29.4 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», μια «όπερα» της καθημερινότητας από τον Μάνο Καρατζογιάννη

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

«Συχωρεμένος να ’σαι, γιατί αγάπησες πολύ». Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη αφηγείται μια ιστορία αγάπης και μίσους, θάρρους και εγκαρτέρησης. Σε ένα χωριό υπάρχει το έθιμο να αναβιώνονται τα Πάθη του Χριστού κάθε επτά χρόνια.

Ο παπα-Γρηγόρης με τους προεστούς επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος. Τον Χριστό θα υποδυθεί ο Μανωλιός, ένας απλός βοσκός, ο οποίος μετά την επιλογή του θα αρχίσει να αλλάζει προσπαθώντας να φτάσει στη μεγαλύτερη ψυχική και σωματική αγνότητα.

Όταν όμως στο χωριό καταφτάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, καθώς διώκονται από τους Τούρκους, οι χωριανοί θα διχαστούν, αφού ο παπα-Γρηγόρης και αρκετοί άλλοι θα πουν πως φέρνουν μαζί τους επιδημία χολέρας. Οι μόνοι που θα τους βοηθήσουν είναι ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός, ο Κωσταντής κι ο Μανωλιός, ο οποίος θα τους υπερασπιστεί μιλώντας για την αξία της αγάπης και τη φιλευσπλαχνία.

*

Ο Μάνος Καρατζογιάννης, μετά «Το Γάλα», την «Κασέτα» και το «50 χρόνια, μια νύχτα» στο Φεστιβάλ Αθηνών, σκηνοθετεί στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός – έχοντας στη διάθεσή του μια εξαιρετική διανομή και μια δυνατή, δημιουργική ομάδα – το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», εβδομήντα χρόνια μετά τη βράβευση του συγγραφέα με το Βραβείο Ειρήνης. Το γραμμένο με πόνο, αγάπη και πίστη για τον άνθρωπο έργο του πολυμεταφρασμένου συγγραφέα μας, που έγινε κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική σειρά ακόμα και όπερα στο εξωτερικό, αφηγείται μια ιστορία πάθους και εκδίκησης, έρωτα και αγιοσύνης, τόλμης και μεγαλοσύνης, τραγωδίας και στωικότητας.

Πού γράφτηκε

Στο μικρό χωριουδάκι που τότε ήταν η Αντίμπ (Αντίπολις), το οποίο με τις οχυρώσεις και την ανοιχτή θέα στη θάλασσα τού θύμιζε το Ηράκλειο, ο Νίκος Καζαντζάκης έγραψε το 1948 το θεατρικό “Σόδομα και Γόμορρα”, και την πρώτη γραφή τού Ο Χριστός ξανασταυρώνεται.

Την επόμενη χρονιά θα γράψει τις “Αδερφοφάδες”, και δύο ακόμη θεατρικά έργα. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, αρχίζει ένα από τα κορυφαία του μυθιστορήματα, “Τον καπετάν Μιχάλη”.
Τα χρόνια στην Αντίμπ είναι χρόνια δημιουργικά για τον συγγραφέα. Τον Απρίλιο του 1956 τελειώνει την πρώτη γραφή της “Αναφοράς στον Γκρέκο”, και το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, αρχίζει να την ξαναδουλεύει.

Η Μελίνα Μερκούρη, η οποία είχε επισκεφθεί εκείνο το διάστημα παρέα με τον Ζυλ Ντασσέν τον Νίκο Καζαντζάκη, είχε περιγράψει έναν περίπατο που είχαν κάνει οι τρεις τους περιμετρικά των τειχών της Αντίμπ: «Ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι ήταν τόσο άρρωστος (σημ. βρισκόταν σε προχωρημένη κατάσταση λευχαιμίας) ήταν ισάξιος πεζοπόρος του Ντασσέν. Αγωνιζόμουν για να τους προλάβω. Έκαναν όλο το γύρο των οχυρών της Αντίμπ.

Ο Καζαντζάκης μιλούσε για την Ελλάδα μ’ αγάπη και πάθος. Η ομιλία του ήταν γεμάτη εικόνες. Πολύ ποιητικές και πολύ κρητικές. Οι Κρητικοί είναι λίγο υπεράνθρωποι. Προκαλούν τους Θεούς κι ανεβαίνουν σε βουνοκορφές».

Τηλεοπτική σειρά που άφησε εποχή

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται υπήρξε τηλεοπτική δραματική σειρά που προβλήθηκε από το ΕΙΡΤ-ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976 και συντάραξε το τηλεοπτικό κοινό, σημειώνοντας υψηλή τηλεθέαση για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Το σενάριο ήταν βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και με το οποίο η ΕΡΤ έκανε τα πρώτα αποφασιστικά βήματα στην παραγωγή μεγάλων ποιοτικών τηλεοπτικών σειρών.

«Χριστέ μου», μουρμούρισε, «κοντεύουν δύο χιλιάδες χρόνια κι ακόμα σε σταυρώνουν»…

Το αριστούργημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», αποτελεί την ιχνηλάτηση της συναρπαστικής περιπέτειας του χριστιανικού «μύθου» για να χαραχτεί ο εναγώνιος κύκλος γύρω από τα θεμελιακά προβλήματα της ύπαρξης. Δε βρίσκει κανένας ποτέ παρά ό,τι ζητάει, εμείς –καλά το ’νιωσες, Μανωλιό μου– θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό, και θα τον βρούμε, όχι όπως τον παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο, που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια σύννεφα και προστάζει, μα σα μικρή φωνή που τινάζεται από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο.

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται πρώτα κυκλοφόρησε στη Νορβηγία και τη Γαλλία, και τρία χρόνια αργότερα στην Ελλάδα, το 1954, αφού ακολούθησε μια περιπετειώδη εκδοτική διαδρομή. Γράφει ο Καζαντζάκης τον Αύγουστο του 1948 προς τον φίλο του συγγραφέα Παντελή Πρεβελάκη από την Αντίμπ της Γαλλίας:

«Εδώ δουλεύω καλά, ησυχία, γλύκα, χαρά Θεού. Αυτές τις μέρες τελειώνω το μυθιστόρημα που άρχισα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, θα γίνει 500 σελίδες, είναι σύγχρονο και γίνεται σε ένα χωριό της Μικράς Ασίας και δεν υπάρχει “εγώ”. Φυσικά δεν ξέρω αν είναι καλό, μα το γράφω με κέφι.

»Το μυθιστόρημα έγινε για μένα μια διέξοδος όπου μπορώ να χρησιμοποιήσω μερικές ανθρώπινες ιδιότητές μου, που δεν μπαίνουν, με τη μορφήν αυτή, στην ποίηση ή στην τραγωδία. Κέφι, χιούμορ, ανθρώπινες καθημερινές κουβέντες, γέλιο, αλατισμένα χωρατά, έννοιες δύσκολες διατυπωμένες με χωριάτικη απλότητα – όλα αυτά ήταν μέσα μου και μονάχα στο μυθιστόρημα μπορούσα να τα βάλω και να αλαφρώσω.

»Ήταν κι αυτό ένα μέρος του εαυτού μου, που έπρεπε να διατυπωθεί, για να μην το πάρω μαζί μου και χαθεί στο χώμα. Καθώς ξέρετε, θα ’θελα, όταν πεθάνω, να μη βρει τίποτα σπουδαίο ο Χάρος να πάρει».

Το ιστορικό πλαίσιο

H τοποθέτηση του αναγνώσματος στη Mικρά Aσία λίγο πριν από την καταστροφή του 1922 επιτρέπει στον Kαζαντζάκη να υπαινίσσεται την ιστορική ομοιότητα ανάμεσα στη μοίρα των Eβραίων της αρχαιότητας και αυτή των Eλλήνων τον 20o αιώνα.

Αλλά υπάρχει και μια επιπρόσθετη ιστορική διάσταση. Στο βιβλίο υπάρχουν πλείστες αναφορές στον μπολσεβικισμό· οι πρόσφυγες που κατασκηνώνουν έξω από το χωριό, απευθύνονται μάταια στους χωρικούς για βοήθεια. Tελικά όταν αυτή δεν τους παρέχεται επιτίθενται και στιγματίζονται από τους χωρικούς και τους Tούρκους σαν Mπολσεβίκοι. H σύγκρουση ανάμεσα στον κομμουνισμό και το υπάρχον καθεστώς είναι πραγματικά ευνόητη, αφού το μυθιστόρημα τοποθετείται λίγο μετά τη Pωσική Eπανάσταση, αλλά στην ουσία έχει πολύ περισσότερο να κάνει με τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.

H αντιπαράθεση ανάμεσα στους έχοντες στη Λυκόβρυση και τους μη έχοντες που κατασκηνώνουν στο βουνό της Σαρακήνας δεν είναι μόνο μια παραβολή για τη χριστιανική υποκρισία και τον θρησκευτικό φανατισμό αντίστοιχα, αλλά ταυτόχρονα μια παραβολή για την πραγματική σύγκρουση εκείνης της εποχής ανάμεσα σε Έλληνες και “Έλληνες”, ανάμεσα στους έχοντες των πόλεων και τους επαναστάτες, τους αντάρτες, στα βουνά.

«Οι Αδερφοφάδες»

Στο μυθιστόρημά του «Οι Αδερφοφάδες» ο Καζαντζάκης μιλάει για την αδελφοκτόνο σύγκρουση σε ένα χωριό κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο. Στην υπόθεση του βιβλίου είναι -και πάλι- Μεγάλη Εβδομάδα και, με τον φόνο, τον θάνατο και την καθημερινή καταστροφή, ο παπα-Γιάνναρος αισθάνεται ότι κουβαλάει στους ώμους του τις αμαρτίες τού κόσμου. Ο παπα-Γιάνναρος αγανακτεί, κραυγάζοντας ότι χωρίς ειρήνη δεν θα έρθει ανάσταση. Και, τελικά, φτάνει στη μεγάλη αποκάλυψη: όσο οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, ο Χριστός θα παραμένει νεκρός.

Κοινωνικός επαναστάτης ο Μανωλιός

Έτσι ο Mανωλιός-Xριστός δεν μεταμορφώνεται μονάχα σε άγιο αλλά και σε κοινωνικό επαναστάτη, ενώ ο παθιασμένος παπα-Φώτης, ο ηγέτης των προσφύγων, συνδυάζει τα χαρακτηριστικά, αλλά και μερικές από τις πεποιθήσεις του παραδοσιακού Oρθόδοξου ασκητή με εκείνα του φλογερού επαναστάτη ηγέτη. Το «O Xριστός Ξανασταυρώνεται» συνδέει με μεταφορικό στοχασμό τρεις ξεχωριστές ιστορικές εποχές: την Iουδαία του καιρού των Παθών, τους Έλληνες της Μικράς Ασίας στα πρόθυρα της μαζικής τους εκδίωξης και τον Εμφύλιο στον ελλαδικό χώρο.

Ενδεικτικά, τότε (1924) ο Γάλλος πρέσβης σχολίαζε πως η κυβέρνηση είχε διπλό στόχο: α) να προστατέψει τη νεοσυσταθείσα δημοκρατία από τους στρατιωτικούς και β) να προστατέψει την Ελλάδα από τον «μπολσεβικισμό».

Η εμφάνιση βιβλίων όπως το “Τι εστί Μπολσεβικισμός” του Α. Ανδρόνικου το 1925, όπου οι κομμουνιστές παρουσιάζονταν ως Εβραίοι που συνωμοτούν για να κυριαρχήσουν στον κόσμο, ήταν χαρακτηριστική αυτής της τάσης σύνδεσης Εβραίων και κομμουνισμού.

Η έκταση δε που πήρε ο αντικομμουνισμός από το 1924 και μετά, εξυπηρέτησε κατά έναν παράδοξο τρόπο και το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα, καθώς του έδωσε υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις και έτσι το βοήθησε στη βελτίωση της εικόνας του ως ρωμαλέου και ισχυρού κινήματος.

Ένα παγκόσμιο φαινόμενο

Λόγω της διεθνούς αναγνώρισης που πέτυχε (τουλάχιστον 34 διαφορετικές μεταφράσεις), το έργο του Καζαντζάκη μεταφέρθηκε σε διάφορες μορφές τέχνης. Τη δεκαετία του ’50 ο Τσέχος συνθέτης Bohuslav Martinů το διασκεύασε σε όπερα με τίτλο «Το ελληνικό πάθος» (τσέχικα: Řecké pašije).

Ο Ζυλ Ντασσέν το μεταφέρει το 1957 σε γαλλο-ιταλική παραγωγή στον κινηματογράφο με τίτλο «Αυτός που πρέπει να πεθάνει» (γαλλικά: Celui qui doit mourir), με σπουδαίο καστ στο οποίο συμπεριλαμβανόταν η Μελίνα Μερκούρη. Τα γυρίσματα έγιναν στην Κρήτη, ενώ την πρεμιέρα που έγινε στις Κάννες την παρακολούθησαν ο Νίκος και η Ελένη. Έγραψε ο Καζαντζάκης στον Παντελή Πρεβελάκη: «Χτες τα ξημερώματα γύρισα από τις Κάννες όπου παίχτηκε για πρώτη φορά στο φεστιβάλ. Καταπληχτική επιτυχία· πολλοί έκλαιγαν».

***

Οι New York Times στην κριτική τους για το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (The Greek Passion, ο τίτλος στα αγγλικά) τον Ιανουάριο του 1954 αποθεώνουν τον Καζαντζάκη, αναφέροντας ότι πλέον δεν είναι τοπικός ή εθνικός συγγραφέας, αλλά αναδεικνύεται ως ένας παγκόσμιος καλλιτέχνης.

***

O Derek Carver βάσισε στο βιβλίο το ραδιοφωνικό θεατρικό του «Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην» (αγγλικά: Not to Send Peace) που ακούστηκε στη συχνότητα του BBC, ενώ διασκευασμένο σε θεατρική παράσταση ανέβηκε σε Γαλλία, Βέλγιο, Νορβηγία, Σουηδία, Αμερική.

Το 1975 γίνεται τηλεοπτική σειρά επεισοδίων στην ΕΡΤ και συντάραξε το τηλεοπτικό κοινό. Η σκηνοθεσία ήταν του δύο φορές υποψήφιου για Όσκαρ Βασίλη Γεωργιάδη και πρωταγωνιστούσαν οι Κάτια Δανδουλάκη, Ανδρέας Φιλιππίδης, Γιώργος Φούντας, Αλέξης Γκόλφης και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής.

Η καταστροφή του υλικού πάνω στο οποίο είχαν γυριστεί οι τηλεοπτικές σειρές της δεκαετίας του 1970 (όπως ο Άγνωστος Πόλεμος και ο Γιούγκερμαν) είχε ως συνέπεια «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» να είναι η παλαιότερη σωζόμενη ελληνική τηλεοπτική σειρά.

Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται είναι μια ιστορία με πολύ σύγχρονους απόηχους. Tο επικό μυθιστόρημα του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη επανατοποθετεί την ουσία του μηνύματος του Ευαγγελίου στην καρδιά της εποχής μας. Έγινε διαχρονικά οικουμενικός συμβολισμός της ανυπαρξίας κοινωνικής δικαιοσύνης και της απουσίας ανθρώπινης αγάπης. Και όχι μόνο υπό παθητική μορφή, των δεινών και των δοκιμασιών από την έλλειψή τους, αλλά και ως ασκούμενη πράξη και ενέργεια αδικοπραγούντων επί αδυνάτων και ανυπεράσπιστων.

Γράφει η Ελένη Καζαντζάκη: «Ο παγκόσμιος Τύπος χαιρέτισε σαν αριστούργημα τούτο το μυθιστόρημα, Ο Άλμπερτ Σβάιτσερ (Σ.Σ.: Νόμπελ Ειρήνης το 1952) είπε πως ποτέ του δεν διάβασε κάτι πιο συνταρακτικό. Οι δύο Εκκλησίες, Καθολική και Διαμαρτυρόμενη, το χειροκρότησαν κι ακόμα το συνιστούν στο ποίμνιό τους, Μονάχα η τρίτη αδερφή, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, φωνάζει πως είναι βλάσφημο».

Τα χρόνια πέρασαν και πλέον τα βιβλία του Καζαντζάκη βρίσκονται σε κάθε βιβλιοθήκη κάθε σπιτιού της χώρας. Αν έπρεπε να κρατήσουμε μια φράση από το βιβλίο, θα ήταν αυτή: «Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται αλάκερος ο Θεός. Και στην πιο μακρινή έρημο μια καλή πράξη έχει τον αντίχτυπό της σε αλάκερη την οικουμένη».

Στα κύτταρα της ύπαρξής μας

Οι σκηνοθεσίες του Μάνου Καρατζογιάννη -τον οποίο το catisart.gr παρακολουθεί από τότε που ξεκίνησε- ζουν στα κύτταρα της ύπαρξής μας, στον ωκεανό της θλίψης και της χαράς, στα λόγια της ποίησης και τις μελωδίες της μουσικής, όπου η ανάμνησή τους συνεχίζει να ρέει σαν κύματα.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης σκηνοθέτησε την παράστασή του με μια απλή κομψότητα, ήρεμο βάθος και χάρη και με την ευγενική αυτοπεποίθηση που τον διέπει έδωσε σε αυτή τη θεατρική δουλειά του μια αθόρυβα ξεχωριστή σταθερότητα, μια ταπεινότητα και μια ισχυρή αίσθηση ταυτότητας.

Έχει προχωρήσει με τον χρόνο και με τις εμπειρίες που φιλότιμα συλλέγει σε ένα σπουδαίο συνδυασμό ολοκληρωμένου στυλίστα θεατρικού σκηνοθέτη όπου δημιουργεί τον δικό του κόσμο αλλά και με το κομμάτι του αφηγητή – ηθοποιού γνωρίζει πώς να δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για την ιστορία. Ως ηθοποιός έχει άρτια άρθρωση, αθλητικότητα, σωστό ρυθμό και έλεγχο αναπνοής. Ποιητής της λεπτότητας, αλλά και της αντοχής, μιας ήσυχης επιμονής που δεν δηλώνει τον εαυτό της, αλλά συνεχίζει, ακόμα και όταν οι συνθήκες δεν το ευνοούν.

«Και εμείς, που είχαμε τόσο ουρανό μέσα μας, ακουμπήσαμε στα μικρότερα πράγματα για να μείνουμε όρθιοι».

Η ένταση που διασκορπίζεται ανάμεσα στους ηθοποιούς οι οποίοι πλημμυρίζουν τη σκηνή και στον Μανωλιό – Μάνο Καρατζογιάννη μετατρέπεται σε κάτι άλλο, μια επίμονη ευαισθησία στην απουσία, όχι δραματική, αλλά διαρκή.

Πραγματικά αγαπώ τον τρόπο που σκέφτεται ο Μάνος Καρατζογιάννης με εικόνες που δεν επιβάλλονται, αλλά μένουν, τον τρόπο που οι σκηνές του δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, αλλά να εισέλθουν ήσυχα και να μείνουν, τον τρόπο που δεν εξηγεί τον κόσμο, αλλά τον αφήνει να αποκαλυφθεί αργά, σχεδόν χωρίς επιμονή, και σε αυτό υπάρχει κάτι σπάνιο, μια νοημοσύνη που δεν απαιτεί προσοχή, αλλά την κερδίζει με την παρουσία του στη σκηνή και μόνο.

Ο διαμερισμός των ιματίων του Χριστού, λίγο πριν τη Σταύρωση. Πίνακας του Ελ Γκρέκο.

***

Ερμηνείες και συντελεστές

Αυτό που επίσης μας παρασύρει σε έναν βαθύ στοχασμό για την ηθική και σωματική παρακμή, καθώς και για την απελπισμένη αναζήτηση του ωραίου είναι οι θαυμάσιες ερμηνείες που απολαύσαμε στην παράσταση.

Μια παράσταση μεγάλης ομορφιάς, εξίσου συγκλονιστική όσο και ακανθώδης, που υποστηρίζεται από τη θρηνητική μουσική του Γιώργου Μαυρίδη, τη μαγική πλαστικότητα της κίνησης της Ζωής Χατζηαντωνίου, την εικαστικότητα των σκηνικών (Ναταλία Αστυπαλίτη, Δήμητρα Σαρρή), των κοστουμιών (Δήμητρα Σαρρή, Βασιλική Σύρμα) και των μασκών (Μάρθα Φωκά) που συνδύαζαν τον νεορεαλισμό με μια πιο αισθητική προσέγγιση, δημιουργώντας μια «όπερα» της καθημερινότητας. Εξαίρετος ήταν και ο σχεδιασμός φωτισμών του Λάμπρου Παπούλια, που ενίσχυε την αίσθηση πινάκων ζωγραφικής του Ελ Γκρέκο ή του Καραβάτζο.

Κρατώ τα ονόματα των έξοχων ηθοποιών και επιμένω πως πρέπει να τους παρακολουθήσουμε πάλι και πάλι στη σκηνή.

Ήταν όλοι τους υπέροχοι: Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Έλενα Μαυρίδου, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου.

Και κάπως έτσι τελείωσαν τα μικρά θαύματα και οι εκπλήξεις αυτής της παράστασης που είδαμε στο θέατρο «Σταθμός» με εκείνη τη μοναδική, ιερή στιγμή, όπου κάποιοι συντετριμμένοι θεατές (εμείς) απέδειξαν ότι κανένας πόλεμος, όσο άγριος κι αν είναι, δεν μπορεί ποτέ να καταστρέψει πλήρως την κοινή μας ανθρωπιά. Και κάθε ιστορία – ακόμα και η πιο δυνατή, η πιο λαμπρή – έχει κάποιον ψύχραιμο νου στο κέντρο, που τα κρατάει όλα ενωμένα.

Η νίκη της συμπόνοιας πάνω στον κυνισμό, της φροντίδας πάνω στην αδιαφορία.

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη είναι -σχεδόν 50 χρόνια μετά την τηλεοπτική του μετάδοση- μια πράξη βαθιάς νοσταλγίας και σύνδεσης με τις ρίζες μας, σε μια αλλιώτικη εποχή.

***

«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»

 του Νίκου Καζαντζάκη

 σε διασκευή και σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη

στο Θέατρο Σταθμός 

Σκηνοθετικό σημείωμα

Παρά τη θεοκρατική του κοσμοθεωρία, η γραφή του Καζαντζάκη έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο, το πνεύμα και τη θυσία. Έννοιες τόσο λησμονημένες αλλά και τόσο απαραίτητες στις μέρες μας. Στο συγκεκριμένο μάλιστα έργο του, όσο τον ενδιαφέρει εν σμικρώ ο άνθρωπος άλλο τόσο τον ενδιαφέρει στο σύνολό της η ανθρωπότητα. Κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό, η φωνή του να ακουστεί πέρα από τη Σαρακήνα και τη Λυκόβρυση, τους τόπους δράσης δηλαδή της μυθοπλασίας του, σε ολόκληρο τον κόσμο.

Κατά τη ρήση «ουδείς προφήτης εν τη πατρίδι αυτού», Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Νορβηγία και στη συνέχεια στη Γαλλία, ενώ στην Ελλάδα εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1954. Λόγω της απήχησης που απέκτησε διεθνώς, το έργο του Καζαντζάκη μεταφράστηκε σε τουλάχιστον τριαντατέσσερις  γλώσσες και αποδόθηκε σε ποκίλες εκδοχές. Το 1957, χρόνο εκδημίας του Καζαντζάκη, ο Τσέχος συνθέτης Bohuslav Martinů το διασκεύασε σε όπερα με τον τίτλο «Το ελληνικό πάθος». Την ίδια χρονιά, ο Ζιλ Ντασέν το μεταφέρει στον κινηματογράφο με τον τίτλο «Αυτός που πρέπει να πεθάνει». Οι New York Times στην κριτική τους για το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται (The Greek Passion) τον Ιανουάριο του 1954 υμνούν τον Καζαντζάκη, αναφέροντας ότι πλέον δεν είναι τοπικός ή εθνικός συγγραφέας, αλλά ένας παγκόσμιος καλλιτέχνης.

O Derek Carver βάσισε στο ομώνυμο βιβλίο το ραδιοφωνικό θεατρικό του έργο «Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην» (Not to Send Peace) που ακούστηκε στη συχνότητα του BBC, ενώ διασκευασμένο σε θεατρική παράσταση ανέβηκε στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Νορβηγία, στη Σουηδία, στην Αμερική. Πριν από εβδομήντα χρόνια ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο του Πεδίον του Άρεως από το “Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο” του Μάνου Κατράκη (στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η παράστασή μας) σε διασκευή του Νότη Περγιάλη και του Γεράσιμου Σταύρου και σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη. Το 1975 γίνεται τηλεοπτική σειρά στην ΕΡΤ από τον Βασίλη Γεωργιάδη. Τελευταίο θεατρικό ανέβασμα στην Αθήνα από τον Κοραή Δαμάτη το 2005.

Μαζί με έναν εξαιρετικό ενδεκαμελή θίασο και μια δυνατή δημιουργική ομάδα, επιχειρούμε να ξαναδιαβάσουμε το Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, δουλεύοντας με περισυλλογή και συλλογικότητα. Στην καινούργια πρωτότυπη διασκευή, νιώθω πως πέρα από το πνεύμα του βιβλίου συνυπάρχουν η νοσταλγία για το χθες – ίσως σ’ αυτό να παίζει ρόλο κι η κρητική μου καταγωγή από τη μεριά της μητέρας μου – αλλά κι ο θυμός για το σήμερα μαζί με την έκδηλη αγωνία για το αύριο. Πάντα υπό τη σκιά της απειλής του εμφύλιου πάθους.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολύμηνης προετοιμασίας, αισθανθήκαμε να δοκιμάζεται η πίστη μας σε οτιδήποτε. Κι όσο κι αν νιώθαμε την πίστη μας να κλονίζεται, επέστρεφα πάντα στα λόγια του Αλέξη Μινωτή για τον συντοπίτη του Νίκο Καζαντζάκη: «Έβαλε τον εαυτό του κάτω εξήντα χρόνια μοναξιάς, τον έστιψε, κι έβγαλε την καλύτερη σταγόνα που έχουμε. Κι αν ακόμα αρνηθείς όλο του το έργο, μένει ο ίδιος ο άνθρωπος» (Αλέξης Μινωτής, Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει, Μετρονόμος 2026).

TΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ 

Διασκευή – σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Ηλέκτρα Γεννατά, Βαγγέλης Ζάπας, Μάνος Καρατζογιάννης, Πάνος Κούλης, Έλενα Μαυρίδου, Σπύρος Μαραγκουδάκης, Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός, Κώστας Φαλελάκης, Πολύκαρπος Φιλιππίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Στράτος Χρήστου

Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου

Μουσική: Γιώργος Μαυρίδης

Σκηνικά: Ναταλία Αστυπαλίτη, Δήμητρα Σαρρή

Κοστούμια: Δήμητρα Σαρρή, Βασιλική Σύρμα

Σχεδιασμός φωτισμών: Λάμπρος Παπούλιας

Κατασκευή μασκών: Μάρθα Φωκά

Βοηθός σκηνοθέτη: Μιχαήλ – Εφραίμ Τσουμπός

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή

Βίντεο προώθησης: Ηλίας Μόσχοβας

Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -