33.5 C
Athens
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

«Ο Αδαής και ο Παράφρων», η ομορφιά ενός ανελέητου συγγραφέα

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το θέατρο
και όλως ιδιαιτέρως η όπερα
αξιότιμε κύριε
είναι η κόλαση
Thomas Bernhard

Όταν ο Μπέρνχαρντ πέθανε ξαφνικά το 1989 σε ηλικία 58 ετών θεωρείτο από τους Αυστριακούς ένας πικρόχολος κοινωνικός επικριτής. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του και να κερδίζει τις τιμές που άξιζε. «Οι Αυστριακοί είναι υποκριτές, ανόητοι και ακαλλιέργητοι. Τα γερμανικά είναι η φρικτότερη γλώσσα του κόσμου και η αυστριακή κουζίνα σκέτη απογοήτευση». Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν έδειχνε καμία αυτοσυγκράτηση στις κατηγορίες και τις ύβρεις εναντίον των συμπατριωτών του. Κρατούσε με ευθύτητα τη στάση ενός προβοκάτορα, ενός φαρσέρ. Μονίμως δημιουργούσε αντιπαράθεση με την αυστριακή κοινωνία με ένα «κατηγορώ» για το ναζιστικό παρελθόν που ήθελαν να ξεχάσουν.
Είναι ο κίνδυνος ενός εκφασισμού αυτός που κάνει έναν άνθρωπο να ορθώνει τη φωνή ώστε να κοντράρει την κοινωνία για αυτά στα οποία πορεύεται; Όσο ζούσε οι Βιεννέζοι τον πολεμούσαν γιατί με τη μομφή της πένας του, τους θύμιζε το ενοχλητικό παρελθόν τους. Πολύ μετά το θάνατό του άρχισαν να παραδέχονται το έργο του. Τον θαύμασαν, τον δόξασαν, τον λάτρεψαν. Εν τούτοις στην 25η επέτειο του θανάτου του, κάποιοι φανατικοί έκλεψαν την επιτύμβια πλάκα από τον τάφο του. Μια καθαρά βιεννέζικη πράξη μίσους.

Δύο χρόνια μετά το θάνατό του, το 1991, ένας δεκάχρονος Έλληνας, ο Γιάννος Περλέγκας, πρωτοβλέπει Μπέρνχαρντ στο θέατρο. Πρόκειται για το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Όπως σήμερα δηλώνει, μαγεύτηκε, σημαδεύτηκε, αιχμαλωτίστηκε. Ένιωσε αμέσως ότι παρακολουθούσε κάτι που δεν είχε παρακολουθήσει ποτέ ξανά στη ζωή του. Από τότε ήξερε ότι μεγαλώνοντας θα κάνει θέατρο, παρόλο που δεν τόλμησε να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό του.
Πέρυσι ανέβασε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το έργο «Ο Αδαής και ο Παράφρων», το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Από τον Σεπτέμβριο επανήλθε για έναν νέο κύκλο παραστάσεων, αυτή τη φορά στη μεγάλη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

Ο “Μαγικός Αυλός”

Μια μεγάλη ντίβα της όπερας, πρόκειται να τραγουδήσει στον αριστουργηματικό «Μαγικό Αυλό» του ιδιοφυούς Μότσαρτ για διακοσιοστή εικοστή δεύτερη φορά. Εξαντλημένη από την πειθαρχία που έχει επιβάλλει στον εαυτό της και από την επαναλαμβανόμενη έκθεσή της στην κρίση του κοινού, αποφασίζει να ματαιώσει τις προγραμματισμένες εμφανίσεις της και να αποσυρθεί με τον τυφλό πατέρα της στην εξοχή. Εκείνος όμως, αλκοολικός και φιλοχρήματος, έχει εναποθέσει όλη του τη ζωή στην καλλιτεχνική σταδιοδρομία της κόρης του.
Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας γιατρός, δόκτορας Ιατροδικαστικής, παθιασμένος με την ανθρώπινη ανατομία, αλλά αδιάφορος για την ανθρώπινη ύπαρξη. Επιπλέον, ρόλο έχουν η ενδύτρια της ντίβας, κυρία Φάργκο και ο σερβιτόρος Βίντερ.…

Τι αποτελέσματα έχει στον καλλιτέχνη η τελειομανία, η στείρα εξειδίκευση, η υπέρμετρη συγκέντρωση, ο αυστηρός αυτοπεριορισμός;

Η τέχνη, η επιστήμη, ακόμα και η σχέση γονιού και παιδιού, αποδεικνύονται ανεπαρκείς και καταστροφικές για την πλήρωση των ανθρώπινων αναγκών. Ο Μπέρνχαρντ μετατρέπει την ιατρική σε επιστήμη της αποσύνθεσης και τη μουσική σε τέχνη της αποπροσωποποίησης και της καταστροφής.

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ

Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας γεννήθηκε το 1931 στο Χέερλεν της Ολλανδίας, όπου η μητέρα του Χέρτα Μπέρνχαρντ είχε καταφύγει για να αποφύγει το ανάθεμα της εκτός γάμου γέννας. Ο πατέρας του, ο μαραγκός Αλόις Τσουκερστέτερ, εγκατέλειψε τη Χέρτα Μπέρνχαρντ χωρίς να την παντρευτεί. Ο Τσουκερστέτερ δεν συνάντησε ούτε αναγνώρισε ποτέ το γιο του. Αργότερα, το 1940, αυτοκτόνησε. Ο Μπέρνχαρντ θα περάσει τα παιδικά του χρόνια στη Βιέννη, την Άνω Βαυαρία και το Σάλτζμπουργκ. Την ανατροφή του θα αναλάβει ο παππούς του, ο αναρχικός συγγραφέας Γιοχάνες Φροϊμπίχλερ. Μεγαλώνοντας χωρίς πατέρα και μιας και οι σχέσεις του με τη μητέρα του ήταν είτε ανύπαρκτες είτε εχθρικές, ο Μπέρνχαρντ θα στραφεί στον παππού του, το μοναδικό άνθρωπο που θαύμαζε απεριόριστα και στον οποίο χρωστά τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και την αγάπη του για τη λογοτεχνία. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την κτηνωδία του πολέμου και τη σύμπραξη της Αυστρίας στη ναζιστική εκστρατεία. Ο Μπέρνχαρντ, επηρεασμένος από τις διδαχές του Φροϊμπίχλερ, απεχθάνεται το σχολείο και φυσικά την εθνικοσοσιαλιστική ροπή της αυστριακής κοινωνίας. Γίνεται ένα κλειστό και αντικοινωνικό παιδί. Σε ηλικία 16 ετών εγκαταλείπει με δική του πρωτοβουλία το σχολείο thomas_bernhard-kid και πιάνει δουλειά ως βοηθός σε κατάστημα τροφίμων στο Σέρτσχαουζερφελντ, την πιο κακόφημη συνοικία του Σάλτζμπουργκ. Εκεί θα διασταυρωθεί μ’ έναν κόσμο που θα τον επηρεάσει βαθύτατα, ένα περιβάλλον που θα αγαπήσει: η ευθύτητα με την οποία μιλούν οι λαϊκοί άνθρωποι και η περιπετειώδης καθημερινότητά τους, που γειτνιάζει συνεχώς με τη βία και το θάνατο, θα συνεπάρουν το νεαρό Μπέρνχαρντ. Το 1948 νοσεί από βαριά πλευρίτιδα και φυματίωση. Θα περάσει τα επόμενα τρία χρόνια σε νοσοκομεία και σανατόρια. Από τότε και μέχρι το τέλος της ζωής του η υγεία του θα παραμείνει εξαιρετικά εύθραυστη, αναγκάζοντάς τον να ταξιδεύει συχνά στη Μεσόγειο για να επωφεληθεί από το κλίμα του Νότου. Την εποχή που μπαινοβγαίνει στο σανατόριο πεθαίνει ο παππούς του και η μητέρα του.

Σταθμοί και επιρροές

Σταθμός στη ζωή του συγγραφέα υπήρξε σίγουρα η περίοδος 1949-1950. Το 1949, στην κρίσιμη ηλικία των 18 ετών, ασθένησε σοβαρά με φυματίωση κι έφτασε στα σκαλοπάτια του θανάτου. Για την ανάρρωσή του χρειάστηκε η νοσηλεία σε διάφορα σανατόρια.

Δύο είναι τα πρόσωπα που τον επηρέασαν στη ζωή του, πρώτα ο παππούς του κι έπειτα η Χέντβιχ Σταβιάνιτσεκ, που ήρθε να πάρει τη θέση της απούσας μητέρας του και τον έφερε σε επαφή με την κοινωνία της Βιέννης. Ο πρώτος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην παιδεία του εγγονού του. Φρόντισε να του εμφυσήσει την αγάπη για τη φιλοσοφία και το υψηλό φρόνημα, καθώς και να του προσφέρει με τα λίγα μέσα που διέθετε μουσική παιδεία. Η Σταβιάνιτσεκ, την οποία αποκαλούσε «σύντροφο ζωής» και «θεία», όντας 35 χρόνια μεγαλύτερή του, ήρθε να κρατήσει το ρόλο της ανέκαθεν απούσας μητέρας του, να καλύψει τη θέση της μετά το θάνατό της αλλά και να συμβάλει καταλυτικά στην είσοδό του στον λογοτεχνικό κόσμο.

Μουσική, ποίηση και υποκριτική

Το 1951 μεταβαίνει στη Βιέννη, όπου σπουδάζει στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών. Συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά ως δικαστικός ανταποκριτής και κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου. Το 1955 επιστρέφει στο Σάλτζμπουργκ, για να σπουδάσει μουσική και υποκριτική στο Μοτσαρτέουμ, από το οποίο αποφοιτά το 1957. Από το 1958 ως το 1961 θα εκδοθούν τέσσερις ποιητικές του συλλογές, ενώ θα γράψει θεατρικά μονόπρακτα και λιμπρέτα για όπερα. Ο ίδιος όμως αναγνωρίζει ως έργο του μόνο ό, τι γράφτηκε μετά το 1963, χρονιά έκδοσης της «Παγωνιάς» (Frost), του πρώτου του μυθιστορήματος.

Την «Παγωνιά», που γνωρίζει σημαντική επιτυχία, διαδέχεται μια πλούσια παραγωγή πεζογραφημάτων και θεατρικών έργων που πολλές φορές εκδίδονταν ανά δύο ή τρία κάθε χρόνο. Η παραγωγή αυτή θα διακοπεί από τον πρόωρο θάνατό του, σε ηλικία 58 ετών, στο κτήμα του στο Όλσντορφ στην Άνω Αυστρία, όπου ζούσε απομονωμένος ήδη από το 1965. Με τη διαθήκη του απαγόρευε την κυκλοφορία των βιβλίων του και το ανέβασμα των έργων του στην Αυστρία, καθώς και την ενδεχόμενη δημοσίευση κειμένων που θα βρίσκονταν στα κατάλοιπά του. Δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, ο ετεροθαλής αδελφός του και διαχειριστής της διαθήκης του Πέτερ Φάμπιαν ήρε τον όρο αυτόν. Έτσι τα έργα του πλέον εκδίδονται και ανεβαίνουν κανονικά, ενώ κατέστη δυνατή η κυκλοφορία ανέκδοτων χειρογράφων του, όπως «Τα βραβεία μου», που ο Μπέρνχαρντ σκόπευε να εκδώσει.

Η Βιέννη

Ιδιαίτερος, πρωτότυπος και αντισυμβατικός ο τρόπος γραφής του, τα σκηνικά του σκοτεινά, κρύα και απογυμνωμένα από καθετί το περιττό. Τα κεντρικά πρόσωπα των ιστοριών παγιδευμένα στον ίδιο τους τον εαυτό ζουν την αποπνικτική καθημερινότητα και την κοινωνική απόρριψη. Η ιδιαιτερότητα απέναντι στην κανονικότητα, τα όρια του επιτρεπτού και οι ακραίες καταστάσεις και συμπεριφορές κυριαρχούν. Η απελπισία, η ασθένεια, ο θάνατος, η απομόνωση και τα αδιέξοδα αλλά και η ελπίδα διαπερνούν τον πυρήνα του έργου του. Όλα περνοδιαβαίνουν στις γραμμές των έργων του, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δική τους θέση στη ζωή. Όπως η πόλη της Βιέννης βρίσκεται στο επίκεντρο. Γιατί ο Μπέρνχαρντ είναι η Βιέννη. Η ευφυΐα, η ευαισθησία, η θλίψη, η συναισθηματική αστάθεια, η αντιφατικότητα, η εμπάθεια, ο φθόνος, ο ελιτισμός, η μισαλλοδοξία, ο αυτοσαρκασμός, η αυτοκαταστροφικότητα, η οδύνη, η διαμαρτυρία, η νοσταλγία του θανάτου είναι τα στοιχεία που τους συνδέουν.

Στα όρια

Στο θεατρικό «Ο Αδαής και ο Παράφρων» οι ήρωές του φτάνουν κυριολεκτικά στα όρια των αντοχών τους. Με όπλο τον μονόλογο ή την παραληρηματική και αντισυμβατική αφήγηση, ο Τόμας Μπέρνχαρντ κάνει την παρακολούθηση συναρπαστική. Δικαίως ο διάσημος κριτικός Μαρσέλ-Ράιχ Ρανίτσκι σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Die Zeit» δεν δίστασε να τον τοποθετήσει ανάμεσα στους Βόλφγκανγκ Κέπεν και Γκίντερ Γκρας, την τριάδα των σημαντικότερων γερμανόφωνων δημιουργών μετά το 1945.

Μια πρόκληση

«Ο Αδαής και ο Παράφρων» δεν είναι ένα εύκολο έργο. Εκεί κρύβεται ίσως και η ομορφιά του. Το να καταπιαστεί ένας σκηνοθέτης με αυτό το έργο είναι μια πρόκληση. Μια πρόκληση ώστε να αντιμετωπίσει με μια διαφορετική ματιά κάποια πράγματα και μια ευκαιρία να απολαύσει το κοινό τον τρόπο έκφρασης του πολυγραφότατου και πολυβραβευμένου αυτού συγγραφέα.
Ο Μπέρνχαρντ είναι ανελέητος, δεν αφήνει τίποτα όρθιο, ανθρώπους κι ανθρωπάκια, ανώνυμους κι επώνυμους, άτομα και χώρες, αποδομεί και απομυθοποιεί τους πάντες και τα πάντα. Πρώτον τον εαυτό του μέσω των ηρώων του, που παρά τη μοναξιά, την αποξένωση, τη μιζέρια γύρω τους αυτοσαρκάζονται σαρκάζοντας τους άλλους. Δεν διστάζει αποκαθηλώνοντάς τους να αποκαθηλώσει εαυτόν πρώτος.
Πρωτίστως ισοπεδώνει ο Μπέρνχαρντ την Αυστρία αλλά η Αυστρία είναι απλώς το κόκκινο πανί που προκαλεί τον μανιασμένο ταύρο στην αρένα, κατ’ επέκταση είναι όλος ο σύγχρονος «πολιτισμένος» κόσμος, οι αναπτυγμένες χώρες, η αδηφάγα Αμερική και η επηρμένη πολύξερη Ευρώπη. Τα ανθρωποφάγα τέρατα που γεννούν πολέμους. Με την πένα του τις ξαπλώνει ανάσκελα, ρίχνοντάς τες νοκ άουτ στο ρινγκ του λεξιλογίου του.
Πηγαίνει κόντρα στο χυδαίο και απάνθρωπο και σάπιο σύστημα, αυτό το υποκριτικό και άκρως ανταγωνιστικό στο οποίο τον εκπαίδευσαν και μας εκπαιδεύουν. Παρόλο που δείχνει μισάνθρωπος, αρνητής, παρόλο που εκφράζει ένα ρομαντικό μηδενισμό, ξορκίζει όλα τα ανθρώπινα δεινά μέσα απ’ το έργο του. Την ελευθερία επιδιώκει, αυτή θέλει να εκφράσει.

Η αφύπνιση

Το έργο μιλάει για μια ντίβα της όπερας που ερμηνεύει Μότσαρτ σε όλη της τη ζωή και ξαφνικά κουράζεται και τα παρατάει. Ταυτόχρονα είναι και ένα κείμενο αυτοκριτικής του συγγραφέα που ήταν επίσης αιχμάλωτος της τέχνης του. Όλοι μας είμαστε δεμένοι στα δεινά μας, όλοι μας είμαστε αιχμάλωτοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Εξυπηρετεί μια αφύπνιση ο Μπέρνχαρντ, που ίσως δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή γιατί μας ξεγελά ως άτομο προβληματικό και υμνητής του θανάτου. Τα θέματά του ωστόσο είναι η τέχνη, η επιστήμη, οι γονείς, η σχέση γονιού – παιδιού, η σχέση ανθρώπου – κοινωνίας, και μάλιστα μιας κοινωνίας που μοιάζει να είναι εχθρική και φασίζουσα. Η αναπαραγωγή μιας ρομαντικού τύπου απαισιοδοξίας, μια εκδοχή λογοτεχνικής αποτύπωσης του Σοπενχάουερ και της φιλοσοφίας του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Με ένα δεύτερο, πιο βαθύ, κοίταγμα ανακαλύπτεις μια πολύ μεγάλη κρυμμένη κραυγή ελευθερίας.
Τι αποτελέσματα έχει στον καλλιτέχνη η τελειομανία, η στείρα εξειδίκευση, η υπέρμετρη συγκέντρωση, ο αυστηρός αυτοπεριορισμός;

Ο Γιάννος Περλέγκας ως σκηνοθέτης τον είδε και πολύ κοντά στον Τσέχοφ. Συγγενή του. Οι ήρωες του Τσέχοφ είναι στο μεταίχμιο ενός αιώνα, βλέπουν τις αλλαγές να έρχονται, άλλοτε τις καταλαβαίνουν κι άλλοτε όχι, επιθυμούν να διαφύγουν μα δεν τα καταφέρνουν.
Τα πρόσωπα εκτίθενται ανεπανόρθωτα και ακραία γελοιοποιούνται. Συγχρόνως είναι ευδιάκριτη μια τσεχωφικής υφής αγάπη προς τους ανθρώπους του θεάτρου, που παλεύουν μέσα από τη δουλεία των ρόλων που επωμίζονται. Παλεύουν να αισθανθούν μια πνευματική πλήρωση και, εν κατακλείδι, να αισθανθούν άνθρωποι. Άλλωστε, ο ηθοποιός διέπεται από μια αέναη επιδίωξη. Να εκφραστεί και να εκφράσει αυτή την τόσο παρανοϊκή, εύθρυπτη, αλλά και σαγηνευτική πλευρά του λειτουργήματος που υπηρετεί.

Τα πρόσωπα

Δόκτωρ: Ο Παράφρων. Φαίνεται να μιλάει μόνο για τον εαυτό του και με τον εαυτό του. Κάνει έναν εξαντλητικό μονόλογο για την ανατομία, για τη ζωή, την τέχνη. Ωστόσο είναι απίστευτα καθηλωτικός.
Πατέρας: Ο Αδαής. Γκρινιάρης, απαιτητικός, μεμψίμοιρος, μέθυσος και σχεδόν τυφλός. Κρέμεται με όλη του την ύπαρξη από τη θυγατέρα του. Πατέρας και κόρη έχουν μια τεταμένη σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.
Η Βασίλισσα της Νύχτας: Η ντίβα. Η πιο πειθαρχημένη «μηχανή κολορατούρα» της Όπερας. Βρίσκεται στο απόγειο της δόξας της αλλά και στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Σκέπτεται να σταματήσει το τραγούδι για να ανακτήσει τις χαμένες δυνάμεις της από τις απάνθρωπες συνθήκες του θεάτρου. Ο βήχας της σηματοδοτεί πιθανόν κάτι περισσότερο από μια εξάντληση, τον ερχομό μιας θανατηφόρας ασθένειας.

Μια εισαγωγή και δύο πράξεις

Το έργο αρχίζει με μια ευχάριστη εισαγωγική προσθήκη, μια εκπληκτική επινόηση από κάθε άποψη. Ερμηνευτική από τον Γιάννη Καπελέρη, συγγραφική και σκηνική. Η πρώτη πράξη εκτυλίσσεται στο καμαρίνι της αοιδού, στην Όπερα. Εκεί την προσμένουν εναγωνίως ο Πατέρας και ο Δόκτωρ. Η ντίβα μονίμως αργεί. Κάθε μέρα και περισσότερο. Ο Δόκτωρ για να διασκεδάσει το άγχος του Πατέρα προβαίνει σε μονολόγους ανατομίας. Ο θεατής αντιλαμβάνεται πως οι αγορεύσεις αυτές έχουν ξαναγίνει στο παρελθόν κατ’ επανάληψιν. Αυτό διότι ο Πατέρας απαντά πρόθυμα στις ερωτήσεις του Δόκτορος, γνωρίζοντας το θέμα κι άλλες φορές σπεύδει να συμπληρώσει.
Στη διάρκεια της δεύτερης πράξης μεταφερόμαστε στο πολυτελές εστιατόριο της Βιέννης «Οι τρεις ουσάροι», κατ’ απαίτησιν της ντίβας. Εκεί γινόμαστε μάρτυρες τραγελαφικών σκηνών με συμμετοχή φιλέτου ταρτάρ, πράσινου ζελέ, κρασιών και τούρτας σαντιγί. Ακολουθούν οι ύστατες αποκαλύψεις.

Μονόλογοι

Δεν συμβαίνουν συνταρακτικά γεγονότα κατά τη διάρκεια μιας μπερνχαρντικής παράστασης, γιατί ο συγγραφέας με κοφτερή ματιά και εξίσου κοφτερή γλώσσα, κριτικάρει με σφοδρότητα και πρωτοφανή διαύγεια πνευματική, τα βαθιά κοινωνικά προβλήματα που δρουν καταλυτικά στην ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου. Ωστόσο το αριστοτεχνικό ξεδίπλωμα των πύρινων μονολόγων όπως παρουσιάστηκε από το σκηνοθέτη ήταν ζωντανό και επιβλητικό. Επιπλέον τέσσερις έξοχοι ηθοποιοί κατάφεραν να αναδείξουν όλες τις περίπλοκες μονομαχίες που στήνει ο Μπέρνχαρντ και να ξεδιπλώσουν το σπάνιο μεγαλείο του τόσο πρωτότυπου λόγου του.

Οι ερμηνείες

Με τρομακτικό έλεγχο στο σώμα και στον λόγο ο Γιάννος Περλέγκας ως Δόκτωρ έστησε μια σχεδόν ανυπέρβλητη καρικατούρα, γεγονός συνεπέστατο με τους χαρακτήρες γύρω από το κέντρο του μπερνχαρντικού κουκλοθεάτρου. Ένας άθλος επίσης ήταν οι φοβερές δυσκολίες αποστήθισης του κειμένου, που βρίθει δυσκολονόητων και δυσπρόφερτων όρων ανατομίας και ιατροδικαστικής.
Η Βασίλισσα της Νύχτας / Ανθή Ευστρατιάδου ήταν μια ονειρική παρουσία με ωραίο παράστημα. Εξαιρετική καλλιτέχνιδα, όποιος δεν την έχει δει άλλη φορά, οφείλει να σπεύσει να τη θαυμάσει. Με ρόλους σε πολλές επιτυχημένες παραστάσεις, είναι μια θεατρική ηθοποιός που μετρά ήδη αρκετά χρόνια στο σανίδι. Με μια υποψηφιότητα για το βραβείο Μελίνα Μερκούρη, με ιδιαίτερες και τολμηρές επιλογές για το νεαρό της ηλικίας της αλλά και με σοβαρή θητεία στο παιδικό θέατρο.
Τον Γιάννη Καπελέρη, όταν πέρυσι τον είδα στο «Οφσάιντ – Εκτός Παιδιάς», ένα έργο του Σέρτζι Μπελμπέλ, τόσο ελληνικό αν και καταλανικό, με είχε εκπλήξει. Φέτος τον είδα ακόμα καλύτερο, ακόμα ωριμότερο, ακόμα πιο αποφασισμένο και αφοσιωμένο. Στις παύσεις του, στις λεπτομέρειές του, στη σωματικότητά του ήταν άψογος. Του αξίζουν θερμά συγχαρητήρια για την επιμελημένη εργασία του, τόσο ως Κυρία Φάργκο όσο και ως Σερβιτόρος Βίντερ.
Έμπειρος ηθοποιός ο Χρήστος Μαλάκης, έχει παίξει ξανά Μπέρναρντ («Ιμμάμουελ Καντ» στο Θέατρο Τέχνης) και πάλι σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα. Σχεδόν αγνώριστος στο ρόλο του γηραλέου, αχόρταγου και αλκοολικού πατέρα. Μια απίθανη μεταμόρφωση με όλο το φαρμακερό χιούμορ, την υποτονικότητα και τη μοχθηρότητα του χαρακτήρα. Μια απολύτως επιτυχημένη ερμηνεία.
Με θαυμάσιο σκηνικό στίγμα, μέτρο και καλλιεργημένες φωνές όλοι οι ηθοποιοί.

Οι συντελεστές

Το σκηνικό αποτελείται από μεγάλα και απλά παραλληλόγραμμα κουτιά, που κρύβουν όλα τα σκηνικά αντικείμενα. Μια δουλειά ακριβείας από τη Λουκία Χουλιάρα, που εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο με τα θεσπέσια κοστούμια της. Χάρμα ιδέσθαι τα κοστούμια με αύρα Μπελ Επόκ που φορούσε η Βασίλισσα της Νύχτας.
Η Κίνηση της Δήμητρας Ευθυμιοπούλου ήταν ευαίσθητη, ξεχωριστή και υπαινικτική. Οι Φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου δραστικοί και καθηλωτικοί.
Πολύ ενδιαφέρον και καλαίσθητο το βίντεο του Ιάσονα Αρβανιτάκη, που στην εκδοχή της Πειραματικής Σκηνής δεν υπήρχε. Να μη λησμονήσω, τη θαυμαστή δουλειά της υπέροχης Ευαγγελίας Καρακατσάνη, η οποία ανέλαβε τη φωνητική διδασκαλία.

Η παράσταση έδειξε όλη την κούραση, την απόγνωση, τον τρυφερό σαρκασμό και τη μελαγχολία που ταιριάζει στο ύφος ενός Μπέρνχαρντ.

Τελειοθήρας και άτεγκτος στη δουλειά του, ο Γιάννος Περλέγκας επιστρατεύει και το δικό του γκροτέσκο και χολερικό χιούμορ για να υπογραμμίσει το υπαρξιακό άγχος των ηρώων του Αυστριακού συγγραφέα. Μια άγρια κωμωδία, μια τοξική σάτιρα για την τραγωδία της τέχνης, της επιστήμης και της γονεΐκής χειραγώγησης. Μια παράσταση εσώτερων αποχρώσεων με ρυθμούς και ημιτόνια που αποκαλύπτουν γυμνή την ψυχική αγωνία.

Ο Γιάννος Περλέγκας κατάφερε ιδυοφυώς με τη σκηνοθετική του διαίσθηση να κρατήσει τον ιδιαίτερα αισθητό σπινθήρα ειρωνείας του συγγραφέα, τη φιλοσοφικότητα και το καλοσχηματισμένο χιούμορ, το απόλυτα προσωπικό ύφος του Μπέρνχαρντ. Ας έχουμε υπόψη μας ότι η λάμψη του σπινθήρα αυτού διαρκεί πολύ περισσότερο από ένα μικρό κλάσμα του χρόνου.
Σε όλους τους συντελεστές της παράστασης οφείλουμε ότι άνοιξαν ένα παράθυρο βαθιά μέσα στην ψυχή μας. Βγήκαμε από την παράσταση πιο ανθρώπινοι, πιο απαλλαγμένοι από την καχυποψία, έχοντας νιώσει ένα τίναγμα πάνω από το χώμα και την κακεντρέχεια του περίγυρου στο μετέωρο στερέωμα της περιρρέουσας στενότητας και μελαγχολίας μας. Αξίζει τον κόπο να δείτε αυτή την παράσταση σαν μια διαδρομή στην τέχνη, στο χρόνο, στην αλήθεια.

* Οι τρεις τελευταίες παραστάσεις θα δοθούν στη Θεσσαλονίκη, στις 1, 2 και 3 Οκτωβρίου 2016, στο πλαίσιο των 51ων Δημητρίων.

* Ο μεταφραστής Γιώργος Δεπάστας σημειώνει για τον Μπέρνχαρντ: «Ο Μπέρνχαρντ μπορεί να θεωρηθεί η φυσική εξελικτική συνέχιση μιας αυστριακής συγγραφικής παράδοσης που ανιχνεύεται στον Άρθουρ Σνίτσλερ, στον Γιόζεφ Ροτ, στον Έντεν φον Χόρβατ, στον Ρόμπερτ Μούζιλ, στον Βέρνερ Σβαμπ και στη βραβευμένη με Νόμπελ Ελφρίντε Γέλινεκ: κορυφαίων χαρισματικών συγγραφέων που επίσης αντιμετώπισαν την εχθρότητα και την απόρριψη των συγχρόνων τους…».
* «Στο σαγηνευτικό αυτό αριστούργημα, με τον αινιγματικά πολυσήμαντο τίτλο “Ο Αδαής και ο Παράφρων”, η ιατροδικαστική αναλαμβάνει να κατατεμαχίσει και να αποσυνθέσει την πλέον υπέροχη και φωτεινή απ’ όλες τις όπερες του Μότσαρτ, τον Μαγικό Αυλό. Παράλληλα, ανατέμνει με την ακρίβεια νυστεριού τη σχέση γονιού-παιδιού, όπως και τη σχέση καλλιτέχνη-σκηνής-κοινού, αποδίδοντας εκατέρωθεν τις ευθύνες. Όμως και η ίδια η ιατροδικαστική είναι καταδικασμένη να συστρέφεται γύρω από την ακατανόητη, για όλους τους υπόλοιπους, αυτοαναφορικότητά της. Όλοι οι ήρωες του έργου -η ντίβα, ο πατέρας, ο δόκτωρ, η ενδύτρια, το γκαρσόνι- δεν έχουν καν ονόματα. Είναι καταδικασμένοι να είναι μονάχα ό, τι υποδηλώνει η ιδιότητά τους. Οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν είναι πια άνθρωποι, αλλά μαριονέτες που εγκλωβίζονται σε προδιαγεγραμμένους ρόλους. Το θέατρο για τον Μπέρνχαρντ δεν είναι τόπος παιχνιδιού και έρευνας· ακόμα και οι ρόλοι δεσμεύουν τους ηθοποιούς από το δικαίωμά τους στην αυτόνομη ύπαρξη, τους περιορίζουν και τους συμπιέζουν, με τη σκλαβιά της επανάληψης που απαιτούν». (Απόσπασμα από το επίμετρο του Γιάννου Περλέγκα).
«Δεν μου επιτρέπεται να αρνηθώ ότι ζούσα πάντοτε δύο υπάρξεις, μία που πλησιάζει όσο γίνεται περισσότερο την αλήθεια και που έχω πραγματικά το δικαίωμα να την περιγράψω ως αντικειμενική αλήθεια και μία άλλη που την υποδύομαι, και οι δυο μαζί παρήγαγαν με τον καιρό μια ύπαρξη που με κρατά στη ζωή, εναλλάξ επικρατεί άλλοτε η μία άλλοτε η άλλη, μα υπάρχω πάντοτε και με τις δυο, προσέξτε καλά. Μέχρι σήμερα. Αν δεν είχα πραγματικά τραβήξει αυτά, που όλα μαζί είναι σήμερα η ύπαρξή μου, θα τα είχα πιθανόν επινοήσει και θα είχα φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα».
Τόμας Μπέρνχαρντ, Αυτοβιογραφία

* Ομάδα Θεάτρου «Χ•αίρεται» – «Ο Αδαής και ο Παράφρων» του Τόμας Μπέρνχαρντ σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα.

* Παρακολούθησα την παράσταση στο Θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Γιάννος Περλέγκας
Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα
Κίνηση: Δήμητρα Ευθυμιοπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βίντεο: Ιάσονας Αρβανιτάκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάγδα Καφκούλα
Βοηθός σκηνογράφου: Γεωργία Μπούρα
Σχεδιασμός μακιγιάζ: Εύη Ζαφειροπούλου
Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος
Σχεδιασμός ήχου: Δημήτρης Τσούκας
Φωνητική διδασκαλία: Ευαγγελία Καρακατσάνη
Εκτέλεση μακιγιάζ: Ιωάννα Μπάκα
Φωτογραφίες παράστασης: Karol Jarek, Ιάσονας Αρβανιτάκης, Γιάννης Πρίφτης
Γραφιστική επιμέλεια: Αντώνης Λύρας
Επικοινωνία: Άννα Θεοδόση

Διανομή:
Βασίλισσα της Νύχτας: Ανθή Ευστρατιάδου
Κυρία Φάργκο/Σερβιτόρος Βίντερ: Γιάννης Καπελέρης
Πατέρας: Χρήστος Μαλάκης
Δόκτωρ: Γιάννος Περλέγκας

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -