάποιες άλλες λίμνες, όπως τη Χόντα και τη Χεντιόντα. Σταματάμε σε ένα βραχώδες σημείο με κάτι συμπαθητικά λαγουδάκια. Οι ηλικιωμένοι συνταξιδιώτες μας βρίσκουν την ευκαιρία να συμπληρώσουν τη φαρμακευτική συλλογή τους με βρύα που βοηθούν στην καταπολέμηση του διαβήτη. Δεν έχουν σταματήσει να μαζεύουν υλικά για γιατροσόφια από την αρχή του σαφάρι.

Μάλλον θα χρειαστούμε άλλο λάστιχο
Η ορεινή έρημος έχει το δικό της τουριστικό σήμα κατατεθέν, το πέτρινο δέντρο. Όλοι οι «δρόμοι» περνούν από αυτό πριν καταλήξουν στην εντυπωσιακότερη λίμνη. Η Κολοράντα έχει πάρει το όνομά της από το έντονο κόκκινο χρώμα των νερών της που δημιουργείται από ένα μικρο-φύκι για να προστατευτεί από την έντονη υπεριώδη ακτινοβολία.
Έχουμε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, όταν εισερχόμαστε στο εθνικό, προστατευόμενο πάρκο Ερνέστο Ααβόρα. Μετά τον έλεγχο του διαβατηρίου μας και την πληρωμή των εισιτηρίων, σηκώνεται η μπάρα και σε λίγα λεπτά αντικρίζουμε το καταφύγιο που θα μας φιλοξενήσει. Το απόλυτο χάλι. Ένα πλίνθινο κατασκεύασμα με σκεπή από ελενίτ στα 4.334 μέτρα. Το δωμάτιό μας, όπως όλα τα δωμάτια της πτέρυγας, κουτιά χωρίς παράθυρα. Χτιστά κρεβάτια και κρύο. Παρ’ όλα αυτά όταν έχεις καλή παρέα… Καθόμαστε για το απογευματινό τσάι και αρχίζουν τα τραγούδια. Στο δεύτερο τσάι προστίθεται και τοπικό τσίπουρο 40 βαθμών και τα τραγούδια δυναμώνουν. Εμείς καλούμαστε να εκπροσωπήσουμε, μάλλον όχι επάξια, την ελληνική μουσική με ένα – δυο τραγουδάκια. Ο Κώστας ίδιος Σαββόπουλος. Όταν ο Χόρχε αποφασίζει επιτέλους να τραγουδήσει, κάτι ξενέρωτα Κινεζάκια μας τη χαλάνε. Τους ενόχλησε ο θόρυβος. Θα ακολουθήσει δείπνο και στις 9 στα κλουβιά μας, γιατί σταματάει η γεννήτρια και θα κλείσουν τα φώτα. Είμαστε εξάλλου… ξεθεωμένοι.

Δευτέρα, 17/9/2012

Ατενίζοντας το απέραντο άσπρο

Αρίμπα, αρίμπα… Η φωνή του Χόρχε αντιλαλεί ξανά στους διαδρόμους στις 5 τα ξημερώματα. Αυτή τη φορά σηκωνόμαστε και προλαβαίνουμε το πρωινό. Όσο πιο νωρίς φύγουμε τόσο εντυπωσιακότεροι θα είναι οι θερμοπίδακες που θα συναντήσουμε. Πράγματι η γη βράζει βγάζοντας ατμούς που μυρίζουν θειάφι. Περιπλανόμαστε ανάμεσα στις λακκούβες-χύτρες σαν μουσικοί αστέρες που μόλις βγήκαν στη σκηνή. Η διαφορά είναι ότι δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα και τα παπούτσια μας έχουν γεμίσει λάσπες.
Το μαραφέτι της Μαρίας μας ενημερώνει ότι έχουμε φτάσει στο ύψος ρεκόρ των 4.963 μέτρων. Στοιχείο που καταγράφεται αμέσως σε όλα τα διαθέσιμα κατάστιχα ως το μεγαλύτερο υψόμετρο επί γης που έχουμε βρεθεί ποτέ στη ζωή μας (Έβερεστ σου ερχόμαστε).
Στη λίμνη Σαλάντα θα συναντήσουμε κόσμο να κάνει μπάνιο. Το νερό σε ένα συγκεκριμένο σημείο της αναβλύζει ζεστό. Η θερμοκρασία φτάνει τους 38 βαθμούς. Εμείς όμως έχουμε πολλές δικαιολογίες για να μην μπούμε. «Δεν έχουμε χρόνο». «Δεν χωράμε». «Δεν έχουμε μαγιό». «Η θερμοκρασία είναι 8 βαθμοί και που να βγάζουμε τα μπουφάν». «Πρωινιάτικα;».
Η επόμενη λίμνη ονομάζεται Βέρντε λόγω του πράσινου χρώματος των νερών της. Κάτι το οποίο δεν μας είναι άμεσα αντιληπτό. Την καλύτερη εξήγηση δίνει ο Κώστας λέγοντας ότι μάλλον δεν ήρθαμε την ιδανική ώρα. Πάντως, όσο την παρατηρούμε τόσο πρασινίζει.
Ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τους συνταξιδιώτες μας που θα γυρίσουν πίσω από εκεί που ήρθαν. Ο Φιντέλ αναλαμβάνει να μας πετάξει μαζί με μια Ασιάτισσα κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Έτσι τουλάχιστον μας φαίνονται τα σύνορα Βολιβίας – Χιλής. Στη σύντομη διαδρομή θα προσπεράσουμε τη «Λευκή» λίμνη.
Τα σύνορα αποτελούνται από ένα μικρό κτίσμα, μια μπάρα και ένα σκουριασμένο κουφάρι λεωφορείου λίγο πιο πέρα. Η Ασιάτισσα είναι αγχωμένη καθώς βλέπει τον κόσμο να αραιώνει σιγά σιγά επιβιβαζόμενος σε διάφορα βανάκια που καταφθάνουν από τη Χιλή. Τέλικά, φεύγει με ένα από αυτά και αφήνει το άγχος σε εμάς που δεν μας παίρνει κανείς. Ο Γιώργος έχει πονόκοιλο και θέλει απεγνωσμένα να πάει στην τουαλέτα. Μόλις αντιλαμβάνεται ότι αυτό το σκοπό εξυπηρετεί το παρατημένο λεωφορείο του κόβεται η όρεξη. Περνάνε δύο ώρες μέχρι να καταφθάσει και η δική μας ανταπόκριση.
Μετά από τρεις μέρες πατάμε πάλι άσφαλτο. Η διαδρομή προς το συνοριακό σταθμό της γειτονικής χώρας είναι μια ατελείωτη κατηφορική ευθεία. Είναι πιθανή η περίπτωση υπερθέρμανσης των φρένων. Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν ανηφορικοί έξοδοι κινδύνου στρωμένοι με χαλίκι κάθε 500 μέτρα. Εδώ ολοκληρώνεται το κομμάτι της διαδρομής σε μεγάλα υψόμετρα που είχε ξεκινήσει από το Κούσκο. Μονόδρομος, κατά μια έννοια, εφόσον η αντίστροφη πορεία δεν άφηνε περιθώρια για προσαρμογή. Αυτά το κομμάτι δρόμου μήκους 35 χλμ. ήταν που όρισε τη φορά ολόκληρου του ταξιδιού.
Ο Κώστας συλλαμβάνεται στην προσπάθειά του να περάσει μαζί με τα λιγοστά φύλλα κόκας ένα μανταρίνι. Αμέσως δραστηριοποιείται ο κρατικός μηχανισμός που καλείται να ερευνήσει την υπόθεση. Τελικά ο Κώστας αθωώνεται πανηγυρικά αλλά το εσπεριδοειδές είναι για πέταμα.

Ο Γιώργος με τον Κώστα στις αλυκές του Ουγιούνι

Άφιξη στο Σαν Πέδρο ντε Ατακάμα. Τι ευχάριστο μέρος. Ζέστη, ωραίες μυρωδιές από τις γαζίες που υπάρχουν παντού, αλλά και γαστρονομικού είδους. Ο κόσμος πηγαινοέρχεται χαρούμενος στους χωματόδρομους της πόλης, που είναι στολισμένοι με χιλιάδες σημαιάκια. Είναι η παραμονή της ημέρας της ανεξαρτησίας της Χιλής από τους Ισπανούς, μεγάλη γιορτή. Το Σαν Πέδρο μια όαση μέσα στην έρημο με χίλια πράγματα να δεις τριγύρω, σφύζει από Χιλιανούς που κάνουν τις διακοπές τους.
Μετά από μισή ώρα περπάτημα μέσα στον ήλιο κουβαλώντας τις βαλίτσες φτάνουμε καταϊδρωμένοι στο κατάλυμα που είχαμε κάνει κράτηση αλλά μένουμε με τη χαρά. Δεν υπάρχει διαθέσιμο δωμάτιο και η ιδιοκτήτρια αναλαμβάνει να μας βολέψει κάπου αλλού. Πολύ αργότερα όμως, γιατί πρώτα θα μας πάει σε έναν ξενώνα, πολύ συμπαθητικό (τι ωραία αυλή και γιαούρτι με φρούτα), αλλά όχι για μας μια που δε σκοπεύουμε να κοιμηθούμε ο καθένας ξεχωριστά παρέα με πεντέξι πιτσιρικάδες. Τελικά θα μας ξαναμαζέψει για να μας τακτοποιήσει σε ένα πιο αξιοπρεπές ξενοδοχείο. Το γιορτάζουμε καταναλώνοντας την άχρηστη πια φιάλη οξυγόνου.
Θα περάσουμε το απόγευμα κάνοντας στους δρόμους ανάμεσα στο πλήθος και όχι στα περίχωρα, την κοιλάδα του θανάτου και του φεγγαριού (moon valley), όπως θα ήθελε ο Κώστας. Tο sand boarding (κατάβαση αμμόλοφων με σανίδα) θα το αφήσουμε για την επόμενη φορά. Έχουμε μια μικρή ζαλάδα από την απότομη αλλαγή των τιμών. Δυσκολευόμαστε να προσαρμοστούμε ύστερα από 10 μέρες στις σαφέστατα πιο οικονομικές χώρες του Περού και της Βολιβίας.
Το πανηγύρι στην κεντρική πλατεία μοιάζει με κανονική επαρχιώτικη εμποροπανήγυρη άλλης εποχής, αν εξαιρέσεις τους ήχους των τριών διαφορετικών συναυλιών που γίνονται σε ξεχωριστούς χώρους αλλά μπερδεύονται στη μέση της πλατείας. Γρήγορα ύπνο, γιατί αύριο θα μας μαζέψουν από τις 7 για το αεροδρόμιο της Κάλαμα, για να πάρουμε το λεωφορείο για το Σαντιάγκο.

Τρίτη, 18/9/2012

Ξενοδοχείο φτιαγμένο από αλάτι

Ή μάλλον για να περάσουμε την ημέρα μας στο αεροδρόμιο. Η φοβερή αεροπορική εταιρεία Sky Airlines αποφάσισε μία εβδομάδα πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι να ακυρώσει το δρομολόγιό μας και να κάνει το πρόγραμμα μαντάρα. Εμείς ζητήσαμε ακύρωση του εισιτήριου, αλλά 20 μέρες μετά τα χρήματά μας δεν έχουν επιστραφεί. Έτσι πηγαίνουμε να πάρουμε τα λεφτά μας πίσω και μετά να ψάξουμε για λεωφορείο ή τουλάχιστον μια άλλη πτήση για την πρωτεύουσα ή ό, τι άλλο προκύψει. Αυτό που προκύπτει είναι ένα ζευγάρι Ισπανών κατοίκων Σαντιάγκο, που δεν είχαν ενημερωθεί καν για την ακύρωση. Τους εξηγούμε τι συμβαίνει και αυτοί με τη σειρά τους αναλαμβάνουν την τηλεφωνική συνεννόηση με τα γραφεία της εταιρείας. Αποτέλεσμα, οι ίδιοι να πετάξουν με το δρομολόγιο των 1.30 μ.μ. και εμείς με των 6.30 μ.μ.
Εκφράζουμε την ευχαρίστησή μας κερνώντας τους καφέ στο αναψυκτήριο του αεροδρομίου. Η ώρα κυλάει ευχάριστα με ανταλλαγή κυρίως φωτογραφιών από τα μέρη που επισκεφτήκαμε τις τελευταίες μέρες. Στην τηλεόραση γίνεται αναμετάδοση της στρατιωτικής παρέλασης.
Τους αποχαιρετάμε και αποφασίζουμε να παραμείνουμε στο χώρο για τις 5 επόμενες ώρες. Καταλυτικός παράγοντας είναι οι βαλίτσες που δεν υπάρχει μέρος να τις αφήσουμε. Κατά τη διάρκεια της αναμονής ο Γιώργος δανείζεται το φορητό υπολογιστή κάτι πιτσιρικάδων για να κλείσει ξενοδοχείο στο Σαντιάγκο εφόσον γνωρίζουμε πια την ακριβή μέρα άφιξής μας (αν η μετακίνηση γινόταν με λεωφορείο θα φτάναμε μία μέρα αργότερα). Ο Γιώργος, θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, ζητάει από την ταμία πληρώσει το λογαριασμό τους. Το ποσό των 14.000 πέσος που αναλογεί στις μπίρες των μπεκρήδων νεαρών δεν χαροποιεί τον Κώστα που κάνει διάλεξη για σωστό τρόπο κεράσματος.
Μετά από μια χαμηλή πτήση πάνω από τα κόκκινα βουνά, φτάνουμε στην πρωτεύουσα και με το Centropuerto (λεωφορείο) καταλήγουμε στο κέντρο του Σαντιάγκο. Η ώρα είναι προχωρημένη και στο τσακ προλαβαίνουμε τρέχοντας το τελευταίο μετρό. Προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση. Οπότε κατεβαίνουμε στην επόμενη στάση και στο τσακ προλαβαίνουμε τρέχοντας το τελευταίο μετρό προς τη σωστή.

Το νησί με τους 4.000 κάκτους

Και επιτέλους στο ξενοδοχείο, που φαίνεται κλειστό, πίσω από σίδερα. Χτυπάμε το κουδούνι, δε γίνεται τίποτα. Άντε τώρα να ψάχνουμε για άλλο ξενοδοχείο. Ξαναχτυπάμε με περισσότερη επιμονή μέχρι που μας ανοίγει ένας αγουροξυπνημένος λατινο-ρεμπέτης. Η πρωτόγνωρη για τα δεδομένα μας χαλαρή μέρα, γεμάτη καθισιό, χωρίς περιηγήσεις και σκαρφαλώματα μας κάνει να μην έχουμε όρεξη για ύπνο. Ζητάμε τη βοήθεια του ξενοδόχου που μας συστήνει την επίσκεψη σε μια κοντινή κλινική. Εκεί φτάνουμε μετά από σύντομο ποδαρόδρομο. Γίνεται το αδιαχώρητο από ασθενείς που καπνίζουν και πίνουν. Από τα φωτιστικά κρέμονται δαντελωτά γυναικεία εσώρουχα (;). Καλή επιλογή, καθώς η συμπαθητική μαύρη μπίρα που σερβίρουν δεν αργεί να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Τετάρτη, 19/9/2012

