24.1 C
Athens
Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ἡ Λάζαρος, Σύλβια Πλαθ

Ἡ Λάζαρος

Τὰ κατάφερα ξανά.
Κάθε δέκα χρόνια μιὰ φορὰ
τὸ πετυχαίνω.

Ἕνα θαῦμα πραγματικό, τὸ δέρμα μου
λαμπρὸ σὰν λαμπατὲρ τῶν ναζί,
τὸ πόδι μου

ἕνα μπιμπελό.
Τὸ πρόσωπό μου ἔξοχο ἑβραίικο λινὸ
χωρὶς χαρακτηριστικά, κενό.

Τράβα τὰ σάβανα
ἐχθρέ μου.
Σὲ τρομάζω;

Κοίτα τὴ μύτη μου, τὶς κόγχες τῶν ματιῶν, τὰ πάλλευκα δόντια.
Μὴν ἀνησυχεῖς, ἀπὸ μέρα σὲ μέρα θὰ χαθεῖ
ἡ σάπια δυσωδία τῆς ἀνάσας μου.

Ὅπου νἆναι οἱ σάρκες
ποὺ κατέφαγε ὁ τάφος
θὰ ξαναφυτρώσουν στὸ κορμί μου.

Καὶ τότε θὰ χαμογελῶ.
Εἶμαι μόλις τριάντα χρονῶν
κι ὅπως οἱ γάτες πεθαίνω ἑφτὰ φορές.

Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος ὑπ᾽ ἀριθμὸν τρία.
Ἄχ, πόσο μὲ κουράζει
ν᾽ ἀφανίζομαι κάθε δέκα χρόνια

νὰ γίνομαι μύρια κομμάτια.
Καὶ ὁ φιλοθεάμων ὄχλος μασουλώντας στραγάλια
σπρώχνεται νὰ δεῖ

πῶς τραβώντας ἀπὸ πάνω μου τὰ σάβανα μὲ γδύνουν,
ὁ ὄχλος τρέχει νὰ θαυμάσει τὸ μεγάλο στριπτήζ.
Κυρίες καὶ κύριοι

ἰδού, νά τὰ χέρια μου
κι ἐδῶ τὰ γόνατά μου!
Εἶμαι πετσὶ καὶ κόκκαλο βεβαίως

ἀλλὰ παραμένω ἴδια κι ἀπαράλλαχτη.
Δέκα χρονῶν ἤμουν τὴν πρώτη φορὰ –
ἦταν ἀτύχημα τότε.

Τὴ δεύτερη προσπάθησα
νὰ ἐπιμείνω, νὰ μὴν ξαναγυρίσω στὴ ζωή.
Σκλήρυνα σὰν βράχος,

ἔγινα στρείδι κι ἔκλεισα
καὶ μὲ φώναζαν καὶ μὲ ξαναφώναζαν καὶ πάσχιζαν
σὰν νἆταν πέρλες τὰ σκουλήκια στὸ κουφάρι μου νὰ τὰ ξεκολλήσουν.

Εἶναι τέχνη ὁ θάνατος
ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα.
Ἐγὼ πεθαίνω ἐξαιρετικὰ

πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν κόλαση
πεθαίνω καὶ νοιώθω τὴν ἀλήθεια.
Χωρὶς ἀμφιβολία, ἔχω χάρισμα.

Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις σὲ μιὰ φυλακή.
Εἶναι εὔκολο νὰ πεθαίνεις καὶ νὰ μένεις ἐκεῖ.
Τὸ δύσκολο εἶναι ἡ ἐντυπωσιακὴ

ἐπιστροφὴ στὸ φῶς τῆς ἡμέρας
στὸν ἴδιο τόπο, στὸ ἴδιο πρόσωπο, στὴν ἴδια βίαιη
ἐνθουσιώδη κραυγή:

«θαῦμα!»
ποὺ μὲ ἐξαντλεῖ.
Θὰ σᾶς κοστίσει λοιπὸν ἂν θέλετε

ἀπὸ κοντὰ νὰ δεῖτε τὶς πληγές μου, θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε ν᾽ἀκούσετε τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μου,
θὰ πληρώσετε εἰσιτήριο!

Κι ἀκόμη πιὸ ἀκριβά, πανάκριβα θὰ σᾶς κοστίσει
ἂν θέλετε μιὰ λέξη μου, ἕνα ἄγγιγμά μου,
μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα μου

μιὰ τούφα ἀπ᾽τὰ μαλλιά μου, ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα μου.
Ἔτσι ἀκριβῶς, γιατρέ μου,
ἔτσι, ἐχθρέ μου.

Ἐγὼ εἶμαι τὸ πιὸ σπουδαῖο σου δημιούργημα
τὸ πιὸ πολύτιμο
τὸ ἁγνὸ χρυσό σου βρέφος

ποὺ κλαίει καθὼς λιώνει στὴν πυρά.
Καίγομαι ἤδη, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα
Καθόλου δὲν ὑποτιμῶ τὴν προσεκτική σου φροντίδα.

Ἔγινα στάχτη
Ποὺ συδαυλίζεις καὶ σκαλίζεις
Σάρκες, κόκκαλα, ὅλα τέφρα πιά.

Τ᾽ἀπομεινάρια μου: λίγο σαπούνι
μιὰ βέρα
κι ἕνα δόντι χρυσό.

Θεέ, Ἑωσφόρε,
φυλαχθεῖτε
φυλαχθεῖτε!

Μέσ᾽ἀπὸ τὴν τέφρα ξαναγεννιέμαι
τὰ πορφυρὰ μαλλιά μου ἀνεμίζω
καὶ τοὺς ἀνθρώπους καταβροχθίζω.

23-29 Ὀκτωβρίου 1962

Η Σύλβια Πλαθ (27 Οκτωβρίου 1932 – 11 Φεβρουαρίου 1963) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος. Γεννημένη στο Τζαμάικα Πλέιν της Μασαχουσέτης, η Πλαθ έδειξε από νεαρή ηλικία την κλίση της, όταν εξέδωσε το πρώτο της ποίημα σε ηλικία 8 ετών. Ο πατέρας της, Όττο, καθηγητής κολεγίου και σημαίνουσα αυθεντία σε ό,τι αφορά τις μέλισσες, πέθανε περίπου την ίδια εποχή, στις 5 Οκτωβρίου 1940. Η Πλαθ συνέχισε την προσπάθεια έκδοσης ποιημάτων και σύντομων ιστοριών σε αμερικανικά περιοδικά, και πέτυχε κάποια μικρή αναγνώριση.

Υπέφερε από σοβαρή διπολική διαταραχή κατά τη διάρκεια της ενηλίκου ζωής της. Στο προτελευταίο έτος των σπουδών της στο Κολέγιο Σμιθ, η Πλαθ έκανε την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας. Αργότερα απεικόνισε την κατάρρευσή της στο ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Ο Γυάλινος Κώδων (The Bell Jar). Κλείστηκε σε ένα ψυχικό ίδρυμα (Νοσοκομείο ΜακΛίν), και άρχισε να φαίνεται πως πέτυχε μια ευπρόσδεκτη ανάνηψη, αποφοιτώντας από το Σμιθ με διακρίσεις το 1955.

1 65

Κέρδισε μια υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου συνέχισε να γράφει ποίηση, περιστασιακά εκδίδοντας τη δουλειά της στη φοιτητική εφημερίδα Varsity. Στο Κέμπριτζ γνώρισε τον Άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ. Παντρεύτηκαν στις 16 Ιουνίου 1956. Η Πλαθ και ο Χιουζ πέρασαν την περίοδο από τον Ιούλιο του 1957 μέχρι τον Οκτώβριο του 1959 ζώντας και δουλεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Πλαθ δίδασκε στο Σμιθ. Έπειτα μετακόμισαν στη Βοστώνη, όπου η Πλαθ παρακολούθησε σεμινάρια με τον Ρόμπερτ Λόουελλ. Η σειρά αυτή σεμιναρίων επρόκειτο να έχει σημαντική επίδραση στη δουλειά της. Τα σεμινάρια παρακολουθούσε και η Ανν Σέξτον. Εκείνη την περίοδο επίσης οι Πλαθ και Χιουζ συνάντησαν για πρώτη φορά τον W. S. Merwin, ο οποίος θαύμασε τη δουλειά τους και παρέμεινε δια βίου φίλος. Όταν το ζευγάρι διαπίστωσε πως η Πλαθ ήταν έγκυος, μετακόμισαν πίσω στη Μεγάλη Βρετανία.

Έζησαν για λίγο στο Λονδίνο και έπειτα εγκαταστάθηκαν στο North Tawton, μια μικρή πόλη στο Ντέβον. Εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή της, Ο Κολοσσός (The Colossus), στην Αγγλία το 1960. Τον Φεβρουάριο του 1961 απέβαλε. Ένας αριθμός από ποιήματα αναφέρονται στο γεγονός αυτό. Ο γάμος της άρχισε να συναντά δυσκολίες και χώρισαν λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Ο χωρισμός του οφειλόταν κυρίως στη σχέση που είχε ο Χιουζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλλ.

2 60

Η Πλαθ επέστρεψε στο Λονδίνο με τα παιδιά τους, τη Φρίντα και τον Νίκολας (αυτοκτόνησε στις 16 Μαρτίου του 2009 καθώς έπασχε από κατάθλιψη). Νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο σπίτι όπου κάποτε έμενε ο Γέιτς. Ήταν πολύ ευχαριστημένη γι’ αυτό και το θεώρησε καλό οιωνό καθώς ξεκίνησε τις διαδικασίες νόμιμου χωρισμού. Ο χειμώνας 1962/1963 ήταν πολύ σκληρός. Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, άρρωστη και με λίγα λεφτά, η Πλαθ αυτοκτόνησε εισπνέοντας φυσικό αέριο από τον φούρνο. Προτού πεθάνει, η Πλαθ τοποθέτησε φαγητό και γάλα στα παιδιά της. Είναι θαμμένη στο νεκροταφείο στο Χεπτονστάλλ, στο Γουέστ Γιορκσάιρ.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -