30.2 C
Athens
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024

«Γελούσε άραγε ο κυρ- Αλέξανδρος;». Μια παράσταση που εκπαιδεύει και αξίζει για φεστιβάλ

Γράφει η Μαρία Μαρή
Θεατρολόγος

Τρία δραματοποιημένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, οι «Κουκλοπαντριές», το «Κουκούλωμα» και ο «Πανδρολόγος», σχολιάζουν με ειρωνεία αλλά και χιούμορ τα μικρά καθημερινά μας παθήματα.

***

Στις «Κουκλοπαντριές» η κυρα-Ζαφείραινα, με την κόρη της, την Ευγενικούλα, ζούσαν σε μια αυλή όπου εκτελούσε και χρέη οικονόμου, φρόντιζε δηλαδή να εισπράττει για τον ιδιοκτήτη τα ενοίκια από τις κάμαρες της αυλής. Εκείνη έμενε στην καλύτερη κάμαρα και λόγω της υπηρεσίας που προσέφερε πλήρωνε μικρότερο ενοίκιο. Τα δωμάτια νοικιάζονταν από εργάτες, πλην ενός που το νοίκιαζε μια ζωντοχήρα, η Πολυτίμη.

Η Ευγενικούλα δεν ήταν «κατά πως πρέπει» γιατί τα είχε μπλέξει με τον Γιαγκίνην, έναν τεμπέλη εργοδηγό που νοίκιαζε δωμάτιο, που όντας τεμπέλης έβαζε τους άλλους να δουλεύουν αντ’ αυτού. Η Ζαφείραινα αφού εξέτασε με τη μαμή ότι η κόρη της δεν ήταν «άθικτη», παρόλο που ο Γιαγκίνης επέμενε ότι έλεγε ψέματα η μαμή που την εξέτασε, κανόνισε δια της βίας να παντρευτούν.

Ο Γιαγκίνης, τεμπέλης έχοντας χάσει και τους υπαλλήλους του, ήταν υποχρεωμένος να κάνει διάφορες δουλειές, βέβαια του ποδιού, έκανε τρακατρούκες και τον έπιασε η αστυνομία και μετά τον λούστρο ξενύχταγε στα καπηλειά. Άφηνε τη γυναίκα του τεσσάρων μηνών έγκυο νηστική. Η μάνα της αφού την κατηγορούσε ότι αυτή φταίει για την κακή της τύχη και τη βλασφήμαγε, εντέλει την πήρε πίσω στο σπίτι μαζί της για να ξεγεννήσει.

Ο Γιαγκίνης ήρθε και τη ζήτησε πίσω να ξεγεννήσει μαζί του, ας άφηνε τα έπιπλα στη μάνα της, ας έφερνε μόνο τη ραπτομηχανή της.

Στην αυλή παρουσιάστηκε διένεξη με το τρίτο δωμάτιο της Μαργαρώς, που αρχικά έφερε έναν άνδρα «επισκέπτη», ο οποίοw όμως εγκαταστάθηκε. «Ὁ μουσαφίρης μᾶς ἔγινε νοικοκύρης», καθώς έλεγε ἡ Ζαφείραινα. Ανταπέδωσε στις κατηγόριες της και η Μαργαρώ, λέγοντας ότι και την κόρη της με «Κουκλοπαντριές», την πάντρεψε όντως τριών μηνών έγκυος. Η Ζαφείραινα δεν δεχόταν να μιλούν για την κόρη της και άρχισε τα αντίποινα. Μια φορά την κλείδωσε έξω από την αυλή έχοντας ασφαλίσει την αυλόπορτα. Τότε ο καβαλιέρος πήδηξε και άνοιξε για να μπουν. Ακούστηκε γδούπος και η Ζαφείραινα σκέφτηκε να ειδοποιήσει την αστυνομία, όμως την απέτρεψε η κόρη της. Και οι άλλες δυο γειτόνισσες της αυλής συντάχθηκαn με τη Ζαφειραίνα για να διώξουν την έκφυλη Μαργαρώ από την αυλή και το κατάφεραν. Απέμειναν στην αυλή η Πολυτίμη, η Λισσαβώ και η Ζαφείραινα. Όμως η Ζαφείραινα δημιούργησε πάλι έχθρα με τη Λισσαβώ, που ενώ είχε και μια κόρη τεσσάρων ετών και δήλωνε χήρα, είχε σχέση με κάποιον άντρα. Πήρε με το μέρος της την Πολυτίμη και άρχισε να μαλλιοτραβιέται με τη Λισσαβώ, ώσπου κατάφεραν να τη διώξουν και αυτή.

Στα δωμάτια που άδειασαν ήρθαν να μείνουν εργατικοί εργένηδες. Έτσι μαζί τους έμεναν η Ζαφείραινα, η κόρη της και η Πολυτίμη, χωρισμένη που δόξα τω θεώ δεν είχε παιδιά. Η Πολυτίμη ξενοδούλευε, έραβε και ζούσε. Έφερνε και αυτή στο σπίτι έναν φίλο ή ξάδελφό της, τον Βασιλάκη. Της κακοφάνηκε της Ζαφείραινας και της είπε να φύγει ,αφού πληρώσει ενοίκια, μιας και ο σπιτονοικοκύρης ήταν βαριά άρρωστος. Καθώς δεν είχε λεφτά, όταν πέθανε τελικά εκείνος και το γλένταγε η Πολυτίμη, η Ζαφείραινα προσπάθησε να τη διώξει. Η Πολυτίμη δήλωσε ότι οι Τούρκοι στην Πόλη, που τους έζησε ήταν πιο υποστηρικτικοί σαν άνθρωποι από τους Έλληνες. «Ἐκεῖ σὲ πονοῦν καὶ σὲ συμπονοῦν οἱ Τοῦρκοι… κ᾽ ἐδῶ ξεπονοῦν οἱ Χριστιανοὶ καὶ σὲ γδύνουν…».

Μια σκηνή ζηλοτυπίας του Βασιλάκη προς την Πολυτίμη είχε σαν αποτέλεσμα εκείνη να θέλει να σκοτωθεί. Η εμφάνιση του άντρα της, την έφερε στην αστυνομία, όπου εκείνη σαν χέλι ξεγλίστρησε λέγοντας ότι ο Βασιλάκης είναι φίλος απλός και ότι θα γύρναγε ευχαρίστως στον άνδρα της αν την ήθελε κι αυτός. Το γεγονός αυτό απεφεύχθη.

Η Ζαφείραινα απαιτούσε τα οφειλόμενα ενοίκια και τσακωνόντουσαν διαρκώς και η Πολυτίμη αποκαλούσε τη Ζαφείραινα και την κόρη της Γιαγκίνες από το όνομα του γαμπρού, κάτι που σκύλιαζε τη Ζαφείραινα. Τελικά την έδιωξε την Πολυτίμη και δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα.

Μετά από αυτή τη μανούρα, μιας και δεν είχε άλλον να τσακώνεται βάλθηκε η Ζαφείραινα να μαλώνει με την κόρη της με τρόπο άγριο, αν και εκείνη ήταν στο τελευταίο στάδιο της εγκυμοσύνης. Την έδερνε, την καταριόταν και ήθελε να τη θάψει. Όταν θα την έθαβε θα τα έβαζε με τον εαυτό της.

Ο Παπαδιαμάντης «ζωγραφεί τα γνήσια ελληνικά ήθη» με μια φυσικότητα που πηγάζει από το προσωπικό του βίωμα και την αγάπη του για την απλή ζωή στην ύπαιθρο. Καθετί που περιγράφει γλαφυρά είναι ενσωματωμένο στη συλλογική μνήμη της μικρής κοινότητας. Επίσης, σχετίζεται με την επιθυμία του να αντιπαραβάλλει την απλότητα στον πολύπλοκο αστικό τρόπο ζωής, την παράδοση στον μιμητισμό και στην ξενομανία της εποχής του. Γνωρίζει ότι ο λαϊκός πολιτισμός είναι αυτός που εκφράζει τις ανάγκες των ανθρώπων κι ότι, δίχως την παράδοση, δεν υπάρχει πολιτισμική δημιουργία και ανανέωση.

***

Ο Πάνος Πανάγου [δεξιά] και ο Μανώλης Γιούργος πρωταγωνιστούν στο “Κουκούλωμα”.
Το «Κουκούλωμα»

Αυτό το διήγημα αφορά την αποκατάσταση του κυρ Κοσμά του Πουργιάκου, που έφτασε πια ο καιρός του να παντρευτεί. Είχε ένα καφενείο κοντά στην Παλαιά Αγορά, είχε πάντα την παρέα του και γύρναγε από μπακάλικο σε μπακάλικο και από ταβέρνα σε ταβέρνα. Του άρεσε να περνά καλά και είχε πάντα παρέα. «Ὁ στενώτερος κύκλος του ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν Ἀλέκον τὸν Δρῖνον, ἀπὸ τὸν Ἀντώνην τὸν Λιγδερόν, καὶ ἀπὸ τὸν Τάσον τὸν Ἀσπρομάτην[…] και ο γλεντζές Πολυζωγάκης».

Ανοιχτόκαρδος, επικούρειος ο κυρ Κοσμάς. Τίποτα δεν τον στενοχωρούσε. Είχε αλλάξει τρεις, τέσσερις συντρόφους και πριν χωρίσει τη μια είχε βρει και την αντικαταστάτρια. Είχε σίγουρα γεμίσει τον κόσμο νόθα παιδιά. Με τον καιρό έδειχνε ότι φρονίμευε. Γνώρισε και μια φρόνιμη γυναίκα τη Ρήνη τη Μεργιανίτισσα, η οποία κατόρθωσε να τον μαζέψει. Έδειξε δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τελευταίο νόθο του, τον Αριστογείτονα. Αυτό συγκίνησε τον Κοσμά και αποφάσισε να τη στεφανωθεί. Το συνηθίζει εξάλλου η εκκλησία, έτσι προτάθηκε αντί για στέφανα να τους κουκουλώνουν τους νιόπαντρους.

Τα χρόνια πέρναγαν και ο Κοσμάς όλο έλεγε ότι θα τη στεφανωθεί, όμως καθώς ήταν φιλάσθενη, αρρώστησε και πέθανε αστεφάνωτη.

Τελικά ο Κοσμάς στεφανώθηκε μια γυναίκα μέσης ηλικίας , χήρα, νοικοκυρά και με δικό της σπίτι. Ήταν Αποκριά, «ἐποχὴ κατάλληλος διὰ γάμους καὶ χαρές» αναφέρει με λεπτή ειρωνεία ο Παπαδιαμάντης.

Τον Αριστογείτονα, που ήταν ζωηρό παιδί και του έψησε το ψάρι στα χείλια, τον έκλεισε σε ορφανοτροφείο, αλλά εκείνος δραπέτευσε και στο γάμο κρύφτηκε δίπλα τους και όλοι του εύχονταν «με γεια και την καινούργια μάνα». Απόκριες γαρ πήγαιναν μασκέ στο σπίτι του Κοσμά, όμως ο Πολυζωγάκης, ο φίλος που ήταν πρώτος στους χορούς, αποσκίρτησε, δεν θα συμμετείχε στην κοροϊδία του Κοσμά. Παρατράβηξε το αστείο και πια οι καιροί άλλαξαν και μυαλό δεν έβαλε κανείς.

***

Ο «Πανδρολόγος» (1902)

Ο καπετάν Σάββας σ’ ένα μπαρ του λιμανιού εκμυστηρεύεται με συστολή, αλλά και πόθο στον καπετάν Στέλιο καθώς έπιναν δυο μαστίχες να ζητήσει προξενιό από την παλιά του γειτόνισσα, «τὴ μορφοχήρα, τὴν Κρατήρα, τῆς Ἀνδρεώλας». Να της πει ότι θα τη βάλει μέσα στο σπίτι του, ότι θα την κάνει νοικοκυρά του «μὲ τὰ φασόλια τση, μὲ τὰ ρεβίθια τση, μὲ τὸν καφέ τση, μὲ τὴν ζάχαρή τση… μὲ τὰ λάδια τση, μὲ τὰ μέλια τση, μὲ ὅλα τὰ καλά τση…».

Στον «Πανδρολόγο» και η Δήμητρα Κωνσταντινοπούλου.

Στην ηλικία που είναι δεν έχει απαιτήσεις για «σαρκικά πράγματα», πιο πολύ η συντροφικότητα, η παρηγοριά, μια σκέπη, ένα αποκούμπι, μια περιποίηση γήρατος. Αυτή που μικροπαντρεύτηκε και χήρεψε χωρίς παιδιά, μπορεί να κάνει τα παιδιά του, παιδιά της.

Ο καπετάν Στέλιος αφού άκουσε με προσοχή, του είπε σκεφτικός ότι αν και δεν έχει πολύ θάρρος θα πάει στην παλιά του γειτονιά στην αποθήκη του και θα την καλημερίσει και αν σταθεί βολικό θα της τα πει. Ο Σάββας του επεσήμανε να της μεταφέρει ότι δεν είναι πολύ γέρος αλλά βαστάει ακόμα, μη θαρρεί να ότι είναι κανένα σάψαλο.

Ο Στέλιος και η χήρα ήταν γείτονες κάποτε. Είχε δε αυτός καλή σχέση με τον συγχωρεμένο τον άνδρα της. Το παλιό του σπίτι στη γειτονιά της χήραw το είχε πια σαν αποθήκη και φύλαγε μέσα κάποια ναυτικά είδη. Χήρα εκείνη, χήρος τελευταίως και εκείνος δεν είχε πολύ θάρρος να της μιλήσει. Καθώς πηγαίνει προς την αποθήκη του σκέφτεται ότι έχει «προσόντα» περισσότερα από τον καπετάν Σάββα, λίγο νεότερός του, έχει μόνο ένα παιδί ενώ εκείνος έχει δυο, μπορεί ο Σάββας να είχε καΐκι δικό του, ενώ ο Στέλιος δεν είχε, αλλά είναι περίφημος λοστρόμος και πιλότος με δίπλωμα πλοιαρχίας, ενώ ο Σάββας έχει δίπλωμα κυβερνήτου. Σκέφτηκε ότι είναι πιο καλοφτιαγμένος από τον καπετάν Σάββα και φίλος του συγχωρεμένου του άνδρα της χήρας. Από την άλλη δεν έχει ανάγκη να κρύβεται όπως ο καπετάν Σάββας, που ενώ λέει ότι θέλει μόνο συντροφικότητα, κοκορεύεται ότι δεν είναι κανένας τελευταίος και ανίκανος, είναι κραταιός ερωτικά.

Σκεπτόμενος αυτά φτάνει στην αποθήκη του, ενώ ακούει απέναντι την Κρατήρα, τη χήρα να υφαίνει. Αντάλλαξαν βλέμματα και χαιρετισμό. Είχε νυμφευθεί νεότατη από έρωτα με τον άντρα της και μετά από δυο χρόνια εκείνος πέθανε από φυματίωση. Τραγωδία για το χωριό και περιπαθή τα μοιρολόγια της Κρατήρας. Ο χώρος που βρισκόταν ο αργαλειός ήταν παλιά κουρείο. Η Κρατήρα με θέρμη τον προσκάλεσε να μπει, αυτόν που ήταν και παλιός γείτονας και φίλος του συγχωρεμένου του άνδρα της.

Ο χαρακτηρισμός από τον καπετάν Σάββα, «ομορφοχήρα» για την Κρατήρα λειτούργησε σα μεταδοτική ασθένεια για τον Στέλιο, ο οποίος αν και έβλεπε την γυναίκα δεν είχε ευκαιρία πραγματικά να την καλοκοιτάξει. Το πρόσωπό της είχε λεπτά και διακριτικά χαρακτηριστικά. Η χήρα γύρω στα τριάντα ωραία και χαριτωμένη. Άρχισαν να μιλούν και εκείνη τον ρώτησε αν θα βγει και φέτος στη θάλασσα. Εκείνος της απάντησε ότι όσο μπορεί θα οργώνει τη θάλασσα. Του μίλησε για τον αδελφό της που χάθηκε στη θάλασσα και το μόνο που της απέμεινε ήταν τα παιδιά του. Η γυναίκα του όμως δεν τους επιτρέπει να έχουν σχέση με τη θεία τους γιατί πιστεύει, άδικα κατά την Κρατήρα, ότι έχει πει λόγια για εκείνη. Ας παντρευτεί αν θέλει. Ο κόσμος έβαλε λόγια γιατί είναι κακός. Θα ήταν καλό να έβλεπε τα δυο της ανίψια, γιατί καθώς πέθανε ο άνδρας της, το σπίτι της έκλεισε.

Στο σημείο αυτό βρήκε την ευκαιρία ο καπετάν Στέλιος να αναφερθεί στον καπετάν Σάββα και να πει ότι και αυτός είναι χήρος και οργώνει τη θάλασσα και το σπίτι του χρειάζεται μια γυναίκα που να τα φροντίζει. Η Κρατήρα έπνιξε το γέλιο της και του είπε ότι ήδη της έχει στείλει δυο προξενήτρες, στις οποίες απάντησε ότι δεν θέλει να τον παντρευτεί, γεγονός που ανακούφισε τον Στέλιο. Έστησαν μια υπέροχη σκηνή που και οι δυο τους γελούσαν με την πρόθεση του καπετάν Σάββα «να την έχει μεγαλονοικοκυρά… με τα φασόλια της και τα ρεβίθια της…», πράγμα που γελά η Κρατήρα, καθώς εξέλαβε ότι θέλει να «βαστά σαρακοστή όλο το χρόνο».

Γέλαγαν και οι δυο. Στην ερώτησή του γιατί δεν τον θέλει, εκείνη απάντησε ότι δεν το έχει γενικά πρόθεση, αλλά οπωσδήποτε δεν έχει ανάγκη τα φασόλια και τα ρεβίθια του, είναι μια χαρά εκείνη, δουλεύει και δεν στερείται τίποτα. Τα λένε αυτά, ενώ κεντά στον αργαλειό. Ο καπετάν Στέλιος βρήκε την ευκαιρία να τη ρωτήσει αν θα προτιμούσε κάποιον παλιό γείτονα και φίλο με τον συγχωρεμένο τον άντρα της για να παντρευτεί και να μοιραστεί μαζί του τα βάσανα του κόσμου. Εκείνη κοκκίνισε και του απάντησε να πάει στο ταξίδι του, να κλείσει και τα δυο χρόνια η μακαρίτισσα η γυναίκα του και σαν έρθει με το καλό βλέπουνε. Ό,τι και έγινε, μετά από το ταξίδι οκτώ μηνών, επέστρεψε και τα Χριστούγεννα έγινε ο γάμος. Έτσι νυμφεύθηκε ο παντρολόγος, που ξεκίνησε από προξενητής.

Η παράσταση

Ο απίθανος λόγος του Παπαδιαμάντη δεν αποδίδεται βέβαια μέσα από τη μικρή αυτή παρουσίαση, όμως πραγματικά παίρνει άλλη διάσταση πάνω στη σκηνή του Ιδιόμελου. Η λειτουργική και ευφάνταστη σκηνοθεσία του Μανώλη Γιούργου, που έχει κάνει και τη δραματουργική επεξεργασία, παίζει και έχει εκπαιδεύσει τους ηθοποιούς του αποδίδει αυτό το κρυφό και πονηρό χιούμορ του Παπαδιαμάντη, που γελά με αγάπη για τα ανθρώπινα μειονεκτήματα, ενώ στηλιτεύει συμπεριφορές κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη και θεατή του.

Στις «Κουκλοπαντριές» η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου.

Στο πρώτο διήγημα οι «Κουκλοπαντριές» η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου πραγματικά μοναδική στο ρόλο της Ζαφείραινας. Μια μεταμόρφωση της ηθοποιού σε μια δυστυχισμένη γυναίκα που αναλίσκεται στο να κριτικάρει και να φέρεται βίαια στους γύρω της ακόμα και στο ίδιο της το παιδί. Ένας άνθρωπος τσιγκούνης στα αισθήματα και μοιραία στα χρήματα. Μέσα από το πρόσωπο και την εκπληκτική ερμηνεία της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου, αναδεικνύονται οι παθογένειες της επαρχίας, της εποχής του Παπαδιαμάντη και με θλίψη διαπιστώνουμε ότι πολλές είναι ενεργές ακόμα. Η ηθοποιός παίζει μέσα στους θεατές εντάσσοντας εντελώς τον λόγο και την παρουσία της. Είναι μία από αυτούς. Η διάδραση με το κοινό είναι έντονη και επιδραστική.

Στον «Πανδρολόγο» υπάρχει εναλλαγή αφήγησης και ευθύ λόγου. Ο καπετάν Σάββας (Πάνος Πανάγου) και ο καπετάν Στέλιος (Μανώλης Γιούργος) συνομιλούν γιατί ο καπετάν Σάββας θέλει να νυμφευτεί την όμορφη χήρα και θέλει προξενητή τον καπετάν Στέλιο. Αυτό πυροδοτεί τον εσωτερικό διάλογο μέσα στον καπετάν Στέλιο, που αρχίζει να καλοβλέπει την προοπτική μιας συνομιλίας και γιατί όχι και κάτι παραπάνω με τη χήρα. Οι μορφασμοί του καπετάν Στέλιου δηλώνουν την εσωτερική διεργασία για μια ζωή, που δεν έχει επενδυθεί σε προσωπικές διαδρομές, αλλά έχει αφιερωθεί στη θάλασσα.
Αυτό τον κάνει να μετακινηθεί από τη νωθρή του θέση και να σκεφτεί τη ζωή και τη συντροφικότητα. Οι ερμηνείες είναι πολύ λεπτές και ουσιαστικές.

Ο Μανώλης Γιούργος έχει διδάξει τη λεπτομέρεια και στα τρία διηγήματα.

Και εκείνος και ο Πάνος Πανάγου και η Δήμητρα Κωνσταντινοπούλου είναι εκφραστικοί και ο λόγος του Παπαδιαμάντη ακούγεται λαγαρός, επιδραστικός και αυθεντικός.

Το ίδιο και στο «Κουκούλωμα» με τον άστατο κύριο Κοσμά, που δεν παντρευόταν και άλλαζε τις γυναίκες τη μια μετά την άλλη. Όλο υποσχέσεις γάμου ήταν για την κυρά Ρήνη αλλά εκείνη πέθανε αστεφάνωτη, ώσπου μέσα στις αποκριές παντρεύτηκε τελικά μια ηλικιωμένη χήρα, με δικό της σπίτι, απομυθοποιώντας τον θεσμό του γάμου και τα ευγενή αισθήματα. Ένας από τους φίλους που τον ακολουθούσε σε όλα τα γλέντια, αποφάσισε να πάψει να γίνεται θιασώτης, ενός συμφεροντολόγου, επιφανειακού ανθρώπου και να αποσχιστεί.

Εξαιρετικό το περιβάλλον που δομείται από τον Παπαδιαμάντη και το ίδιο γνήσια, ουσιαστική και με μεγάλο σεβασμό η προσέγγιση από τη θεατρική ομάδα του Ιδιόμελου, αυτού του θεατρικού χώρου στο Μαρούσι, που ποιεί και διδάσκει πολιτισμό.

Μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσουν όλοι και αξίζει να προταθεί να συμμετέχει σε φεστιβάλ. Μια παράσταση που εκπαιδεύει.

***

Ταυτότητα της παράστασης

«Γελούσε άραγε ο κυρ- Αλέξανδρος;»
Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Δραματουργική επεξεργασία – σκηνοθεσία – σκηνογραφική επιμέλεια: Μανώλης Γιούργος

Διανομή

«Κουκλοπαντριές»: Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
«Το κουκούλωμα»: Μανώλης Γιούργος και Πάνος Πανάγου
«Ο πανδρολόγος»: Μανώλης Γιούργος, Πάνος Πανάγου, Δήμητρα Κωνσταντινοπούλου

Τα τρία δραματοποιημένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη παρουσιάστηκαν στον Χώρο Τέχνης «Ιδιόμελο» από το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου έως τις 17 Μαρτίου 2024.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -