Η Γεωργία Βασιλειάδου με μία από τις δύο εγγονές που της χάρισε η μοναχοκόρη της Φωτεινή Βασιλειάδου, που είχε διηγηθεί για την αξέχαστη μητέρα της: «Οταν ήμουν μικρή στη γειτονιά ήμουν γνωστή ως ‘το παιδί που μεγαλώνει μόνο του’. Η μητέρα μου ήταν μια σκληρά εργαζόμενη γυναίκα. Έφευγε το πρωί και γυρνούσε αργά το βράδυ. Υπήρχαν φορές που με έπαιρνε στα παρασκήνια των θεάτρων που δούλευε. Μάλιστα έδινε εντολές και στους συνεργάτες της, ηθοποιούς και τεχνικούς, να μιλάνε όμορφα για να μη μαθαίνω κακές λέξεις. Λάτρευε πολύ το θέατρο. Γελούσε έντονα, έκανε έξυπνα αστεία, της άρεσε “ο κόσμος” της. Έκανε πολύ παρέα με τη Σοφία Βέμπο και τον Βασίλη Αυλωνίτη. Ήταν πάντα μια απλή γυναίκα που νοιάζονταν για όλους. Ήθελε να είναι κοντά στον κόσμο. Μια φορά είχε πάει στον Φίνο ωραία ντυμένη, άψογα βαμμένη και με τα μαλλιά της πολύ ωραία χτενισμένα. Μόλις την είδε ο Φίνος τα ‘χασε και της είπε: Tι είναι αυτά που έβαλες Γεωργία, θες να με καταστρέψεις; Από τότε δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ περιποιημένη μπροστά του.»

Στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα, ύστερα από έναν άτυχο γάμο, αποφάσισε να αποσυρθεί από τον κόσμο του θεάματος για να αφοσιωθεί στην ανατροφή της κόρης της. Ωστόσο, το 1939 ο Αλέκος Σακελλάριος της προσέφερε ένα μικρό ρόλο στη μουσική κωμωδία «Κορίτσια της παντρειάς», που αποτέλεσε την αρχή μιας δεύτερης καριέρας για τη συμπαθή ηθοποιό. Από τότε καθιερώθηκε σαν καρατερίστα και πρωταγωνίστησε σε διαφόρους θιάσους. Ως τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 πρωταγωνίστησε σε πολλές κωμωδίες, ενώ σχημάτισε και δικούς της θιάσους.
Ως συνθιασάρχης με τον Βασίλη Αυλωνίτη και τον Νίκο Ρίζο (1962 -1965) έπαιξε στα έργα «Γαμπροί της ευτυχίας», «Νεόπλουτοι», «Γυναικούλα μας». «Εραστής έρχεται» και «Πέντε λεπτά από την Ομόνοια». Με τον Κώστα Χατζηχρήστο συνεργάσθηκε το 1965 στην επιθεώρηση «Άλλος για υπουργείο».
Η Γεωργία Βασιλειάδου, που τη θυμόμαστε κυρίως σε ρόλους της καφετζούς, μ’ ένα φλιτζάνι στο χέρι, ή της Τσιγγάνας να λέει εκείνη τη χαρακτηριστική φράση «μεγάλη πόρτα θα διαβείς», ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στο κοινό, και το όνομά της αρκούσε για να προσελκύσει κόσμο στα ταμεία. Οι επιθεωρησιογράφοι έβρισκαν πάντα κάποιο νούμερο να της γράφουν, μέσα από το οποίο η συμπαθής ηθοποιός σατίριζε τον ίδιο τον εαυτό της και κυρίως την «ομορφιά» της, πράγμα που έκανε το κοινό να γελάει με την ψυχή του.
Η σπουδαία κωμικός άφησε την τελευταία της πνοή στις 12 Φεβρουαρίου 1980 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» της Αθήνας. Στη διάρκεια της βραχυχρόνιας νοσηλείας της, εκτός από τη χρόνια βρογχίτιδα από την οποία έπασχε, οι γιατροί διέγνωσαν καρδιακή ανεπάρκεια και κακοήθη εξεργασία του παγκρέατος.

