26.4 C
Athens
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

“Αίας” ηρωικής τρέλας και ελληνικότητας από το Θέατρο του Νέου Κόσμου

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Μετά το θάνατο του Αχιλλέα, ο γενναιότερος πολεμιστής στο στρατόπεδο των Ελλήνων είναι ο Αίας. Ωστόσο, κατά την κρίση των όπλων, οι Έλληνες αρχηγοί αποφασίζουν τα όπλα του νεκρού ήρωα να δοθούν στον Οδυσσέα, εκτιμώντας το συνθετικό μυαλό του. Ο Αίας θίγεται βαθιά από τη μεγάλη αδικία. Θυμωμένος, επιχειρεί να επιτεθεί τους Αχαιούς, όμως η Αθηνά θολώνει το μυαλό του και η φονική του μανία ξεσπάει στα κοπάδια τους. Όταν συνέρχεται και συνειδητοποιεί τι έκανε, η αξιοπρέπειά του έχει πληγεί τόσο ώστε ο ήρωας επιλέγει να αυτοκτονήσει.
Ο “Αίας” θεωρείται η παλαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή, ενδεικτική ωστόσο της θεατρικής ιδιοφυΐας του.
Βλέπουμε τον Αίαντα, βαθιά τραυματισμένο από την προσβολή, να αποσύρεται στη σκηνή του και να παραφρονεί. Εξαιτίας της τρέλας του ορμάει στα κοπάδια των Αχαιών και τα κατασφάζει, νομίζοντας ότι σφάζει τους εχθρούς του Έλληνες, που τον αδίκησαν στην κρίση. Άλλα από τα ζώα τα σκότωσε, άλλα τα έδεσε και τα έφερε στη σκηνή του. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν κι ένα κριάρι, που ξεχώριζε. Νόμιζε ο Αίας ότι ήταν ο Οδυσσέας γι’ αυτό το έδεσε και το μαστίγωσε ιδιαίτερα αυτό. Μάλιστα η επιγραφή του έργου ολοκληρωμένη είναι “Αίας Μαστιγοφόρος”. Κατ’ άλλους μελετητές βέβαια το “Μαστιγοφόρος” μπήκε για να διακρίνεται από άλλο έργο του Σοφοκλή, που επιγραφόταν “Αίας ο Λοκρός”. Ενώ ο Αίας πράττει αυτά, η Αθηνά πλησιάζει τον Οδυσσέα, που θέλει να μάθει τι συμβαίνει και του διηγείται τα γεγονότα. Μετά καλεί τον Αίαντα να βγει έξω. Εκείνος βγαίνει και καυχιέται, μέσα στην αλλοφροσύνη του, ότι σκότωσε τους εχθρούς του. Και ενώ ξαναμπαίνει στο αντίσκηνο, για να μαστιγώσει τον “Οδυσσέα”, έρχεται Χορός από ναύτες της Σαλαμίνας που γνωρίζουν ότι σφάχτηκαν κοπάδια ελληνικά, αλλά δε γνωρίζουν ποιος το έκαμε. Εμφανίζεται ακόμα η Τέκμησσα, η σκλάβα και γυναίκα του Αίαντα, που γνώριζε ότι ο φονιάς των κοπαδιών ήταν ο Αίας, αλλά δεν ήξερε τίνος ήταν τα κοπάδια. Ο καθένας λοιπόν από τους δύο έμαθε από τον άλλο ό, τι δεν ήξερε. Ο Χορός από την Τέκμησσα ότι ο Αίας διέπραξε το κακό και η Τέκμησσα από το Χορό ότι τα κοπάδια ήταν ελληνικά και μοιρολογούν και οι δύο, προπάντων ο Χορός. Ύστερα παρουσιάζεται ο Αίας, που έχει έρθει στα σύγκαλά του και μοιρολογά και αυτός τον εαυτό του. Η Τέκμησσα τον εκλιπαρεί να πάψει το θυμό του.
Πανύψηλος περιγράφεται από τον Όμηρο ο Αίαντας. Γίγαντας, με ευρεία σωματική διάπλαση, τεράστια μυϊκή δύναμη που του επέτρεπε να μάχεται εκτοξεύοντας με τα χέρια του ακόμα και τεράστια αγκωνάρια. Εντυπωσιακός ήταν και ο οπλισμός του, στον οποίο κυριαρχούσε η τεράστια ασπίδα του. Ηρωικός και ανδρειωμένος, ξεχώριζε βεβαίως και για τη φρόνησή του. Μέχρι ενός σημείου, όμως.
Η σκηνή της τραγωδίας εκτυλίσσεται στο ναύσταθμο, κοντά στο αντίσκηνο του Αίαντα. Ο ποιητής με θαυμάσιο τρόπο βάζει στον πρόλογο την Αθηνά. Δεν είναι δυνατόν να βγει ο Αίας και να εξιστορήσει όσα έκανε. Έπειτα ούτε κανένας θνητός τα γνώριζε αυτά, καθότι ο Αίαντας τα έκανε κρυφά και νύχτα. Κάποιος θεός λοιπόν έπρεπε να τα ξεκαθαρίσει. Και αυτό ήταν υποχρέωση της Αθηνάς, γιατί -επειδή ο ήρωας τής φέρθηκε με ασέβεια- προκάλεσε την τρέλα του. Και ακόμα, γιατί και πιο μπροστά η Αθηνά φρόντιζε για τον Οδυσσέα, ήταν γι’ αυτόν «πρόθυμος φύλακας στο κυνήγι» του. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, προαναγγέλλεται η πεποίθηση του ομηρικού ανθρώπου ότι η έπαρση και η αλαζονεία αποτελούν εκφάνσεις αμαρτήματος και επιφέρουν θεϊκή τιμωρία.
Αν και είναι λιγότερο σπουδαίος από τον Αίαντα, ο Οδυσσέας επικρατεί γιατί έχει συλλογική συναίσθηση της θέσης του και της σχέσης του με τους θεούς, άρα διαθέτει την απαιτούμενη δυνατότητα προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες ηθικοπολιτικές καταστάσεις και, κατ’ επέκταση, πολιτική σοφία. Τον ωφέλησε λοιπόν που νίκησε, αφού ένας σπουδαίος άνδρας σκοτώθηκε από φιλότιμο επειδή νικήθηκε;
Το Φεστιβάλ Αθηνών και το Θέατρο του Νέου Κόσμου παρουσίασαν στις 17-18 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου τον “Αίαντα” του Σοφοκλή σε μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη και σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Μια από τις πιο φορτισμένες πολιτικά τραγωδίες της ελληνικής γραμματείας, και η αρχαιότερη από τις σωζόμενες του Σοφοκλή, διατηρεί ζωντανό τον ομηρικό απόηχο πάνω σε έναν προβληματισμό: Πώς το πολεμικό – ηρωικό ιδεώδες δεν κάμπτεται από τον πολιτικό συμβιβασμό. Ως ο αξιότερος, αξιώνει ν’ αποκτήσει τα όπλα του θανόντα. Όταν αυτά αποδίδονται στον Οδυσσέα, ο Αίας νιώθει ατιμασμένος. Γι’ αυτό και δίχως το τεκμήριο του ηρωικού μεγαλείου του, αυτοκτονεί. «Τον χθεσινό ήρωα δεν τον χρειάζεται η νέα εποχή, πρέπει να τον ακυρώσει», παρατηρεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, που επέστρεψε στην Επίδαυρο μέσα από τη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη.

Τα πρόσωπα του δράματος με τη σειρά που παρουσιάζονται είναι: Αθηνά, Οδυσσέας, Αίας, Χορός Σαλαμίνιων ναυτών, Τέκμησσα, Άγγελος, Τεύκρος, Μενέλαος, Αγαμέμνονας.
Ο κεντρικός ήρωας, ανυπέρβλητα γενναίος, παλεύει με τη μοίρα του, καθώς επιθυμεί μόνος του να ορίζει ζωή και θάνατο, απορρίπτοντας σταθερά τη θεϊκή βοήθεια. Ακέραιος χαρακτήρας με έμμονη πίστη στις ηθικές του αξίες, αρνείται και την παραμικρή έκπτωση σ’ αυτές. Ταυτίζει την τιμή με την ύπαρξή του κι όταν χάνει την πρώτη, η δεύτερη δεν έχει πια κανένα νόημα. Ο δυνατός ήρωας έχει απόλυτη αδυναμία να υποχωρήσει και να προσαρμοστεί σε οτιδήποτε αντιβαίνει στις αντιλήψεις του. Μακριά από το πεδίο της μάχης, όπου το προβάδισμα κερδίζουν η πολιτική και η διπλωματία, ο άριστος πολεμιστής απομονώνεται, δεν έχει πια θέση στη νέα τάξη πραγμάτων.

Ο Αίας είναι από μόνος του μια αξία. Είναι η επαναστατική πράξη, η αξιοπρέπεια, η ελεύθερη βούληση, η ηθική στάση, η εσωτερική καθαρότητα, η ελευθερία, ο κοινός νους, το δίκαιο. Είναι η δύναμη που απωλέσθη. Είναι το σημείο αναφοράς που έχουμε χάσει διά παντός. Ο γενναίος πολεμιστής της Τροίας σε εποχές που ο πόλεμος ήταν μεγάλη τέχνη.
Ο Αίας δεν είναι απλώς μια πολεμική μηχανή. Πέρα ακόμα και από σύμβολο ενός αξιακού συστήματος, αυτού που ονομάζουμε «ηρωικός κόσμος», είναι ένας αντάρτης που, προσδιορίζοντας μόνος του το «φυσικό του», ξεκαθαρίζει ότι «δεν είναι οφειλέτης στους θεούς για τίποτα». Κι αν λίγο αργότερα λέει ότι «πρέπει να υποχωρούμε στους θεούς», αυτό δεν είναι παρά στρατήγημα αναγκαίο για τη δραματική λειτουργία, αφού με τον λόγο της πλαστής μεταμέλειάς του μπορεί να ξεφύγει από τη φύλαξη των οικείων του. Ένας «ωραία μονάχος» λοιπόν, όπως τον αποκαλεί ο Παντελής Μπουκάλας στο ομώνυμο ποίημά του «Αίας», που ακούγεται στην παράσταση.

Ο Οδυσσέας από την άλλη δεν είναι ακριβώς ένας κατεργάρης που μηχανεύεται τεχνάσματα για να δολοπλοκεί, αλλά ένας πανέξυπνος πολιτικός νους που κατέχει την τέχνη της διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων και ξέρει να βγαίνει ωφελημένος. Όταν οι αρχηγοί σύμμαχοί του Μενέλαος και Αγαμέμνονας προσπαθούν να εμποδίσουν την ταφή του Αίαντα, δείχνει συμπόνια για τον άψυχο πια αντίπαλό του, αναγνωρίζοντας ίσως και τη δική του μοίρα στη μοίρα του νεκρού. Ο Οδυσσέας, πάνω από το σώμα του νεκρού ήρωα, είναι εκείνος που με τη σωτήρια παρέμβασή του αποτρέπει την εμφύλια σύρραξη και καρπώνεται το κλέος. Ο κόσμος πια θα είναι αλλιώς. Τέλος εποχής.

Με την παρουσία ενός ραψωδού, που προβάλλει μέσα από τον Χορό, και με τη σύμπραξη της μουσικής, φτιάχτηκε μια παράσταση σαν επικός ύμνος για τον Αίαντα. Για τον κάθε Αίαντα ως τις μέρες μας. Οι ηθοποιοί, εκτός από ταλέντο, διέθεταν και υψηλή τεχνική, σώματα ευέλικτα και καλογυμνασμένα, φωνητικά και μουσικά προσόντα. Ο σκηνοθέτης μαζί με τον συνθέτη Νίκο Κυπουργό επέλεξαν να εκτελείται ζωντανά η μουσική από τους ηθοποιούς, χωρίς μηχανική υποστήριξη. Τα πιο φαντασμαγορικά και ωραία στοιχεία της παράστασης ήταν τα λαούτα, τα κρουστά και η μπάντα των πνευστών μέσα στο μοναδικό φυσικό ηχείο της Επιδαύρου.

Η παράσταση κρατήθηκε σε επίπεδο αφαίρεσης και ισορροπίας, κινούμενη ανάμεσα στην υπόκριση και την αφήγηση. Ο λόγος τοποθετήθηκε σε κορυφαίο επίπεδο και αποφεύχθηκε η εικονογράφηση, που -σύμφωνα με τον σκηνοθέτη- μειώνει το μέγεθος των πραγμάτων.
Της αυτοκτονίας του Αίαντα, προηγείται ένας σπαρακτικός μονόλογος, από τους αρτιότερους του αρχαίου δράματος, όπου ο Αίας περιγράφει γλαφυρά τον τρόπο που θα αυτοκτονήσει. Στο σημείο αυτό επιστρατεύτηκε η ευλαβική λιτότητα και η συγκινησιακή δύναμη που έχει η Μεγάλη Εβδομάδα και συγκεκριμένα ο Επιτάφιος. Από την άλλη η μορφή του Οδυσσέα Ανδρούτσου ταυτίστηκε εν μέρει με τον Αίαντα, αφήνοντας το αυστηρό αποτύπωμά της στη σκηνοθετική ματιά και αισθητική. Μετά τη διαμάχη του και τον παραγκωνισμό του από τους πολιτικούς έτσι και ο πεισματάρης και οξύθυμος πολέμαρχος λοιδορήθηκε και αφανίστηκε.
Όσους δεν μιλούν τη δική της γλώσσα, όσους συνεχίζουν να αντιστέκονται, η εξουσία τους παραμερίζει, τους απομονώνει, τους στιγματίζει, τους διώκει, τους εξοστρακίζει.
Ο Αίας είναι ανδρείος, τολμηρός, ευφυής, είναι το αρχέτυπο του δεινού πολεμιστή, άνθρωπος των πράξεων και όχι των λόγων. Αψηφά τους κινδύνους, δεν κάνει ελιγμούς, είναι ένας έφηβος στην ψυχή.
Τα αποσπάσματα από το ποίημα «Αίας» του Παντελή Μπουκάλα, που ακούγονται μελοποιημένα από τον ραψωδό και τον θίασο στην έναρξη και στο τέλος της παράστασης, δίνουν έμφαση στην προσωπικότητά του. Ο ήρωας μιλάει για τον εαυτό του, για τη στάση της ζωής του σαν τρίτος, σαν παρατηρητής του θανάτου του, γνωρίζοντας πως το μόνο που έχει μείνει να αντιστέκεται είναι το σώμα του. Ακέραιος, ευθυτενής, ωραίος μέσα στα ανδραγαθήματά του, το αρχέτυπο του ήρωα, αυτός που θέλει να λογίζεται κύριος της ψυχής και του σώματός του, χωρίς θεϊκή βοήθεια. Ο καλύτερος πολεμιστής των Αχαιών, που ωστόσο χάνει την τιμή του και φτάνει στον έσχατο εξευτελισμό. Η ζωή του δεν έχει πια καμιά αξία για τον ίδιο. Και γίνεται ο πρώτος αυτόχειρας στο αρχαίο δράμα. Το σώμα αυτού που σκότωνε με αγριότητα, που δεχόταν την αγριότητα, το γεμάτο πληγές, τώρα κείτεται νεκρό. Μνημείο ανθρώπου.

Η τραγωδία αυτή είναι μια τραγωδία της τρέλας. Μιας τρέλας που αντικατοπτρίζεται και στην εποχή μας. Όπως από τον Αίαντα πήραν τα όπλα, έτσι και από εμάς παίρνουν την αξιοπρέπεια, την ποιότητα της ζωής, τη δυνατότητα επιλογής.

Το ήθος, οι ευαισθησίες και η ακεραιότητα του Αίαντα δεν φωτίζονται μόνο από τα παλικάρια του, τους Σαλαμίνιους ναύτες του Χορού, κι από τον αδελφό του τον Τεύκρο, αλλά κυρίως από την Τέκμησσα, τη γυναίκα που κέρδισε με το δόρυ του, σκοτώνοντας τους γονείς της. Εδώ έγκειται βεβαίως η ανωτερότητα του Σοφοκλή. Αυτή η ξένη, η αιχμάλωτη, τον αγάπησε, μοιράστηκε το κρεβάτι μαζί του, και γνωρίζοντάς τον καλύτερα απ’ τον καθέναν ένιωσε πρώτη το μονοπάτι της θλίψης που βαδίζει ο Αίας. Μετά το τέλος του από τα χείλη της ακούγεται ένας από τους καλύτερους δημόσιους λόγους για τον ήρωα και τις αξίες του. Μια από τις τελευταίες της φράσεις είναι: “Ό, τι λαχτάρησε το απόχτησε, τον θάνατο που θέλησε”. Ύστερα από αυτό, και μέχρι το τέλος του έργου, επιλέγει τη σιωπή.
Στην παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου επικρατούσε μια αρμονική χρωματική ευφορία, με πλήθος σπάνιους τόνους, λεπτότατους και συγχρόνως γεμάτους ευδαιμονία. Το έργο επιζητούσε την απλότητα και τη σαφήνεια, μα και το βάθος του ήταν πολύ ικανά σχεδιασμένο. Η σκηνοθετική άποψη έφτανε σε μια λάμψη που εξέφραζε ξεγνοιασιά και, συγχρόνως, εκστασιακή αυτοσυγκέντρωση. Είχε μια απίστευτη ποιότητα στην ύλη του, μια δυνατή συνείδηση των κανόνων του θεάτρου ως έργου τέχνης, με την ανατολίτικη και τη βυζαντινή του σημασία. Στις ερμηνείες τα εντυπωσιακά και πολύτιμα χρώματα έδιναν τη θέση τους σε αποχρώσεις πιο ζεστές, πιο συγκινησιακές. Ερμηνείες επιμελημένες και σφιχτές. Ο «Αίας» του Θεοδωρόπουλου, των άξιων συνεργατών του και του Θεάτρου του Νέου Κόσμου δεν ήταν παράσταση ακαδημαϊκή ούτε μοντέρνα, δεν ήταν συντηρητική αλλά ούτε πειραματική και κυρίως δεν ήταν παράσταση δήθεν επαναστατική. Ήταν παράσταση με άποψη, ενθουσιασμό και αυθορμητισμό. Με στοιχεία σοφά και δημιουργικά τρελά. Ψυχρή και θερμή ταυτόχρονα. Αναρχική και πειθαρχημένη.
Παράσταση με ελληνικότητα, που μύριζε κοκκινόχωμα, πευκότοπο και ελαιώνα, θάλασσα και βουνά θεών, κλέφτες και αρματολούς, με έναν Αίαντα σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία.
Συνδύαζε, άλλοτε ζωηρά και δραματικά, κι άλλοτε απαλά και λυρικά, αλλά πάντα αρμονικά, τις εικόνες ενός ζωντανού κόσμου. Τοπία, εικόνες, μνημεία και χρονικές στιγμές της Ελλάδας των περιηγητών, ανατροφοδότησαν τη φαντασία μας των θεατών και δημιούργησαν σημεία εκκίνησης για τις προσωπικές μας αναγνώσεις.
Ο Αίας φαινόταν να έχει άμεση επίδραση από τα κοινωνικά δρώμενα των νησιών, από τη διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές, ενώ οι ήρωές του ζωντάνευαν τις φιγούρες του Θεόφιλου, άλλος μοιάζοντας με Μεγαλέξανδρο, κι άλλος με ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης. Όπως δημιουργική αφέλεια και απλοϊκή αριστουργηματικότητα δημιουργούσε ο μεγάλος λαϊκός ζωγράφος με εξοπλισμό και κοστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος.

Συντελεστές

Η μουσική του Νίκου Κυπουργού με την αρχαιοελληνική και παραδοσιακή χροιά της μας κατέκτησε. Ο υπέροχος τροβαδούρος, τοποθετημένος στρατηγικά σχεδόν καταμεσής της ορχήστρας, αποτελούσε μια ευθεία και συγκινητική αναφορά στον Όμηρο.
Ο Νίκος Κουρής (Αίας) θαυμάσιος ερμηνευτικά, με παρουσία που θύμιζε μυθικό παλαιστή. Η υπέροχη Μαρία Πρωτόπαππα (Τέκμησσα) έπλασε μια στοργική, πριγκιπική και βαθιά ερωτευμένη σύντροφο, που αγωνιά για τον αγαπημένο της. Πιστή, αφοσιωμένη και συγκλονιστική.
Ο Γιάννης Τσορτέκης δημιούργησε ένα συναρπαστικό Οδυσσέα. Δυναμικός, επινοητικός και αστείρευτος ήταν ο Γιάννος Περλέγκας ως Τεύκρος. Ο Γιάννης Κλίνης ερμήνευσε με άποψη και πάθος έναν μοναδικό Μενέλαο. Ο Δημήτρης Παπανικολάου ως Αγαμέμνων είχε χιούμορ και σαρκασμό. Η Αθηνά της Ελένης Ουζουνίδου ήταν γεμάτη καλλιτεχνικότητα, αυστηρότητα και αρχαιοελληνικό μεγαλείο. Ο Παντελής Δεντάκης ως Άγγελος είχε ρυθμό, αμεσότητα και σαφήνεια. Εντυπωσιακότατος και αξεπέραστα ρομαντικός ο Μιχάλης Τιτόπουλος (Ραψωδός). Μας κατέπληξε με την παρουσία και το ταλέντο του. Ο Χορός προσεκτικά επιλεγμένος και αριστοτεχνικά δουλεμένος, αποτελείτο από γνωστούς, χαρισματικούς και πολυσύνθετους καλλιτέχνες, τους Θύμιο Κούκιο, Σπύρο Κυριαζόπουλο, Χρήστο Μαλάκη, Δαβίδ Μαλτέζε, Αλέξανδρο Μαυρόπουλο, Δημήτρη Πασσά, Κρις Ραντάνοφ, Σταύρο Σβήγκο, Θοδωρή Σκυφτούλη, Μάνο Στεφανάκη, Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο. Με φυσικότητα και χάρη υποδύθηκε τον Ευρυσάκη ο μικρός Νικόλας Κατσαμπάνης.

Οι χορογραφίες της Αγγελικής Στελλάτου χαρακτηρίζονταν από αρμονία και ομορφιά. Οι φωτισμοί του «μάγου» Σάκη Μπιρμπίλη ήταν απλώς ονειρικοί. Αξιέπαινοι συντελεστές στη μουσική διδασκαλία οι Αναστάσης Σαρακατσάνος, Γιάννης Πλαστήρας καθώς και η βοηθός σκηνοθέτη Βάσια Χρήστου.
Το εξαιρετικό σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου είχε την ακαταμάχητη γοητεία και λαϊκότητα του θεάτρου σκιών. Μαζί με τα κοστούμια, επίσης της Μανωλοπούλου, παρέπεμπε σε πίνακα ζωγραφικής. Όπως τον γνωστό «Το λημέρι του Κατσαντώνη» του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.
Σαν μια εικόνα πολυπολιτισμικής νομαδικής ζωής, που βασίζεται στην αλληλεγγύη. Πλανόδιοι μουσικοί και θεατρίνοι, παραμυθάδες, θαυματοποιοί, τσαρλατάνοι, μάντεις, παραστρατημένοι, απόκληροι, τσιρκολάνοι και μισθοφόροι. Ένα ποιητικό συνονθύλευμα ιδιοσυγκρασιών, θραυσμάτων αγγείων, εθίμων, ηθών και παραδόσεων.
Mια «ηρωική» παράσταση από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο με θεατρικά ευρήματα, ισορροπία και ενδιαφέρουσα αισθητική.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση Δ.Ν. Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Μουσική Νίκος Κυπουργός
Σκηνικά-Κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου
Χορογραφίες Αγγελική Στελλάτου
Σχεδιασμός φωτισμών Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική διδασκαλία Αναστάσης Σαρακατσάνος, Γιάννης Πλαστήρας
Βοηθός σκηνοθέτη Βάσια Χρήστου

Διανομή

Αίας Νίκος Κουρής
Τέκμησσα Μαρία Πρωτόπαππα
Τεύκρος Γιάννος Περλέγκας
Οδυσσέας Γιάννης Τσορτέκης
Αθηνά Ελένη Ουζουνίδου
Άγγελος Παντελής Δεντάκης
Μενέλαος Γιάννης Κλίνης
Αγαμέμνων Δημήτρης Παπανικολάου

Ραψωδός Μιχάλης Τιτόπουλος

Χορός

Θύμιος Κούκιος
Σπύρος Κυριαζόπουλος
Χρήστος Μαλάκης
Δαβίδ Μαλτέζε
Αλέξανδρος Μαυρόπουλος
Δημήτρης Πασσάς
Κρις Ραντάνοφ
Σταύρος Σβήγκος
Θοδωρής Σκυφτούλης
Μάνος Στεφανάκης
Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος

* Φωτογραφίες: Νίκος Μανδαράκας

http://nkt.gr/play/137/aias/

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -