Του Μιχάλη Ψύλου
[email protected]
Ο ημιτελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου ανάμεσα στην Αγγλία και την Αργεντινή έχει τελειώσει με την εντυπωσιακή νίκη -ανατροπή της «αλμπισελέστε» και οι παίκτες της πανηγυρίζουν κρατώντας ένα πανό: «Las Malvinas son argentinas» «οι Μαλβίνες νήσοι είναι της Αργεντινής».
Τα φαντάσματα της ιστορίας επιστρέφουν, ακόμη και στο γήπεδο. Το πανό αναφερόταν στον Πόλεμο των Φώκλαντ. Τέσσερις λέξεις, γραμμένες με μαύρο σπρέι σε ένα λευκό σεντόνι. Αρκετοί Αργεντίνοι παίκτες «κουνάνε το σεντόνι» με φανερή υπερηφάνεια. Ακόμη και αν γνωρίζουν πώς κινδυνεύουν να τιμωρηθούν από την FIFA, που απαγορεύει τα πολιτικά συνθήματα.
Δευτερόλεπτα νωρίτερα, αφού είχε ήδη τελειώσει ο αγώνας, το ίδιο πανό είχε επιδειχθεί από οπαδούς στις κερκίδες. Ο ημιτελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου FIFA 2026 στις 15 Ιουλίου κουβαλάει δεκαετίες ιστορίας, μεγάλο μέρος της οποίας συνδέεται με τον Πόλεμο των Φώκλαντ, μια σύντομη αλλά επακόλουθη σύγκρουση που αναμόρφωσε την πολιτική, τη στρατιωτική στρατηγική και την εθνική ταυτότητα και στις δύο χώρες.
Μαλβίνες ή Φώκλαντ
Ο αγώνας αναβίωσε τη δημόσια συζήτηση για αυτή την ιστορία, ακόμη και όταν παίκτες και προπονητές τονίζουν ότι ο σημερινός αγώνας αφορά το ποδόσφαιρο, όχι την πολιτική. «Τα νησιά αυτά θα είναι πάντα Αργεντίνικα», δήλωσε ο μέσος Λεάντρο Παρέδες μετά τον αγώνα, όταν οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν για το πανό Πριν 46 χρόνια, η Αργεντινή και η Μεγάλη Βρετανία πολέμησαν για τα Νησιά που βρίσκονται ανοικτά των ακτών της Αργεντινής: Μαλβίνες τα ονομάζουν οι Αργεντίνοι, Φώκλαντ οι Άγγλοι.
Τα Φώκλαντ – ή «Μαλβίνες» είναι ένα αρχιπέλαγος που αποτελείται από δύο μεγάλα νησιά και εκατοντάδες μικρότερες νησίδες, περίπου 600 χιλιόμετρα από τις ακτές της Νότιας Αμερικής. Τα νησιά αποτελούν βρετανική υπερπόντια κτήση από το 1833 και πήραν το όνομά τους από τον Άγγλο Υποκόμη Φώκλαντ. Οι ισπανόφωνοι τα ονομάζουν Μαλβίνες – μια προσαρμογή του γαλλικού όρου Malouines που επινοήθηκε από Γάλλους ναυτικούς, οι οποίοι αποβιβάστηκαν εκεί το 1764.
Το 1982, η χούντα που κυβερνούσε τότε την Αργεντινή, διέταξε στρατιωτική απόβαση στην πρωτεύουσα Πορτ Στάνλεϊ των νησιών, επιχειρώντας να ανακτήσει τη συναίνεση των Αργεντίνων. Ήταν βέβαια οι ίδιοι εγκληματίες στρατηγοί που είχαν σχεδιάσει προσεκτικά μια απόλυτη βαρβαρότητα, την εξόντωση χιλιάδων πολιτών, χωρίς στοιχεία ή δίκη, επειδή ήταν κατά του καθεστώτος. Οι χουντικοί πίστευαν ότι η Μεγάλη Βρετανία, που απείχε 12.000 χιλιόμετρα μακριά από τα νησιά, είχε πολύ πιο σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Αλλά η τότε πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ αντέδρασε άμεσα, στέλνοντας τον στόλο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Ο πόλεμος διήρκεσε περισσότερες από 74 ημέρες και έληξε με τη νίκη των Βρετανικών δυνάμεων. Περίπου 1.000 στρατιώτες σκοτώθηκαν στη σύγκρουση – 649 Αργεντίνοι και 255 Βρετανοί . Τα νησιά εξακολουθούν να αποτελούν σήμερα βρετανικό υπερπόντιο έδαφος και το Λονδίνο αρνείται να διαπραγματευτεί τις διεκδικήσεις του Μπουένος Άιρες.
«Είχαμε επίγνωση του τι σήμαινε αυτό το παιχνίδι για τη χώρα», δήλωσε μετά τον αγώνα ο Λεάντρο Παρέδες της Εθνικής Αργεντινής. «Προσπαθήσαμε να εκπροσωπήσουμε τη χώρα μας και όλους όσους βίωσαν αυτή τη θλιβερή στιγμή στην ιστορία μας, ώστε να μπορέσουν να ταυτιστούν μαζί μας και να μεταφέρουμε μια θετική εικόνα», πρόσθεσε.
Ιστορικά δηλητήρια
Το κλίμα είχε φροντίσει άλλωστε να φορτίσει πριν τον αγώνα η αντιπρόεδρος της Αργεντινής, Βικτόρια Βιγιαρουέλ γράφοντας στο «X»: «Παίζουμε εναντίον των πειρατών σφετεριστών. Αυτό δεν είναι ένα παιχνίδι σαν όλα τα άλλα».
Η εξουδετέρωση των ιστορικών δηλητηρίων είναι μια ψευδαίσθηση.
Αν η παγκοσμιοποίηση έχει τυποποιημένες συμπεριφορές και σχέσεις για τους ποδοσφαιριστές, η ιστορία δεν σβήνει τίποτα. Αντίθετα, αναζωπυρώνει θυμό, λανθάνουσες δυσαρέσκειες και ασυμφιλίωτες αναμνήσεις. Η συλλογική μνήμη των λαών δεν μπορεί να θαφτεί από τις μεταρρυθμίσεις και τις απειλές της FIFA για τιμωρία: παραμένει εκεί, ακατέργαστη, έτοιμη να χρησιμοποιήσει το πρόσχημα ενός φάουλ ή ενός πέναλτι για να ανοίξει ξανά πληγές, αιώνων.
Η Εθνική Ομάδα Ποδοσφαίρου της Αργεντινής έφτασε στο Μουντιάλ κουβαλώντας το βαρύ φορτίο της πρωταθλήτριας κόσμου, αλλά πάνω απ’ όλα, φέροντας το βάρος μιας χώρας που βιώνει μια χρόνια κοινωνική και οικονομική κρίση. Στην Αργεντινή, το ποδόσφαιρο δεν είναι ψυχαγωγία. Είναι ένα δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας, μια μορφή ψυχολογικής αντίστασης. Η εθνική ομάδα αντιπροσωπεύει τον λαό στην πιο σαρκική του έννοια. Αυτή η εθνική ομάδα με ηγέτη τον 39χρονο Μέσι, αντανακλά αυτήν ακριβώς την κατάσταση: δεν είναι τέλεια, δέχεται γκολ (έξι στα τελευταία τέσσερα παιχνίδια), αλλά διαθέτει μια αγωνιστική αγριότητα και μια ικανότητα για πόνο που αγγίζει τα όρια του μυστικισμού.
Ειδικά, η ηγεσία του Λιονέλ Μέσι δεν είναι πλέον αυτή ενός μοναχικού ταλέντου, αλλά ενός πατριάρχη που καθοδηγεί μια γενεαλογική μετάβαση. Γύρω του είναι νέοι συμπαίκτες που δεν είχαν γεννηθεί καν το 1982, αλλά που γνωρίζουν ότι η ήττα δεν είναι μια αθλητική επιλογή, αλλά ένα εθνικό πένθος.
Πηγή: Ναυτεμπορική και REUTERS/Paul Childs
(*) Ο Μιχάλης Ψύλος είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ και Διευθυντής του ειδησεογραφικού site της εφημερίδας «Ναυτεμπορική».



