Ο Aμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ τον αποκαλούσε «Μάτι του Παρισιού». Ηταν γνωστός για την ωμή απεικόνιση της σκληρής πλευράς της Πόλης του Φωτός, αλλά και για την καταγραφή της υψηλής κοινωνίας της εποχής του. Ο θρυλικός φωτογράφος του Μεσοπολέμου – ένας από του πιο διάσημους στην ιστορία τη φωτογραφίας – μπορούσε να κινείται με την ίδια άνεση τόσο σε φτωχογειτονιές όσο και σε σαλόνια για λίγους και «εκλεκτούς».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, χωρίς ποτέ να αποχωρίζεται τη φωτογραφική του μηχανή, ο Μπρασάι έκανε μακρινές νυχτερινές βόλτες στο Παρίσι. Οι φωτογραφίες του με εραστές σε καφετέριες, τα γκαργκόιλ (τερατόμορφες υδρορροές) της Παναγίας των Παρισίων και τους φωτισμένους δρόμους της Μονμάρτης είναι μερικές από τις πιο εμβληματικές παρισινές εικόνες που έχουν δημιουργηθεί ποτέ.
Πρωτοπόρος της νυχτερινής φωτογραφίας, έχει διαμορφώσει την εικόνα της πόλης ως έναν τόπο ερωτικών ιστοριών, παγιδευμένο για πάντα σε έναν ομιχλώδη κόσμο λυκόφωτος και σκιών. Με επίκεντρο έναν θησαυρό, ο οποίος περιλαμβάνει περισσότερες από 160 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, το πρώτο αφιέρωμα της Σουηδίας στον Μπρασάι με τίτλο «Brassaï – The Secret Signs of Paris» του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Στοκχόλμης (μέχρι τις 4 Οκτωβρίου 2026) διερευνά τώρα αυτή την ονειρική εικόνα της γαλλικής πρωτεύουσας.

Ο Μπρασάι (Ο άνθρωπος «από το Μπρασό»), καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Γκιούλα Χαλάς (1899 – 1984), γεννήθηκε στο Μπρασόβ της Τρανσυλβανίας, τότε μέρος της Ουγγαρίας. Η πρώτη του επαφή με το Παρίσι έγινε όταν ήταν τριών ετών. Ο ουγγρικής καταγωγής πατέρας του, καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας, είχε μετακομίσει μαζί με την οικογένειά του εκεί για έναν χρόνο για να διδάξει στη Σορβόνη.
Το 1918, ο Μπρασάι άρχισε να σπουδάζει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βουδαπέστης και αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στο Βερολίνο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε ουγγρικές εφημερίδες. Το 1924, μετακόμισε – όπως και πολλοί άλλοι Ούγγροι καλλιτέχνες – στη γαλλική πρωτεύουσα όπου θα παρέμενε για το υπόλοιπο της ζωής του. Ζώντας στην μποέμ γειτονιά του Μονπαρνάς, διείσδυσε στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πόλης και δούλεψε πάλι ως δημοσιογράφος και φωτογράφος, για βιοποριστικούς λόγους, απαθανατίζοντας κυρίως τις νύχτες της γαλλικής πρωτεύουσας. «Το Παρίσι που ονειρεύεστε, αυτό είναι το Παρίσι του Μπρασάι», λέει στο BBC η επιμελήτρια της έκθεσης Αννα Τελγκρεν. Ωστόσο το έργο του θρυλικού φωτογράφου δεν περιορίζεται στην επιλεγμένη σειρά εικόνων που αναπαράγονται σε καρτ-ποστάλ. Γνώρισε τη μυστική νυχτερινή ζωή της πόλης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, μιας εποχής που δεν υπήρχαν ταμπού.
Γοητευμένος ενστικτωδώς από τους απόκληρους της πόλης, τόλμησε να συμμετάσχει σε χορούς ομοφυλόφιλων, σε γκέι μπαρ και σε οίκους ανοχής και να αποτυπώσει τον δικό τους κόσμο χωρίς αίσθηση ηδονοβλεψίας ή ηθικής κριτικής. «Ηταν ένας από τους πρώτους που πήγε εκεί και κατέγραψε αυτά τα περιβάλλοντα. Είναι μια πολύ πρώιμη καταγραφή της queer ζωής», λέει η Τέλγκρεν στο BBC.
Το 1933, ο Μπρασάι δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, «Paris de Nuit» (Το Παρίσι της νύχτας) με μια επιλογή 64 φωτογραφιών οι οποίες του έφεραν άμεσα φήμη. Λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο, η λογοκρισία τον εμπόδισε να δημοσιεύσει τις πιο προσωπικές φωτογραφίες του, σημειώνει η Καθ Πάουντ στο BBC Culture. Θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1976 για να εκδώσει το «Le Paris Secret des Années 30» («Το Μυστικό Παρίσι της δεκαετίας του 1930»). Αυτά τα δύο βιβλία μαζί προσφέρουν ένα συναρπαστικό παράθυρο σε έναν κόσμο χαμένο για πάντα.
Δείτε μερικές εμβληματικές φωτογραφίες του Μπρασάι:

Αυτή η εκπληκτική εικόνα του Πύργου του Αϊφελ αναδεικνύει την ικανότητα του Μπρασάι στη νυχτερινή φωτογράφιση, η οποία τη δεκαετία του 1930 περιλάμβανε πολλές δοκιμές και λάθη και εφευρετικότητα στον σκοτεινό θάλαμο. Οπως λέει στο BBC μέσω email ο ανιψιός του Μπρασάι, Φιλίπ Ριμπερόλ, η παραγωγή τέτοιων εικόνων «περιλάμβανε γυάλινες πλάκες σε μια κάμερα Voigtländer Bergheil σε τρίποδο, η οποία επέτρεπε μακρά έκθεση, τη χρήση τσιγάρων από διαφορετικές μάρκες ως φωτόμετρα και ένα δεμένο σπάγκο ως τηλεμετρητή… Πάνω απ’ όλα, απαιτούσε πολλή δουλειά στον σκοτεινό θάλαμο, η οποία, μέσω μιας επιδέξιας αλληλεπίδρασης αντιθέσεων και ημιτόνων υπό το φως ασφαλείας, ενίσχυσε την έντονη αίσθηση της σύνθεσης που διέθετε».

Οι εικόνες του Μπρασάι, είτε πρόκειται για τις ιλιγγιώδεις δενδροφυτεμένες σκάλες της Μονμάρτης που κατεβαίνουν σε έναν σκιερό κόσμο από κάτω είτε για τους πολυάριθμους χαρακτήρες που έκαναν τη νύχτα δική τους, δεν ήταν ποτέ απλώς στιγμιότυπα μιας συγκεκριμένης σκηνής. «Δεν επιδιώκουν να καταγράψουν ένα περιβάλλον, αλλά να αντλήσουν από αυτό μια λανθάνουσα αλήθεια», λέει ο Ριμπερόλ. «Η νύχτα λειτουργεί όπως η εμφάνιση στο σκοτεινό θάλαμο του φωτογράφου: απλοποιεί τις μορφές, σμιλεύει το φως, απομονώνει τα σώματα και μεταμορφώνει τον αστικό χώρο σε ένα θέατρο οπτασιών. Αυτό που αποτυπώνει ο Μπρασάι είναι καταστάσεις ύπαρξης, είτε πρόκειται για μοναξιά, επιθυμία ή άσκοπη περιπλάνηση, αλλά και καταστάσεις, τη στιγμή που τις βιώνουμε και στη συνέχεια δυσκολευόμαστε να περιγράψουμε», υπογραμμίζει ο ανιψιός και διαχειριστής τη κληρονομιάς του φωτογράφου.

Οι δύο εραστές που κοιτάζονται στα μάτια με τις ερωτικές εκφράσεις τους να αντανακλώνται στους καθρέφτες πίσω τους είναι πιθανώς η πιο διάσημη εικόνα του Μπρασάι. Οπως πολλές από τις φωτογραφίες του, ήταν σκηνοθετημένη και είναι πιθανό να είχε αφιερώσει αρκετό χρόνο για να χτίσει μια σχέση με το ζευγάρι ώστε να πετύχει τη φωτογραφία. «Η μέθοδός του ήταν να τον συστήνει κάποιος στα μπαρ, ώστε να γίνεται δεκτός για να φωτογραφίσει», εξηγεί η Τέλγκρεν. «Πάντα είχε μαζί του κάποιες φωτογραφίες για να δείχνει στους ανθρώπους πάνω σε τι δούλευε», προσθέτει η Σουηδή επιμελήτρια. Συχνά, δε, έδινε στα θέματά του αντίγραφα των φωτογραφιών που είχε τραβήξει εκεί.

Ο Μπρασάι τράβηξε αρκετές φωτογραφίες της πελατείας του καμπαρέ «La Monocle», ενός από τα πρώτα λεσβιακά μπαρ του Παρισιού και αναμφίβολα το πιο διάσημο. Η Μαρλένε Ντίτριχ συνήθιζε να πηγαίνει σε αυτό το καμπαρέ και η μητέρα της Εντίθ Πιάφ τραγουδούσε εκεί. Η «Χοντρή Κλοντ», που εμφανίζεται εδώ με την κοπέλα της, ήταν μια σημαντική πελάτισσα. «Ηταν μια διάσημη αθλήτρια και αρκετά γνωστή εκείνη την εποχή», λέει η Τέλγκρεν. Ωστόσο, η ζωή της πήρε μια σοκαριστική τροπή κατά τη διάρκεια του πολέμου, προσθέτει η επιμελήτρια της έκθεσης για τον Μπρασάι: «Έγινε πληροφοριοδότης των Ναζί και δολοφονήθηκε από την Αντίσταση το 1944».




Πηγή πληροφοριών: Protagon.gr




