32.6 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Η «Τομή» της Pamela Carter μέσα απ’ τα μάτια του σκηνοθέτη Μενέλαου Καραντζά

Τo έργο «Τομή» της Pamela Carter για τη ζωή του Πωλ Βερλαίν και του Αρτύρ Ρεμπώ, σκηνοθετεί ο Μενέλαος Καραντζάς στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Επί τη ευκαιρία της παράστασης το catisart.gr δημοσιεύει άρθρο του σκηνοθέτη.

Το κείμενο δεν έχει κεφαλαία γράμματα γιατί ακολουθεί τον τρόπο που γράφει και η συγγραφέας του έργου.

τομή
της πάμελα κάρτερ
μέσα απ’ τα μάτια του σκηνοθέτη
Μενέλαου Καραντζά

στο θεατρικό έργο της πάμελα κάρτερ τομή δύο ποιητές ο πωλ βερλαίν και ο αρτύρ ρεμπώ φτιάχνουν μια καινούρια θεωρία ποιητικής σύμφωνα με την οποία η ποίηση και η τέχνη μπορούν να γεννηθούν μόνο μέσα από τις πραγματικές εμπειρίες της ζωής και μάλιστα τις πιο χυδαίες, τις πιο σκοτεινές, τις πιο κρυφές. φτιάχνουν μια καινούρια θρησκεία για να κηρύξουν την αλήθεια.
στο θεατρικό έργο της πάμελα κάρτερ τομή δύο ποιητές ο πωλ βερλαίν και ο αρτύρ ρεμπώ μιλούν για την ποίηση και την τέχνη χωρίς να χρησιμοποιούν ούτε ένα στίχο ποιήματος επειδή η γλώσσα στα στόματά τους μετατρέπεται αναγκαστικά σε εργαλείο έκφρασης της εμπειρίας και γι’ αυτό γίνεται βρόμικη, σκληρή και αληθινή.
στο θεατρικό έργο της πάμελα κάρτερ τομή δύο ποιητές ο πωλ βερλαίν και ο αρτύρ ρεμπώ εκθέτουν τα σώματά τους, τις επιθυμίες τους, τους πόθους τους και την απόγνωσή τους με τρόπο ωμό, πρόστυχο και σπαρακτικό.
το θεατρικό έργο της πάμελα κάρτερ τομή είναι η ιστορία τριών ανθρώπων η επαφή των οποίων με την ποίηση και την τέχνη οδήγησε τις ζωές τους στα άκρα. ο αρτύρ ρεμπώ αφοσιώνεται στην τέχνη κι ανάβει μια φλόγα που γίνεται πυρκαγιά και τελικά τον καταπίνει. η ματίλντ βερλαίν αφοσιώνεται στη ζωή και κρίνει την τέχνη με το μέτρο της τακτοποίησης και της επιβίωσης σύμφωνα με τους κανόνες της κοινωνικής αξιοπρέπειας. ο πωλ βερλαίν ταλαντεύεται ανάμεσα στους δύο και προσπαθεί να επιτύχει ένα συμβιβασμό για να διασώσει την ψυχή και ολόκληρο τον εαυτό του. το έργο ακολουθεί την ιστορία του και την παραλλάσσει μόνο για να αυξήσει την ένταση και τη δραματικότητα που απαιτεί ένας τέτοιος συμβιβασμός. (Μενέλαος Καραντζάς)

Ο Μενέλαος Καραντζάς φωτογραφημένος από τον Πάτροκλο Σκαφίδα

Ο σκηνοθέτης θεάτρου και θεατρολόγος Μενέλαος Καραντζάς είναι απόφοιτος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Αθήνας και κατέχει MFA στη Σκηνοθεσία Θεάτρου από το University of Essex (East 15 Acting School). Έχει παρακολουθήσει μαθήματα Σκηνογραφίας – Ενδυματολογίας στη Σχολή Σταυράκου και Θεατρικής Γραφής στο ΕΚΕΜΕΛ. Τα τελευταία πέντε χρόνια ζει μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου όπου εργάζεται ως σκηνοθέτης και βοηθός σκηνοθέτης στο Εθνικό και σε άλλα θέατρα, μεταφραστής θεατρικών έργων και θεωρητικών κειμένων θεατρολογίας από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα, δραματολόγος παραστάσεων, σύμβουλος δραματουργίας για θεατρικούς συγγραφείς, καθηγητής υποκριτικής σε δραματική σχολή, ιατρικός και επιστημονικός σύμβουλος θεατρικών παραγωγών, οδηγός σκηνής, δάσκαλος δράματος σε σχολεία και εμψυχωτής θεατρικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων σε σχολεία και οργανώσεις. Έχει εργαστεί στη Θερινή Ακαδημία του Εθνικού Θεάτρου και είναι συνεργάτης της διαδικτυακής πλατφόρμας The Greek Play Project. Για δύο συνεχείς χρονιές (2015 και 2016) συμμετείχε στο Directors Lab του Lincoln Center Theater στη Νέα Υόρκη.

  • Αρχική φωτογραφία: Pilgrim

Σχετικά με το έργο

Το σημείο που ο στίχος κόβεται σε δύο ημιστίχια ονομάζεται τομή. Αν η ζωή του Πωλ Βερλαίν ήταν ένας στίχος και η ζωή του Αρτύρ Ρεμπώ ένας άλλος, το σημείο τομής του κάθε στίχου θα ήταν το ίδιο: το τέλος της ερωτικής σχέσης των δύο ποιητών. Μέσα στο πάθος και την έξαψη της σχέσης τους έγραψαν τα ποιητικά τους αριστουργήματα, ώσπου η ζωή τους σημαδεύτηκε από έναν πυροβολισμό και το δεύτερο μέρος της ήταν πολύ διαφορετικό από το πρώτο. Στο σκοτεινό, σκληρό και ηδονιστικό της κείμενο η Pamela Carter δανείζεται ιστορικά στοιχεία από τις ζωές των δύο αντρών και της γυναίκας του Βερλαίν, Ματίλντ, και τα συνδυάζει με στοιχεία μυθοπλασίας για να αναδείξει τις ιδιαίτερες ποιότητες της ψυχής και του πνεύματος ενός καλλιτέχνη, που με την έντασή τους ωθούν τη ζωή του να υπερβεί τα όρια, γεγονός απαραίτητο για τη δημιουργία ενός σπουδαίου καλλιτεχνικού έργου. Η πυρκαγιά της καλλιτεχνικής έκφρασης, η αποστολή του καλλιτέχνη και ο ρόλος της τέχνης έρχονται στη σκηνή μέσα από τα λόγια και τις πράξεις των τριών ηρώων του έργου, που είναι τραχείς και τρυφεροί ταυτόχρονα, ενώ παλεύουν περισσότερο ή λιγότερο ο καθένας τους με τις συμβάσεις και τις συμβατικότητες της ζωής και της κοινωνίας.

Πίνακας του Ανρί Φαντέν-Λατούρ (1872). Διακρίνεται ο Πωλ Βερλαίν (πρώτος από αριστερά) και δίπλα του ο Αρθούρος Ρεμπώ. Μουσείο Ορσέ, Παρίσι

Η επεισοδιακή σχέση και ο βίαιος χωρισμός των δύο ποιητών

Ένα βράδυ κατά τη διάρκεια των γεγονότων της Κομμούνας του Παρισιού, ο Βερλέν κλήθηκε στο πλευρό της μητέρας του. Λόγω όμως της παροιμιώδους δειλίας του, αντί να πάει αυτός στέλνει τη Ματίλντ, η οποία κινδύνευσε αρκετές φορές να τραυματισθεί από τα πυρά των αντιμαχόμενων πλευρών στα οδοφράγματα του Παρισιού.

Την εποχή εκείνη ο Βερλαίν δούλευε ως δημόσιος υπάλληλος στο Παρίσι και μόλις σχολούσε, μεθούσε πίνοντας αψέντι, γύρναγε αργά στο σπίτι και έπεφτε με τις κάλτσες στο κρεβάτι για να κακοποιήσει τη Ματίλντ. Στη συνέχεια κοιμόταν ροχαλίζοντας. Όταν εκείνη παραπονιέται, εκείνος τη χτυπά. Όταν δεν παραπονιέται, εκείνος πάλι τη χτυπά. Ακόμα χειρότερα. Πετάει το μωρό στο πάτωμα. Όταν όμως είναι ξεμέθυστος, γίνεται πάλι γλυκός και σεμνός. Γράφει ποιήματα για τον ανθρώπινο πόνο.

«Η μητέρα του Βερλέν έκανε τρεις αποβολές και κρατούσε τα έμβρυα σε βάζα, τους μιλούσε… Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγαλώνει ο μικρός Βερλέν ο οποίος είναι απίστευτα άσχημος. Είναι ο σωσίας των νεκρών εμβρύων, όπως του έλεγε συχνά η μητέρα του. Εκείνος πάλι αγαπά τις γυναίκες, τις έχει ανάγκη. Αυτές όμως ποτέ δεν τον θεώρησαν όμορφο. «Ο έρωτας της ζωής του ήταν η ξαδέλφη του Ελίζα την οποία είχε υιοθετήσει η μητέρα του. Η Ελίζα παντρεύτηκε έναν ζαχαροπλάστη και στη συνέχεια πέθανε στη γέννα. Ο Βερλαίν ήταν πολύ συναισθηματικός, η περιφρόνηση όμως των γυναικών προς το πρόσωπό του, τον οδήγησε πολύ γρήγορα στους οίκους ανοχής, μετά παντρεύτηκε την πολύ μικρότερή του Ματίλντ, ύστερα είχε ερωτικές σχέσεις με άντρες και προς το τέλος της ζωής του ξαναγύρισε στις πόρνες», γράφει ο εικαστικός ο Ζαν Πιερ Ζενό στις Βρυξέλλες.

Όπως γράφει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, επικαλούμενο δημοσιεύματα σε Le nouvel Observateur και Madame Figaro, έπειτα από ένα διάστημα αθώας ποιητικής συντροφιάς, οι Βερλαίν και Ρεμπώ ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Τον Ιανουάριο του 1872 ο Βερλαίν εντυπωσιασμένος από τον νεαρό χωρικό με την έντονη προφορά των Αρδενών αποφασίζει να τον «εγκαταστήσει» στο σπίτι του. Ξέρει ότι ο 17χρονος Ρεμπώ είναι αμφιφυλόφιλος.

Για αρκετούς μήνες οι δύο ποιητές μαζί με τη Ματίλντ ζουν ένα καταστροφικό τρίο «πνιγμένο» στη μαζική κατανάλωση αψέντι. Η Ματίλντ παρακολουθεί τα γράμματα και τα ποιήματα που ανταλλάσσουν οι δύο εραστές. Νοιώθει ταπεινωμένη. Τον Ιούλιο του 1872 οι Ρεμπώ και Βερλέν φεύγουν για τις Βρυξέλλες. «Πρόκειται περισσότερο για απαγωγή του Βερλέν από τον Ρεμπώ ο οποίος είχε βαρεθεί το Παρίσι, ενώ ο Βερλέν ήταν πιο διστακτικός», εξηγεί ο Γάλλος ιστορικός Λεφρέρ.

Η αυτοεξορία τους αποδεικνύεται επεισοδιακή. Οι δύο νέοι άνδρες τον περισσότερο καιρό είναι λιώμα στο μεθύσι, μάλιστα κάποια στιγμή ο Ρεμπώ προσπάθησε, όπως λένε, να μαχαιρώσει τον Βερλαίν. Και φθάνουμε στην κρίσιμη ημέρα, εκείνη της 10ης Ιουλίου του 1873. Κάνει αφόρητη ζέστη. Στις εννέα το πρωί ο Βερλέν μπαίνει σε ένα κατάστημα όπλων και έναντι 23 φράγκων αγοράζει ένα πιστόλι 7 χιλιοστών που παίρνει έξι σφαίρες. Σκοπεύει να αυτοκτονήσει.

Επιστρέφοντας στο δωμάτιο που μοιράζεται με τον εραστή του, γράφει γράμματα στους φίλους του, στη μητέρα του, ακόμα και στη μητέρα του Ρεμπώ λέγοντάς τους «Θα σκοτωθώ». Στη συνέχεια περνάει το υπόλοιπο της ημέρας πίνοντας. Μετά το γεύμα, ο Ρεμπώ ανακοινώνει στον Βερλέν ότι θέλει να τον εγκαταλείψει. Τρελαμένος από τον πόνο του έρωτα ο Βερλαίν, τού κλείνει την πόρτα και βγάζει το πιστόλι και φωνάζει: «Αυτό είναι για σένα, αφού με αφήνεις». Πυροβολεί δύο φορές, η μία σφαίρα χτυπάει στο ταβάνι και η άλλη το μπράτσο του Ρεμπώ.

Όταν ο Ρεμπώ παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο, επαναλαμβάνει στον Βερλαίν ότι θέλει να φύγει. Κατευθύνονται στον σιδηροδρομικό σταθμό. Στην πλατεία Ρουπ ο Βερλαίν τον πλησιάζει και βάζει το χέρι του στην τσέπη. Ο Ρεμπώ νομίζει ότι θα βγάλει πάλι όπλο και τρομαγμένος ορμά πάνω σε έναν αστυνομικό που περνάει εκείνη τη στιγμή δίπλα τους.

Ο Βερλαίν καταδικάστηκε στη μέγιστη τότε ποινή των δύο χρόνων, καθώς η ομοφυλοφιλία αποτελούσε επιβαρυντικό στοιχείο. Επιπλέον μία έκθεση που φθάνει στις Βρυξέλλες από το Παρίσι χαρακτηρίζει τον Βερλαίν «κομμουνάρο». Οι Βρυξέλλες εκείνη την περίοδο αποτελούσαν καταφύγιο για τους υποστηρικτές της παρισινής κομμούνας. Ο δικαστής που εκδίκασε την υπόθεση δεν έδειξε καμιά ανοχή. Ζήτησε μάλιστα ο Βερλαίν να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση προκειμένου να αποδειχθεί η ομοφυλοφιλία του. Η έκθεση αποτελεί κόλαφο για τον λεπτοκαμωμένο ποιητή. Ο Βερλαίν είναι ομοφυλόφιλος, ενεργητικός και παθητικός.

Ο Βερλαίν περνά 555 ημέρες στη φυλακή, μακριά από τα μπαρ και τα μπουκάλια αψέντι. Χάνει τα πάντα: γυναίκα, παιδί, εραστή. Ωστόσο η φυλακή του κάνει καλό. «Βάζει σε τάξη το εαυτό του και αντιλαμβάνεται αυτό για το οποίο είναι γεννημένος», λέει ο Ζενό. Γράφει πολλά ποιήματα τα οποία προσπαθεί να δημοσιεύσει και αργότερα συμπεριλαμβάνει σε ποιητικές συλλογές. Ο βίαιος χωρισμός ήταν η κύρια αιτία που οι Ρεμπώ – Βερλαίν έγραψαν τα αριστουργήματά τους.

Την ίδια περίοδο, ο Ρεμπώ επιστρέφει στο πατρικό του και γράφει το αυτοβιογραφικό «Μία εποχή στην κόλαση». Ο Βερλαίν μετά την αποφυλάκισή του αυτοεξορίζεται στην Αγγλία και επιστρέφει έπειτα από δέκα χρόνια στον κόσμο της ποίησης. «Ο Ρεμπώ γρήγορα αντιλήφθηκε ότι η λογοτεχνία ήταν κάτι απαγορευμένο για αυτόν», αναφέρει ο Ζενό.

Μία λεπτομέρεια ελάχιστα γνωστή: όταν ο Βερλαίν βγαίνει από τη φυλακή, συνεχίζει να αλληλογραφεί με τον Ρεμπώ. Το παιδί-θαύμα, όπως τον αποκαλούσαν, εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να τον εκβιάσει και του ζητά χρήματα.

«Συνέχιζαν να θαυμάζουν ο ένας τον άλλον, η αγάπη τους όμως δεν ήταν πλέον αμοιβαία», λέει ο Λεφρέφ. Ο Βερλαίν παρέμεινε παθιασμένος με τον Ρεμπώ για όλη του τη ζωή, προσπαθώντας να κάνει γνωστό το έργο του Ρεμπώ. Για τον Ρεμπώ, η σχέση τους ήταν απλά ένα επεισόδιο με αρχή και τέλος».

Πωλ Βερλαίν

  • O Πωλ Βερλαίν (Paul Verlaine, 30 Μαρτίου 1844, Μετζ – 8 Ιανουαρίου 1896, Παρίσι) ήταν Γάλλος ποιητής που συνδέθηκε με τη σχολή του παρνασσισμού και αργότερα αποτέλεσε ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος του συμβολισμού και της Παρακμής. Ο Βερλαίν χαρακτηρίζεται ως ένας καθαρά λυρικός ποιητής που σημάδεψε μία μετάβαση από το ρομαντισμό στο κίνημα του συμβολισμού, και διακρίνεται για τo μουσικό αποτέλεσμα της γραφής του, μέσα από τη χρήση αρκετών μυστικών της γαλλικής προσωδίας, όπως τις παρηχήσεις, τις συνηχήσεις και τους ανισοσύλλαβους στίχους. Παρά το γεγονός πως το έργο του επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση του συμβολισμού, ο ίδιος αργότερα τον αποκήρυξε, καθώς το κίνημα απέκλινε ακόμα περισσότερο από τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες, ενώ ο Βερλαίν υποστήριζε την αναγκαιότητα ορισμένων, όπως για παράδειγμα της ομοιοκαταληξίας του στίχου.

Γεννήθηκε στο Μετς της Γαλλίας και ανατράφηκε στο άνετο οικογενειακό περιβάλλον που του εξασφάλισαν οι γονείς του, ο στρατιωτικός Νικολά-Ωγκύστ και η Ελίζα-Στεφανί Ντεέ. Την περίοδο 1851-61 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, φοιτώντας αρχικά στο ίδρυμα Landry και κατόπιν στο λύκειο Bonaparte (σήμερα Condorcet) του Παρισιού. Το 1862 απέκτησε το baccalauréat, με διάκριση στη μετάφραση από τα λατινικά, και για ένα χρονικό διάστημα εργάστηκε ως υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρεία και στο δημαρχείο του Παρισιού. Η ενασχόλησή του με την ποίηση είχε ξεκινήσει νωρίτερα και έγινε πιο συστηματική λόγω της συναναστροφής του με τους λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Ο Βερλαίν ήρθε σε επαφή με την ομάδα των παρνασσιστών και άλλους σύγχρονους ποιητές, όπως τον Στεφάν Μαλαρμέ και τον Ανατόλ Φρανς, ενώ ποιήματά του άρχισαν να δημοσιεύονται στις περιοδικές εκδόσεις τους. Το ποίημα Mr Prudhomme υπήρξε το πρώτο που δημοσιεύτηκε, στην έκδοση La Revue du Progrès του Louis Xavier de Ricard, το 1863. Τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύτηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Poèmes saturniens, που θεωρείται πως διαπνέεται από τα συναισθήματα του Βερλαίν για την εξαδέλφη του Ελίζα, με την οποία ήταν ερωτευμένος.

Τον Αύγουστο του 1870 παντρεύτηκε τη δεκαεξάχρονη Ματίλντ Μοτέ. Κατά την περίοδο της Παρισινής Κομμούνας, ανέλαβε διευθυντικά καθήκοντα στο γραφείο Τύπου της Κομμούνας και πιθανώς ο φόβος των αντιποίνων της Τρίτης Δημοκρατίας αποτέλεσε έναν από τους λόγους της ύστερης μποέμ στάσης ζωής του. Το Σεπτέμβριο του 1871 χρονολογείται η γνωριμία του με τον Αρτύρ Ρεμπώ, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στη ζωή του. Περιπλανήθηκε μαζί του στη βόρεια Γαλλία και στο Βέλγιο, εγκαταλείποντας τον Ιούλιο του 1872 τη σύζυγό και το νεογέννητο γιο του, Ζωρζ. Στο Λονδίνο, όπου εγκαταστάθηκαν δύο μήνες αργότερα, ο Βερλαίν ολοκλήρωσε τη συλλογή Romances sans paroles που διακρίνεται για τη μουσικότητά της αλλά και τους πειραματισμούς του συγγραφέα της. Η έντονη σχέση του Βερλαίν με τον Ρεμπό έληξε προσωρινά τον Ιούλιο του 1873, ενώ βρίσκονταν στις Βρυξέλλες, όταν ο πρώτος τραυμάτισε το σύντροφό του σε κατάσταση μέθης. Για την πράξη του, καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση, κατά τη διάρκεια της οποίας εκδόθηκαν τα Romances sans paroles (1874) από τον φίλο του, Εντμόν Λεπελετιέ (Edmond Lepelletier).

Ο Βερλαίν αφέθηκε ελεύθερος τον Ιανουάριο του 1875, έχοντας ασπαστεί τον Ρωμαιοκαθολικισμό, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε επισημοποιηθεί ο χωρισμός του με τη σύζυγό του. Το επόμενο διάστημα, ύστερα από μία ανεπιτυχή προσπάθεια επανασύνδεσης με τον Ρεμπό όταν τον επισκέφτηκε στη Στουτγάρδη, εγκαταστάθηκε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος γαλλικών και σχεδίου, ενώ παράλληλα κέρδισε την αναγνώριση σπουδαίων Άγγλων λογοτεχνών, όπως του Άλφρεντ Τέννυσον και του Άλγκερνον Τσαρλς Σουίνμπερν. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1877 και τον Οκτώβριο του 1880 εκδόθηκε η συλλογή Sagesse, με ποιήματα που κατά κύριο λόγο γράφτηκαν την περίοδο 1873-78 και συνέβαλαν στην καθιέρωσή του.

Ο θάνατος του αγαπημένου μαθητή του, Λυσιέν Λετινουά, τον Απρίλιο του 1883 καθώς και εκείνος της μητέρας του, τον Ιανουάριο του 1886, σε συνδυασμό με τις αποτυχημένες απόπειρές του να συμφιλιωθεί με την πρώην σύζυγό του, συνέβαλαν στην επιστροφή του στον έκλυτο βίο του παρελθόντος. Τα επόμενα χρόνια εκδόθηκαν οι ποιητικές συλλογές Jadis et naguère και Parallèlement, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε μία σειρά από βιογραφίες, όπως τους Καταραμένους ποιητές (Les Poètes maudits), που περιλαμβάνει υλικό για έξι ποιητές, μεταξύ των οποίων οι Μαλαρμέ και Ρεμπό, καθώς και το Les Hommes d’aujourd’hui (π. 1886), με σύντομες βιογραφίες σύγχρονων λογοτεχνών. Αμιγώς αυτοβιογραφικά κείμενα υπήρξαν τα Hôpitaux και Mes Prisons, στα οποία ο Βερλαίν κατέγραψε τις πολυάριθμες εμπειρίες του στα νοσοκομεία, όπου έτυχε περίθαλψης κατά καιρούς, και στη φυλακή, αντίστοιχα. O ίδιος ήταν υπεύθυνος για την έκδοση της συλλογής Εκλάμψεις του Ρεμπό, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην καθιέρωσή του.

Αρτύρ Ρεμπώ

  • O Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, πλήρες όνομα Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ, 20 Οκτωβρίου 1854 – 10 Νοεμβρίου 1891) ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές Εκλάμψεις και Μια Εποχή στην Κόλαση. Η τελευταία υπήρξε το μοναδικό βιβλίο του Ρεμπώ που δημοσιεύτηκε κατόπιν επιθυμίας και ενεργειών του ίδιου, ενώ σημαντικό μέρος των ποιημάτων του δημοσιεύτηκαν ενόσω ήταν εν ζωή αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή του ή εν αγνοία του.

Γεννήθηκε στη γαλλική αγροτική πόλη Σαρλβίλ των Αρδεννών, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, πριν ξεκινήσει η πολύχρονη περιπλάνησή του σε πολυάριθμες πόλεις της Ευρώπης. Στη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του ταξίδεψε σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες και έζησε ως επαίτης, μισθοφόρος, εργάτης, παιδαγωγός και ναυτικός, παράλληλα με τη συγγραφική δραστηριότητα. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας ήδη εγκαταλείψει την ποίηση, περιπλανήθηκε στη βορειοανατολική Αφρική όπου εργάστηκε ως έμπορος και εξερευνητής, την ίδια περίοδο που άρχισε να αναγνωρίζεται το ποιητικό έργο του μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων του Παρισιού.

Ο Ρεμπώ γεννήθηκε στην αγροτική περιοχή Σαρλβίλ (Charleville) των Αρδεννών στη βορειοανατολική Γαλλία, κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο. Ο πατέρας του, Φρεντερίκ Ρεμπώ, ήταν στρατιωτικός και η μητέρα του, Βιταλί Κυίφ, κόρη εύπορου αγρότη από την περιοχή Ρος (Roche), κοντά στη Σαρλβίλ. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο αγρόκτημα της οικογένειας της μητέρας του στη Ρος, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Φρεντερίκ και τις νεότερες αδελφές του, Βιταλί και Ιζαμπέλ. Όταν ο Ρεμπώ ήταν έξι ετών, ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια χωρίς να γυρίσει ποτέ πίσω. Για τη ρήξη που προκλήθηκε μεταξύ των γονέων του, έχουν υποστηριχθεί αρκετές εκδοχές, χωρίς κάποια από αυτές να μπορεί να αποδειχθεί. Ο Φρεντερίκ Ρεμπώ έλειπε συχνά από το σπίτι, εξαιτίας του επαγγέλματός του, ενώ κατά τις λίγες επισκέψεις του, ανάλωνε τον ελεύθερο χρόνο του στη συγγραφή. Από την άλλη πλευρά, η μητέρα του Ρεμπώ θεωρούσε κάθε λογοτεχνικό έργο ανώφελο, ενώ ο δύσκολος χαρακτήρας της ενδεχομένως να συντέλεσε στο χωρισμό του ζευγαριού. Ένα δείγμα του σκληρού χαρακτήρα της περιέγραψε ο ίδιος ο Ρεμπώ στο ποίημά του Les Poètes de Sept Ans (Ο επτάχρονος ποιητής), στο οποίο περιγράφει τον ποιητή με «μέτωπο γεμάτο εξογκώματα».

Μετά τη φυγή του πατέρα του, ο Ρεμπώ και τα τέσσερα αδέλφια του αναγκάστηκαν να ζήσουν φτωχικά και δύσκολα χρόνια, υπό την αυστηρή παρουσία της μητέρας τους, η οποία φρόντισε με επιμέλεια για τη μόρφωσή τους. Τον Οκτώβριο του 1861, ο Ρεμπώ εισήχθη μαζί με τον αδελφό του στο Ινστιτούτο Ροσσά, όπου φοίτησε για περίπου τρία χρόνια. Στο διάστημα αυτό, διακρίθηκε κερδίζοντας πολυάριθμα αριστεία και επαίνους, στα λατινικά, στη γραμματική, στην ιστορία, στη γεωγραφία, αλλά και στην αριθμητική. Στερημένος από παιδικές παρέες, λόγω της αυστηρής επαγρύπνησης της μητέρας του, ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με το διάβασμα και τη μελέτη. Τον Απρίλιο του 1865, ύστερα από απόφαση της μητέρας του, μεταφέρθηκε στο Κολέγιο της Σαρλβίλ, όπου σύντομα διακρίθηκε εκ νέου στα μαθήματα και οι ικανότητές του προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση, μεταπηδώντας από την πέμπτη τάξη του δημοτικού στην πρώτη τάξη του γυμνασίου. Μεταξύ των διακρίσεών του, ξεχωρίζουν επίσης οι δημοσιεύσεις εργασιών του στην εφημερίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας Moniteur de l’Enseignement Superieur καθώς και πολυάριθμα βραβεία που κέρδιζε σε διαγωνισμούς των σχολείων της περιφέρειας. Στις αρχές του επόμενου χρόνου, το ποίημά του με τίτλο Les Étrennes des ophelins, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Revue pour Tous και αποτελεί πιθανότατα ένα από τα καλύτερα δείγματα των πρώιμων έργων του.

Λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση του ποιήματος, το Κολέγιο της Σαρλβίλ υποδέχτηκε ένα νέο δάσκαλο, τον Ζωρζ Ιζαμπάρ (Georges Izambard), ο οποίος εξελίχθηκε σε ένα είδος λογοτεχνικού συμβούλου του Ρεμπώ. Εκείνος, με τη σειρά του, συνέχιζε να γράφει ποίηση και να παρουσιάζει αντίγραφα των έργων του στον Ιζαμπάρ, ο οποίος με τη σειρά του δάνειζε βιβλία από την προσωπική του συλλογή στον μαθητή του. Στις πρώιμες λογοτεχνικές του συνθέσεις, ο Ρεμπώ άντλησε στοιχεία από την ανθολογία Le Parnasse contemporain των παρνασσιστών, αποστέλλοντας μάλιστα ένα δικό του ποίημα προς δημοσίευση, με αποδέκτη τον Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, το οποίο όμως δεν έγινε τελικά δεκτό. Στις 19 Ιουλίου 1870 κηρύχθηκε ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος, με αποτέλεσμα ο Ιζαμπάρ να εγκαταλείψει τη Σαρλεβίλ. Το Κολέγιο της πόλης έπαψε να λειτουργεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, γεγονός που θα έδινε και ένα οριστικό τέλος στην επίσημη σχολική εκπαίδευση του Ρεμπώ. Οι πολιτικές εξελίξεις σε συνδυασμό με τη φυγή του Ιζαμπάρ, τού προκάλεσαν μελαγχολία και τάσεις φυγής, σημειώνοντας σε μία επιστολή προς τον δάσκαλό του: «Η πατρίδα μου ξεσηκώνεται. Προσωπικά θα προτιμούσα να τη δω να ξανακάθεται.». Στις 31 Αυγούστου εγκατέλειψε το σπίτι του και επιβιβάστηκε στο τρένο, με προορισμό το Παρίσι. Εξαιτίας της αδυναμίας του να καλύψει οικονομικά το αντίτιμο του εισιτηρίου, είχε προμηθευτεί ένα για τη συντομότερη διαδρομή μέχρι το Σαιν Κεντέν, ταξιδεύοντας στο υπόλοιπο της διαδρομής κρυφά. Κατά την άφιξή του στο Παρίσι έγινε αντιληπτός από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακιστεί.

Χάρη σε ένα γράμμα που απέστειλε στον Ιζαμπάρ, ζητώντας τη βοήθειά του, οι αρχές τον έστειλαν σε εκείνον και φιλοξενήθηκε στο σπίτι της οικογένειάς του στο Ντουαί. Παρέμεινε εκεί για περίπου τρεις εβδομάδες, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος της εφημερίδας Liberal du Nord, της οποίας ο Ιζαμπάρ ήταν εκδότης. Αρνούμενος αρχικά να επιστρέψει στη μητέρα του, η οποία σε αλληλογραφία με τον Ιζαμπάρ τον κατηγορούσε για τη φυγή του γιου της, επέστρεψε τελικά στη Σαρλβίλ, στις 27 Σεπτεμβρίου, με συνοδό τον Ιζαμπάρ. Τα καινούργια του ποιήματα ήταν εμπνευσμένα από τις πρόσφατες εμπειρίες του και επιθυμούσε να εκδοθούν με τη βοήθεια του Πωλ Ντεμενύ, τον οποίο είχε γνωρίσει στο Ντουαί και ήταν συνιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου στο Παρίσι. Μία εβδομάδα μετά την επιστροφή του, ο Ρεμπώ εγκατέλειψε ξανά τη Σαρλβίλ με προορισμό αυτή τη φορά τη βελγική πόλη Σαρλερουά, όπου αναζήτησε εργασία στην εφημερίδα Journal de Charleroi, χωρίς όμως επιτυχία. Επόμενοι σταθμοί της περιπλάνησής του υπήρξαν το Φυμέ, το Βιρέ, οι Βρυξέλλες και τέλος το Ντουαί, όπου επισκέφτηκε εκ νέου το σπίτι του Ιζαμπάρ.

O Ρεμπώ επέστρεψε στο Παρίσι και θεωρείται πιθανό πως βρέθηκε εκεί στο αποκορύφωμα των γεγονότων της Κομμούνας, στα τέλη Απριλίου του 1871. Η σχέση του με την παρισινή Κομμούνα είναι εν γένει αμφιλεγόμενη, όπως και το αν βρισκόταν στην πόλη κατά τη διάρκειά της, ωστόσο κάτι τέτοιο φαίνεται να βεβαιώνεται από ισχυρισμούς του Βερλαίν, καθώς και από μία αστυνομική έκθεση του 1873, σύμφωνα με την οποία ήταν «μέλος των ατάκτων της Κομμούνας». Τρία ποιήματά του θεωρούνται επηρεασμένα από την Κομμούνα και πρόκειται για τα L’Orgie parisienne, Les Mains de Jeanne-Marie και Chant de guerre parisien. Πιθανώς απογοητευμένος από τις αντίξοες εμπειρίες του, ο Ρεμπώ έστειλε στις 13 Μαΐου του 1871, από τη Σαρλβίλ, μία επιστολή στον Ιζαμπάρ που περιείχε επίσης το ποίημα Le Cœur volé («Κλεμμένη καρδιά»). Το γράμμα προκάλεσε την αντιπάθεια του πρώην δασκάλου του, που θα το χαρακτήριζε αργότερα ως «κακόηθες» στα απομνημονεύματά του. Δύο ημέρες αργότερα, έγραψε μία δεύτερη σημαντική μακροσκελή επιστολή στον Πωλ Ντεμενύ, γνωστή ως η «Επιστολή του προφήτη» (Lettre du voyant), μέσα στην οποία εξέθετε το ποιητικό του όραμα και τις αισθητικές του θεωρίες, αναφερόμενος στο ρόλο του ποιητή ως «προφήτη» και της ίδιας της ποίησης ως ένα μέσο που θα έπαυε να συμβαδίζει με την πραγματικότητα αλλά θα την ξεπερνούσε.

Κάτω από την πίεση της μητέρας του να βρει μία εργασία, ο Ρεμπώ προσπάθησε να ανακτήσει την επαφή του με το λογοτεχνικό κόσμο του Παρισιού, ελπίζοντας στη βοήθεια των παρνασσιστών. Την ίδια περίοδο, καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Σαρλ Μπρετάν, ο οποίος είχε γνωρίσει παλαιότερα τον Πωλ Βερλαίν και προσφέρθηκε να του συστήσει τον νεαρό ποιητή. Ο Ρεμπώ, με τη σειρά του, έγραψε ένα οικείο και αυτοβιογραφικό γράμμα στον Βερλαίν, δηλώνοντας ένθερμος θαυμαστής του και τονίζοντας την επιθυμία του να εγκατασταθεί στο Παρίσι, εσωκλείοντας επίσης μερικά από τα ποιήματά του.

Ο Βερλαίν, εξίσου γοητευμένος από το έργο του Ρεμπώ, φρόντισε για την εγκατάσταση του στο σπίτι του ίδιου, συγκεντρώνοντας επίσης ένα χρηματικό ποσό για την κάλυψη των εξόδων του ταξιδιού του. Ο Ρεμπώ ενσωματώθηκε για ένα διάστημα στον κύκλο των παρνασσιστών, ενώ σε ολόκληρο το διάστημα της διαμονής του στο Παρίσι, προκαλούσε με τη συμπεριφορά του την λογοτεχνική ελίτ της εποχής, διάγοντας έκλυτο βίο. Ο ποιητής Λεόν Βαλάντ περιέγραψε την παρουσία του Ρεμπώ σε μία επιστολή του, στις 5 Οκτωβρίου του 1871, γράφοντας:

«Μεγάλα χέρια, μεγάλα πόδια, αληθινά παιδικό πρόσωπο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε δεκατριάχρονο, βαθυγάλανα μάτια, μάλλον άγρια παρά συνεσταλμένα – αυτός είναι ο νεαρός που με τη φαντασία του, τις εκπληκτικές δυνατότητες και την αχρειότητά του έχει συναρπάσει ή φοβίσει όλους τους φίλους μας».
Η ένδοξη πορεία του Ρεμπώ δεν είχε ωστόσο μεγάλη διάρκεια, κυρίως εξαιτίας της αντικοινωνικής και προκλητικής συμπεριφοράς του, που συνδύαζε δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, του ομοφυλόφιλου και του αναρχικού, και οι δύο ιδιαίτερα απωθητικοί στη δεκαετία του 1870. Το Μάρτιο του 1872, εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στο σπίτι της μητέρας του στη Σαρλβίλ, ύστερα από παρότρυνση του Βερλαίν που επιθυμούσε να σώσει τον γάμο του, ο οποίος είχε οδηγηθεί σε διάλυση εξαιτίας της ερωτικής σχέσης του με τον Ρεμπώ. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ο Βερλαίν εγκατέλειψε τη σύζυγο και το γιο του, ταξιδεύοντας μαζί με τον Ρεμπώ, αρχικά στο Βέλγιο και κατόπιν στο Λονδίνο. Στην αγγλική πόλη, ο Ρεμπώ συνέθεσε μία σειρά πεζών ποιημάτων που αργότερα συγκρότησαν τη συλλογή Εκλάμψεις (Les Illuminations), η οποία ανήκει στα σημαντικότερα έργα του. Τον Απρίλιο του 1873, επισκέφτηκε την οικογένειά του στη Σαρλβίλ. Στο αγρόκτημα της Ρος, ο Ρεμπώ ξεκίνησε να επιμελείται το πρώτο σχεδίασμα για το Μια εποχή στην κόλαση, το μοναδικό έργο που εξέδωσε ο ίδιος και το βιβλίο που επρόκειτο να του χαρίσει την αναγνώριση.

Το επόμενο διάστημα, ο Ρεμπώ επέστρεψε στο Λονδίνο και στην κοινή ζωή με τον Βερλαίν. Η προβληματική συμβίωση των δύο ποιητών οδήγησε σύντομα στη φυγή του Βερλαίν, για να συναντηθούν ξανά στις Βρυξέλλες, όπου ύστερα από έντονη διαφωνία, ο Βερλαίν σε κατάσταση μέθης, πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Ρεμπώ στο αριστερό του χέρι, πάνω από τον καρπό. Για την πράξη του καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 200 φράγκων, που αποτελούσε τη μέγιστη δυνατή ποινή. Ο Ρεμπώ νοσηλεύτηκε για λίγες ημέρες στο νοσοκομείο Σαιν Ζαν των Βρυξελλών και αργότερα εγκαταστάθηκε εκ νέου στη Ρος, όπου ολοκλήρωσε το Μια εποχή στην κόλαση, έργο σε μεγάλο βαθμό εξομολογητικό. Το βιβλίο τυπώθηκε με χρηματοδότηση της μητέρας του, σε τυπογραφείο των Βρυξελλών, αν και ελάχιστα αντίτυπα κυκλοφόρησαν αρχικά. Ο Ρεμπώ παρέλαβε περίπου δέκα αντίτυπα, από τα συνολικά 500 που είχε παραγγείλει, τα οποία μοίρασε σε οικεία πρόσωπα και άλλους λογοτέχνες, ωστόσο δεν πλήρωσε για τα υπόλοιπα. Μέχρι το 1884, έτος δημοσίευσης του Les Poètes maudits (Οι καταραμένοι ποιητές) του Βερλαίν, δεν είχαν καταγραφεί αντιδράσεις ή κριτικές απέναντι στο βιβλίο, το οποίο παρέμενε στην αφάνεια.

Tους μήνες που ακολούθησαν την εκτύπωση του Μια Εποχή στην Κόλαση o Ρεμπώ έζησε στο Λονδίνο, όπου για ένα διάστημα συγκατοίκησε με τον ποιητή Ζερμαίν Νουβώ, ενώ κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του 1874, δέχθηκε την επίσκεψη της μητέρας του και της αδελφής του, Βιταλί. Tην ίδια περίοδο αναζήτησε επίμονα εργασία ως δάσκαλος γαλλικών. Σύμφωνα με μία αγγελία στους Times, βεβαιώνεται πως ο Ρεμπώ εργάστηκε για ένα διάστημα ως δάσκαλος στη βιομηχανική πόλη του Ρήντιγκ, όπου θεωρείται επίσης πιθανό πως επεξεργάστηκε μέρος των Εκλάμψεων. Παρέμεινε εκεί για περίπου τρεις μήνες, πριν επιστρέψει στο σπίτι της μητέρας του, στις 29 Δεκεμβρίου 1874.

Ο Ρεμπώ αναζητούσε να ασχοληθεί με μία πρακτική εργασία, όπως το εμπόριο ή τη μηχανολογία. Παράλληλα, πίστευε πως η εκμάθηση χρήσιμων γλωσσών θα ήταν ένα επιπλέον εφόδιο και για το σκοπό αυτό ταξίδεψε στη Στουτγάρδη, προκειμένου να εξοικειωθεί με τη γερμανική γλώσσα. Θεωρείται πιθανό πως φοίτησε σε κάποια σχολή της πόλης ή παρέδιδε μαθήματα γαλλικών κατ’ οίκον. Στη Στουτγάρδη, ο Ρεμπώ συνάντησε για τελευταία φορά τον Βερλαίν, στον οποίο παρέδωσε τα ποιήματα που συγκρότησαν αργότερα τις Εκλάμψεις. Στα τέλη Απριλίου, εγκατέλειψε τη Γερμανία και ξεκίνησε μία νέα περίοδος περιπλάνησης, κατά την οποία ταξίδεψε στο Μιλάνο, στο Λιβόρνο (όπου εργάστηκε ως λιμενεργάτης) και στη Μασσαλία, όπου δηλώνοντας υποστηρικτής του Δον Κάρλος, έλαβε χρήματα από ένα στρατολογικό γραφείο των Καρλιστών και οδηγίες για να μεταβεί και να ενταχθεί στον αντάρτικο ισπανικό στρατό. Με τα χρήματα αυτά, ο Ρεμπώ επέστρεψε τελικά στο Παρίσι και αργότερα στη Σαρλβίλ, όπου συνέχισε να μελετά ξένες γλώσσες.

Τον Μάιο του 1875, σε ένα καθοριστικό για το υπόλοιπο της ζωής του ταξίδι στο Βέλγιο, ο Ρεμπώ ήρθε σε επαφή με έναν στρατολόγο του ολλανδικού αποικιακού στρατού. Με βασικό κίνητρο τις οικονομικές απολαβές, δήλωσε συμμετοχή, και στο διάστημα από τις 18 Μαΐου έως τις 10 Ιουνίου ακολούθησε τη βασική εκπαίδευση στο λιμάνι του Χάρντερβεϊκ, μαζί με περίπου 200 στρατιώτες, στην πλειονότητά τους μισθοφόροι. Μετά ένα πολυήμερο ταξίδι με το ατμόπλοιο Prins van Oranje, το τάγμα στο οποίο ανήκε ο Ρεμπώ, προσάραξε στην Μπατάβια (Τζακάρτα). Στις 15 Αυγούστου, ο Ρεμπώ λιποτάκτησε και παρά την καταδίωξή του από ένα απόσπασμα του ολλανδικού στρατού κατάφερε να ξεφύγει. Οι διηγήσεις του Ρεμπώ ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμό με τις ημερομηνίες του ημερολογίου καταστρώματος του πλοίου The Wandering Chief, τόσο ώστε να θεωρείται πολύ πιθανό πως τελικά έφυγε από την Ιάβα με αυτό, χρησιμοποιώντας το πλαστό όνομα Έντουιν Χολμς. Στις 9 Δεκεμβρίου του 1875, επέστρεψε στο σπίτι της μητέρας του. Αν και δεν είναι εξακριβωμένη η πορεία που ακολούθησε κατά την επιστροφή του, ο φίλος του Ντελαέ ανέφερε σε ένα γράμμα στις 28 Ιανουαρίου 1877, πως ταξίδεψε «[…] από τις Βρυξέλλες στο Κορκ (Ιρλανδία), μέσω Ιάβας, ύστερα στο Λίβερπουλ, τη Χάβρη, το Παρίσι, για να καταλήξει όπως πάντα στην Πόλη του Καρόλου». Η περίοδος από τις αρχές του 1876 μέχρι την άνοιξη του 1877, υπήρξε μάλλον απόλυτα αδρανής για τον Ρεμπώ, καθώς ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τις δραστηριότητές του.

Από το Μάιο του 1877, ξεκίνησε μία νέα περιπλάνηση με σταθμούς όπως η βόρεια Γερμανία, η Βρέμη, το Αμβούργο, η Κοπεγχάγη, η Στοκχόλμη και πιθανά το Παρίσι. Το Δεκέμβριο του 1878 προσελήφθη ως διερμηνέας για μία γαλλική κατασκευαστική εταιρεία με επιχειρηματική δραστηριότητα στην Κύπρο. Ο Ρεμπώ ταξίδεψε στην Κύπρο το Δεκέμβριο του 1878 και ανέλαβε τελικά επικεφαλής ενός λατομείου στην τοποθεσία Ποταμός, εργασία που εκτέλεσε με επιτυχία, σύμφωνα με τη συστατική επιστολή που έλαβε από την εταιρεία την άνοιξη του 1879. Ο Ρεμπώ επέστρεψε στην Κύπρο στα τέλη Απριλίου του 1880 για να αναχωρήσει ξαφνικά από το νησί το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Η αλληλογραφία του, περιέχει αντιφατικές εξηγήσεις σχετικά με τα αίτια της αναχώρησής του, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκλήθηκε από ένα «παράπτωμα» στο οποίο είχε υποπέσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με μαρτυρία του Ιταλού εμπόρου Οττορίνο Ρόζα (που είχε συνοδεύσει τον Ρεμπώ σε αποστολές), ο λόγος της φυγής του ήταν ένα εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο είχε σκοτώσει από αμέλεια έναν ντόπιο εργάτη, πετώντας μία πέτρα.

Τo επόμενο διάστημα κατέφυγε στην Αφρική, περιπλανώμενος προς αναζήτηση εργασίας. Στο Άντεν της Υεμένης, προσελήφθη στο πρακτορείο του Αλφρέντ Μπαρντέ, από τον συνταγματάρχη Ντυμπάρ, μέλος του συνδέσμου εξαγωγέων καφέ, προκειμένου να επιβλέπει τη διαλογή και τη συσκευασία του. Το Νοέμβριο του 1880, υπέγραψε νέο συμβόλαιο με σημαντικά αυξημένες αποδοχές, αυτή τη φορά για να εργαστεί σε εμπορευματικό σταθμό του Χαράρ. Παράλληλα οργάνωσε εξερευνητικές αποστολές και περιοδείες, με στόχο τη χαρτογράφηση άγνωστων περιοχών, στο πλαίσιο των οποίων έφθασε μέχρι την περιοχή Ογκαντέν της Αιθιοπίας, το νοτιότερο σημείο που είχε επισκεφθεί ποτέ Ευρωπαίος και μία από τις μεγαλύτερες ανεξερεύνητες περιοχές του κόσμου εκείνη την εποχή. Μία λεπτομερής αναφορά του Ρεμπώ για το Ογκαντέν δημοσιεύτηκε αργότερα από τη Γαλλική Γεωγραφική Εταιρεία, αποτελώντας την πρώτη αξιόπιστη περιγραφή της περιοχής αλλά και το δεύτερο έργο που εξέδωσε ο ίδιος, μετά το Μια Εποχή στην Κόλαση. Όταν το εμπορικό πρακτορείο του Χαράρ έκλεισε, ο Ρεμπώ εγκαταστάθηκε εκ νέου στο Άντεν. Λίγους μήνες αργότερα διέκοψε τη συνεργασία του με τον Μπαρντέ, προκειμένου να συνεργαστεί με τον έναν άλλο Γάλλο έμπορο, τον Πιερ Λαμπατύ, στο εμπόριο όπλων, αποβλέποντας σε γρήγορο πλουτισμό. Η αποστολή του στη Σόα και η συνεργασία του με τον βασιλιά Μενελίκ, αποδείχθηκε εξαιρετικά επικερδής, μετά το πέρας των οποίων έμεινε επτά εβδομάδες στο Κάιρο, αναρρώνοντας από τις κακουχίες και την επιβάρυνση της υγείας του. Από τα τέλη του 1888, το μεγαλύτερο ποσοστό του ξένου εμπορίου στη νότια Αβησσυνία διεξαγόταν με επίκεντρο τον Αρθούρο Ρεμπώ, ο οποίος είχε ανελιχθεί σε κορυφαίο επιχειρηματία και έμπορο της περιοχής, ικανό να διαμορφώνει τις τιμές σημαντικών εμπορευμάτων.

Στις 7 Απριλίου του 1891 ο Ρεμπώ εγκατέλειψε το Χαράρ με την υγεία του σε κακή κατάσταση και τη δεξιά κνήμη του πρησμένη. Στο νοσοκομείο του Άντεν διαγνώστηκε λανθασμένα αρθροορογονίτιδα σε προχωρημένο στάδιο. Στις 20 Μαΐου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Κονσεψιόν της Μασσαλίας όπου η αρχική διάγνωση έκανε λόγο για «νεόπλασμα στο γοφό», ενώ οι επόμενες ιατρικές αναφορές παραπέμπουν σε ένα είδος καρκίνου στα οστά. Μία εβδομάδα αργότερα, οι γιατροί του νοσοκομείου ακρωτηρίασαν το δεξί του πόδι. O Ρεμπώ παρέμεινε στο νοσοκομείο για τους επόμενους δύο μήνες και στη συνέχεια επέστρεψε στο οικογενειακό αγρόκτημα της Ρος, όπου λάμβανε τη φροντίδα της αδελφής του Ιζαμπέλ. Στις 23 Αυγούστου αναχώρησε ξανά για τη Μασσαλία, καθώς μία δεύτερη επέμβαση ήταν επιβεβλημένη. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και σύντομα παρέλυσε το αριστερό χέρι του κατά τα τρία τέταρτα.

Πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1891 σε ηλικία τριάντα επτά ετών. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Σαρλβίλ. Στην επιτύμβια πλάκα του τάφου του αναγράφεται εκτός από το όνομα, την ηλικία του και την ημερομηνία θανάτου του, η φράση «Προσευχηθείτε για αυτόν» (γαλλ. «Priez pour lui»). Δέκα χρόνια αργότερα, στην πλατεία de la Gare της Σαρλβίλ στήθηκε μνημείο προς τιμή του, όπως και το 1984 στο Παρίσι, στην Πλας Ντε λ’ Αρσενάλ. Στην πόλη της Σαρλβίλ λειτουργεί επίσης το Μουσείο Αρθούρου Ρεμπώ, το οποίο φιλοξενεί χειρόγραφα έργα του καθώς και προσωπικά αντικείμενα.

Η επιστολή του Ρεμπώ προς τον Πωλ Ντεμενύ, στις 15 Οκτωβρίου του 1871, συνιστά ένα από τα σημαντικότερα κείμενά του, με αντικείμενο το ρόλο της ποίησης, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Σύμφωνα με τον Ρεμπώ, ο αληθινός ποιητής αποτελούσε ένα είδος προφήτη, ικανό να διαμορφώσει μία νέα πραγματικότητα, εφευρίσκοντας το άγνωστο. Ως χρέος του, αντιλαμβανόταν τη γνωριμία με τον εαυτό του, την καλλιέργεια του μυαλού και της ψυχής του, ώστε τελικά να δημιουργήσει μία «οικουμενική γλώσσα». Ο ποιητής, κατά τον Ρεμπώ, θα γινόταν «προφήτης» μέσω μίας «μακράς, απέραντης και λελογισμένης απορρύθμισης όλων των αισθήσεων», υπονομεύοντας συστηματικά την καθιερωμένη και συμβατική λειτουργία τους. Η διαδικασία αυτή συνδέθηκε στην περίπτωσή του, με τον τρόπο ζωής του και ειδικότερα με τη μετέπειτα χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, που πιθανώς συνέβαλαν στο παραισθησιακό ή παραληρηματικό ύφος ορισμένων ποιημάτων του. Στο ίδιο γράμμα, αναφερόταν συνοπτικά στην ιστορία της ποίησης, απορρίπτοντας μεγάλο μέρος της αλλά αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά ποιητών όπως ο Σαρλ Μπωντλαίρ, ο παρνασσιστής Αλμπέρ Μερά καθώς και ο Βερλαίν.

Υπήρξε ένας από τους πρώτους μοντέρνους ποιητές που επιδίωξαν να εγκαταλείψουν τους περιορισμούς του κλασικού μέτρου, που κυριαρχούσε στη γαλλική ποίηση, προτείνοντας την κατάργηση του αλεξανδρινού στίχου και αφήνοντας τα «οράματά» του να διαμορφώσουν τις νέες ελεύθερες φόρμες που θα ακολουθούσε. Επιχείρησε να απαλλάξει την ποίηση από τους περιορισμούς της πραγματικότητας, συνδέοντας συχνά στον ποιητικό του λόγο αντίθετα ή απομακρυσμένα στοιχεία και χρησιμοποιώντας ελεύθερους συνειρμούς, στοιχεία που υπήρξαν αργότερα σημεία επαφής του με τον υπερρεαλισμό.

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -