Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
O εξαιρετικός Βασίλης Πουλάκος φέτος ερμηνεύει τον Μισέλ, έναν αυτοδημιούργητο επιχειρηματία και οικογενειάρχη, στο συνταρακτικό «Ο Θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά. Το εμβληματικό έργο που σπάει ταμεία παγκοσμίως, μετά την πετυχημένη πορεία του πέρυσι, επιστρέφει για δεύτερη σεζόν στο Studio Μαυρομιχάλη.
Βασικό στοιχείο της δραματουργίας της Γιασμίνα Ρεζά είναι η εστίαση σε φαινομενικά ασήμαντα στοιχεία της πραγματικότητος, στις ελάχιστες εκείνες ρωγμές που γίνονται χάσματα και την καταβροχθίζουν. Της αρέσει να πηγαίνει από το πιο μικρό στο πιο μεγάλο, γιατί πιστεύει πως η μεταφυσική του ανθρώπου δεν κρύβεται στις μεγάλες ηρωικές στιγμές. Η απόγνωση και τα εκρηκτικά μυστικά του κρύβονται στις αόρατες λεπτομέρειες, σ’ αυτές τις μόνιμες και ανεπαίσθητες χαραμάδες της καθημερινότητας.
Η γραφή του έργου, λαμπερή και κοφτερή σαν λεπίδα, προκαλεί το γέλιο αλλά και τη θλίψη για το παράλογο της ύπαρξης, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στη σοβαρότητα και την ελαφράδα, ανάμεσα στις επιθυμίες και τη ματαίωσή τους, τις ελπίδες και τις διαψεύσεις τους.
Μέγιστη ανατόμος του ανθρώπινου ψυχισμού, η συγγραφέας φωτίζει τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις των ηρώων της, χωρίς να κρίνει ή να νουθετεί. Η ευφυΐα με την οποία περιγράφει την αγωνία που εμπεριέχεται σε κάθε είδους ψευδαίσθηση αγγίζει τον αναγνώστη θεατή με τρόπο άμεσο και καταλυτικό.
Ο Βασίλης Πουλάκος δίνει μια καθοριστική ερμηνεία που σφραγίζει το τελικό αποτέλεσμα. Η παρουσία του στη σκηνή είναι καίρια και γεμάτη ένταση. Η καθηλωτική ερμηνεία του δεν αφήνει κανέναν θεατή ασυγκίνητο.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το θέατρο του πρόσφερε τη χαρά του παιχνιδιού. “Είναι ωραίο το παιχνίδι της «μετάλλαξης»” μου λέει. Όσο για το ταλέντο; «Σε κανένα δρόμο της ζωής το ταλέντο δεν φτάνει», απαντά. «Χωρίς τη δουλειά, την υπομονή και την επιμονή θα παραμείνει για πάντα ένα μεγάλο “what if”, που λένε στο χωριό μου».
Εκρηκτικός μέσα στα αδιέξοδά του, ο ήρωας που υποδύεται, είναι διατεθειμένος να συγκρουστεί έως τη συντριβή, τον πλήρη εξευτελισμό και την κατάρρευση. Προμηθευτείτε λοιπόν εγκαίρως τα εισιτήριά σας για τον «Θεό της σφαγής» σε σκηνοθεσία Ζωρζίνας Τζουμάκα και Χριστίνας Χριστοφή. Η πρεμιέρα έχει οριστεί για τις 17 Οκτωβρίου στο Studio Μαυρομιχάλη.

Βασίλη, μιλάμε πρώτη φορά για το Catisart και γι’ αυτό θα ήθελα να μάθω πολλά για σένα. Ποιες είναι οι αγαπημένες αναμνήσεις των παιδικών σου χρόνων;
*Μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη. Ήταν όμορφα. Η γειτονιά μας δεν είχε πάθει ακόμα γιγαντισμό και υπήρχαν πολλά σπίτια με αυλές. Απέναντί μας φύτρωναν χαμομήλια και μαργαρίτες. Θυμάμαι τους συμμαθητές μου στο δημοτικό (αρκετούς από τους οποίους βλέπω ακόμα τακτικά), το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα (επίσης μιλάμε, έστω από μακριά), τον λατρεμένο μου δάσκαλο, τον κύριο Δημήτρη. Και φυσικά το σπίτι της γιαγιάς μου στη Νέα Πεντέλη, όπου περνούσα Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρια, και είναι το σπίτι όπου ζω σήμερα κι ακόμα τα λέμε με τους φίλους εκείνης της εποχής. Τότε η φύση εδώ ήταν κυρίαρχη, τώρα προσπαθεί να επιβιώσει από τον άνθρωπο. Καιγόμαστε δυστυχώς πολύ συχνά.
Πότε αντιλήφθηκες ότι το μέλλον σου είναι στο θέατρο;
*Έχω την εντύπωση ότι δεν υπήρξε τέτοια στιγμή. Υπήρξε ίσως κάποια στιγμή, σε μια περίοδο μεγάλων αναζητήσεων, που αντιλήφθηκα ότι το μέλλον μου ήταν κάπου αλλού από εκεί όπου ήμουν (εργαζόμουν ως στέλεχος μάρκετινγκ σε πολυεθνική). Η πρώτη μου διέξοδος ήταν η δημοσιογραφία, αργότερα όμως μπήκα σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και σιγά σιγά άρχισα να σκέφτομαι ότι ΙΣΩΣ να είχα μέλλον στο θέατρο και ότι όφειλα στον εαυτό μου τουλάχιστον να δοκιμάσω. Παραιτήθηκα μετά από 3,5 χρόνια στη δουλειά και ξεκίνησα δραματική σχολή. Μετά από 30 χρόνια στο θέατρο (τα έκλεισα φέτος), μάλλον μπορώ να πω ότι δεν έπεσα έξω.
Ποιοι δάσκαλοι στήριξαν τα όνειρά σου;
*Ο άνθρωπος που με στήριξε περισσότερο από τον καθένα και συνεχίζει να με στηρίζει ήταν η ηθοποιός, σκηνοθέτις και εμψυχώτρια της πρώτης θεατρικής ομάδας μου, η Λένα Γεωργιάδου. Από όλους τους δασκάλους μου στη δραματική σχολή πήρα κάτι, είτε ως εκκολαπτόμενος ηθοποιός είτε ως άνθρωπος, είτε και τα δύο. Θα ξεχωρίσω τον Κώστα Καζάκο, ιδρυτή και διευθυντή της σχολής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν εκτιμώ όσα μου πρόσφεραν και οι υπόλοιποι.

Στο θέατρο, ποιες συνεργασίες σε καθόρισαν;
*Είχα την ευτυχία να δουλέψω με ανθρώπους που έγραψαν ιστορία στο ελληνικό θέατρο, όπως ο Λεωνίδας Τριβιζάς, ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Στάθης Λιβαθινός, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Γιώργος Κιμούλης. Πιστεύω όμως πως κανείς δεν με επηρέασε περισσότερο από τον Γιάννη Καραχισαρίδη. Όχι μόνο σε επαγγελματικό, αλλά (κυρίως) σε ανθρώπινο επίπεδο. Έφυγε πολύ νωρίς και μου λείπει αφάνταστα.
Στη διαδρομή σου μέχρι σήμερα, τι τίτλο θα έβαζες;
*«Άντεξα».
Ποια μέρα θα μείνει ανεξίτηλη στο ημερολόγιό σου;
*Δύο μέρες. Η πρώτη μου επαγγελματική παράσταση, στις 22 Ιουλίου 1996 στο Ηρώδειο με τον «Βασιλιά Ληρ» πλάι στους δασκάλους μου Κώστα Καζάκο, Φιλαρέτη Κομνηνού και Στάθη Λιβαθινό, και η πρώτη φορά που έπαιξα στην Επίδαυρο, με τους «Ιππής» του Αριστοφάνη, στις 27 Ιουλίου 2001.
Προσωπικά, Βασίλη, για ποιο θέμα και για ποιο λόγο είσαι υπερήφανος;
*Δεν ξέρω αν είμαι υπερήφανος για κάτι πέρα από τη στάση ζωής μου, που παραμένει πιστή στις αρχές της ανθρωπιάς και της δικαιοσύνης. Φίλοι μου λένε ότι είναι περήφανοι για μένα που παράτησα μια πολλά υποσχόμενη καριέρα και ρίχτηκα σε κάτι αβέβαιο όπως το θέατρο. Απαντώ ότι δεν ήταν επιλογή αλλά ανάγκη, οπότε δεν νιώθω κάποια υπερηφάνεια γι’ αυτό…
Τι είναι αυτό που σου δίνει χαρά στη δουλειά σου και σε κάνει να την αγαπάς;
*Η δασκάλα μου Φιλαρέτη Κομνηνού μάς μιλούσε τότε για το θέατρο ως «παιχνίδι». Από τα πολύ παιδικά μου χρόνια κι έπειτα ένιωθα συνεχώς την έλλειψη του παιχνιδιού. Το θέατρο μου την πρόσφερε. Είναι ωραίο το παιχνίδι της «μετάλλαξης». Και με άνοιξε λίγο ακόμα ως χαρακτήρα, πιστεύω.
Αρκεί το ταλέντο ή χρειάζεται και κάτι άλλο για να κάνει κανείς σήμερα σταδιοδρομία;
*Σε κανένα δρόμο της ζωής το ταλέντο δεν φτάνει. Χωρίς τη δουλειά, την υπομονή και την επιμονή θα παραμείνει για πάντα ένα μεγάλο «what if», που λένε στο χωριό μου. Στον δικό μας χώρο, λόγω κυρίως της υπερπροσφοράς ταλέντου (ναι, υπάρχει), μέρος αυτής της δουλειάς είναι και να ξέρεις να διαχειρίζεσαι την εξέλιξή σου, να υπερασπίζεσαι την εικόνα και την πορεία σου και να παίρνεις σωστές αποφάσεις. Και να λες πού και πού και κανένα «όχι», κατά τον αξέχαστο Κώστα Βουτσά, με τον οποίο είχα την ευλογία να συνεργαστώ.
Εάν δεν είχες ακολουθήσει το δρόμο του θεάτρου τι άλλο θα επέλεγες;
*Ίσως να είχα μείνει στη δημοσιογραφία. Ίσως και να είχα ακολουθήσει τη μετάφραση, με την οποία ασχολούμαι επαγγελματικά από το 1998 και δεν μετάνιωσα ποτέ. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, ειδικά στον τομέα της λογοτεχνίας που είναι αυτός που προτιμώ.
Προς τα πού βαδίζει σήμερα το θέατρό μας;
*Θέλω να πιστεύω, στον δρόμο της ουσίας και όχι του εντυπωσιασμού. Οι εποχές που περνάμε είναι περίεργες, και θεωρώ πως αυτό δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι το κοινό έχει στραφεί και πάλι προς το θέατρο και άλλες τέχνες. Σιγά σιγά αναδύεται και η δύναμη των σχημάτων που μπορεί να μη διαθέτουν «μεγάλα ονόματα», αλλά αγαπούν τη δουλειά τους και αγωνίζονται, πολλές φορές με πενιχρά μέσα, να την αναδείξουν γιατί πραγματικά πιστεύουν ότι αξίζει. Ο κόσμος χαίρεται πάντα τους καταξιωμένους ηθοποιούς -και είναι λογικό αυτό, αλίμονο-, ρίχνει όμως και μια ματιά σε αυτούς που αναπτύσσουν με το κοινό σχέσεις ειλικρίνειας που διαρκούν.
Φέτος θα σε δούμε στο έργο «Ο Θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά. Τι προσφέρει αυτό το έργο στον σημερινό θεατή;
*Όπως κάθε θεατρικό έργο που σέβεται τον εαυτό του, μια ευκαιρία να κοιτάξει τον καθρέφτη του και να σκεφτεί. Το θέμα του είναι -δυστυχώς- πολύ επίκαιρο. Ακούμε για μπούλινγκ μεταξύ παιδιών, βιαιοπραγίες γονέων κατά δασκάλων και άλλα παρόμοια που δεν τιμούν κανέναν. Κάθε γονιός μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με τους χαρακτήρες. Γιατί ξεκινάμε από κάτι που μας αφορά άμεσα (την ανατροφή των παιδιών) και καταλήγουμε στη δική μας ενδοσκόπηση ως γονέων, που μπορεί να δώσει πολλές απαντήσεις για το ζήτημα.
Τι έχεις να μας πεις για τον χαρακτήρα που υποδύεσαι; Ποιο μήνυμα δίνει στον σύγχρονο άνθρωπο;
*Δεν είμαι και πολύ των «μηνυμάτων», ομολογώ. Νομίζω πως ο Μισέλ, ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας και οικογενειάρχης, που προσπαθεί αρχικά να είναι εξισορροπιστικός και συμβιβαστικός ώσπου κάποια στιγμή βγαίνουν στην επιφάνεια και τα δικά του ζητήματα, παραείναι συνηθισμένος ως φιγούρα για να περάσει υψηλά μηνύματα στην ανθρωπότητα. Αν κάποιος μπορεί να δει τον Βασίλη να υποδύεται τον Μισέλ και να αναγνωρίσει κάποιες δικές του συμπεριφορές που τον κάνουν να αισθάνεται όχι και τόσο υπερήφανος, έχει καλώς. Αυτό είναι το νόημα…

Ο θεατής αυτού του έργου τι θα αποκομίσει;
*Θα παραμείνω στο πνεύμα της προηγούμενης απάντησης. Αν πέρα από το γέλιο τού προσφέρουμε και κάποιου είδους τροφή για σκέψη, έχουμε κερδίσει το παιχνίδι, και εμείς και εκείνος.
Ποια είναι η γνώμη σου για τις ανθρώπινες σχέσεις;
*Όσο πιο ειλικρινείς, τόσο πιο ανθεκτικές. Μιλάω για κάθε είδους σχέσεις: φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές, κοινωνικές. Όσο περνούν τα χρόνια μαθαίνουμε, ελπίζω, να ξεχωρίζουμε τις σχέσεις με γερά θεμέλια από τις επιφανειακές, τις επιδερμικές, τις… διαδικτυακές. Τις πρώτες τις χρειαζόμαστε πολύ λόγω του κοινωνικού μας χαρακτήρα και της ανάγκης μας για συντροφικότητα -οι δεύτερες μπορεί να μας μπλέξουν, να μας εκνευρίσουν και να μας προβληματίσουν χωρίς λόγο.
Στη ζωή σου τι ρόλο παίζει ο φόβος, ο θυμός, η απελπισία και η αγάπη;
*Ευτυχώς ή δυστυχώς, λειτουργώ πολύ με το συναίσθημα, και όλα αυτά με επηρεάζουν. Ειδικά ο θυμός και η απελπισία, που επίσης μετατρέπεται σε θυμό, χρειάζονται σίγουρα διαχείριση αφού σήμερα πλέον έχουν πολλές, πάρα πολλές πηγές… Ο φόβος, ως συναίσθημα που εκπορεύεται από τη γενική ανασφάλεια που δημιουργεί η φθαρτότητά μας, υπήρξε -όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται- η κύρια αιτία να αναπτύξουμε την πνευματικότητά μας, να ασχοληθούμε με τη φιλοσοφία και την τέχνη, πράγμα που μάλλον δεν θα συνέβαινε αν ήμασταν άτρωτοι. Οπότε τον αποδεχόμαστε ως άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φύση μας και προσπαθούμε να ζήσουμε αρμονικά μαζί του. Όσο για την αγάπη, θα μείνω στην παιδιόθεν αντίληψή μου ότι είναι η κινητήρια δύναμη του κόσμου. Τόσο απλά…
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ποιητές;
*Δεν νομίζω να υπάρχει Έλληνας ποιητής που να μην αγαπώ. Είναι σαν κάτι να έχει η γη αυτή και να γεννάει ανθρώπους που με λίγες λέξεις μπορούν να σου πουν τόσα πολλά και να σου φτιάξουν τόσο ζωντανές εικόνες. Από ξένους, είχα την τύχη να μυηθώ στη γαλλική κουλτούρα από πολύ μικρός και να «γνωρίσω» ποιητές όπως ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο νεότερος Πρεβέρ. Και υπάρχει πάντα ο Σαίξπηρ, του οποίου η ποιητική διάσταση δεν έχει, νομίζω, την αναγνώριση που της πρέπει. Τα σονέτα του είναι μικρά αριστουργήματα, τα δε θεατρικά έργα του είναι εμβαπτισμένα στην ποίηση σε απίστευτο βαθμό.
Τι σε κάνει να γελάς;
*Οτιδήποτε! Ένα ωραίο αστείο, κάτι ασυνήθιστα γκροτέσκο που θα δω μπροστά μου, κάτι που θα διαβάσω, μια καλά σκηνοθετημένη κωμωδία που θα παρακολουθήσω στο σινεμά ή στο θέατρο, ένας ραδιοφωνικός παραγωγός με χιούμορ, ένα εύστοχο πείραγμα. Το θέλω, το αναζητώ το γέλιο.
Μετά το γέλιο ας πάμε στον πόνο. Τι μπορεί να σε κάνει να πονέσεις;
*Θα έλεγα, η απογοήτευση από κάποιον ή κάτι που έχω εμπιστευτεί στο έπακρο. Αυτό σε προσωπικό επίπεδο. Αλλά και γενικότερα η διαπίστωση ότι οι αξίες που στα μικρά μου χρόνια φάνταζαν αδιαπραγμάτευτες σιγά σιγά καταρρέουν και εμφανίζονται ολοένα πράγματα που κάποιοι προσπαθούν να βάλουν πάνω από την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια.

Στην Ελλάδα τι σε πληγώνει σήμερα περισσότερο;
*Τι να πρωτοπώ; Ότι έχουμε ένα κράτος που δεν μας νοιάζεται; Ότι όλοι κάνουμε την κριτική μας και ούτε οι μισοί δεν πάμε να ψηφίσουμε; Ότι ακόμα και σε θέματα που θα έπρεπε να μας συσπειρώνουν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε μεταξύ μας και όσοι θέλουν να τσακωνόμαστε για να κάνουν οι ίδιοι τη δουλειά τους τρίβουν τα χέρια τους; Ότι μέρα με τη μέρα εξαρτώμαστε όλο και περισσότερο από τον εξωτερικό παράγοντα; Ότι αναπτύσσουμε φαινόμενα πατριδοκαπηλίας, ρατσισμού και ξενοφοβίας; Ότι προσκολλούμαστε σ’ ένα αρχαίο παρελθόν γιατί προφανώς δεν έχουμε κάτι σύγχρονο να επιδείξουμε; Ότι έχουμε ριχτεί σα να μην υπάρχει αύριο στη βιομηχανία του τουρισμού λες και είμαστε ανίκανοι για οτιδήποτε άλλο; Ότι η πολιτεία αντιμετωπίζει τον πολιτισμό περίπου ως αναγκαίο κακό;
Η μεγαλύτερή σου ανησυχία ποια είναι;
*Προσωπική, να έχει μια δύσκολη ζωή η κόρη μου, που είναι στο φάσμα του αυτισμού και οι υποδομές για την ενήλικη ζωή της, όταν ούτε εγώ ούτε η μητέρα της δεν θα είμαστε πια σε θέση να τη βοηθήσουμε, είναι ανεπαρκείς. Για τη χώρα μου, το ότι βαδίζει με μεγάλα βήματα στο δρόμο του προτεκτοράτου.
Μίλησέ μου για τον εαυτό σου με τρεις λέξεις.
*Ειλικρινής, καλός συνεργάτης και φίλος, αγχωτικός σε βαθμό κακουργήματος.
Ποια είναι η αγαπημένη σου ενασχόληση όταν έχεις ελεύθερο χρόνο;
*Κάνω ποδήλατο, φτιάχνω παζλ ακούγοντας μουσική τα βράδια ή όταν βρέχει, προσπαθώ να διατηρώ καλές σχέσεις με τη μόνιμη σύντροφο της ζωής μου (την κιθάρα μου), συναντιέμαι με ανθρώπους που αγαπώ. Και φυσικά διαβάζω όσο μπορώ.
Για το περιβάλλον, τι έχεις να μας πεις; Πώς συμπεριφέρεται ο Έλληνας στο περιβάλλον;
Κατά πλειοψηφία, δυστυχώς, σαν να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τις γενιές που θα ακολουθήσουν. Νομίζω πως αυτό τα λέει όλα. Κι από πάνω χλευάζει και όποιον ενδιαφέρεται. Οι πολλές αναφορές στο περιβάλλον που ακούμε καθημερινά περί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και πράσινης ανάπτυξης ακούγονται μάλλον φαρισαϊκές όταν, ας πούμε, είμαστε ανίκανοι να προστατέψουμε τα δάση μας.
Με τα ζώα συντροφιάς έχεις κάποια σχέση; Ποια είναι η γνώμη σου;
*Πολύ παλιά είχα έναν γάτο, τον Βαλ (από τον ρόλο μου στον «Ορφέα στον Άδη», την παράσταση που μου έδωσε την ώθηση που χρειαζόμουν για ν’ αλλάξω επαγγελματική πορεία). Αργότερα και σκύλο, τον Χέντριξ (το όνομά του στον «Δούρειο Ίππο», το σίριαλ όπου υποδυόταν… τον σκύλο μου -εκεί συναντηθήκαμε, δέσαμε και μείναμε μαζί δεκαπέντε χρόνια). Δεν έχω πια δικό μου κατοικίδιο, αλλά μ’ αρέσει που βλέπω πολλές γάτες να τριγυρίζουν στην αυλή μου και τους μιλάω…
Ευχαριστώ πολύ, Βασίλη.
Κι εγώ ευχαριστώ το catisart.gr!
***
«Ο Θεός της Σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά για δεύτερη σεζόν στο Studio Μαυρομιχάλη




