Στον απεριόριστο ορίζοντα της σκέψης του Αιμίλιου Χειλάκη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Καθίσαμε αναπαυτικά στον κόκκινο καναπέ των παρασκηνίων. Γύρω μας οι πόρτες των καμαρινιών με τις ταμπελίτσες των ονομάτων απ’ έξω: Ράνια Οικονομίδου, Άλκις Κούρκουλος, Αθηνά Μαξίμου, Άγγελος Μπούρας, Γιάννα Παπαγεωργίου, Αλέξανδρος Βάρθης, Γιώργος Λιάντος, Τσιμάρας Τζανάτος, Φραγκίσκη Μουστάκη. Οι συνάδελφοί του που παίζουν στην παράσταση «Ταρτούφος ή οι Απατεώνες» στην οποία πρωταγωνιστεί αλλά και σκηνοθετεί μαζί με τον Μανώλη Δούνια. Απέναντί μας η εσωτερική σκάλα που οδηγεί στη σκηνή του θεάτρου “Κιβωτός”. Το πραγματικό σκηνικό της συνάντησής μας όμως ήταν ο απεριόριστος ορίζοντας της σκέψης του Αιμίλιου Χειλάκη. Καλλιτέχνης σπάνιος, άνθρωπος αυθεντικός και στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή του. Φέρει ένα ισοζύγιο ευαισθησίας και περίσκεψης. Αισιόδοξος, ευθύς, ενθουσιώδης. Η σοφία του τον οδηγεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του δίχως να διστάσει να τολμήσει. Κι αυτό αποβαίνει σε καλό δικό του και των άλλων, συνεργατών, φίλων, θεατών. Έχει ευφράδεια και ευελιξία σκέψης. Πρόκειται τελικά για έναν ιδεαλιστή, με διαύγεια πνεύματος, μία προσωπικότητα ενδιαφέρουσα και αδάμαστη, αποφαίνομαι εντός μου καθώς τον ακούω. Ως ηθοποιός είναι ένας από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές που διαθέτει το ελληνικό θέατρο σήμερα. Στην κορύφωση της ακμής του. Γεμίζει τη σκηνή, έχει εκτόπισμα αλλά και μέτρο, χιούμορ ευεργετικό. Είτε κάνει τον εμπειρικό, μέθυσο δικαστή Αζντάκ που αποδίδει δικαιοσύνη, είτε τον ψευτοθρησκευόμενο απατεώνα Ταρτούφο που παρουσιάζεται ως υπέρμαχος της ενάρετης ζωής, είτε βγαίνει στην πυρωμένη αρένα της σκηνής ως συγκρουσιακός Άμλετ. Τον θυμόμαστε ακόμα ως δοκιμαζόμενο Φιλοκτήτη και ως τραγικό Οιδίποδα να κερδίζει το συντριπτικό κοινό της Επιδαύρου. Να μην ξεχάσω, μεταξύ άλλων, και το καινοτόμο «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» (σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου), μια κωμωδία δύσκολη, όπου υποδυόταν τη σκληρή και μυστηριώδη πρώην στριπτιζέζ Πιερέτ. Σημασία στην τέχνη δεν έχει αν παίζεις τη γυναίκα ή τον ηγεμόνα, αλλά ότι παίζεις σε ένα παιχνίδι, που καθώς εξελίσσεται από τη μια ατάκα στην επόμενη, φράση τη φράση, αποκαλύπτει το μέγεθος ενός χαρακτήρα με όλα τα προβλήματα και τα ελαττώματά του.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης καταφέρνει να μας αγγίξει και να μας ηλεκτρίσει όλους. Εννοεί την κάθε συλλαβή που εκστομίζει, απόλυτος μαέστρος στις ονειρικές συναυλίες που μας χαρίζει. Ηθοποιός με δυνατά εκφραστικά μέσα, καταθέτει τις πλέον λιτές, ουσιώδεις, με σκηνική διάνοια ερμηνείες. Ακριβής η άρθρωσή του, υποβλητικές και ρυθμικές οι κινήσεις του. Οι χειρονομίες του ρευστές και πλήρεις, ιδιαίτερα εκλεκτικές. Το συναίσθημα που εκπέμπει ριζωμένο στην ανθρώπινη ψυχολογία. Μοναδικά εφευρετικός, ιδανικός μεταδότης συγκίνησης, με αλήθεια και ομορφιά στο παίξιμο. Έχει τη δυνατότητα να κινηθεί απ’ την κωμωδία και το μιούζικαλ μέχρι το δράμα και την όπερα. Τάλαντο σπάνιο! Υποκριτής πλήρης: τραγικός, δραματικός και χυμώδης κωμικός. Με τεχνική εκπληκτική, κατορθώνει να εισέρχεται στην ουσία των προσώπων που υποδύεται, με αφοπλιστική άνεση και αίσθηση του ύφους. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες του ελληνικού θεάτρου, ένας ψηλόλιγνος άνδρας με γλυκύτητα στην έκφραση, με έντονο βλέμμα και πρόσωπο χαραγμένο από αρρενωπές γωνίες. Παθιασμένος και ειλικρινής, ζεστός και χειμαρρώδης, χωρίς διχογνωμίες, που δεν φοβάται να ομολογήσει τα λάθη του ή να ζητήσει συγγνώμη. Σκηνοθέτησε τον «Ταρτούφο» με σταθερό χέρι και έβαλε σε μια καλοοργανωμένη παράσταση όλη την ένταση του κωμικοτραγικού ψιθύρου. Παίκτης πρώτης γραμμής σε άμυνα και επίθεση, ικανός να δίνει ανάσες. Η κινητήρια δύναμη της μηχανής, γιατί έχει θετική στάση και είναι ενθαρρυντικός. Αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω, δεν θα το χαρακτήριζα συνέντευξη. Αποτελεί στην ουσία έναν “εκ βαθέων” απολογισμό του δημιουργού για την πορεία της ζωής του, τους παράγοντες που συνετέλεσαν στο να ακολουθήσει αυτή την πορεία, την επικούρεια φιλοσοφία του και τη βαθιά του αγάπη για την τέχνη που διακονεί. Όπως ο ίδιος ο Αιμίλιος Χειλάκης πολύ καλά γνωρίζει, προτού κρατήσει κάποιος το τιμόνι, πρέπει να έχει κάνει κοπιώδη θητεία ως κωπηλάτης, να έχει φυλάξει με άγρυπνο μάτι την πρώρα και να έχει διορατικά παρακολουθήσει τους ανέμους, τότε μόνον είναι έτοιμος να κυβερνήσει αυτός ο ίδιος το καράβι. Ίσως αυτό να είναι το μυστικό της επιτυχημένης προσφοράς του. Αυτό και η δύναμη που βγάζει η καρδιά του. Εγώ ένα έχω να συμπληρώσω: Ο καθένας παίρνει την ευκαιρία του, η αποφασιστικότητα που δείχνει κάνει τη διαφορά, Αιμίλιε…

Διαβάστε τη συζήτησή μας.

– Αιμίλιε, μεγάλωσες στην Κυψέλη και στην πλατεία Αττικής. Θα ήθελα να θυμηθείς μια δική σου ιστορία, ένα όμορφο περιστατικό.

* Έμενα πλατεία Αττικής. Λιοσίων και Σωζοπόλεως που είναι η προέκταση της Κεφαλληνίας. Ακριβώς απέναντί μας είχαμε ένα οικόπεδο στο οποίο παίζαμε μπάλα, τα μικρά της περιοχής. Ήτανε αρχές δεκαετίας ’70 και ήταν ακόμα πολύ ωραία γειτονιά, θυμάμαι κάτι το οποίο θα ακουστεί πάρα πολύ σκληρό αλλά γι’ εμάς ήταν συνηθισμένο. Εκεί πέρα σε εκείνο το οικόπεδο που ήταν περιφραγμένο με πινακίδες διαφημιστικές, εμείς παίζαμε ποδόσφαιρο για να μη φεύγει η μπάλα έξω. Μια χαρά περνάγαμε. Πηγαίναμε και καθαρίζαμε το γήπεδό μας το οποίο ήταν γεμάτο δεξιά κι αριστερά από τις σύριγγες των ναρκομανών. Τις μαζεύαμε, τις καθαρίζαμε, τις πετάγαμε και μετά ξεκινάγαμε τον αγώνα.

Ωραία χρόνια

* Είμαστε μικρά και ενώ γενικά υπήρχε ο φόβος, εν τούτοις δεν υπήρχε αυτός ο φόβος που τώρα, τουλάχιστον εγώ σαν ώριμος άντρας πια, έχω. Σήμερα δεν θα άφηνα κάποιο παιδί να πάει να παίξει μπάλα εκεί πέρα. Ήταν πολύ ωραία χρόνια. Παίζαμε μπάλα ώρες ατελείωτες. Ειδικά τις Κυριακές, γιατί εγώ είχα προλάβει σχολείο και Σάββατο ως γεννηθείς το 1970.

– Τότε όμως εκτός από την μπάλα μπήκε στη ζωή σου και το θέατρο.

* Ναι, το 1976 σε ηλικία έξι ετών είδα την πρώτη μου παράσταση στο Θέατρο Τέχνης.

– Και έβαλες και τα κλάματα;

* Και τα κλάματα έβαλα, και σταμάτησα την παράσταση. Αχ τώρα τι μου θύμισες! Έπαιζε ο αγαπημένος μου δάσκαλος, ο συγχωρεμένος ο Μίμης Κουγιουμτζής. Στα 18 μου λοιπόν πάω και του λέω μια μέρα ότι στο Υπόγειο είχα δει μια παράσταση όταν ήμουν μόλις 6 ετών. Με ρώτησε τι είδα και του είπα: Τα «Κομμάτια και θρύψαλα» του Γιώργου Σκούρτη. Ήταν μια σκηνή που μπαίνει μέσα ο Κουγιουμτζής βρίζοντας και λέγοντας τη φοβερή ατάκα: «Βούλωστο μωρή, που να στο βουλώνουνε φαντάροι». Αμέσως εγώ έβαλα τα κλάματα, κι ο Μίμης το θυμότανε: « Έλα ρε, το θυμάμαι. Εσύ ήσουνα;», μου λέει.

Η εφηβεία

* Έχω ζήσει υπέροχα παιδικά χρόνια γιατί είχα και έναν αδελφό τρεισήμισι χρόνια μεγαλύτερο. Όπου το παιχνίδι τότε ήταν πραγματικά διαρκές. Μετά πήγαινα σχολείο στην Πλάκα, δηλαδή φεύγαμε από την πλατεία Αττικής, παίρναμε το τρένο, πηγαίναμε Μοναστηράκι, περπατάγαμε μέχρι το σχολείο. Γενικά η εφηβεία μου όρισε πολύ τα πράγματα που ήθελα να κάνω χωρίς να το ξέρω. Όπως για παράδειγμα: Αποφάσισα να γίνω ηθοποιός μετά τα 17.

– Πώς το αποφάσισες αυτό; Ποια ήταν η αιτία;

* Ήτανε μέσο κοινωνικοποίησης. Ειδικά τότε που πήγα σε καινούργιο σχολείο, στη Β’ Λυκείου, στο Κοντόπευκο, στην Αγία Παρασκευή. Ήμουν 17, δεν ήξερα κανέναν, ήταν εξοργιστικό. Κάποια στιγμή μαθαίνω ότι υπάρχει μια θεατρική ομάδα στο σχολείο και λέω «εντάξει είναι ένας τρόπος να γνωρίσω και τα υπόλοιπα παιδιά». Έτσι κόλλησα το… μικρόβιο.

– Μπήκες στο Θέατρο Τέχνης με υποτροφία.

* Δεν πρόλαβα όμως τον Κάρολο Κουν. Είχε πεθάνει μόλις ενάμισι χρόνο πριν μπω. Αλλά υπήρχε πολύ βαριά η σκιά του. Στα 3 χρόνια της σχολής η βασική αναφορά όλων ήταν μονίμως ο Κουν. Δεν τον γνώρισα αλλά γνώρισα τη βαθιά θλίψη των ανθρώπων που τον χάσανε, ήταν πολύ δυνατή αυτή η θλίψη. Γνώρισα τη βαθιά αγάπη τους αλλά και το βαθύ τους φόβο απέναντί του. Όμως όταν είσαι 18 χρονών δεν μπορείς να τα συνδυάσεις αυτά. Δηλαδή αυτές τις μυρωδιές που καταλαβαίνεις δεν μπορείς να τις ξεχωρίσεις, παίρνεις μια βασική μυρωδιά. Και τότε ήταν πολύ σκληρή η βασική μυρωδιά στο Θέατρο Τέχνης. Όταν μπήκα στη σχολή ήταν πολύ αυστηροί οι κανόνες.

– Κάποιο περιστατικό;

* Ήμουν στο ίδιο έτος με μια αγαπημένη φίλη, την Μπέσυ Μάλφα. Ήταν ήδη χορεύτρια και τραγουδίστρια. Στη σχολή μπήκε στα 22 της. Της πρότειναν λοιπόν να κάνει κάτι τηλεοπτικό. Θα χόρευε, θα τραγουδούσε και θα πληρωνόταν, γιατί από αυτό ζούσε η κοπέλα. Τόλμησε και το έκανε με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ολόκληρο θέμα στη Σχολή αν θα πρέπει να τη διώξουν ή να την κρατήσουν. Τελικά επικράτησαν οι ρεαλιστές. Η Μπέσυ παρέμεινε και ολοκλήρωσε τις σπουδές της κανονικά.

– Επί Κουν ίσως να την έδιωχναν;

Ταρτούφος. Με την Αθηνά Μαξίμου

* Πολύ πιθανόν. Αν και μπορεί να άλλαζε κι ο Κουν αν ζούσε τότε που άνοιξε η ιδιωτική τηλεόραση. Φαντάζομαι ότι θα άφηνε ελεύθερα τα παιδιά τότε που είχαν δημιουργηθεί πολλές θέσεις εργασίας. Ήμασταν μια γενιά ηθοποιών -εμείς που μπήκαμε εκεί στα τέλη δεκαετίας ’80, αρχές δεκαετίας ’90- οι οποίοι θέλαμε πάρα πολύ να γίνουμε ηθοποιοί αλλά μέσα από μια βαθιά αίσθηση και μόρφωση για ποιο λόγο θέλαμε να γίνουμε, κάτι το οποίο μετά χάθηκε… Χάθηκε γιατί η προσφορά των θέσεων εργασίας ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσε ακόμα και άνθρωπος ο οποίος δεν είχε τελειώσει δραματική σχολή να δουλέψει στην τηλεόραση. Δεν κατηγορώ την εποχή, γιατί είμαστε και πατέρες της εποχής και παιδιά της όλοι μας, ο καθένας μας, η εποχή δημιούργησε καινούργιες ανάγκες. Θυμάμαι όταν δώσαμε εμείς στο Θέατρο Τέχνης ήμασταν 150 παιδιά το 1988 και πήρανε 10. Στη συνέχεια, το 1993, η Μυρτώ Αλικάκη μόλις τέλειωσε τη Σχολή έκανε την «Αναστασία». Διαδόθηκε ότι έχει τελειώσει το Τέχνης και το καλοκαίρι του 1994 δώσανε στις εισαγωγικές 1.500 παιδιά. Δηλαδή πηγαίνανε παιδιά τα οποία δεν ξέρανε τι ήταν το Θέατρο Τέχνης.

– Τώρα που ο Μολιέρος επανέρχεται στην καριέρα σου, θα ήθελα να μιλήσουμε για τον Λευτέρη Βογιατζή και τον «Μισάνθρωπο».

* Τελικά μάλλον οι μεγάλες ρίζες που υπάρχουν με τις μεγάλες συνεργασίες που κάνεις κάποια στιγμή στη ζωή σου, μένουν και αφήνουν κάτι διαρκώς. Πάντα κάτι φυτρώνει. Εγώ με τον Μολιέρο ασχολούμαι περισσότερο λόγω πολιτικής ιδιοσυγκρασίας. Γιατί ο Μολιέρος είναι από τους πρώτους ανθρώπους, από τους πρώτους δραματουργούς, οι οποίοι μιλήσανε για τη σχέση την κρατική, τη σχέση την εκκλησιαστική. Δηλαδή ο «Δον Ζουάν» και ο «Ταρτούφος» ήταν πάντα τα αγαπημένα μου έργα, και τα έχω κάνει και τα δυο.

– Και στα δυο έχεις παίξει, και τα δύο τα έχεις σκηνοθετήσει.

* Τώρα είμαι στον «Ταρτούφο». Μου φαίνεται όμως ότι θα τον ξανακάνω κάποια στιγμή για να ερμηνεύσω τον Οργκόν που μου αρέσει πολύ. Μου αρέσει γενικά να ασχολούμαι με τα έργα μου, με θεματικές. Τη σύσταση την πραγματική με τον Μολιέρο την είχα μέσω του Λευτέρη Βογιατζή. Γιατί ο Μολιέρος, ακόμα και στη Σχολή, ανέβαινε σαν Γκολντόνι, σαν Κομέντια ντελ Άρτε. Έτσι ήτανε τότε το δεδομένο της εποχής, παλαιό θέατρο αναγεννησιακό, θα το κάνουμε Κομέντια ντελ Άρτε… Ο Βογιατζής όμως μου έμαθε ότι το κείμενο του Μολιέρου καταρχήν είναι ποιητικό, είναι γραμμένο σε δωδεκασύλλαβο αλεξανδρινό, άρα το έμμετρο -όπως καθετί έμμετρο- κρύβει κάτι, κρύβει μια πυκνή δύναμη, γιατί λόγω του μέτρου θα πρέπει να πεις μέσα σε συγκεκριμένες συλλαβές και λέξεις κάποια νοήματα που χρειάζονται, άρα αυτό δημιουργεί μια πύκνωση που σε βοηθάει διότι δημιουργεί μια φόρμα, ένα σχήμα. Λέγοντας και μόνο το λόγο δημιουργείται μια μουσικότητα ούτως ή άλλως λόγω του δεκαπεντασύλλαβου, του πολιτικού δεκαπεντασύλλαβου που ξέρουμε πάρα πολλοί. Ο Γιώργος Μπλάνας, ο ποιητής που έκανε τη μετάφραση για τον «Ταρτούφο», μου έμαθε βέβαια ότι υπάρχει και ο δεκατετρασύλλαβος ο οξύτονος, ο δεκαεξασύλλαβος ο προ-παροξύτονος και ο δεκαπεντασύλλαβος που είναι επίσης παροξύτονος. Κάναμε ιδιαίτερα ωραία μελέτη φέτος με τον Γιώργο Μπλάνα πάνω στο κείμενο.

Λευτέρης Βογιατζής, το φοβερό ον

* Ας επιστρέψω όμως στον Λευτέρη Βογιατζή, ο οποίος ήταν ένα φοβερό ον. Ήταν σαν άνθρωπος που έχει βάλει τα καλά του αλλά ζούσε σε μια σπηλιά. Είχε απίστευτη ενέργεια. Το μυαλό του πήγαινε με 15.000 στροφές. Ήταν από τους πιο έξυπνους ανθρώπους που έχω γνωρίσει ποτέ. Πολύ σκληρός με τον εαυτό του και άρα με τους γύρω του. Σκληρός γιατί ήθελε να σου μάθει κάτι, γιατί ήξερε ότι αν δημιουργήσει ένα σωστό εργαλείο θα έχει κάτι καλό στην παράστασή του. Νοιαζόταν πολύ για την παράστασή του, νοιαζόταν και πάρα πολύ να μαθευτεί κάτι. Πριν από 20 χρόνια, το Πάσχα του ’96, κάναμε πρεμιέρα στο «Μισάνθρωπο». Αυτό που θα πω για τον Λευτέρη είναι η μεγάλη αγάπη που έχω σε αυτόν ο οποίος με «δυσκόλεψε» τόσο πολύ που σκεφτόμουνα να τα παρατήσω. Δυστυχώς, παρά την αγάπη που του είχα, μετά δεν ξαναδούλεψα ποτέ μαζί του όπως δουλέψανε άλλοι πάρα πολλοί. Έτσι δεν μπορώ να θεωρηθώ ότι είμαι από τα αυθεντικά παιδιά του, αν και είχαμε πάντα μια αρκετά καλή επαφή εκ του μακρόθεν -η οποία γινόταν συχνά εκ του σύνεγγυς – όπου μου έκανε διαρκώς παρατηρήσεις και μου έδινε συμβουλές σχετικά με τις επιλογές μου και τα επόμενα βήματά μου. Πάντα συζητούσαμε με τον Λευτέρη και νομίζω πως τελικά είναι πραγματικά ο πνευματικός μου πατέρας που με έβαλε σε μια ρότα. Επ’ ουδενί βέβαια δεν μπορώ να πω ότι εγώ κάνω θέατρο σαν τον Λευτέρη, κανείς δεν μπορεί ούτως ή άλλως να το κάνει αυτό. Αλλά η ρότα η πνευματική με την οποία αργότερα ασχολήθηκα και σαν ηθοποιός και σαν σκηνοθέτης, κρατάει από τον Λευτέρη, από αυτή τη μεγάλη ρίζα.

– Μας γνώρισε τον Μολιέρο, με το δικό του τρόπο, και στο «Σχολείο γυναικών»… Όπως αργότερα τον δίδαξε σε όλους μας με τον «Αμφιτρύωνα» στην Επίδαυρο…

* Δεν είχα μάθει ποτέ για ποιο λόγο ο Λευτέρης έκανε τόσο πολύ Μολιέρο. Μπορώ να εικάσω μόνο ότι ο Μολιέρος για τον Βογιατζή ήταν κάτι ζωώδες, κάτι αριστοκρατικά ζωώδες. Αυτή την αίσθηση δηλαδή που έχω εγώ για τον Λευτέρη, το ότι ήταν ένα αριστοκρατικό σκληρό ζώο, νομίζω πως πρέπει να την είχε κι ο ίδιος για τον Μολιέρο. Ήμασταν δύο χρόνια μαζί όταν κάναμε τον «Μισάνθρωπο», πρόβες και παραστάσεις. Αυτό που θυμάμαι να μας λέει πάντα ήταν ότι δεν πρέπει να κοιτάμε το περίτεχνο αλλά πρέπει να βλέπουμε τη σκληρή δύναμη που κρύβεται στο περίτεχνο του λόγου, αφού ο «Μισάνθρωπος» είναι ένας άνθρωπος ο οποίος μισεί τους ανθρώπους. Για ποιο λόγο; Γιατί ήθελε να δούμε όλη αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Αυλής του Λουδοβίκου. Μας έλεγε: «Μην αφήνεστε στο περίτεχνο του λόγου. Γιατί ακκιζόσαστε; Δείτε από κάτω το φόβο και το φθόνο που έχει ένας άνθρωπος απέναντι σε κάτι που δεν τον ενδιαφέρει».

Επικούρεια φιλοσοφία

* Μετά, μελετώντας τον Μολιέρο, μέσα από ένα πρίσμα επικούρειας φιλοσοφίας, ανακάλυψα ότι ο Μολιέρος ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος δεν φοβόταν το μετά, δεν φοβόταν το αριστοτελικό, το επέκεινα. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ζούσε τη ζωή του έντονα. Κι επειδή κι εγώ καταλήγω να είμαι ένας, νομίζω, «επικούρειος» άνθρωπος πιστεύω ότι η «Τετραφάρμακος» του Επίκουρου πραγματικά σου λέει να «μη φοβάσαι το θάνατο γιατί όσο θα είσαι εδώ δεν θα τον γνωρίσεις ποτέ, κι όταν θα φύγεις, όταν θα έρθει αυτός εσύ θα έχεις φύγει». Άρα δεν θα συναντηθείτε ποτέ, ζήσε τη ζωή σου και άσε τον φόβο του θανάτου. Δυστυχώς ή ευτυχώς πάνω στην Πλατωνική και την Αριστοτελική Φιλοσοφία στηρίχθηκε όλο το οικοδόμημα της νέας θρησκείας, της μονοθεϊστικής. Του χριστιανισμού. Ο Επίκουρος νομίζω πως δεν θα συμφωνούσε. Θα έλεγε: «Αφήστε το μετά, ζήστε το τώρα». Ο Επίκουρος ήθελε να φθάσει την «ηδονή» (εντός εισαγωγικών ηδονή όχι με τη σημερινή έννοια της ηδονής), την απόλυτη ευτυχία, ήθελε να τη φθάσει σε αυτό τον κόσμο. Σαν άνθρωπος, ο οποίος θεωρώ τον εαυτό μου «επικούρειο», όταν διάβασα τον Μολιέρο, είπα: «Ναι, αυτός νομίζω είναι ο συγγραφέας από τους κλασικούς που μπορώ να ασχοληθώ γιατί έχει πολιτική θέση, πολιτειακή, πολιτική».

– Ο Μολιέρος, βέβαια, στις κωμωδίες του μπλέκει και στοιχεία τραγωδίας.

* Γιατί δεν μπορούσε να γράψει τραγωδία ο καημένος… Γιατί το τραγικό έχει να κάνει πάρα πολύ με το επέκεινα ή με το θεϊκό. Ενώ το κωμικό έχει να κάνει με το εδώ, με το εδώ και τώρα. Και νομίζω πως γι’ αυτό δεν μπορούσε να γράψει καλή τραγωδία ο Μολιέρος εν αντιθέσει με τον Ρακίνα. Γιατί ο Μολιέρος ζούσε. Ήτανε αιμάτινη φυσιογνωμία, ήταν χώμα. Ήταν ο προσωπικός θιασάρχης του Βασιλιά, αφού προηγουμένως είχε περάσει 15 χρόνια ως «μπουλουκτσής» στην επαρχία της Γαλλίας. Δεν είχε μεγαλώσει μέσα στα σαλόνια. Είχε πάρει μόνο τη μυρωδιά τους, αφού ήταν ο γιος του ταπετσιέρη της βασιλικής αυλής. Πήρε το μπουλούκι του και έφυγε για 15 χρόνια στην επαρχία. Γύριζε με ένα κάρο και έπαιζε θέατρο. Φαντάσου τώρα πόσο μεγάλη δύναμη είναι αυτή. Ναι, τον Μολιέρο τον αγαπώ, ίσως μετά τη σύσταση που είχα από τον Λευτέρη. Τον αγαπώ γιατί μιλάει για το τώρα, δεν μιλάει για το μετά.

– Γνωρίζουμε ότι είχε απαγορευτεί για 5 χρόνια από την εκκλησία και ούτε ο ίδιος ο Βασιλιάς δεν μπορούσε να εναντιωθεί στον κλήρο για να επιτραπεί το έργο.

* Είναι πάρα πολύ ωραίο αυτό που συμβαίνει. Η ιστορία είναι η εξής: Ο Μολιέρος γράφει τον «Ταρτούφο» για να καταγγείλει τους παπάδες που κυκλοφορούσαν. Δεν καταγγέλλει τη θρησκεία ο Μολιέρος, καταγγέλλει τον ψευτοπαπά, τον απατεώνα. Αν είχε καταγγείλει τη θρησκεία δεν θα του έλεγε κανένας τίποτα, απολύτως τίποτε. Το ότι κατήγγειλε τους ψευτοπαπάδες, αυτούς τους ιερωμένους οι οποίοι κυκλοφορούσαν ανενόχλητοι στην αυλή του βασιλιά και δημιουργούσαν πολιτικές ίντριγκες, αυτό ενόχλησε. Ουσιαστικά αυτή είναι η καταγγελία του «Ταρτούφου». Αν είχε καταγγείλει τη θρησκεία και όχι τους ψευτοπαπάδες, δεν θα είχε συμβεί τίποτα. Τα έβαλε μαζί τους όμως, γιατί η κωμωδία είναι ένας μεγάλος μεγεθυντικός φακός. Σου αναλύει τα πάντα. Γι’ αυτό πέσανε να τον φάνε. Ο βασιλιάς επί πέντε χρόνια επέτρεπε μυστικά ο «Ταρτούφος» να παίζεται σε κάποια σαλόνια, ενώ είχε απαγορευτεί για τον λαό. Στα αστικά σαλόνια «έπεφτε σύρμα» ότι το βράδυ θα παιχθεί ο «Ταρτούφος» και όσοι είχαν τη δυνατότητα έσπευδαν, αφού ήταν απαγορευμένος ως επίσημο θέαμα.
– Σαν κρυφό σχολειό…
* Ακριβώς, σαν κρυφό σχολειό. Ο Βασιλιάς μέσω του «Ταρτούφου» και λόγω του θέματος που είχε ανακύψει στο Παρίσι το 1664-1669 εξαιτίας του έργου κατάφερε να διώξει τους παπάδες από την αυλή και σιγά σιγά να απεμπλακεί από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Φαντάσου τώρα ότι ένα έργο -που τότε ήταν μάλιστα μόνο οι τρεις πράξεις, όχι και οι πέντε- τρεις πράξεις λόγου και δράματος λοιπόν καταφέρανε να δημιουργήσουν τεράστιο σάλο. Αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου. Ήρθε μια νέα κατάσταση στη γαλλική αυλή και τελικά προωθήθηκε το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Αυτές οι τρεις πράξεις, που δεν πρέπει να είναι παραπάνω από 50 λεπτά θεατρικού έργου μπόρεσαν να διαλύσουν συνειδήσεις. Αυτός είναι ο «Ταρτούφος», αυτή είναι η μαγική του ιστορία που λόγω της αρχικής απαγόρευσης οδήγησε τον Μολιέρο στη συγγραφή του «Δον Ζουάν».

– Στη διασκευή που έχετε κάνει προσθέσατε ένα κομμάτι από τον «Δον Ζουάν», ενώ παράλληλα βλέπουμε τη θέση και το ρόλο της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και στην οικογένεια.

* Εδώ είναι το μεγάλο θέμα και με αυτή την αφορμή θυμάμαι τα ωραία που είχα ζήσει και που είχα μάθει από τον Λευτέρη Βογιατζή. Κάναμε 8 μήνες πρόβα για τον «Μισάνθρωπο», είχαμε διαβάσει όλες τις φοβερές ερωτικές επιστολές οι οποίες γράφονταν από τις Μαρκησίες και τους Μαρκήσιους, από τις αστές και τους αστούς. Τις ερωτικές επιστολές που συνθέτουν τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Λακλό (1782). Αυτές οι ερωτικές επιστολές ήταν η βάση της γαλλικής λογοτεχνίας για πολλά χρόνια. Τις έγραφαν συνήθως γυναίκες προς άντρες, βεβαίως οι άντρες μάθαιναν να απαντούν αναλόγως, με το ίδιο υπέροχα κείμενα.

– Ο Μολιέρος πώς έβλεπε τις γυναίκες;

* Η γυναίκα στον «Ταρτούφο» και στον Μολιέρο έχει την πραγματική θέση που είχε και στη γαλλική κοινωνία. Η γυναίκα ήταν ο άνθρωπος ο οποίος έδινε σχεδόν τη λύση γιατί πάντα είχε τον γραπτό λόγο στα χέρια της και μπορούσε να συνθέσει και να αναλύσει τα πράγματα. Αυτό δεν το λέω ούτε με φεμινιστική διάθεση, ούτε με πρόθεση προστασίας του φύλου. Ενώ λοιπόν τα γραπτά μένουν, τα γραπτά συνήθως δεν διαβάζονται, επειδή ο λόγος είναι αυτός ο οποίος δημιουργεί τον βόμβο. Έτσι από τη μια πλευρά εμείς οι άντρες συνήθως μιλούσαμε πάρα πολύ, ενώ από την άλλη αυτά τα γραπτά που μένανε, δημιουργούσαν ουσιαστικά τα μεγάλα θεμέλια.

Η Ελβίρα

Δον Ζουάν. Με τον Γιάννη Μπέζο

* Γι’ αυτό και στον «Δον Ζουάν» ο Μολιέρος έχει τις δύο χωριάτισσες που δεν είναι καθόλου… αθώες και προσπαθούν να παντρευτούν τον πλούσιο Δον Ζουάν. Η Ελβίρα (σ.σ. την υποδύθηκε η Αθηνά Μαξίμου) στον «Δον Ζουάν» είναι μια γυναίκα η οποία του λέει: «Κοίτα, εγώ σε έχω ερωτευθεί κι αν δεν με έχεις εγώ θα εγκαταλείψω τη ζωή μου. Θα πάω στο μοναστήρι». Τον πιέζει δηλαδή για να καταλάβει τι χάνει. Η Ελβίρα δεν είναι καθόλου ένα πλάσμα θλιμμένο το οποίο σκέπτεται να πάει στο μοναστήρι. Λέει όμως στον Δον Ζουάν: «Σε έχω ερωτευθεί τόσο πολύ και είναι στο χέρι σου αυτή τη στιγμή, ή να είμαστε μαζί ή εγώ να χάσω τη ζωή μου. Διάλεξε…».

– Θα λέγαμε ότι του κάνει έναν συναισθηματικό εκβιασμό;

* Καθόλου. Δεν είναι συναισθηματικός εκβιασμός. Αντιθέτως είναι καθαρός εκβιασμός: «Άκου να σου πω, για εμένα η ζωή μου είσαι εσύ, αν δεν σε έχω χάνω τη ζωή μου». Τι πιο ωραίο, πιο μεγάλο, πιο καθαρό! Ο Μολιέρος λοιπόν είναι από τους πρώτους ανθρώπους που θέσανε το όριο της κρατικής και της θρησκευτικής εξουσίας. Να σου θυμίσω ότι μεγάλοι φιλόσοφοι οι οποίοι ασχοληθήκανε με το παρόν πρόβλημα ήταν ο Μιχαήλ Μπακούνιν στο «Θεός και κράτος» (1882) και ο Μαξ Βέμπερ στο «Καπιταλισμός και Προτεσταντισμός» (1905). Κοίτα να δεις λοιπόν τι είναι ο Μολιέρος τελικά; Σίγουρα δεν είναι απλά κωμωδία.

Τι είναι η κωμωδία

* Τεχνικά άμα αναλύσω το τι είναι η κωμωδία θα πω ότι έχει κάποια μικρά τεχνικά ρυθμικά τερτίπια τα οποία βοηθάνε στο να αναδειχθεί το κωμικό. Τα ίδια τερτίπια άμα τα βάλεις σε μια τραγωδία μπορεί να γίνει αστεία τραγωδία. Κωμικό δεν είναι στη γραφή του, κωμικό ή τραγικό είναι στο παίξιμό του. Δηλαδή μπορεί με τρία, τέσσερα κωμικά τερτίπια να πάρεις την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή και να πεθάνεις στο γέλιο αν αλλάξεις λίγο το ρυθμό. Αν ανατρέψεις λίγο το ρυθμό μπορείς να βάλεις τα γέλια, γιατί το κωμικό είναι η επιστροφή του τραγικού.

– Το επόμενο κομμάτι…

* Ακριβώς, το επόμενο είναι το μετα-τραγικό που λέμε, είναι το post tragic. Αυτό είναι το βασικό, αυτή είναι η τραγωδία. Το κωμικό είναι η στιγμή του τραγικού. Τι ακριβώς κάνεις, είναι η στιγμή. Δηλαδή φαντάσου τον Οιδίποδα να προσπαθεί με τις πόρπες του φορέματος της Ιοκάστης να βγάλει τα μάτια του αλλά στην πρώτη απόπειρα να μην τα καταφέρνει και να τρυπάει το κεφάλι του, καταρχήν θα πονέσει. Φαντάσου τον άλλον πριν ακόμα βγάλει τα μάτια του να έχει πέσει κάτω, να έχει ματώσει, να ουρλιάζει, να πονάει το κρανίο του, να ξανακάνει και μια δεύτερη προσπάθεια και αντί για τα μάτια να κόβει το αυτί του. Μέχρι να βγάλει τα μάτια του μπορείς να το κάνεις πάρα πολύ αστείο, αλλά στο τέλος καταλήγει πάρα πολύ τραγικό.

– Ο αρχαίος τραγικός όμως δεν τον βάζει στην ορχήστρα να βγάζει τα μάτια του, ούτε κανέναν να κάνει φόνο.

* Ως τραγικός ήξερε ότι η στιγμή του φόνου είναι δραματική. Το μετά το φόνο είναι το θέμα. Το τραγικό δεν είναι να δεις τον Πενθέα να τον διαμελίζουν. Το τραγικό είναι η μάνα του να πανηγυρίζει με το κεφάλι του παιδιού της στα χέρια. Αυτό είναι τραγικό. Το τραγικό δεν είναι που βλέπουμε τον Αίαντα να αυτοκτονεί, τραγικό είναι τι γίνεται μετά στον Αίαντα.

– Αυτή τη διεργασία και την ανάλυση έχετε ως πρώτο στόχο με την εταιρεία αρτivities;

* Ακριβώς, με την εταιρεία αρτivities αυτό είναι το βασικό θέμα μας και ο λόγος για τον οποίο κάνουμε θέατρο. Δηλαδή για την πολιτική, για τη σχέση των ανθρώπων με το θείο, με το τραγικό ή με το κωμικό. Αυτά είναι τα πράγματα που απασχολούν κάθε νοήμονα ηθοποιό στο παγκόσμιο θέατρο. Αυτό λοιπόν εμείς θέλαμε να το κάνουμε βασική πράξη με την Αθηνά Μαξίμου. Συστήσαμε την εταιρεία πριν από πάρα πολλά χρόνια και την είχαμε εκεί να κάθεται. Μετά ήρθαν οι εποχές που μπορούσαμε να κάνουμε παραγωγή εμείς -και κάνουμε συνήθως παραγωγές που δεν θα αναλάμβανε κάποιος άλλος να κάνει- γιατί εμείς θέλουμε να γίνουν τα πράγματα με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο.

– Δύσκολη απόφαση σε δύσκολους καιρούς…

* Φυσικά έχουμε και επιτυχίες, έχουμε και αποτυχίες. Δεν είναι το θέμα όμως αυτό. Το θέμα είναι να συμβεί το θέατρο, γιατί το έχω ξαναπεί, το θέατρο είναι ένα μεγάλο συμβάν και ως συμβάν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε. Δεν είναι το θέατρο τι θα ήθελα να παίξω, είναι τι φτάνεις να παίξεις. Αυτό λοιπόν κάνει η εταιρεία μας καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, εξ ου και το αρτivities («Αrt Αctivities»). Είναι μια εταιρεία, όπου μαζί με την Αθηνά προσπαθούμε να κάνουμε παραστάσεις που επιθυμούμε και επιπλέον να δουλέψουμε με ανθρώπους που αγαπάμε.

Θέατρο «Κιβωτός»

* Αυτή τη στιγμή το θέατρο «Κιβωτός» διοικείται από μια νέα εταιρεία που λέγεται «Κιβωτός Θεαμάτων». Μέλη της είναι η Αθηνά, εγώ και ο Τάσος Παπανδρέου, ο γνωστός θεατρικός παραγωγός από τους πλέον συνεπείς, νουνεχείς και με βαθιά γνώση του θεάματος στην Ελλάδα. Κυρίως είναι συνεπής, γιατί οι ασυνέπειες, ειδικά τον τελευταίο καιρό, είναι πάρα πολύ συχνές. Μας εμπιστεύτηκε, τον εμπιστευτήκαμε και τώρα με έναν τρόπο έχουμε με την Αθηνά αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου. Αποφασίζουμε τι θέλουμε να παιχθεί, αποφασίζουμε τι χαρακτήρα θα έχει το θέατρο. Ήδη φιλοξενείται μαζί μας τα Δευτερότριτα η παράσταση «Γκάμπυ».

– Και μετά θα προχωρήσετε στον Άμλετ.

* Μετά θα ανέβει για 10 παραστάσεις το «Μόνος με τον Άμλετ» που είχα κάνει πριν από χρόνια στο Δημοτικό του Πειραιά. Πρόκειται για έναν μονόλογο.

– Σχετικά με τον Άμλετ. Την απορία του την ξέρουμε, η δική σου απορία ποια είναι;

* Λες κάτι πάρα πολύ ωραίο τώρα. Βέβαια έχω πάρα πολλές απορίες και πάρα πολλά υπαρξιακά ερωτήματα που με βασανίζουν. Όταν όμως βρίσκομαι επί σκηνής πρέπει αυτό το ερώτημα να το κάνω ευθέως σε σένα. Αν με δεις να αναρωτιέμαι πάνω στη σκηνή, χαίρεσαι επειδή βλέπεις έναν ηθοποιό να αναρωτιέται υπαρξιακά. Ο ηθοποιός σε ρωτάει την ώρα που λέει «να ζει κανείς ή να μη ζει;». Αν αναρωτηθείς και συ «να ζει κανείς ή να μη ζει» τότε βαριέσαι και που το βλέπεις. Τα ερωτήματά μου είναι αυτά που σου κάνω επί σκηνής. Οι παραστάσεις που έχεις δει είναι τα μεγάλα μου ερωτήματα κι εγώ τα απευθύνω στον κόσμο με τον δικό μου τρόπο. Είτε είμαι ο Άμλετ, είτε ο Φιλοκτήτης, είτε ο Αζντάκ στον «Κύκλο με την κιμωλία».

Ο δίαυλος

* Τα μεγάλα μου ερωτήματα δεν διαφέρουν από τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα κάθε ανθρώπου. Απλώς διαλέγω να τα ξεγυμνώνω και να σας τα απευθύνω επί σκηνής. Το υπαρξιακό των μεγάλων ερωτημάτων εγώ από σκηνής σας το ρωτώ. Γίνομαι ο δίαυλος των μεγάλων ερωτημάτων που είχαμε την τύχη να τα γράψουν όλοι αυτοί οι μεγάλοι τραγικοί, οι κωμωδιογράφοι. Αυτά είναι τα ερωτήματά μου.

– Ο Σαίξπηρ λέει: «Ξέρουμε τι είμαστε, ξέρουμε τι θα μπορούσαμε να είμαστε». Εσύ ξέρεις τι είσαι και ξέρεις τι μπορείς να είσαι;

* Όχι, δεν ξέρω γιατί είμαι επάνω στο τρένο και το τρένο κινείται. Αν ρωτήσεις έναν επιβάτη πού πάει το τρένο, πού είναι ακριβώς εκείνη τη στιγμή δεν μπορεί να σου πει γιατί -επειδή κινείται- άμα σου πει έχει ήδη μετακινηθεί. Νομίζω ότι θα μπορούσα να σου δώσω συνέντευξη για τον «Ταρτούφο» κανονικά ύστερα από δύο χρόνια γιατί αυτή τη στιγμή ο «Ταρτούφος» είναι κάτι εν τη γενέσει του. Μπορώ να σου μιλήσω τώρα πια για τον αντίκτυπο του «Φιλοκτήτη» ενώ πριν από δύο χρόνια δεν μπορούσα να σου πω τίποτα για τον «Φιλοκτήτη». Τώρα πια βλέπω, άρα δεν μπορώ να σου πω ποιος είμαι. Θα μπορούσα να εικάσω ποιος θα ήθελα να είμαι, αλλά με σιγουριά μπορώ να σου πω ποιος ήμουνα…

Είκοσι άνθρωποι

* Ένα είναι το θέμα, η πράξη, το συμβάν. Μετά σκέψου τι έχεις κάνει, ευχαριστήσου το ή στενοχωρήσου. Κάνε σχέδια για το τι θα ήθελες να κάνεις, το θέμα είναι να κάνεις πράγματα. Δεν ξέρω αν είμαι καλός ή κακός, ξέρω ότι αυτή τη στιγμή είκοσι άνθρωποι επαγγελματικά πληρώνονται από μια δουλειά, από μια ιδέα που είχα πριν από ένα χρόνο και μπορούμε να την κάνουμε πράξη, να είμαστε επί σκηνής και 20 άνθρωποι να έχουν πληρωθεί από αυτή την ιδέα μου, αυτό είναι σημαντικό.

– Κι αυτό είναι μια ικανοποίηση.

* Είναι η μόνη ικανοποίηση, ρε συ Ειρήνη μου, είναι η μόνη ικανοποίηση. Δηλαδή να ξέρεις ότι μια ιδέα σου την έχουν πιστέψει κάποιοι, ότι έχει πάει καλά, ότι πληρώνονται από αυτή την ιδέα και είναι όλοι εντάξει με αυτό που έχει συμβεί.

– Και σε μια εποχή μάλιστα σαν τη σημερινή που πολλοί άνθρωποι αργούν να πληρωθούν ή δεν πληρώνονται… Αλήθεια ο «Ταρτούφος» και ο ταρτουφισμός τι σχέση έχουν με τη σημερινή εποχή;

* Γενικά από ταρτουφισμό πάσχει ο άνθρωπος ο οποίος δηλώνει μεγάλες ιδέες τις οποίες όμως δεν τις πρεσβεύει καθόλου. Δηλαδή κινείται μέσω τεράστιων μεγάλων ιδεών, είτε θρησκευτικών, είτε πολιτικών.

– Πρόκειται για έναν αγύρτη;

Ταρτούφος ή Οι Απατεώνες

* Ένας αγύρτης ακριβώς, ο οποίος όμως δεν πρεσβεύει καθόλου τις μεγάλες του ιδέες. Στο βάθος θέλει απλώς να απολαύσει, να απολαύσει το σαρκίο του όλες τις ηδονές του φαγητού, του οτιδήποτε, θέλει να ζήσει, εντάξει; Στη σημερινή εποχή που ζούμε εμείς, ειδικά στην Ελλάδα που είμαστε εντελώς φιλεμφυλιακός λαός, διαρκώς πρέπει να έχουμε το αντίπαλον δέος και να πλακωνόμαστε. Για τον αριστερό «Ταρτούφος» είναι ο δεξιός και για τον δεξιό «Ταρτούφος» είναι ο αριστερός. Έλα ντε όμως που δεν έχουμε καθίσει ποτέ να σκεφθούμε, εσύ η Ειρήνη κι εγώ ο Αιμίλιος, πόσες φορές εμείς ενώ πρεσβεύαμε κάποιες σκέψεις και ιδέες για κάποιο λόγο δεν τις πράξαμε; Ο ταρτουφισμός είναι, δεν είναι ετεροπροσδιορισμός, είναι αυτοπροσδιορισμός, κι εκεί πρέπει να αναζητηθεί το θέμα, στις πόσες φορές εμείς – επειδή ο σκοπός αγιάζει τα μέσα – είπαμε πράγματα που δεν κάναμε ή κάναμε πράγματα που δεν είπαμε.

Ταρτούφοι όλοι μας…

* Το ότι υπάρχει ένας μεγάλος κωμωδιογράφος που στο φέρνει μπροστά σου, εκεί είναι η μεγάλη χαρά του να αναλάβεις την ερώτηση και να την κάνεις στον εαυτό σου. Ποιοι είναι οι Ταρτούφοι ρε συ, μήπως είμαι κι εγώ; Μην απαντήσεις, πορεύσου εν ειρήνη και μέσα στην ερώτησή σου. Η ερώτησή σου αυτή μπορεί να σε ξεβολέψει. Συνέλαβα πολλές φορές τον εαυτό μου να μην είναι συνεπής με τα λεγόμενά μου. Άρα Ταρτούφοι εν δυνάμει είμαστε όλοι μας. Ποιος αναλαμβάνει να ξεσκεπάσει κάποιον «Ταρτούφο»; Εκεί είναι οι μεγάλες αναλήψεις της ζωής. Επαναλαμβάνω και το λέω, η τέχνη δεν δίνει απαντήσεις, δημιουργεί μεγάλα ερωτήματα.

– Η τέχνη είναι παρηγορητική…

* Ασφαλώς. Στην τέχνη, ακούς ένα τραγούδι και λες κάποια στιγμή, μα γιατί από αυτό το τραγούδι, τα λόγια του και η μουσική του, όταν τα ακούω με κάνουν να μελώνω, να μελώνει η καρδιά μου; Και γιατί δεν μελώνει κάποιον άλλον. Ψάξε μέσα σου γιατί αυτά τα λόγια εσένα σε ακουμπάνε και με το που έστω αναρωτηθείς για πρώτη φορά ήδη αρχίζεις και ηρεμείς.

– Υπάρχουν πράγματα που σε γεμίζουν;

* Μέσα στα μεγάλα βάσανα που έχουμε στη ζωή, υπάρχουν στιγμές που μελώνουμε. Νιώθουμε τόσο όμορφα από κάτι που βλέπουμε και ακούμε. Βλέπεις έναν πίνακα και κάτι παθαίνεις. Αν εκείνη τη στιγμή δεν αφεθείς σε αυτό που συμβαίνει και αν μετά δεν το επεξεργαστείς τότε δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα. Θα σου συμβεί όμως κάτι παυσίλυπο και ανακουφιστικό όταν πεις: «Γιατί ακούω του Χατζιδάκι τα reflections και ηρεμώ;». Γιατί έχει μια πυκνότητα η μουσική του, είναι μια μελωδικότητα που είναι σαν μου θυμίζει τη ζωή και το όνειρό μου, σου απαντώ εγώ.

– Υπάρχει κάποιο μυστικό;

* Έχει έναν περίεργο κανόνα μέσα στα reflections η μουσική του Χατζιδάκι, στα έγχορδα νυκτά του και γενικά στα έγχορδά του. Σε πιέζουν να δεις το ρυθμό της ζωής. Αυτή την εξήγηση έχω δώσει. Βλέπεις -ας πούμε- τον «Ταρτούφο» και λες: «Υπάρχουν αυτοί οι κακοί άνθρωποι». Όμως ένας πιο υποψιασμένος θεατής θα πει: «Ναι, τελικά είμαστε όλοι κακοί άνθρωποι», ενώ ένας τρίτος θεατής θα πει: «Τι τυχεροί είμαστε που ο Μολιέρος έγραψε αυτό το έργο κι έχουμε εμείς να το βλέπουμε και να σκεφτόμαστε».

– Αυτό συμβαίνει διαχρονικά…

* Αυτό όμως είναι το μεγαλείο. Λες, τι τυχεροί που είμαστε που έχουν υπάρξει ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, οι Σαίξπηρ, ο Μολιέρος και όλοι οι μεγάλοι αυτού του κόσμου που έχουν σκεφθεί πριν από εμάς για εμάς.

– Δύο χρόνια μετά τον «Φιλοκτήτη», τι θα ήθελες να πεις;

Φιλοκτήτης

* Τώρα μπορώ να σου πω πόσο ευτυχισμένος είμαι που συμμετείχα σε αυτή την παράσταση. Που την έστησα, που έκανα την παραγωγή της, έκανα την περιοδεία της, πήγαμε στην Επίδαυρο, κατάφερα να έχω δίπλα μου έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και έναν εξαιρετικό νέο σκηνοθέτη, τον Κώστα Φιλίππογλου. Φυσικά και τον αγαπημένο μου Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Καταφέραμε και κάναμε μια όμορφη δουλειά και ζήσαμε ευτυχισμένες στιγμές. Αυτό θα έχουμε να θυμόμαστε. Αυτή τη δυνατή συνεργασία. Δεν θα θυμόμαστε τίποτε άλλο παρά μόνο πως αποφασίσαμε να δουλέψουμε μαζί. Όπως τυχαίνει και να μετανιώνεις αν για κάποιο άλλο λόγο αποφάσισες να κάνεις μια δουλειά ενώ δεν ήθελες τελικά. Δηλαδή η απόφασή σου είναι αυτή η οποία σε φέρνει στην πράξη και μετά τη μετανιώνεις ή όχι.

– Βέβαια, εκ των προτέρων μερικές φορές δεν ξέρουμε αν θα το μετανιώσουμε παρόλο που συχνά έχουμε κάποια μικρά δείγματα, κάποιες ενδείξεις…

* Είπες για ενδείξεις. Εγώ πλέον, αν έχω κάποια ένδειξη, είτε αίσθηση που μου λέει να μην το κάνω, τότε προσπαθώ να μην το κάνω.

– Στη ζωή σου είσαι από τους ανθρώπους που ακούνε ή ανήκεις σε εκείνους που μιλάνε;

* Μάλλον το δεύτερο, αλλά ακούω πολύ, ακούω πολύ καθαρά το τι λέγεται, απλώς επειδή είμαι και μέγας μπλαμπλαδόρος -άλλοι είναι μπαλαδόροι, εγώ είμαι μπλαμπλαδόρος- νομίζω ότι είμαι από τους ανθρώπους που μιλάνε πολύ αλλά έχοντας προηγουμένως ακούσει πολύ. Δηλαδή δεν μονολογώ, αν δεν μου δοθεί μια βασική θέση που πρέπει να συζητήσουμε.

– Παρατηρώ ότι κάποιοι συγγραφείς επανέρχονται στην καριέρα σου, όπως ο Μπρεχτ με την «Αγία Ιωάννα των σφαγείων» και μετά με τον «Κύκλο με την κιμωλία».

* Ο Μολιέρος, ο Σαίξπηρ, ο Μπρεχτ και ο Σοφοκλής με περιτριγυρίζουν χωρίς κατ’ ανάγκην να είναι και οι πιο αγαπημένοι μου. Περισσότερο αγαπώ τον Ευριπίδη, αν και τον έχω ανεβάσει μόνο μία φορά. Στην προκειμένη περίπτωση έχω να πω ότι ο συγγραφέας είναι από μόνος του μια θεματική που συνοδεύεται από μικρότερες θεματικές. Όταν ασχοληθείς με ένα συγγραφέα -και δεν πας να ανεβάσεις μόνο ένα έργο του- πρέπει να ανεβάσεις και όλα τα υπόλοιπά του ή το μεγαλύτερο μέρος. Τότε αρχίζεις και αντιλαμβάνεσαι ακριβώς τι λέει. Μετά θέλεις να ασχοληθείς και με το άλλο, και με το άλλο, και με το άλλο.

Επιστροφή στο ίδιο έργο

Δον Ζουάν

* Κολλάω πολλές φορές στο ίδιο έργο γιατί το ανεβάζω με κάποιο τρόπο και μετά σκέπτομαι: «Μήπως να το φωτίσω από εδώ πέρα την επόμενη φορά;». Και μου αρέσει αυτό, το να επιστρέφω στο έργο και να το βλέπω διαφορετικά. Βέβαια αυτό ισχύει για μένα και για κάποιο υποψιασμένο κοινό που μπορεί να παρακολουθεί τη δουλειά μου. Αυτό έκανα και με τον «Άμλετ» και με τον «Δον Ζουάν», που είχαμε ανεβάσει με τον Θέμη Μουμουλίδη. Αργότερα ήθελα να φωτίσω κάτι άλλο και το σκηνοθέτησα εγώ.

– Ναι, με τον Γιάννη Μπέζο πρωταγωνιστή.

* Έτσι ακριβώς με τον Γιάννη Μπέζο (σ.σ.: στο ρόλο του Σκγαναρέλ ο ίδιος ο Αιμίλιος Χειλάκης) με τον οποίο είμαστε πολύ καλοί φίλοι.

– Αλήθεια, η φιλία παίζει ρόλο στην επιλογή των συνεργατών;

* Μεγάλο, τεράστιο έως και τον πιο βασικό για εμένα.

– Ο Άλκις Κούρκουλος είναι φίλος;

* Τον Άλκι τον γνωρίζω εδώ και 20 χρόνια. Είναι ένας άνθρωπος που τον έχω θαυμάσει για όσα κάνει. Έχει μια ταπεινότητα και μια εσωστρέφεια η οποία μου αρέσει πολύ γιατί εγώ -αντιθέτως- είμαι εξαιρετικά εξωστρεφής. Μου αρέσουν άνθρωποι σαν τον Άλκι που με ισορροπούν. Επιτέλους τα καταφέραμε και δουλέψαμε φέτος μαζί. Εδώ θα πω κάτι που λέει ο Άλκις και το οποίο ενστερνίζομαι: «Αποφεύγω να δουλέψω με τους φίλους μου, γιατί θέλω να είναι φίλοι μου». Και πράγματι έχει πολύ δίκιο γιατί όταν φτάνεις στο σημείο να πρέπει να ακολουθούνται κάποιοι κανόνες, πρέπει να είσαι αυστηρός και με τους φίλους σου ή οι φίλοι σου να είναι αυστηροί μαζί σου.

Υπέροχες φιλίες και έχθρες

* Έχω δημιουργήσει υπέροχες φιλίες μέσα από τη δουλειά και βεβαίως υπέροχες έχθρες. Πράγματι υπέροχες έχθρες γιατί συμβαίνει και αυτό: Δεν μπορεί μόνο να σε αγαπάνε. Κάποιος θα διαφωνεί με αυτό που κάνεις. Κατά συνθήκη εμένα μου λένε ότι είμαι ένας πολύ καλός άνθρωπος. Αν όμως σου δώσω πέντε ονόματα να τους ρωτήσεις θα σου πούνε τα χειρότερα για εμένα, γιατί διαφωνούμε ριζικά σε σχέση με το θέμα της ζωής μου: Το τι είναι το θέατρο και τι δεν είναι. Εγώ πιστεύω ότι θέατρο κάνουμε γιατί πρέπει να δηλώσουμε την πολιτική μας θέση, κάποιος άλλος νομίζει ότι θέατρο κάνουμε γιατί είμαστε μάγκες. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχω καμιά σχέση με αυτόν.

– Οι άνθρωποι με προσωπικότητα συγκεντρώνουν βέλη είτε θετικά είτε αρνητικά. Δημιουργούν μεγάλες αγάπες, πολλή συμπάθεια αλλά και το αντίθετο ακριβώς.

* Όταν διαλέγεις να ανέβεις στο βήμα και να πεις τη γνώμη σου, ξέρεις ότι θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν. Χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι που με αγαπάνε και άνθρωποι που με αντιπαθούν βαθιά γιατί αυτό σημαίνει ότι έχω άποψη.

– Πάντως, το κοινό σε αγαπάει.

* Ίσως μαζί μου νιώθει ασφάλεια. Δεν του έχω πει ποτέ ψέματα. Οτιδήποτε έχω κάνει ή έχω παίξει ή έχω συμμετάσχει έχει πάντα ένα ψάξιμο. Άρα ξέρει ο κόσμος που θα έρθει να πληρώσει το εισιτήριό του για να δει μια παράσταση ότι τους προσφέρω ασφάλεια. Ξέρουν ότι ο Χειλάκης, μαζί με την Αθηνά Μαξίμου, μαζί με τον Άλκι Κούρκουλο, κάποια στιγμή με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, κάποια άλλη με τη Ράνια Οικονομίδου, αλλά και με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, ξέρουν πάντα ότι όλοι εμείς διαλέγουμε να τους πούμε μια ιστορία. Νομίζω πως αυτή την ασφάλεια ψάχνει ο θεατής σε όλους τους καλλιτέχνες.

– Την ίδια ασφάλεια αναζητάς κι εσύ στο χώρο σου;

* Θα σου πω ότι εμένα μου αρέσει πάρα πολύ -ας πούμε- η Γιώτα Νέγκα σαν τραγουδίστρια. Δεν μου έχει πει ποτέ ψέματα η Γιώτα στα τραγούδια της. Δεν την έχω ακούσει να τραγουδάει ποπ. Έχει μια συνέχεια, έχει μια συνέπεια. Όταν λοιπόν ακούσω ότι κάτι κάνει η Γιώτα, θα τρέξω να το χαρώ. Το ίδιο και με τη Νατάσα Μποφίλιου που αγαπώ επίσης. Ξέρω ότι δεν θα δω ξαφνικά τη Νατάσα ή τη Γιώτα να πούνε το «You are my one, my number one» για την Eurovision. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού. Απλώς δεν το ακολουθώ. Νομίζω λοιπόν πως αυτή την ασφάλεια ζητάς από κάποιους καλλιτέχνες.

– Από νωρίς ήσουν πρωταγωνιστής και έκανες ρόλους δημοφιλείς στην τηλεόραση. Έχεις μια ωραία παρουσία και, θα ήθελα να ρωτήσω, αυτό δεν είναι μια παγίδα;

Στο τηλεοπτικό “Νησί”
* Δεν ήμουνα πάντα πρωταγωνιστής, έχω παίξει και πολλούς δεύτερους ρόλους, ακόμα και πρόσφατα. Έχω συμμετάσχει σε δουλειά που δεν ήμουν ο πρωταγωνιστής γιατί απλούστατα πρωταγωνιστής είναι πάντα η ίδια η δουλειά. Δεν μπορείς να πεις ότι ο Αζντάκ είναι πρωταγωνιστής. Είναι ένας πρωταγωνιστής αλλά μαζί με όλους τους υπόλοιπους. Για παράδειγμα όταν έχεις Χατζιδάκι και Ελύτη, όταν έχεις Μαρία Πρωτόπαπα, Ελισάβετ Μουτάφη, Δημήτρη Λιγνάδη και σκηνοθετεί ο Μαρκουλάκης (σ.σ.: «Ο κύκλος με την κιμωλία») μαζί με όλα αυτά τα παιδιά που παίζανε, τότε δεν είσαι πρωταγωνιστής εκεί. Εκεί συμμετέχεις σε κάτι μεγαλύτερο από εσένα. Ακόμα και στις αρχές της σταδιοδρομίας μου μπορεί να με γοήτευαν οι ομώνυμοι ρόλοι αλλά το βασικό ήταν δίπλα σε ποιους ήμουν. Δηλαδή όταν κάνεις «Φιλοκτήτη» και έχεις όλους αυτούς τους μεγάλους συνεργάτες δίπλα σου, δεν σε ενδιαφέρει τι ρόλο θα κάνεις εσύ. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να είμαι εκεί παρών. Αυτό είναι το θέμα. Όταν ήμουνα στη σκηνή και έβλεπα τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη πλάι μου ήταν τόση μεγάλη η ευτυχία μου που δεν με ένοιαζε. Κάποια στιγμή ξέχναγα και τα λόγια μου γιατί τους έβλεπα να μιλάνε και τους χαιρόμουνα…

– Με τις κριτικές πώς αντιδράς; Όταν είναι αρνητικές, σε πληγώνουν;

* Η κριτική είναι η γνώμη ενός ανθρώπου η οποία δημοσιεύεται. Όμως γιατί να με πικραίνει η γνώμη ενός ανθρώπου που δεν συμφωνεί, όταν έχουν δει μια παράσταση 50.000 θεατές; Απλώς, η κριτική για τους κριτικούς είναι γνωστό ότι είναι ένα εμπορικό όπλο. Η κριτική μπορεί να σου φέρει κόσμο ή να σου διώξει κόσμο. Είναι εμπορική πράξη η κριτική. Δεν τη διαχειρίζονται λοιπόν σωστά κάποιοι. Ξέρεις ότι έχω ρωτήσει νομικό και μου είπε ότι μπορείς να κάνεις μήνυση σε κάποιον κριτικό θεάτρου επειδή προσβάλλει τη δημιουργία σου; Μια δημιουργία που δεν μπορείς να πεις ότι είναι ή δεν είναι έτσι. Δεν είναι ένα φαγητό που μπορείς να πεις πως ήταν ή δεν ήταν χαλασμένο και αυτό θα αποδειχθεί. Ενώ αν κάποιος κάνει μια κακή κριτική τότε μπορείς να τον μηνύσεις επειδή σου προσβάλλει το προϊόν σου χωρίς αποδείξεις ή για διαφυγόντα κέρδη. Βέβαια αυτό στην πράξη δεν γίνεται. Δεν υπάρχει αυτή η πρακτική, απλώς κάποιοι ξέρουν ότι έχουν αυτή τη δύναμη και το εκμεταλλεύονται.

Μικρό χωριό η Ελλάδα

* Είμαστε μικρό χωριό στην Ελλάδα, ξέρουμε ποιοι μας συμπαθούν και ποιοι μας αντιπαθούν και πια δεν δίνουμε σημασία. Ξέρω ότι αν έρθει κάποιος συγκεκριμένος κριτικός, θα μου γράψει κακή κριτική. Δεν ιδρώνει το αυτί μου πια. Περισσότερο θα ιδρώσει το αυτί μου αν γράψει καλή κριτική…

– Επειδή δεν το περιμένεις;

* Ακριβώς. Όχι λοιπόν δεν πρέπει να σε επηρεάζουν οι κακές ή οι καλές κριτικές. Αν όμως είσαι τόσο ματαιόδοξος και σε επηρεάζουν, ενώ λες ότι δεν σε επηρεάζουν τότε απλώς είσαι ψεύτης. Και οι πολύ καλές κριτικές και οι πολύ κακές κριτικές είναι άδικες. Οι πολύ καλές σου δημιουργούν μια εικόνα που την πιστεύεις στο τέλος ότι είσαι εξαιρετικός, ενώ κανείς δεν είναι εξαιρετικός. Από την άλλη πλευρά οι πολύ κακές κριτικές σε κάνουν να νομίζεις ότι είσαι ο χειρότερος ηθοποιός του κόσμου. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Ιστορίες…

Αγία Ιωάννα των Σφαγείων. Με τη Βίκυ Βολιώτη
* Ιστορίες λέμε, Ειρήνη, και τις λέμε όσο καλύτερα το αντιλαμβάνεται ο καθένας. Αυτή είναι η δουλειά μας, δουλειά μας δεν είναι ούτε να είμαστε διάσημοι, ούτε τίποτε άλλο. Δουλειά μας είναι να αναλαμβάνουμε μια ιστορία που λέγεται «Ταρτούφος» του Μολιέρου, να τη διαβάσουμε όπως εμείς την καταλαβαίνουμε. Με τον Μανώλη Δούνια, τον βασικότερό μου συνεργάτη, την πήραμε, τη σκηνοθετήσαμε και σας τη λέμε. Θα με κρίνεις μετά εσύ αν το έκανα καλά ή όχι; Δεν με ενδιαφέρει, έχω κάνει όλη αυτή τη μεγάλη πράξη, έχω αναλάβει την ευθύνη να σου πω μια ιστορία, αυτό είναι το σημαντικότερο για εμένα.

– Ποιο είναι το ουτοπικό σου όνειρο και ποια η φιλοδοξία σου;

* Να συνεχίσω να μπορώ να κάνω θέατρο σε αυτή τη χώρα που όλοι σου λένε να μην κάνεις τίποτα.

– Αλήθεια με το ταλέντο τι γίνεται; Τελικά αυτό το περίφημο ταλέντο υπάρχει; Ή είναι ένα ψέμα; Ή τέλος αυτό που έχει σημασία είναι η δουλειά και η αφοσίωση;

* Αν έχεις μακριά δάχτυλα έχεις ένα πρώτο ταλέντο. Όμως το ότι έχεις μακριά δάχτυλα δεν σε κάνει πιανίστα. Αν έχεις μια ωραία φωνή μπάσα λες μπορεί να παίξεις στην Επίδαυρο. Άμα όμως δεν διαβάσεις τους τραγικούς, πώς θα παίξεις στην Επίδαυρο; Ταλέντο είναι η πρόθεση καταρχήν. Θέλω πολύ να κάνω κάτι. Αυτή η φλόγα είναι ένα άγουρο ταλέντο το οποίο δεν ξέρεις τι να το κάνεις. Αν μετά δεν δουλέψεις, γίνεσαι αυτό που λένε: «Έμεινε αιώνιο ταλέντο αυτός». Το ταλέντο είναι η πρώτη στιγμή, είναι η στιγμή που μπαίνεις στη Σχολή. Από εκεί και πέρα τέρμα το ταλέντο πια. Από εκεί και πέρα ξεκινάς να δουλεύεις. Το ταλέντο μου εμένα ήταν μέχρι το 1988 που το είδαν στο Θέατρο Τέχνης και με πήρανε στη Σχολή, από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα έπρεπε και πρέπει να το αποδεικνύω καθημερινά με τη δουλειά μου.

– Αυτή είναι η διαρκής σου επιθυμία και αγωνία;

* Η πρόθεσή μου πάντα είναι αυτή. Δεν θα χαθεί όμως. Προσπαθώ να έχω την ίδια πρόθεση διαρκώς. Θέλω να ανέβω στη σκηνή και νιώθω μια περίεργη χαρά η οποία δεν αναλύεται. Κάθε φορά έχω την ίδια απόλυτη χαρά και το ίδιο τρακ να ανέβω και να πω μια ιστορία. Αυτό για κάποιο λόγο με κάνει ευτυχισμένο.

Ταλέντο ζωής

* Καταρχάς πρέπει να υπάρχει ταλέντο ζωής. Να θέλεις να ζήσεις. Είχα ένα φίλο μου αγαπημένο ο οποίος αυτοκτόνησε. Δεν είχε ταλέντο στη ζωή τελικά. Πρέπει να θέλεις πολύ για να ζήσεις. Διαφορετικά όλα σε οδηγούν κάποια στιγμή σε αρρώστιες οι οποίες είναι πέραν του φυσιολογικού και του κανονικού. Κινητήρια δύναμη για όλα είναι το να θέλεις να ζήσεις.

– Την ίδια δύναμη αντλείς και από το αγαπημένο σου νησί, τα Κύθηρα;

* Πηγαίνουμε πολλές φορές τα καλοκαίρια. Μέναμε σε σκηνές κάποτε. Τώρα μεγαλώσαμε αλλά αυτή η επαφή με τη φύση και τότε και τώρα μας έδινε ιδέες και έμπνευση. Στα Κύθηρα έχω αποφασίσει τις περισσότερες φορές τι θα κάνω. Ίσως με εμπνέει το μέρος στα επαγγελματικά μου βήματα. Εκεί στη ραστώνη του μεσημεριού σου έρχεται κάτι αναπάντεχα. Δεν μπορώ να σου πω ότι είμαι φυσιολάτρης, ούτε καν φυσιοδίφης βέβαια, αλλά μου αρέσει εκεί που νιώθω καλά να επιστρέφω. Ίσως είναι η φύση του, είναι οι άνθρωποί του. Το κάλλος των Κυθήρων είναι κάτι που ανακουφίζει πραγματικά τις αισθήσεις μου. Όταν πηγαίνω και επισκέπτομαι αυτό το μέρος, είτε πάω άνοιξη, είτε πάω καλοκαίρι, είτε πάω χειμώνα, είναι κάτι πολύ όμορφο…

– Έκανες άλλοτε ένα μεγάλο ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Πήγες για σπουδές; Για σεμινάρια;

* Δεν έκανα απολύτως τίποτα, Ειρήνη μου. Πήγα για να μιλήσω κατευθείαν, να βρω επαφές επαγγελματικές για να δουλέψω, δεν έκανα κανένα σεμινάριο, δεν πήγα για σπουδές. Πάνω στο μήνα που ήμουνα εκεί συνειδητοποίησα ότι τελικά εμένα δεν μου αρέσει καθόλου αυτό. Δεν είναι στα σχέδιά μου να μείνω σε μια χώρα στην οποία δεν μπορώ να μιλάω τη γλώσσα της όσο καλά θα πρέπει να τη μιλάει ένας ηθοποιός.

– Και όταν υπάρχει τόσο μεγάλη προσφορά;

* Κοίτα άμα πιστεύεις στον εαυτό σου κάποια στιγμή το θέμα της προσφοράς και της ζήτησης θα το ξεπεράσεις. Όμως δεν θα μπορούσα να παίξω θέατρο σε άλλη γλώσσα. Είναι πολύ πιο δύσκολο και από το να περιμένω 10 χρόνια μέχρι να μπορέσω να μπω στη σειρά. Για να κάνω στη Νέα Υόρκη τα απαραίτητα, θα έπρεπε να περάσουν άλλα 20 χρόνια. Έτσι σκέφτηκα ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι θλιβερή. Κανονικά στην Αμερική έπρεπε να έχω πάει στα 20 μου και όχι στα 35 μου.

– Τα λάθη έχουν κάποια σημασία στη ζωή μας;

* Επαγγελματικά δεν υπάρχει τίποτα λάθος, υπάρχει συμφέρον ή μη συμφέρον. Πολλές φορές το λέω και σε συναδέλφους ή στους ηθοποιούς που σκηνοθετώ. Δεν υπάρχει λάθος, υπάρχει αυτό που δεν συμφέρει την παράστασή μας. Το ίδιο πράγμα σε μια παράσταση είναι λάθος και σε μια άλλη είναι σωστό. Είναι θέμα λοιπόν της δομής του κόσμου που πάμε να φτιάξουμε και της αισθητικής μας.

Το ώριμο

Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται
* Οι Έλληνες έχουμε μια πάρα πολύ ωραία λέξη για τις χρονικές στιγμές τις σωστές: Το ωραίο, έχει να κάνει με την ώρα. Το ωραίο, το ώριμο, της ώρας. Έχουν γίνει λοιπόν ωραία και άσχημα λάθη. Υπάρχουν λάθη που πρέπει να γίνουν στην ώρα τους γιατί είναι σηματωροί για την επόμενη ζωή σου, για να μην ξανασυμβούν. Είναι ωραίο λάθος αυτό όπως το ονομάζω εγώ. Και ονομάζω άσχημο λάθος κάποιο το οποίο είναι επαναλαμβανόμενο. Κάθε μας πράξη μας φέρνει αντιμέτωπους πιο πολύ με την ωριμότητά μας.

Ο αντίκτυπος

* Πρέπει να περάσει χρόνος να δεις ποιο ήταν ο αντίκτυπος των πράξεών σου. Δεν μπορείς να είσαι και ο ιστορικός του μέλλοντός σου αλλά και χρονογράφος του, δεν γίνονται και τα δύο την ίδια στιγμή. Νομίζω πως σε τελικά ανάλυση δεν υπάρχει ούτε λάθος, ούτε σωστό. Αυτό που υπάρχει στη δουλειά μας είναι αυτό που μας συμφέρει και αυτό που δεν μας συμφέρει.

– Φήμες και διαδόσεις, πώς σχολιάζεις αυτές τις δύο λέξεις;

* Πολύ βάσανο, επειδή και οι φήμες και οι διαδόσεις το μόνο που κάνουν είναι να σου τρώνε χρόνο από την ζωή σου.

Φόβος και θυμός

* Και ο φόβος και ο θυμός δημιουργούν μνησικακία και, όπως λέει και ο Σαίξπηρ στον Άμλετ: «Είμαι μνησίκακος, φιλόδοξος. Έχω όλα τα αρνητικά και τα θετικά που έχει ο καθένας». Άρα το θέμα είναι πώς διαχειρίζεσαι θυμό και φόβο.

Έρωτας και αγάπη

* Όταν μου το είχαν ξαναρωτήσει είχα σκεφθεί τον γαλαξία μας. Γιατί λέγεται γαλαξίας; Γιατί -λένε- ήταν το σπέρμα του Δία. Γαλαξίας, the milky way που λέμε… Έχει να κάνει με τη δημιουργία, έχει να κάνει με τον σπόρο. Βλέπω πολύ ιδεολογικά και ανθρώπινα τον έρωτα και την αγάπη. Τα μεγάλα συναισθήματα πρέπει να έχουν σχέση και με το σώμα σου. Εμένα με κάνουν να γελάω οι πλατωνικοί έρωτες, αφού δεν υπάρχουν. Έρωτας είναι όταν ποθείς το σύμπαν από τον άλλον. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και ουσιώδες.

– Το επόμενο σχόλιό σου θα είναι για τη συγχώρεση και τη συγγνώμη.

* Είμαι μνησίκακος και είναι από τα θετικά ή τα αρνητικά μου στοιχεία, δεν έχει σημασία. Ξέρω ότι άνθρωποι που δεν μου έχουν ζητήσει συγγνώμη έχουν διαγραφεί για πάντα από εμένα. Φαντάζομαι ότι το ίδιο θα έχω πάθει κι εγώ από άλλους. Άρα είναι ένα παιχνίδι η συγχώρεση και η συγγνώμη που έχει να κάνει με τη θέση σου μέσα στην πολιτεία σου. Συνήθως όταν ξέρουμε ποια είναι η θέση μας, πιο εύκολα συγχωρούμε ή ζητάμε συγγνώμη. Αυτή τη στιγμή ηγούμαι ενός σχήματος, αν κάνω κάτι με το οποίο θα δυσκολέψω τους άλλους πρέπει να τους ζητήσω συγγνώμη. Αν τους ζητήσω συγγνώμη αμέσως, ίσως να έχω πιθανότητες συγχώρεσης.

– Είναι και γενναιότητα να ζητάς συγγνώμη;

* Πολύ μεγάλη. Αυτό είναι γενναιότητα. Θέλει θάρρος να αναλαμβάνεις τη θέση σου, αλλά δυστυχώς δεν το κάνω πάντα. Βέβαια αυτός είναι ένας τρόπος. Όλα τα δηλητήριά μας, όλα τα θετικά ή τα αρνητικά μας είναι οι σηματωροί μας για να επικοινωνούμε με τους ανθρώπους. Δεν πιστεύω στη διαρκή συγχώρεση, δηλαδή δεν κατανοώ αυτό το περί αγιότητας αίσθημα. Φαντάσου τώρα, τη νιρβάνα της απόλυτης συγχώρεσης ή να σου ραπίζουν το ένα μάγουλο και να γυρίζεις και το άλλο. Έ, λοιπόν εγώ όχι. Δεν την πιστεύω αυτή τη συγχώρεση.

– Γι’ αυτό το καλοκαίρι τι σχέδια έχεις;

* Θα είμαστε στη «Λυσιστράτη» που θα σκηνοθετήσει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Έχουμε μια χαρούμενη αγωνία.

– Κλείνουμε με την τελευταία ερώτηση. Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Έχετε κατοικίδιο;

* Έχουμε δύο. Θέλουμε να γυρίσουμε το βράδυ στο σπίτι για να πάρουμε αγκαλιά τον Μπιπ και τη Φούσκα, δύο μαλτεζάκια. Το ένα είναι 8 χρονών και το άλλο 5. Ήταν το ωραιότερο δώρο που μου έχουν κάνει στα γενέθλιά μου ο Μπιπ. Μου τον έφερε η Αθηνά. Είναι παιδιά από pet shop αλλά δεν θα το ξανακάνουμε κατά πάσα πιθανότητα. Θα προτιμήσουμε κάποια στιγμή να πάρουμε άλλα σκυλιά, αλλά τώρα ο Μπιπ και η Φούσκα είναι τόσο παιδιά μας που είναι τεράστια η αγάπη μας. Αυτά τα πλάσματα, όταν διαφωνούμε και μαλώνουμε με την Αθηνά, έρχονται και κάθονται ανάμεσά μας προσπαθώντας με τον τρόπο τους να μας υποχρεώσουν να σταματήσουμε.

Οι… διαιτητές

Μπίλυ Έλιοτ – το μιούζικαλ

Συμμετέχουν στους καβγάδες μας ως διαιτητές και αυτό είναι φοβερά αστείο. Κι όταν το βράδυ πέφτουμε για ύπνο έρχονται κι αυτά και κουρνιάζουνε δίπλα μας να κοιμηθούν μαζί μας. Αυτή η ανάσα τους και μόνο σε γαληνεύει. Είναι εξαιρετικά νοήμονα όντα και τα δύο. Συνεννοούμαστε κανονικότατα, δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Κοιτάω τον Μπιπ ξέρει τι θέλω, με κοιτάει ο Μπιπ ξέρω τι θέλει. Το ίδιο και με τη Φούσκα. Είναι δύο γλυκά τερατάκια. Σε αντίθεση με το ανθρώπινο είδος που είναι ένα καρκίνωμα για τον πλανήτη Γη. Κάποια στιγμή όμως θα το βρει ο πλανήτης Γη το εμβόλιο και θα μας διαολοστείλει.

– Σε ευχαριστώ Αιμίλιε, που μοιράστηκες μαζί μας τις σκέψεις σου.

* Ειρήνη μου κι εγώ σε ευχαριστώ._

Αγία Ιωάννα των Σφαγείων

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΤΟΥ CATISART.GR

Ταρτούφος ή Οι Απατεώνες

Ο κύκλος με την κιμωλία

Φιλοκτήτης του Σοφοκλή

Αθηνά Μαξίμου – συνέντευξη

Θέατρο χωρίς Σύνορα – Φεστιβάλ 2016

Φιλοκτήτης. Με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό

* Ο Αιμίλιος Χειλάκης όταν τελειώνει τη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, πέφτει κατευθείαν στα βαθιά. Θα περάσει από διάφορες παραστάσεις και θα φτάσει στον θίασο του Λευτέρη Βογιατζή, που τότε ανέβαζε τον “Μισάνθρωπο” του Μολιέρου, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Το 1997 παίζει στην παράσταση «Στην εθνική με τα μεγάλα» που σκηνοθέτησε ο Νίκος Μαστοράκης και ανέβηκε κι αυτή στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Λίγο μετά βραβεύεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τους «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού (είχαν βραβευθεί τότε και οι 6 ηθοποιοί που συμμετείχαν στην ταινία). Ακολουθούν τηλεοπτικές σειρές (όπως το «Η ζωή που δεν έζησα» της Μιρέλλας Παπαοικονόμου), ταινίες («Ο Δεκαπενταύγουστος», το «Στην άκρη της πόλης», αλλά και το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»), ενώ παράλληλα ασχολείται με το σπικάζ.
Σε ηλικία 30 ετών αρχίζει να καταπιάνεται με δικές του θεατρικές παραγωγές. Ξεκίνησε με το «Αυτό να το κάψεις» του Λάνφορντ Γουίλσον, μετά έκανε τη «Δεσποινίδα Τζούλια» και κατόπιν μετέφερε στο θέατρο το «Boys don’t cry». Έχει παίξει ακόμη: «H Aγία Ιωάννα των σφαγείων», «Οιδίπους Τύραννος», «Άμλετ», «Δον Ζουάν», «Το νησί» (τηλεοπτική σειρά), «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται», «Φιλοκτήτης», «Ο κύκλος με την κιμωλία», «Μπίλυ Έλιοτ – το μιούζικαλ», «Ταρτούφος» και άλλα.