Η Μάνια Παπαδημητρίου υποδύεται τη «Νικαίτη Καψάλη» στην τηλεοπτική σειρά του Alpha «Να μ’ αγαπάς». Εδώ σε αποσπάσματα από μια συνέντευξή της στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου και στο Catisart, το 2011. Στο τέλος του κειμένου υπάρχει ο σύνδεσμος με το κείμενο ολοκληρωμένο έτσι όπως αναρτήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2011.
Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Πρωί Κυριακής. Μια χειμωνιάτικη μέρα με ανοιξιάτικο καιρό. Σε μια πολύπαθη πλατεία της Αθήνας που με την εμφάνισή της δεν μας πείθει για όλα όσα της αποδίδουν. Είμαστε στα Εξάρχεια με μια φοβερή λιακάδα.
«Μαζεύουμε» ήλιο και την περιμένουμε. Τη βλέπουμε στην άκρη της Αραχώβης να κατεβαίνει αργά. Ναι, είναι αυτή. Είναι η Κασσάνδρα, είναι η Μέλανι αλλά και η Πενία. Είναι η Ελίζα και η Ελβίρα. Είναι ο Ορλάντο. Η «Εβραία» του Μπρεχτ. Είναι η Μάνια Παπαδημητρίου.
Η ξένη μάνα από το «Γάλα» και το Χνούδι από το «Πανηγύρι». Στιγμές θεατρικές μαγικές και ανεξίτηλες. Όσο εφήμερη τέχνη κι αν είναι το θέατρο, κάποια πράγματα δύσκολα υποκύπτουν στη λήθη.
Εκεί, στο ζεστό και οικογενειακό καφέ με το όνομα του γειτονικού θερινού κινηματογράφου, μιλάμε μαζί της. Όλοι την υποδέχονται εγκάρδια ενώ ο καφές της, «ο καφές της κυρίας Παπαδημητρίου», φθάνει αχνιστός σε χρόνο μηδέν…
Ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου και επί σκηνής και πίσω από την κουίντα: Η κυρία Μάνια Παπαδημητρίου.

Διαβάστε εδώ αποσπάσματα από τη συνέντευξή της.
Πού γεννηθήκατε, από πού κατάγεστε και κάποιες μνήμες από τα παιδικά σας χρόνια που επανέρχονται.
* Γεννήθηκα στην Αθήνα και κατάγομαι από εδώ. Βέβαια έχω κάποιες καταγωγές από γιαγιάδες και παππούδες από Σμύρνη, από Κεφαλονιά, από Εύβοια, από Πελοπόννησο. Μνήμες από τα παιδικά χρόνια που σχετίζονται με το θέατρο: Είχα δύο θείους ηθοποιούς. Ο ένας σκοτώθηκε το 1948 και δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Ο άλλος είναι ο Κώστας Γεννατάς, πατέρας του Γεράσιμου και της Ηλέκτρας. Αυτός μας είχε πάει πρώτη φορά στο θέατρο. Θυμάμαι ότι καθόμουνα με τον ξάδερφό μου. Έβλεπα τη σκηνή από την πρώτη θέση και μου είχε κάνει εντύπωση ότι ο θείος μου ήταν ο θείος μου αλλά και κάτι άλλο. Ήθελα να το κάνω κι εγώ αυτό. Τότε για πρώτη φορά μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να γίνω κι εγώ αυτός που ξέρεις αλλά δεν είναι και αυτός που ξέρεις ακριβώς.
Περίεργο συναίσθημα…
* Ένα είδος αποξένωσης παράξενης, κάτι μαγικό. Θυμάμαι ότι έκανε έναν μάγκα. Είχε στον ένα ώμο το σακάκι και έλεγε: «’σπέρα…». Μου είχε κάνει εντύπωση. Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Είναι ο θείος μου αλλά δεν είναι… Αποφάσισα λοιπόν να το κάνω κι εγώ.
Υπήρξαν άνθρωποι που διέγνωσαν το ταλέντο σας και σας ενθάρρυναν να ακολουθήσετε το δρόμο του θεάτρου;
* Υπήρξαν άνθρωποι που με βοήθησαν να πάω προς τα εκεί. Κάποιοι καθηγητές στο σχολείο. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου είπαν να γίνω ηθοποιός. Μόνη μου το είπα. Αντίθετα υπήρξαν άνθρωποι που μου δημιούργησαν προβλήματα ως προς το να γίνω, γιατί δεν ήμουν ποτέ σαν φυσιογνωμία αυτό που θα έλεγε κανείς «κάνει για ηθοποιός». Ήμουν κοντή, ήμουν …περίεργη, είχα ένα φιζίκ που δεν προδιέθετε για κάτι τέτοιο. Αλλά εγώ έγινα κι αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Η αίσθηση που είχα ήτανε περισσότερο ότι οι άνθρωποι που αναγνώριζαν την καλλιτεχνική μου υπόσταση, μάλλον μου δημιουργούσαν εμπόδια όσον αφορά στο να γίνω ηθοποιός.
Χρειάστηκε λοιπόν να επιστρατεύσω αρκετό πείσμα, μεθοδικότητα και στρατηγική για να μπορέσω να κάνω ακριβώς αυτό που ήθελα. Νομίζω ότι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στρέφομαι και προς τη σκηνοθεσία γιατί από μικρή σκεφτόμουνα ότι αν τελικά έχουν δίκιο και δεν τα καταφέρω να γίνω ηθοποιός, θα γίνω σκηνοθέτης… Γιατί καλλιτέχνης ήμουν σίγουρα. Κανείς δεν το αμφισβητούσε αυτό. Αυτός ήταν ο τρόπος να αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα.
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας δάσκαλοι;
* Ήταν στο σχολείο μια καθηγήτρια και ηθοποιός, η Μαριέττα Σγουρδαίου, μας έμαθε το θέατρο. Μας πήγαινε στον Σπύρο Ευαγγελάτο στο «Αμφι-Θέατρο» στην Πλάκα. Είδαμε την «Οδύσσεια». Μας έμαθε και τη μοντέρνα ποίηση. Οι οικογένειες δεν τα ξέρανε αυτά πολύ καλά. Μετά στη Σχολή ήταν δάσκαλός μου ο Κάρολος Κουν. Μεγάλη φυσιογνωμία, που τον γνώρισα να διδάσκει ως σκηνοθέτης. Δάσκαλοί μου ήταν ο Γιώργος Λαζάνης, ο Μίμης ο Κουγιουμτζής, ο Γιώργος Αρμένης, ο Γιάννης Μόρτζος, η Άννυ Κολτσιδοπούλου, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Γιάννης Ρήγας, ο Δημήτρης Σπάθης, αυτοί ήταν και θεωρητικοί μαζί. Μετά ήταν μεγάλος μου δάσκαλος ο Βασίλης ο Παπαβασιλείου τα τρία χρόνια που ήμουνα στην «Εποχή» και μετά μια πολύ σημαντική δασκάλα για μένα ήταν η Ρούλα η Πατεράκη. Αυτοί οι άνθρωποι πιστεύω ότι κατά κάποιο τρόπο διαμόρφωσαν τη δική μου ματιά πάνω στα πράγματα.

Άλλοι σταθμοί; Η μουσική τι θέση έχει στη ζωή σας;
*Επίσης σημαντικοί σταθμοί για μένα ήταν ο Σταμάτης ο Φασουλής στο παιδικό της Ξένιας Καλογεροπούλου, από ‘κει ξεκίνησα μετά το Θέατρο Τέχνης, ήταν ο Σταύρος ο Τουφεξής με τον οποίο κάναμε Μπρεχτ και ο Νίκος ο Μαστοράκης με το «Γάλα», μια παράσταση μοναδική.
Στη μουσική έκανα πιάνο από μικρή. Αν και ξεκίνησα στην τετάρτη δημοτικού, τελικά έφθασα μέχρι την Ανωτέρα, στο πτυχίο και μετά σταμάτησα. Κράτησα βέβαια το πιάνο για να ευχαριστιέμαι… Το πιάνο γενικά είναι ο σύντροφός μου. Δηλαδή είναι το όργανο πάνω στο οποίο δουλεύω όλους μου τους ρόλους και τα έργα. Η μουσική – και το τραγούδι – είναι για μένα πολύ σημαντικά. Την πρώτη μου επαγγελματική επαφή με το τραγούδι είχα πριν από τρεις μήνες στην Εθνική Λυρική Σκηνή με το «Μικρόβιο του έρωτα» (τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2010, στο θέατρο “Ολύμπια”) και ήμουν ενθουσιασμένη που μπορούσα να είμαι με όλους αυτούς, με όλη αυτή τη μεγάλη ορχήστρα, με όλα αυτά τα αηδόνια.
Συγκλονιστικός κόσμος για μένα. Γιατί αυτός ο κόσμος έχει ένα ταλέντο, έχει κάτι που το θέατρο μπορεί να το έχει, μπορεί και να μην το έχει. Διορθώνει τη ζωή μας, κουρδίζει τη ζωή, σε βάζει σε έναν κόσμο που πραγματικά είναι μεθυστικός. Θεραπεύει… Ενώ το θέατρο σε προκαλεί να σκεφτείς πολλές φορές βασανιστικά. Σκηνοθέτες και σκηνοθεσίες σε προκαλούν να… φρικάρεις. Ενώ η μουσική δεν είναι αυτό το πράγμα. Έχει πάντα τη διάθεση να σε ανεβάσει.
Ήμουνα τυχερή που ο Άγγελος Παπαδημητρίου πήγε στο Εθνικό για να κάνει τον Σιρανό και έτσι η Σοφία Σπυράτου και ο Λάμπρος ο Λιάβας σκέφτηκαν ότι εγώ θα μπορούσα να εξυπηρετήσω σε αυτήν την περίπτωση…
Η συμμετοχή ηθοποιών σε παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής φυσικά δεν είναι κάτι καινούργιο.
Ίσχυε πάντα. Έτσι τώρα εγώ έκανα τον κομπέρ και έλεγα κάποια τραγούδια με τον δικό μου τρόπο. Χρειάζεται πάντα ο ηθοποιός για να δίνει άλλο τόνο…
Εγώ πάντως ασχολούμαι με μουσικές παραστάσεις εδώ και χρόνια. Συνεργάζομαι με την Καλλιόπη Βέττα. Πάντα παράλληλα με το θέατρο έκανα κάτι μουσικό, είτε σε ένα μπαρ, είτε σε μια μουσική σκηνή. Για μένα αυτό είναι κάτι πολύ σοβαρό. Θέατρο είναι πάντα… Εγώ πιστεύω ότι ο λόγος είναι μουσική και το τραγούδι είναι λόγος. Δηλαδή και στα τραγούδια οι καλύτεροι τραγουδιστές είναι αυτοί που σου λένε μια ιστορία. Δεν τραγουδάνε και απλώς προβάλλουν τη φωνή τους. Και οι καλύτεροι ηθοποιοί είναι αυτοί που εκτός από την ιστορία που λένε οι λέξεις μεταφέρουν μια δεύτερη ιστορία που έχει να κάνει με τη μουσικότητα της γλώσσας έτσι όπως ανελίσσεται μέσα από το συναίσθημα.
Θέλετε να μου μιλήσετε για το θέατρο του λόγου;
*Για μένα ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μου συμβαίνει είναι να βλέπω σε φεστιβάλ ξένες παραστάσεις χωρίς υπέρτιτλους έτσι ώστε να μπορώ να παρακολουθώ τη ροή του ηθοποιού και να βλέπω κατά πόσον καταλαβαίνω τι θέλει να πει, να καταλαβαίνω τι συμβαίνει και να ακούω πώς ηχεί η γλώσσα του στο σώμα του. Γιατί δεν υπάρχει πιο μαγικό μουσικό πράγμα από το να ακούς τη μητρική γλώσσα του ηθοποιού. Εγώ δεν πιστεύω ότι μπορείς να κάνεις θέατρο σε άλλη γλώσσα εκτός από τη μητρική σου.
Και αυτό είναι και το πιο επικίνδυνο που συμβαίνει σήμερα, ότι χάνουμε σιγά σιγά αυτό το κομμάτι του θεάτρου που έχει να κάνει με τον ήχο, με τον ήχο της γλώσσας, με τον τρόπο που ηχούν τα συναισθήματα ξεχωριστά σε κάθε σώμα. Η παγκοσμιοποίηση και γενικώς ο κινηματογράφος και η αίσθηση ότι μπορείς να πάρεις το νόημα των πραγμάτων μέσα από μια λεζάντα, είναι κάτι αρκετά επικίνδυνο όσον αφορά το θέατρο, τουλάχιστον το θέατρο που αγάπησα εγώ, το θέατρο του λόγου.
Και αυτό όχι μόνο για την ελληνική γλώσσα αλλά για όλες τις γλώσσες. Κυρίως όμως για την ελληνική επειδή είμαστε μια μικρή χώρα και είναι λίγοι οι άνθρωποι που μιλάνε τη γλώσσα μας. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντική η συμβολή στο χώρο του θεάτρου του Πίτερ Μπρουκ που πήρε ανθρώπους και ξένους και Γάλλους οι οποίοι να μιλάνε όλοι γαλλικά αλλά κάνει μια δουλειά πάνω στη γλώσσα προσπαθώντας να συνθέσει διαφορετικές εθνικότητες σε μια γλώσσα και να βρει έναν κοινό τρόπο ώστε να ηχούν τα γαλλικά που να είναι τέχνη. Πιστεύω ότι και στην Ελλάδα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά κάτι παρόμοιο.
Και εδώ βέβαια μπαίνει και το θέμα των μεταναστών. Είναι πολύ σημαντικό και για τη χώρα και για τη γλώσσα της χώρας οι μετανάστες να μιλούν τη γλώσσα της. Είναι πολύ σημαντικό και για τον πολιτισμό. Να έρθουν αυτοί οι άνθρωποι όσο γίνεται πιο κοντά σε αυτό που είμαστε εμείς και εμείς να έρθουμε πιο κοντά σε αυτό που τους διαμόρφωσε και στον τρόπο με τον οποίο συγκινούνται, θυμώνουν, βρίζουν. Το θέατρο μπορεί να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Και να βοηθήσει έτσι ώστε ναι μεν μπορεί να χάθηκε αυτό που λέμε θέατρο λόγου αλλά τουλάχιστον να γεννηθεί κάτι άλλο που να είναι πολιτισμένο και υψηλό. Αυτό δεν ξέρω αν είναι πολιτικό θέατρο, σίγουρα όμως είναι πολιτική πράξη.

Τα παιδιά σήμερα έχουν την ίδια επαφή με τη γλώσσα;
*Το να εκφραστείς δια του λόγου στη σκηνή είναι πολύ δύσκολο να το κάνεις σε άλλη γλώσσα. Πάρα πολλοί άνθρωποι που πήγαν στο εξωτερικό σου λένε ότι τα πάνε μια χαρά, όταν όμως έρθει η ώρα να βρίσουν, τότε βρίζουν στη γλώσσα τους. Στο θέατρο επί δυόμισι ώρες είσαι σε υψηλή ενέργεια. Δεν μπορείς σ’ αυτές τις ενέργειες να εκφραστείς σε άλλη γλώσσα από τη μητρική σου. Εγώ είμαι σε αυτή την υψηλή ενέργεια. Πώς μπορείς να εκφραστείς σε άλλη γλώσσα εκτός από αυτή που ξέρεις πολύ καλά;
Στην παράσταση του Τζόρτζιο Στρέλερ, το 1993, «Υπηρέτης δύο αφεντάδων», νόμιζα ότι στο επόμενο λεπτό θα καταλάβω τι λένε και δεν υπήρχαν υπέρτιτλοι. Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου. Βέβαια τώρα πια ο κινηματογράφος και γενικά το Χόλιγουντ έχει επιβάλει στο θέατρο άλλους κώδικες. Τέλος πάντων πρέπει να το δεχτούμε.
Η αμερικανοποίηση της δικής μας κουλτούρας έχει δημιουργήσει παιδιά που μιλούν καλύτερα αγγλικά παρά ελληνικά. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε υπάρχουν τουλάχιστον δύο γενιές παιδιών που τα αγγλικά τους είναι κομμάτι της πραγματικότητάς τους. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε. Πρέπει να το σκεφτούμε σοβαρά και να δούμε πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτό το ενεργειακά υψηλό υλικό φέρνοντάς το όμως σε επαφή με την παλιότερή μας γλώσσα η οποία είναι -δυστυχώς κατά τη γνώμη μου- η γλώσσα των ποιητών.
Τα παιδιά, και το βλέπω αυτό στις δραματικές σχολές, δεν καταλαβαίνουν αν δεν τους εξηγήσεις και αν δεν τα φέρεις σε επαφή με τη μουσικότητα των πραγμάτων έτσι ώστε να γοητευτούν και να θέλουν μουσικά να πλησιάσουν την ποίηση ότι ανήκει σαν είδος σε ένα κομμάτι γλώσσας και μουσικότητας της γλώσσας που δεν υπάρχει πια τριγύρω μας. Όταν όμως το καταλάβουν, πιστεύω ότι αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, ο εξαμερικανισμός των πολιτισμών έχει συμβεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Καμία γλώσσα δεν μιλιέται κανονικά όπως είναι η γλώσσα που μιλάμε στο θέατρο όταν κάνουμε θέατρο στη γλώσσα αυτή.
Όλες οι γλώσσες έχουν υποστεί αυτή την αλλοίωση όσον αφορά την ταχύτητα της επικοινωνίας μέσω των SMS, μέσω των κόμικς κ.λπ. Όλοι λοιπόν οι νέοι άνθρωποι χρειάζεται κατά κάποιο τρόπο να έρθουν σε επαφή με το παλιότερο κομμάτι της γλώσσας αν θέλουν να έρθουν σε επαφή με την ποίηση των γλωσσών τους. Και αυτό είναι μια διαδικασία όπως είναι περίπου στη μουσική όταν μιλάμε για κλασική μουσική. Δηλαδή όταν κάποιος ακούει τραγουδάκια αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να καταλάβει τον Μπετόβεν, αλλά βέβαια δεν σημαίνει ούτε ότι είναι και ανίκανος για να τον καταλάβει. Αρκεί να μπει να καταλάβει τον κώδικα.
Πρέπει κάποιος να του εξηγήσει γιατί ήταν έτσι και τώρα δεν είναι έτσι. Τι συνέβη ανάμεσα; Ήρθε η τηλεόραση, ήρθαν τα αμερικανικά σίριαλ, ήρθε το Χόλιγουντ, μπήκε μέσα στο σπίτι μας. Ακούμε άλλον ήχο. Γίναμε άλλοι. Νομίζω ότι οι νεότεροι άνθρωποι αρέσκονται τρομερά να καταφέρνουν σιωπές. Δηλαδή τους λείπει, λείπει από τον κόσμο τους η ησυχία. Και όταν στο θέατρο αυτό συμβαίνει τους αρέσει πάρα πολύ. Βέβαια επιλέγουν τα κλαμπ και τις φασαρίες. Όταν όμως προκύψει μια διαδικασία μέσα στην οποία επιτυγχάνεται κάτι το διαλέγουν πάντα. Γιατί είναι σπάνιο. Εκεί μέσα μπορείς να εξηγήσεις πολλά πράγματα. Και αυτό που έλεγα προηγουμένως για τη γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα δεν είναι ένρινη. Όμως η ελληνική γλώσσα σήμερα έχει γίνει έτσι εξαιτίας της μουσικότητας από κάτω. Εξαιτίας της γλώσσας της αγοράς. Είναι λογικό. Φαντάζομαι ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που ήταν η ελληνική γλώσσα, η γλώσσα της αγοράς – θυμάμαι διάβαζα μάλιστα ότι ο Τσέχοφ δεν κατάφερε να γίνει έμπορος επειδή δεν μπορούσε να μάθει ελληνικά. Φαντάζομαι ότι θα ήταν ο δικός μας ήχος έτσι. Σήμερα είναι αυτό, αύριο μπορεί να είναι τα κινέζικα. Αλλά είναι πολύ σημαντικό όταν έχεις στα χέρια σου ένα μονόλογο θεατρικό παλιότερης εποχής, κατά τη γνώμη μου δεν μπορείς να προσεγγίσεις τη μουσικότητα και τη μαγεία του αν δεν μπορέσεις να καταφέρεις να κάνεις τη γλώσσα στην οποία μιλάς να ηχήσει μουσικά.
Δεν μπορείς να μαγέψεις, εκτός κι αν υπάρχουν πολυμέσα, αν χρησιμοποιήσεις άλλους τρόπους, ηλεκτρονικούς, τότε ναι… Όμως όταν έχεις ένα σώμα πάνω στη σκηνή και τον λόγο και τίποτα άλλο δεν μπορεί να υπάρξει μαγεία, αν δεν υπάρξει μουσικότητα στον λόγο. Από αυτή την άποψη λοιπόν το θέατρο είναι κι αυτό ένα μουσικό είδος.
Αυτή τη μαγεία θέλατε να νιώσετε και σεις όταν πατήσατε για πρώτη φορά το σανίδι;
*Αυτό το πίστευα πάντα όταν έβλεπα παραστάσεις, αυτό επιδιώκω και τώρα, αυτό μαθαίνω και τα παιδιά στις σχολές που διδάσκω.
Αντλείτε από προσωπικά βιώματα για να ερμηνεύσετε ένα ρόλο;
*Ναι, από προσωπικά βιώματα αλλά και όταν δεν υπάρχουν αυτά τότε αντλώ από την προσωπική παρατήρηση που είναι και βίωμα. Πολλές φορές όταν δεν υπάρχει προσωπική μνήμη. Αλλά και όταν υπάρχει προσωπική μνήμη δεν μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις γιατί σε πονάει ή είναι μπερδεμένη με φίλτρα περίεργα. Πολλές φορές είναι πιο ξεκάθαρο το να παρατηρείς σε έναν άλλον πώς λειτουργούν τα πράγματα από το να αυτοπαρατηρείσαι και αυτό είναι λίγο μπερδεμένο.
Θυμάμαι πολύ έντονα και το μετράω πάρα πολύ, όταν είχαμε κάνει μια φορά ένα σεμινάριο με τον Τάπα Σουντάνα (ηθοποιός, δάσκαλος ηθοποιών – συνεργάτης του Πίτερ Μπρουκ) μια φορά μας έβαλε μια άσκηση. Μας ζήτησε να φανταστούμε μια εμπειρία μας και να τη δείξουμε χωρίς λόγια. Ένας ηθοποιός φαντάστηκε μια εμπειρία που τον έκανε να βάλει τα κλάματα και να χτυπιέται για ώρα. Οι μισοί από τους θεατές ενθουσιάστηκαν και φαντάστηκαν ότι αυτό ήταν κάτι συγκλονιστικό. Οι άλλοι μισοί παγώσαμε και κοιτάγαμε σαν να βλέπουμε κάτι άρρωστο.
Ο Τάπα Σουντάνα, ο δάσκαλος, σταμάτησε για ώρα, κάθισε δίπλα του, γονάτισε και περίμενε να του περάσει και αφού του πέρασε του είπε: «Τώρα πρέπει να σκεφτείς ότι όταν θα μπορείς να περιγράψεις αυτή την εμπειρία χωρίς να το παθαίνεις αυτό, τότε θα μπορείς να το κάνεις θέατρο. Διότι αυτό που έγινε δεν είχε καμία σχέση με το θέατρο».
Όταν αναλαμβάνετε ένα ρόλο ταυτίζεστε με αυτόν ή διατηρείτε την εσωτερική σας ελευθερία;
*Μισό μισό. Σε κάποια σημεία ταυτίζεσαι, σε κάποια παρατηρείς. Εξαρτάται από το είδος θεάτρου που παίζεις. Αν το είδος θεάτρου είναι ρεαλιστικό τότε χρειάζεται ένας βαθμός ταύτισης, αν το είδος θεάτρου είναι αφηγηματικό τότε δεν βοηθάει η ταύτιση. Οι δοσολογίες είναι περίπου όπως και στο φαγητό, για να δημιουργηθεί πειστική συνθήκη. Εξαρτάται από το είδος του έργου, αλλά και από την επιλογή τη σκηνοθετική. Εγώ είμαι μάλλον πιο πρακτική ηθοποιός, δηλαδή δεν μου αρέσει πάρα πολύ να ταυτίζομαι και ούτε μου αρέσει να βλέπω να ταυτίζονται. Μου αρέσει πάρα πολύ το αφηγηματικό θέατρο.
Σχετικά με το πολιτικό θέατρο και το θέατρο – ντοκουμέντο θα ήθελα μια σκέψη σας.
*Το θέατρο είναι μια τέχνη που μπορεί να συγκινήσει πολύ βαθιά τους ανθρώπους, επειδή πιστεύω αυτό που έλεγε ο Κουν, ότι «έναν άνθρωπο να κερδίζεις κάθε βράδυ, τον κερδίζεις για πάντα» νομίζω ότι το θέατρο – ντοκουμέντο, δηλαδή οι μαρτυρίες των ανθρώπων, είναι πολύ ζωντανές και όταν ανεβαίνουν στο θέατρο δίνουν πληροφορίες στους ανθρώπους για την πραγματικότητα, που ούτε στις ειδήσεις, ούτε στα βιβλία μπορείς να τις βρεις. Για μένα ο ηθοποιός λειτουργεί όπως ο αγγελιαφόρος στις τραγωδίες, που έρχεται εκεί για να σου πει τι έγινε κάπου που δεν μπορείς να πας. Πιστεύω πολύ στη συνεργασία των ηθοποιών με τους δημοσιογράφους. Αν συνεργαστούν μπορούν να βγάλουν συγκλονιστικά πράγματα.
Υπάρχει διαφάνεια σήμερα;
* Όταν μιλάω για το θέμα της διαφάνειας δεν αναφέρομαι μόνο στα δύο μεγάλα κόμματα. Το θέμα της διαφάνειας είναι συντεχνιακό. Το ζήτημα δεν είναι να σε βάλουν σε μια επιτροπή και όταν μπεις μέσα να αρχίσεις να ζητάς άλλα πράγματα. Το ζήτημα είναι να υπάρχει διαφάνεια στα κριτήρια. Γιατί δεν αναρτάται στην ιστοσελίδα κάθε οργανισμού η ανακοίνωση των διαγωνισμών; Γιατί δεν δημοσιεύονται τα κριτήρια; Γιατί δεν γίνονται απολογισμοί; Πουθενά. Σε κανέναν τομέα.
Είναι όλα προαποφασισμένα;
* Ίσως όχι όλα, αλλά τα περισσότερα. Εμείς ξέρουμε αυτά για τις οντισιόν, πώς γίνονται δηλαδή και το μόνο που λέμε στα νέα παιδιά είναι: Μη σταματάτε να παλεύετε.
Υπάρχουν ρόλοι που θα θέλατε να ερμηνεύσετε;
* Δεν έχω κάτι στο μυαλό μου. Δεν έχω τέτοιου είδους όνειρα, να θέλω δηλαδή να παίξω κάποιον ρόλο. Αν μου δοθεί όμως θα χαρώ πολύ. Αλλά περισσότερο είναι οι συνεργασίες. Βέβαια μου αρέσει πολύ ο Σαίξπηρ. Περισσότερο θα μπορούσα να ονειρευτώ να σκηνοθετήσω έναν Σαίξπηρ, ή θα ήθελα να παίξω έναν Μπέκετ. Όχι κάποιο συγκεκριμένο ρόλο. Όχι τις «Ευτυχισμένες μέρες», περισσότερο το «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Έχει τύχει να συμφιλιωθείτε με απόψεις ή ιδεολογίες για τις οποίες παλιότερα είχατε άλλη άποψη;
* Ναι, πίστευα κι εγώ αυτό που λένε και άλλοι: Καλύτερα να πάρει ένας πολλά λεφτά για να κάνει κάτι καλό, αλλά βλέποντας και ζώντας τη ζωή έτσι όπως διανέμεται το δημόσιο χρήμα, έτσι όπως οι παρέες το μοιράζουν μεταξύ τους, άλλαξα γνώμη και τελικά πιστεύω ότι εφόσον δεν υπάρχει διαφάνεια τουλάχιστον να υπάρχει πλουραλισμός. Αυτή είναι μια άποψη που δεν την είχα παλιότερα. Στη ζωή βέβαια έχω συμφιλιωθεί με πολλά πράγματα τα οποία δυστυχώς δεν θα ήταν έτσι. Κυρίως λόγω απωλειών.
Στις μέρες μας μπορεί η τέχνη να αλλάξει πράγματα;
* Η τέχνη δεν νομίζω ότι μπορεί να αλλάξει, μπορεί όμως να αποτυπώσει νωρίτερα αλλαγές που πρόκειται να έρθουν. Στην τέχνη καταγράφεται κάτι που πρόκειται να έρθει και όταν έρθει και το ανακαλύψεις να πεις: Κοίτα πώς το είχε πει. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι ισχυρή να αλλάξει τα δεδομένα…
Να βοηθήσει ίσως, να στηρίξει;
* Τότε όμως γίνεται προπαγάνδα και παύει να είναι τέχνη. Μπορεί όμως να παρηγορήσει σε επίπεδο προσωπικό, να στηρίξει την ψυχή. Να λειτουργήσει ψυχοθεραπευτικά. Αλλά όχι να παρασύρει. Μπορεί να ξεσηκώσει μια παράσταση τους θεατές που είναι μέσα αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να ξεσηκώσει για δράση. Δεν ξέρω… Ο Θεοδωράκης έλεγε ότι κάποια του τραγούδια είχαν αυτή τη δύναμη. Θυμάμαι που έλεγε σε μια συνέντευξη ότι το τραγούδι ο «Καημός» είχε μεγάλο ταλέντο. Μιλούσε σαν τον τραγούδι να ήταν άνθρωπος και αυτό ήταν πολύ συγκινητικό. Αυτό το τραγούδι τραβούσε τον κόσμο πίσω του. Μπορεί λοιπόν σε τέτοιες μεγάλες προσωπικότητες να λειτουργήσει η τέχνη πιο δυναμικά…
Κλείνοντας θα ήθελα να πούμε και κάτι πιο προσωπικό. Αγαπάτε τα ζώα συντροφιάς;
* Ασφαλώς. Έχω έναν σκύλο, την Μπέλα. Όταν ήμουν μικρή δεν μπόρεσα να αποκτήσω και έτσι το πήρα όταν μεγάλωσα. Το αγαπάω πάρα πολύ… Τα ζώα σε διδάσκουν. Σου μαθαίνουν τη διαφραγματική αναπνοή, το βλέμμα της αδιαφορίας που χρειάζεται να έχεις…
***
Οι φωτογραφίες είναι από την τηλεοπτική σειρά του Alpha «Να μ’ αγαπάς».
***
Εδώ μπορείτε να δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη έτσι όπως δημοσιεύθηκε στο Catisart στις 28 Φεβρουαρίου του 2011
Μάνια Παπαδημητρίου, Σόλο Ντουέτο με Νίκο Γκάτσο και Ρέιτσελ Κόρι