Ατομικοί τάφοι των Ίνκας

Η περιήγηση του Σαντιάγκο ξεκινάει από το γειτονικό λόφο της Σάντα Λουτσία. Ένα ανισόπεδο πάρκο με πολύχρωμα παρτέρια, κτήρια αποικιακής περιόδου, σιντριβάνια και μονοπατάκια που οδηγούν στην κορυφή με πανοραμική θέα της πόλης και των χιονισμένων Άνδεων. Συνεχίζοντας διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε σε μια καθόλα ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με μεγαλοπρεπή δημόσια νεοκλασικά κτήρια στολισμένα με χιλιάδες σημαίες και κορδέλες λόγω της ημέρας. Αυτοί οι άνθρωποι τη γιορτάζουν πολλές μέρες την ανεξαρτησία τους.
Εκτός από τα στολίδια διαπιστώνουμε με απογοήτευση ότι τα πάντα είναι κλειστά και οι δρόμοι έρημοι από κόσμο. Μοναδικό ανοιχτό μαγαζί στην «Ερμού» ένα παλιατζίδικο ρούχων κινέζικης ιδιοκτησίας. Φεύγοντας από το κέντρο φτάνουμε στην κλειστή ψαραγορά. Το μόνο ζωντανό μέρος της πόλης που μας ξαφνιάζει ευχάριστα με τις επιλογές παραδοσιακού φαγητού που προσφέρει στις ταβέρνες στο εσωτερικό του. Είναι, όμως, νωρίς ακόμα για φαγητό και υποσχόμαστε στον «ελληνόγλωσσο», πρώην ναυτικό, νυν σερβιτόρο-ψαρά που θέλει επίμονα να μας ταΐσει πως θα τον τιμήσουμε κατά την επιστροφή μας. Πρέπει να βρισκόμαστε σε ένα σύμπλεγμα αγορών καθώς απέναντί μας βρίσκεται το κτήριο της φρουταγοράς, δίπλα αυτή των λουδουδιών και παραδίπλα ποιος ξέρει τι άλλο.
Απομακρυνόμαστε κι άλλο διασχίζοντας την Μπέλα Βίστα, την ομορφότερη γειτονιά της πόλης με τα έντονα χρώματα, τις μικρές καφετέριες και εστιατόρια και τα αμέτρητα γκράφιτι. Φτάνουμε στην πλατεία που είναι η είσοδος του τελεφερίκ. Κλειστό και αυτό. Ας μην ανέβουμε στο λόφο του «Λυκαβηττού» με τα πόδια. Ήδη πονάνε. Δοκιμάζουμε την τύχη μας στο σπίτι του Πάμπλο Νερούδα που λειτουργεί σαν μουσείο και… σωστά μαντέψατε, κλειστό και αυτό. Καθόμαστε λίγο να ξαποστάσουμε στο αμφιθέατρο – προαύλιο του σπιτιού, που ταυτόχρονα είναι και σιντριβάνι.

Τα οστά των νεκρών παραμένουν στη θέση τους

Η προδιαγεγραμμένη βόλτα του έντυπου οδηγού τερματίζει πρόωρα σε αυτό εδώ το σημείο. Αποφασίζουμε πως ήρθε η ώρα να επισκεφτούμε τον ναυτικό. Η Μαρία εμφανώς πεινασμένη βιώνει ένα μαρτύριο στο δρόμο με τα Λόμο ντελ Πόμπρε (σαν μοσχαρίσια μπριζόλα με μελωμένα κρεμμύδια, σκεπασμένη με ένα μάτι αυγό). Οι παγωμένες μπίρες που τα συνοδεύουν την αναγκάζουν να υποκύψει. Καθόμαστε για να τσιμπήσουμε μια μερίδα από κοινού. Βλέπουμε ότι αρκετοί πελάτες δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση σε ένα συγκεκριμένο ρόφημα. Από ό, τι φαίνεται τους φτιάχνει τη διάθεση. Δεσμευόμαστε να δοκιμάσουμε και εμείς από αυτό το τεραμότο το βράδυ.
Πίσω στην ψαραγορά αντικρίζουμε ξαφνιασμένοι τις πύλες να κλείνουν και τους φύλακες να οδηγούν προς την έξοδο τους τελευταίους επισκέπτες. Μοναδικές επιλογές για φαγητό απομένουν τα φαγάδικα πέριξ των τειχών. Το επίπεδο βέβαια είναι πιο πεσμένο και μας θυμίζουν τα αντίστοιχα της Ομόνοιας. Ακολουθεί ένα γευστικό κομφούζιο με ξέφρενες παραγγελίες.
Το μόνο που μας λείπει τώρα είναι ένας ΚΑΛΟΣ ύπνος.

Πέμπτη, 20/9/2012

Φλαμίνγκος στη λίμνη Χεντιόντα

Το ξυπνητήρι χτυπάει, και γκοοοολ. Η ώρα έχει πάει 5 το πρωί. Ο κυβερνήτης της αεροπορικής εταιρείας Goal μας πληροφορεί ότι στο τέλος του ματς θα έχουμε προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Μπουένος Άιρες. Εκεί μας παραλαμβάνει ένας κάτοικος της πόλης που έτυχε να βρίσκεται στον τερματικό σταθμό και να ψαρεύει επιβάτες κρυφά από τους ταξιτζήδες. Μας αφήνει μπροστά στο ξενοδοχείο.
Οι υπάλληλοι αδυνατούν να μας εξυπηρετήσουν γιατί φτάσαμε πριν της ώρας μας. Αποφασίζουμε να κάνουμε τη βόλτα μας στο κέντρο αφήνοντας τις αποσκευές. Πρώτα, όμως, μια σύντομη στάση για καφέ, αφού διασχίσουμε τη φαρδύτερη λεωφόρο που υπάρχει πάνω στον πλανήτη. Στο κέντρο της ποζάρει για τους τουρίστες ένας τεράστιος οβελίσκος. Ο Κώστας τον βρίζει. Εντοπίζουμε τον εμπορικό πεζόδρομο και τον διασχίζουμε από τη μια άκρη στην άλλη, ανάμεσα στα βαριά κτήρια. Μαγαζιά, κόσμος και τουριστικά περίπτερα. Τραγούδια και χοροί από πλανόδιους καλλιτέχνες. Και πάνω από όλα το ταγκό. Οι κράχτες έχουν βγει στο δρόμο και υπόσχονται μια αξέχαστη μουσικοχορευτική βραδιά που συμπεριλαμβάνει φαγητό, ποτό και μεταφορά από και προς το ξενοδοχείο. Τελικά μας πείθει μια Βραζιλιάνα να διαλέξουμε το δικό της πακέτο. Ο σχέση απόδοσής – τιμής σε συνδυασμό με δωράκια ένα ωριαίο μάθημα του συγκεκριμένου χορού και ένα αναμνηστικό DVD με την παράσταση ενθουσιάζουν τον Κώστα.
Η πεζοπορία μας οδηγεί στους σταθμούς των τρένων και των λεωφορείων. Εμάς μας ενδιαφέρει το δεύτερο. Από έξω διάφοροι πλανόδιοι πουλάνε βρωμιές. Αλλά εμείς φυλάμε την όρεξή μας για το βράδυ. Μέσα στο σταθμό αναζητούμε την εταιρεία «Rio Uruguai», που εκτελεί το δρομολόγιο για το Ιγκουαζού. Μας ξαφνιάζει το τεράστιο μήκος του κτηρίου και ο απίστευτος αριθμός των εκδοτηρίων διαφορετικών εταιρειών. Αγοράζουμε τα εισιτήρια για την επόμενη μέρα και φεύγουμε καθησυχασμένοι και κατακουρασμένοι από το πολύ περπάτημα. Ταξί χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Στο δωμάτιο μας περιμένει μια king size μπανιέρα – τζακούζι σε ειδικό χώρο περιστοιχισμένη από γυάλινες επιφάνειες (βλ. «Ice Hotel» από το ημερολόγιο του Υπερσιβηρικού) που ακόμα αναρωτιόμαστε πώς να δουλεύει. Δοκιμάσαμε όλους τους μοχλούς και τις κάνουλες χωρίς να πετύχουμε τον κατάλληλο συνδυασμό. Τη χαλάρωσή μας διακόπτει ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από τη ρεσεψιόν. Μας ενημερώνουν ότι ακυρώνεται εκτάκτως το μάθημα χορού, πράγμα που κάνει τον Κώστα τούρμπο. «Θα τα πούμε το πρωί», λέει και καταπίνει το χάπι.
Το βανάκι μας παραλαμβάνει. Ο φαρδύτερος δρόμος μοιάζει να έχει φορέσει κι αυτός τα καλά του με τα χιλιάδες φωτάκια από τα οχήματα. Μετά από μια σύντομη περιήγηση στα ξενοδοχεία της νυχτερινής πλέον πόλης φτάνουμε στο θέατρο «Άστορ Πιατσόλα». Παχιά κόκκινη μοκέτα με ταιριαστές κουρτίνες, κίονες, χρυσοποίκιλτα θεωρεία στολίζουν τον ψηλοτάβανο, υπόγειο χώρο. Τα τραπέζια μάς περιμένουν στολισμένα. Για φαγητό επιλέγουμε παμψηφεί παραδοσιακή αργεντίνικη μπριζόλα.
Τα φώτα χαμηλώνουν για να ξεκινήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα επίδειξης επαγγελματικού ταγκό, παραδοσιακής μουσικής λάτιν και ρομαντικών τραγουδιών. Όλα ήταν ωραία, αλλά όχι σαν την μπριζόλα. Φεύγοντας ζητούμε το DVD που μας είχαν υποσχεθεί, αλλά δεν είναι διαθέσιμο και θα πρέπει να το αναζητήσουμε την επομένη από τον πράκτορα που μας έκλεισε τη συμφωνία… «Καληνύχτα».

Παρασκευή, 21/9/2012

Η λίμνη Κολοράντα με το έντονο κόκκινο χρώμα

Η καλή μέρα από το πρωινό φαίνεται. Ηλιόλουστη και ανθισμένη. Ο κόσμος χαρούμενος προσφέρει λουλούδια ο ένας στον άλλο γιορτάζοντας την πριμαβέρα, πρώτη μέρα της άνοιξης. Μόνον εμείς προχωράμε τσαντισμένοι. Αναζητούμε τη Βραζιλιάνα για να μας δώσει εξηγήσεις για την ακύρωση του μαθήματος χορού και, αν είναι δυνατόν, να μας κάνει ένα ταχύρυθμο επιτόπου. Μετά από σύντομες διαδικασίες αρκούμαστε στο DVD της παράστασης.
Με αστικό λεωφορείο φτάνουμε στη φημισμένη γειτονιά της Λα Μπόκα στην όχθη του Ρίο Γκράντε. Η συνοικία δημιουργήθηκε από Γενοβέζους μετανάστες που δούλευαν στο παλιό λιμάνι. Μικρά σοκάκια, τουριστικά μαγαζιά, πολύχρωμα κτήρια με μπαλκόνια γεμάτα καρικατούρες διασήμων προσώπων από πεπιεσμένο χαρτί να παρακολουθούν από ψηλά. Όπου και να κοιτάξεις σε κάθε γωνιά και ταβερνάκι χορεύουν ταγκό. Οι τοίχοι μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής υπογεγραμμένοι από τους ανήσυχους νέους της φτωχογειτονιάς, που με τα μάτια της ψυχής τους έχουν ανοίξει παράθυρα με θέα τη θάλασσα στους τυφλούς, μισογκρεμισμένους τοίχους ή πετούν σαν υπερ-ήρωες πάνω από τις απρόσωπες πολυκατοικίες. Τέλος.
Ανάμεσα στα κτίρια ξεπροβάλλει το «Λα Μπομπονέρα», το γήπεδο της Μπόκα Τζούνιορς. Ο Γιώργος επιλέγει να επισκεφτεί το μουσείο της ποδοσφαιρικής ομάδας και τον αγωνιστικό χώρο. Η Μαρία με τον Κώστα κάνουν μια βόλτα στους γύρω δρόμους. Τους ανοίγει η όρεξη καθώς τα στέκια για τους φιλάθλους έχουν βγάλει έξω τις σχάρες και ψήνουν λουκάνικα. Ο Γιώργος επιστρέφει γεμάτος νέες πληροφορίες όπως, για παράδειγμα, ότι το όνομα του γηπέδου προέκυψε από το σχήμα του που μοιάζει με κουτί από σοκολατάκια και ότι στο σήμα της ομάδας υπάρχουν τόσα αστέρια όσοι και οι τίτλοι που έχει κατακτήσει -οι εγχώριοι στην επάνω και οι διεθνείς στην κάτω μεριά.

Το έδαφος βράζει

Ενδιαφέρον έχει η ιστορία με τα χρώματα της φανέλας: Αρχικά είχαν επιλέξει το ροζ-άσπρο αλλά αποφάσισαν να το αλλάξουν σε μαύρο-άσπρο λόγω των πειραγμάτων των αντίπαλων φιλάθλων. Το νέο χρώμα έτυχε να διεκδικεί και άλλη ομάδα. Τα δύο σωματεία αποφάσισαν να λύσουν τις διαφορές τους στον αγωνιστικό χώρο. Η Μπόκα Τζούνιορς έχασε και αναγκάστηκε να αναζητήσει νέα χρώματα. Η απόφαση που πάρθηκε ήταν να υιοθετήσουν τα χρώματα της σημαίας του πρώτου πλοίου που θα έμπαινε στο λιμάνι. Έτσι λοιπόν προέκυψε το μπλε-κίτρινο από τη σουηδική σημαία.
Δίπλα από το γήπεδο οι εγκαταλελειμμένες γραμμές του τρένου μας οδηγούν πίσω στον πολύβουο πεζόδρομο «Ελ Καμινίτο». Έφτασε η ώρα για φαγητό και ο οδηγός προτείνει ένα παλιό παραδοσιακό εστιατόριο στο κέντρο. Η παραγγελία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από μπριζόλα. Η μερίδες δεν συγκινούν ιδιαίτερα. Στο ξενοδοχείο μάς περιμένουν οι αποσκευές για να πάμε με ταξί στο σταθμό των λεωφορείων. Αναχώρηση στις 8 μ.μ. για τα σύνορα με την Βραζιλία.

Σάββατο, 22/9/2012

Οι δημόσιες τουαλέτες στα σύνορα Βολιβίας – Χιλής

Το ολονύχτιο ταξίδι στο αναπαυτικό (βλ. Cruz del Sur) πούλμαν συνεχίζεται. Το τοπίο έχει αλλάξει εντυπωσιακά. Φλερτάρουμε με τα όρια του δάσους του Αμαζονίου, αυτή τη φορά από τη νοτιο-ανατολική πλευρά του. Έντονο φωτεινό πράσινο χρώμα και αμέτρητα μικρά αγροκτήματα. Το ηλιόλουστο πρωινό κάνει τα πάντα να φαίνονται σαν παραμύθι. Έχουμε αρκετό χρόνο μπροστά μας και παρακολουθούμε την ταινία που προβάλλεται στις οθόνες.
Το μεσημέρι φτάνουμε στο συμπαθητικό σταθμό λεωφορείων της μικρής πόλης Πουέρτο Ιγκουαζού. Τα χρονικά περιθώρια είναι ήδη στενά, καθώς έχουμε στη διάθεσή μας μόνο 6 ώρες ώστε να προλάβουμε να επισκεφτούμε τους παρακείμενους καταρράκτες και κατόπιν να περάσουμε τα σύνορα.
Γρήγορα γρήγορα, λοιπόν, εντοπίζουμε την υπηρεσία φύλαξης για τις αποσκευές μας και επιβιβαζόμαστε στο πρώτο αστικό λεωφορείο. Μετά από μια σύντομη διαδρομή 20 λεπτών φτάνουμε στο φυσικό αξιοθέατο. Οι καταρράκτες του Ιγκουαζού κατέχουν την πρώτη θέση στον κόσμο όσον αφορά το πλάτος και τη δεύτερη μετά τον Νιαγάρα στην ποσότητα ροής του νερού. Συμπεριλαμβάνονται επίσης στα επτά θαύματα της φύσης.
Το θαύμα μοιράζονται από κοινού τρεις χώρες. Η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Παραγουάη. Σύμφωνα με πληροφορίες, την καλύτερη οπτική προσφέρει η πρώτη από τις τρεις με μικρή διαφορά από τη δεύτερη ενώ η Παραγουάη απολαμβάνει τα απόνερα.
Το βασικό μεταφορικό μέσο του πάρκου είναι ένα υπαίθριο μικρό τρενάκι που λειτουργεί και ως ξεναγός της περιοχής. Ικανοποιητικά μεταφέρει το πλήθος του κόσμου από τη μία άκρη στην άλλη. Εμείς πιστοί στο βιαστικό πρόγραμμά μας προσπερνάμε παραποτάμους, πάρκα, «άγρια» ζώα (έχει πινακίδες που μας προειδοποιούν ότι δαγκώνουν), πεταλούδες, τροπικά πτηνά και γιγαντιαία ψάρια χρυσοθήρες.
Μέσω μιας μεταλλικής πεζογέφυρας πηγαίνουμε κατά διαόλου και πιο συγκεκριμένα στο λαρύγγι του. Έτσι αποκαλείται ο μεγαλύτερος καταρράκτης του συμπλέγματος. Ο έντονος θόρυβος των νερών που πέφτουν από ύψος 80 μέτρων ακούγεται από απόσταση. Φτάνουμε σε ένα μπαλκόνι για να θαυμάσουμε τον καταρράκτη σε όλο του το μεγαλείο. Υδρατμοί και ουράνια τόξα συμπληρώνουν το σκηνικό. Παρατηρούμε ένα φαρδύ και ήσυχο ποτάμι να μετατρέπεται σε ένα άγριο λευκό θηρίο που πέφτει και χάνεται μέσα σε ένα νέφος από νερό και στη συνέχεια απομακρύνεται ανάμεσα στο φαράγγι. Απέναντι, μας παρακολουθούν από το μπαλκόνι της Βραζιλίας. 

Μεγαλοπρεπή κτίσματα στην πρωτεύουσα της Χιλής, το Σαντιάγο

Κατά την επιστροφή μας ρίχνουμε μια βιαστική ματιά στους μικρότερους καταρράκτες οι οποίοι είναι προσβάσιμοι, αγκομαχώντας, με μεγάλης ιπποδύναμης φουσκωτό. Ελλείψει χρόνου απορρίπτουμε αυτήν την υγρή εμπειρία. Ομάδες κοάτι (κάτι σαν ασβοί) μας παρακολουθούν να φεύγουμε τρέχοντας. Παίρνουμε το πρώτο αστικό για να επιστρέψουμε στον κεντρικό σταθμό όπου θα βιώσουμε μια σειρά από ατυχή γεγονότα.
Πρώτον, μέχρι να καταλάβουμε ποιο μεταφορικό μέσο θα μας περάσει στη Βραζιλία, το χάνουμε. Το επόμενο μας κατεβάζει στα σύνορα για να σφραγίσουμε τα διαβατήρια και εξαφανίζεται. Το αμέσως επόμενο δεν μας δέχεται γιατί εξυπηρετεί άλλη εταιρεία. Αφού επιβιβαστούμε σε κάποιο και τελικά φτάσουμε στο Φο ντε Ιγκουαζού διαπιστώνουμε έντρομοι ότι πρόκειται για μεγάλη πόλη που δεν έχει μόνο έναν τερματικό σταθμό λεωφορείων. Και μαντέψτε… δεν κατευθυνόμαστε προς αυτόν που θέλουμε. Έπειτα από συνεννόηση με τον οδηγό και τους λοιπούς επιβάτες γίνεται μια μικρή παράκαμψη το δρομολογίου για να μας ξεφορτώσει σε έναν υποτιθέμενα σωστό. Το αποτέλεσμα… προβλέψιμο. Εναποθέτουμε τις τελευταίες μας ελπίδες στις γνώσεις που οφείλει να έχει ένας οδηγός ταξί για την πόλη του. Ρίχνει μια ματιά στις σημειώσεις μας και με επιφύλαξη μας πηγαίνει στο σταθμό που πιστεύει ότι αναχωρεί το συγκεκριμένο λεωφορείο που αναζητούμε. Αν έχει κάνει λάθος, απλά το χάσαμε.

Κυριακή, 23/9/2012

Η πολύχρωμη γειτονιά της Λα Μπόκα στο Μπουένος Άιρες

Η σκυταλοδρομία των λεωφορείων συνεχίζεται με μια ακόμη δεκαοκτάωρη διαδρομή να βρίσκεται σε εξέλιξη. Η συγκεκριμένη εταιρεία δεν προσφέρει φαγητό καθ’ οδόν, αντ’ αυτού φροντίζει να κάνει δύο ενδιάμεσες στάσεις σε προεπιλεγμένα σημεία τύπου «Λεβέντη». Ένα κουπόνι κατ’ άτομο αντιστοιχεί σε σνακ της επιλογής του. Όλοι τα εξαργυρώνουμε σε πολύχρωμες φρουτοσαλάτες ένεκα της πολυήμερης στέρησης βιταμινών. Η Μαρία στέκεται τυχερή γιατί η δικιά της έχει και πρωτεΐνη. Κρίμα όμως που δεν της αρέσουν οι μύγες.
Όπως έχουμε ξανά αναφέρει: Η μέρα από το πρωί φαίνεται. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος όπως και το ίδιο το Σάο Πάολο. Μια γκρίζα και άχαρη μεγαλούπολη με φαρδιούς αυτοκινητόδρομους να μπουρδουκλώνονται με τις γέφυρες και αμέτρητους ουρανοξύστες γεμάτους άστεγους (απ’ έξω). Δεν έχουν άδικο οι κάτοικοί της που την εγκαταλείπουν Κυριακάτικα.
Η Μαρία ψάχνει να βρει μια αγριόγατα πίσω από μια εκκλησία όπου παντρεύεται ο βασιλιάς του Κονγκό. Τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται ο γαμπρός αυτής της παραδοσιακής αφρικάνικης τελετής.
Η γειτονιά που περιφερόμαστε είναι έρημη και αποφασίζουμε να πάρουμε ένα ταξί για τη γιαπωνέζικη συνοικία. Εδώ υπάρχει κινητικότητα. Βρισκόμαστε σε ένα ασιατικό γιουσουρούμ. Το πρόχειρο φαγητό έχει την τιμητική του. Μπαίνουμε σε ένα εστιατόριο και γεμίζουμε τα πιάτα μας με σούσι, νουντλς, ρύζι, γλυκόξινα κρεατικά και σάλτσες. Ο Κώστας ευχαριστεί την πληθυσμιακή έκρηξη των σχιστομάτηδων,  που τους έχει αναγκάσει να σκορπίσουν σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Οι καταρράκτες του Ιγκουαζού στα σύνορα Αργεντινής – Βραζιλίας

Ψωνίζουμε διάφορα αναμνηστικά από τους πάγκους, μεταξύ των οποίων και έναν Νταρούμα τσέπης για τη Μαρία. Ένα πήλινο αντίγραφο Ιάπωνα μοναχού για να της θυμίζει να βάζει στόχους και να τον ευχαριστεί όταν τους πετυχαίνει. Συνεχίζουμε την περιφορά μας σε αυτή τη μεγαλούπολη χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πού πηγαίνουμε. Σταματάμε για έναν καφέ απέναντι από το δημοτικό θέατρο. Ένα ζευγάρι ντόπιων μας προτρέπει να επισκεφτούμε ένα μέρος με πολλές επιλογές για διασκέδαση.
Ακολουθούμε τη συμβουλή τους και καταλήγουμε σε μια λεωφόρο ανάμεσα σε ψηλά κτήρια που, ενώ περιφέρεται κόσμος, δεν διακρίνουμε τίποτα αξιόλογο. Αποφασίζουμε να καθίσουμε σε ένα σνακ-μπαρ που έχει βγάλει τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο και είναι γεμάτο με κόσμο. Εκεί θα περάσουμε την υπόλοιπη ώρα μέχρι να επιστρέψουμε στο σταθμό λεωφορείων.

Δευτέρα, 24/9/2012

Το βασιλικό ζεύγος του Κονγκό

Στις 7.00 π.μ. βρισκόμαστε πάλι στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Για να μπορέσουμε να πάρουμε ταξί για το ξενοδοχείο πρέπει να προμηθευτούμε ένα χαρτάκι από ένα μεσάζοντα και να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας. Εκεί θα ξεκουραστούμε για λίγο και κατά το μεσημέρι θα ξεκινήσουμε για το διασημότερο αξιοθέατο της Βραζιλίας. Το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή, ύψους 30 μέτρων, πάνω σε μια από τις κορυφές της πόλης. Για να φτάσουμε εκεί χρησιμοποιούμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τέλος το γραφικό κόκκινο τρενάκι στυλ οδοντωτού που μας θυμίζει πολύ έντονα εκείνο που είχαμε δει στο Χονγκ Κονγκ. Παρά τον κόσμο, καταφέρνουμε να εκπληρώσουμε τις τουριστικές μας υποχρεώσεις. Θαυμάζουμε, φωτογραφιζόμαστε και βλέπουμε την εντυπωσιακή θέα της πόλης από ψηλά.
Η Μαρία με τον Γιώργο βιάζονται να γυρίσουν στο ξενοδοχείο για να προλάβουν να ρίξουν μια τελευταία βουτιά στην παραλία της Κοπακαμπάνα λίγο πριν νυχτώσει. Αντίθετα με την πρώτη συνάντηση, αυτή τη φορά ο Ατλαντικός δεν θέλει να αποχωριστεί τον Γιώργο.
Το βράδυ θα γευματίσουμε σε γειτονικό μαγαζί που γαρνίρει όλα του τα πιάτα με μαύρα φασόλια και μετά θα αράξουμε σε ένα από τα υπαίθρια περίπτερα της παραλιακής. Αποχαιρετούμε τη Λατινική Αμερική πίνοντας καϊπιρίνια και μπίρα Αντάρκτικα (αυτήν με τους πιγκουίνους).

Τρίτη, 25/9/2012

Ο Χριστός Λυτρωτής στο Ρίο

Η τελευταία μέρα μας βρίσκει όλους σε εγρήγορση. Έπειτα από ένα δυναμωτικό πρωινό. Ο Γιώργος επισκέπτεται το γήπεδο Μαρακανά και επιβλέπει τις εργασίες επισκευής του για το Μουντιάλ του 2014. Ο Κώστας δεν χάνει ευκαιρία για μια γρήγορη επίσκεψη στο βοτανικό κήπο. Και η Μαρία ασχολείται δύο ώρες με το να κλείσει τη βαλίτσα της. Το μεσημέρι ξεκινάει το ταξίδι της επιστροφής. Αύριο αναμένεται να είμαστε σπίτια μας. Άντε να δούμε με τι όρεξη θα πάμε στη δουλειά.