35 C
Athens
Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

«Μαργαρίτα, γης Μαδιάμ!» της Τζώρτζιας Ρασβίτσου: Ένα κριτικό αφήγημα ενάντια στο συντηρητισμό

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Στα χρόνια της επταετίας, ένα παιδί μεγαλώνει στην ελληνική επαρχία. Η πεντάχρονη Μαργαρίτα περιγράφει την καθημερινότητά της, επικρίνοντας με τη λογική της τα στερεότυπα της εποχής.

Μια θρησκευόμενη γιαγιά, η γιαγιά Μαργαρίτα, που έχει χόμπι να παρακολουθεί δίκες, έχει αναλάβει τη διαπαιδαγώγησή της πάνω στα ελληνοχριστιανικά πρότυπα, που η Μαργαρίτα κωδικοποιεί και ερμηνεύει με τον τρόπο της. Μια αληθινή εικόνα της ελληνικής επαρχίας στα χρόνια της Χούντας, όπου παπάδες, νταβατζήδες, σινεμά, γείτονες, αστυνομία, ζητιάνοι (κάθε είδους), μητέρες εξόριστων, μητέρες οικονομικών μεταναστών, δίνουν το “παρών” στην καθημερινότητά της.

Παρεμβάλλονται έξι ασφυκτικοί μονόλογοι των γονιών της Μαργαρίτας, σύντομα μακροβούτια στον σκοτεινό κόσμο των ανικανοποίητων ενηλίκων. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στην παιδική λογική και τον ενήλικο παραλογισμό. Κάθε κεφάλαιο αποτελεί και ένα θέμα συζήτησης.

Ένα ευχάριστο κριτικό αφήγημα στον συντηρητισμό και στους εκπροσώπους του, που μέχρι σήμερα ταλαιπωρούν την ελληνική κοινωνία.

 

 

Η Τζώρτζια Ρασβίτσου είναι συμβολαιογράφος. Άρθρα της, κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου, δημοσιεύονται συχνά στην εφημερίδα «Η Αυγή», στο «Κουτί της Πανδώρας» και στο Lesvosnews.net καθώς και σε άλλες ελληνικές και ξένες ιστοσελίδες. Ζει και εργάζεται στη Λέσβο.

 

8. Νίκη
Η μαμά της Μαργαρίτας, παρατηρεί, υποφέρει και σπάνια αντιδρά. Είναι τόσο απασχολημένη με την ενδελεχή έρευνα και αποκωδικοποίηση του ανδρικού ψυχισμού, που δεν βλέπει τι γίνεται μπροστά της, γιατί πάντα ψάχνει να βρει τι γίνεται πίσω από την πλάτη της. Η σιωπή της έχει κάτι το ηρωικό. Έτσι επιδεικνύει τη μεγάλη της αγάπη μετατρέποντάς την σε απαντοχή, ξοδεύοντας τη ζωή της σε μια καλοπροαίρετη και γι’ αυτό πρόχειρα στημένη και αμφοτεροβαρή απάτη. Τη γνωρίζει, τη βλέπει, τη νιώθει και συνεχίζει με χαρά να αυταπατάται.
Περιμένοντας τη νύχτα φτιάχνοντας τους μύθους της:
«Κάθε βράδυ κάθεται στο παράθυρο και καπνίζει. Κοιτάζει άραγε τον ουρανό ή κάτω; Δεν αναρωτιέμαι τι σκέφτεται. Ξέρω. Κάθε βράδυ μαζεύει τα κομμάτια του, τα συναρμολογεί, για να είναι έτοιμος την επόμενη μέρα. Τη μέρα τον διαλύουμε σε κομμάτια, το βράδυ κρυφά μόνος του, τα συναρμολογεί και την άλλη μέρα πάλι τον ξαναδιαλύουμε. Κι αυτό το λέμε συνύπαρξη. Η ζωή του ενός να αρπάζει ό,τι μπορεί, ό,τι πολύτιμο βρίσκει στη ζωή του άλλου, την πίστη, την αγάπη, τη σκέψη, τα όνειρα. Κι εγώ γουστάρω να τον κλέβω. Πανηγυρίζοντας άρπαξα την ελευθερία του. Σε μια στιγμή αδυναμίας. Και από τότε, άλλες φορές έχω τύψεις, άλλες φορές τον λυπάμαι, ενώ τις περισσότερες περηφανεύομαι για το λάφυρό μου. Έρχονται ώρες που προσπαθώ να βρω τον γάμο μας στον Ποινικό Κώδικα. Εκβίαση, απάτη, δόλος, αρπαγή. Και τότε λυπάμαι τον εαυτό μου. Πώς θέλησα ν’ απλώσω χέρι σε κάτι ξένο και τόσο πολύτιμο; Ποιος εγωισμός με κάνει κλέφτρα; Άλλες φορές το ξεχνώ. Κατά βάθος όμως ξέρω ότι δεν μπορώ να του αποσπάσω τίποτα. Δεν είναι αφελής. Αντίθετα εκείνος με εξαπατά δίνοντάς μου “μπιζουδάκια φο” με λαμπερές τύψεις. Έτσι για το κέφι του. Μέσα στο χρημοτοκιβώτιο του μυαλού του δεν μπαίνει κανείς. Το πολύτιμο εμπόρευμα βρίσκεται καλά κλειδωμένο κι αχρησιμοποίητο κάπου, που εύχομαι να μην έχει ξεχάσει πού. Τύφλες!
Τύφλες και σ’ εμένα, που είμαι σαν αδέσποτο σκυλί, που προσπαθεί να ριζώσει, κάνει χαρές και κουνάει την ουρά του να μην το διώξουν. Τριγυρίζει απέξω περιμένοντας να του πετάξουν κανένα κόκαλο. Δεν θέλει ελευθερία το σκυλί. Θέλει να ανήκει και να το κρατούν από το λουρί. Τρώει με όρεξη τα αποφάγια που του πετούν και λέει ευχαριστώ. Κι αν τύχει καμιά φορά και γαβγίσει, του φωνάζουν ‘ουστ!‘ και τότε βάζει την ουρά στα σκέλια και σωπαίνει. Μα, πάντα παρηγοριέμαι γιατί ακόμη κι ένα αδέσποτο σκυλί, κάποτε ίσως γίνει απαραίτητο κι ίσως μάλιστα αγαπηθεί πραγματικά ή ίσως του δοθεί η ευκαιρία να κάνει κάτι ηρωικό και να κερδίσει την παντοτινή αγάπη και εκτίμηση του αφεντικού του. Για να γίνει όμως το όνειρο αυτό πραγματικότητα, πρέπει να είναι ένα γερό και υγιές σκυλί. Ένα καθαρό σκυλί. Ένα όμορφο σκυλί. Ένα υπάκουο σκυλί. Ένα καταδεχτικό σκυλί. Ένα ακούραστο σκυλί. Ένας καλός φύλακας για το σπίτι. Ένας πιστός φίλος για το αφεντικό. Με άλλα λόγια αυτός είναι σήμερα ο στόχος της ζωής μου: να γίνω Ένα Τέλειο “Σκυλί”.

 

 

10. Ουδείς αναμάρτητος

“Ουδείς αναμάρτητος!”
Αυτό λέει έλεγε από χτες το πρωί η γιαγιά Μαργαρίτα και κανένας δεν της έδινε σημασία. Η μαμά μου τη δικαιολογούσε: “Κόλλησε η βελόνα της.”
Το θρησκευτικό μας πρόγραμμα είχε βγει. Την επόμενη θα πηγαίναμε να εξομολογηθούμε και σαν αύριο θα κοινωνούσαμε. Εγώ δεν είχα εξομολογηθεί άλλη φορά και η γιαγιά με προετοίμαζε:
“Απλό. Θα πεις ό,τι σου βαραίνει την ψυχή.”
“Δεν μου τη βαραίνει τίποτα.”
“Ουδείς αναμάρτητος. Σκέψου κάτι που έκανες και δεν έπρεπε να το είχες κάνει και πες το.”

 

Όλη μέρα σκεφτόμουν, σκεφτόμουν και όλα όσα είχα κάνει τα έβρισκα σωστά. Γιατί ακόμα και κάτι στραβό να είχα κάνει, θα είχα τον λόγο μου φυσικά. Οι ώρες περνούσαν, κι όποτε συναντιόμασταν με τη γιαγιά μέσα στο σπίτι μου έλεγε “ουδείς αναμάρτητος” και άρχισα να ανησυχώ ότι αύριο θα πήγαινα στον παπά σαν μπούφος και δεν θα είχα να πω τίποτα. Άσε που ο εξομολόγος δεν είναι ο παπα-Μιχάλης που είναι γείτονας και με ξέρει, αλλά θα έρθει ένας άλλος. Μέχρι που το άγιο πνεύμα έκανε πάλι το θαύμα του. Με φώτισε και ησύχασα.
Έτσι, την άλλη μέρα ξυπνήσαμε πρωί πρωί, ήπιαμε τα καφεδάκια μας, βουτήξαμε τα παξιμαδάκια μας, η γιαγιά με έντυσε, έβαλα ένα άσπρο καλτσόν, με χτένισε κοτσιδάκια, μου φόρεσε τον βαφτιστικό σταυρό με τα έξι σμαράγδια, που ήταν λίγο μικρότερος από τον σταυρό του δεσπότη, έβαλα και τα μαύρα λουστρίνια και δεν χόρταινα να καθρεφτίζομαι γιατί άμα είμαι περιποιημένη “δείχνω”.
Πήγαμε στον Αη Θαράπ(ι) και η γιαγιά μπήκε πρώτη ενώ εγώ έκατσα έξω με μια φίλη της που κι αυτή περίμενε τη σειρά της για να πει τις αμαρτίες της, ενώ όλο και ερχόταν κι άλλες αμαρτωλές. Επιτέλους η γιαγιά τέλειωσε! Ήρθε η σειρά μου!
Μπήκα και έκατσα σε μια καρέκλα. Ο παπάς με κοίταξε μου είπε μπράβο που πήγα τόσο μικρό παιδί και με ρώτησε: “Υπάρχει κάτι που θέλεις να…”
Πριν τελειώσει όμως την πρότασή του έγώ τα είχα όλα έτοιμα αποβραδίς, πήρα φόρα και:
“Μιά φορά που πήγαμε εκδρομή στο δάσος, εγώ πήγα μόνη μου για εξερεύνηση. Αφού περπάτησα αρκετά, είδα ένα σπιτάκι. Πήγα κοντά και από το παράθυρο είδα μέσα μια γριά και ένα μικρό παιδάκι. Η γριά αυτή ήταν κακιά και το παιδάκι το τυραννούσε. Το έβαζε να κάνει όλες τις δύσκολες δουλειές, το τάιζε λίγο και το είχε ντυμένο με κουρέλια. Τότε εγώ κρύφτηκα και όταν βγήκε το παιδάκι να πάει να μαζέψει ξύλα το πήρα από πίσω και του είπα: Ήρθα να σε σώσω.” Εκείνο μ’ ευχαρίστησε και καταστρώσαμε ένα σχέδιο δολοφονίας της γριάς. Όταν πήγε το αγοράκι να πάρει νερό από το πηγάδι, έκανε ψέματα ότι του έπεσε ο κουβάς μέσα και φώναξε τη γριά. Εκείνη πήγε κοντά, έσκυψε για να δει και τότε πήγα κι εγώ από πίσω και τον βοήθησα και την πετάξαμε μέσα στο πηγάδι και πέθανε.”
Ο παπάς με κοιτούσε και δεν μίλαγε.
“Και πού έγινε αυτό;” με ρώτησε.
“Στο δάσος.” του απάντησα.
Με κοίταζε και δεν μιλούσε. Τον κοίταζα κι εγώ. Στο τέλος μου είπε:
“Είναι αμαρτία να λέμε ψέματα, το ξέρεις;”
“Το ξέρω, αλλά εδώ γι’ αυτό ακριβώς ήρθαμε. Για να πούμε τις αμαρτίες μας. Κι αφού δεν έχω αμαρτίες και είμαι καλή, είπα να πω ψέματα για να έχω κι εγώ μια αμαρτία να συγχωρηθώ. Θα με συγχωρέσετε;”
“Δε συγχωρώ εγώ. Ο Θεός συγχωρεί και εσύ είπες ψέματα.”
“Τα είπα για να συγχωρεθώ”.
“Μετάνιωσες που τα είπες;”
“Όχι”.
“Τότε δεν μπορείς να συγχωρηθείς.”
Αχ, τι ήταν τούτο πάλι! Δε μου τα παν αυτά. Το πράγμα στράβωσε και ο παπάς ή ο θεός δε με συγχωρούσε. Η ώρα περνούσε.
“Η γιαγιά μου θ’ ανησυχεί” του είπα μπας και ξεμπλέξω, αλλά εκείνος επέμεινε ότι έπρεπε πρώτα να μετανιώσω και μετά να πάρω τη συγχώρεση. Μου ήρθε να τα άνω όλα λίμπα, αλλά συγκρατήθηκα. Ο παπάς διάβαζε αμίλητος, εγώ καθόμουν αμίλητη, κούναγα τα πόδια μου με τα γυαλιστερά λουστρίνια και σκεφτόμουν ότι έμπλεξα άσχημα. Μετά από κάμποση ώρα σιωπής του είπα:
“Δεν είσαι καλός παπάς, γιατί για να μ’ αφήσεις να φύγω, θες να πω ψέματα ότι μετάνιωσα, αλλά εγώ δεν θα πω.”
“Μπορείς να φύγεις χωρίς να συγχωρεθείς” μου είπε χωρίς να με κοιτάξει.
Τότε άνοιξα την πόρτα και μόλις είδα τη γιαγιά, έπεσα πάνω της και μ’ έπιασαν τα κλάματα.
Εκείνη συγκινήθηκε και είπε στις φίλες της ότι είμαι το καλύτερο παιδί.
Τότε βγήκε ο παπάς και της είπε: “Το κοριτσάκι αυτό πρέπει να το προσέξετε. Χρειάζεται πολλή υπομονή και καθοδήγηση, αλλιώς θα το χάσετε.”
Η γιαγιά έμεινε να τον κοιτά και ο τράγος γύρισε και ξαναμπήκε μέσα. Τα είπα στη γιαγιά τα καθέκαστα και το καψώνι που μου έκανε και καταλήξαμε ότι ήταν βλάκας. Αλλά εγώ, α-παπά, δεν πρόκειται να ξαναπάω ποτέ!

 

 

 

Εκδόσεις «ΕΚΑΤΗ», Χ. Κ. ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ

 

3ης Σεπτεμβρίου 91 Αθήνα, 10434,
Τηλ.: 210-8837343, 210-8665456,
http://ekati.gr/

 

Τίτλος: «Μαργαρίτα, γης Μαδιάμ!»
Συγγραφέας: Τζώρτζια Ρασβίτσου
Έτος 1ης Έκδοσης: 2018
Διαστάσεις: 14 x 21
Αριθμός Σελίδων: 112 (εκατόν δώδεκα).
Τιμή (χωρίς Φ.Π.Α.): 10,00 €
Κατηγορία: Ελληνική λογοτεχνία
ISBN: 978-960-408-246-9

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -