Τον Άγιο των ελληνικών γραμμάτων, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τίμησε η Πανελλαδική Οργάνωση Γυναικών «Παναθηναϊκή» – Παράρτημα Βριλησσίων, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026 στην Αίθουσα του Πάρκου «Μίκης Θεοδωράκης».
Ομιλήτριες ήταν οι φιλόλογοι: Μαρία Παλάσκα – Ιωαννίδη και Αφροδίτη Μέρμηγκα – Βλαχάκη.
Ακολουθεί η ομιλία της κυρίας Παλάσκα.
***
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Κλασικός και επίκαιρος…
Γράφει η φιλόλογος Μαρία Παλάσκα
Σας καλωσορίζουμε στην αποψινή εκδήλωση της Πανελλαδικής Οργάνωσης Γυναικών «Παναθηναϊκή» του παραρτήματος Βριλησσίων, που τιμά τον μοναχικό κοσμοκαλόγερο, τον Άγιο των ελληνικών Γραμμάτων μας, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Στις 3 του μηνός είχαμε την επέτειο του θανάτου του και μπορεί να έχουν περάσει 115 χρόνια από το μακρινό 1911, όμως το έργο του είναι και παραμένει πάντα κλασικό και επίκαιρο.
Έχει ονομασθεί «Άγιος των ελληνικών γραμμάτων», κοσμοκαλόγερος και ο Έλληνας Ντοστογιέφσκι. Όμως, όπως και αν τον χαρακτηρίσει κανείς, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας μεγάλος συγγραφέας και ένας μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, παρά το γεγονός ότι η αναγνώριση και η φήμη έφτασαν γι’ αυτόν πολύ αργά, εν πολλοίς μετά το θάνατό του.
Ας ξεκινήσουμε με τη βιογραφία του: γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 3 Μαρτίου του 1851 και ήταν γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Αγγελικής κόρης του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη.
Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά με το φόβο και το Λόγο του Θεού, μέσα σε μία θρησκευτική ατμόσφαιρα που καθόρισε την ιδιοσυγκρασία και τις πνευματικές του συντεταγμένες.
Τα πρώτα γράμματα άλλωστε τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο σχολείο της Σκοπέλου (1866) και του Πειραιά. Τελικά πήρε το απολυτήριο του Γυμνασίου από το Βαρβάκειο το 1874.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε, γεγονός που στοίχισε στον πατέρα του, ο ποίος τον περίμενε να γυρίσει καθηγητής στο νησί, για να βοηθήσει τις τέσσερις αδελφές του.
Από αυτές οι τρεις έμειναν ανύπαντρες και του παραστάθηκαν με αφοσίωση σε όλες τις δύσκολες στιγμές του.
Την περίοδο αυτή γράφει το πρώτο λυρικό του ποίημα για τη μητέρα του.
Έμαθε αγγλικά και γαλλικά μόνος του για να διαβάζει όπως έλεγε τη μεγάλη λογοτεχνία από το πρωτότυπο.
Για να ζήσει έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και δημοσίευε κείμενα και μεταφράσεις στις εφημερίδες.
Τον Ιούλιο του 1872 ακολούθησε τον φίλο του Νίκο Διανέλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα στο Άγιον Όρος, όπου έμεινε μερικούς μήνες, αλλά διαπίστωσε ότι δεν του ταίριαζε το μοναχικό σχήμα.
Στη συνέχεια γύρισε στην Αθήνα και δεν έλειπε ποτέ από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι (στην οδό Άρεως 14), όπου έψελνε ως δεξιός ψάλτης.
Το 1879 δημοσιεύει το μυθιστόρημα η «Μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεόλογος». Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του «Οι έμποροι των Εθνών» στην εφημερίδα «Μη χάνεσαι».
Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το μυθιστόρημά του «Γυφτοπούλα», όπου από το 1892 ως το 1897 εργάζεται ως τακτικός συνεργάτης.
Από το 1887 και για σχεδόν μια εικοσαετία έως το 1907, γράφει 26 Χριστουγεννιάτικα διηγήματα.
Από το 1902 ως το 1904 μένει στη Σκιάθο απ’ όπου δημοσιεύει τη «Φόνισσα».
Το έργο του περιλαμβάνει περίπου 180 διηγήματα και νουβέλες που αναφέρονται στις φτωχές τάξεις της Αθήνας και της Σκιάθου και ελάχιστα ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου.
Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη.
Αμέσως μετά επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου και μένει ως το τέλος της ζωής του.
Πεθαίνει το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία.
***
Ας ακούσουμε το σύντομο βιογραφικὸ ποὺ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος ὁ πεζογράφος γιὰ τὸν ἑαυτό μετά από παράκληση τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη, του σημαντικού αυτού λογοτέχνη, που τον ανακάλυψε ως συγγραφέα αλλά και ως άνθρωπο … Αναφέρει ὅτι:
«Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α´ καὶ Β´ τάξιν. Τῇ Γ´ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1872 ἐπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ´ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν ὅπου ἤκουσα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ᾿ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας.
Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἅγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, κι ἐδοκίμαζα νἀ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη ἡ «Μετανάστις» ἔργον μου, εἰς τὸν «Νεολόγον» Κωνσταντινουπόλεως. Τῷ 1881 ἓν θρησκευτικὸν ποιημάτιον εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτῆρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθησαν «Οἱ Ἔμποροι τῶν ἐθνῶν» εἰς τὸ «Μὴ χάνεσαι». Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες.
Α.Π.
***
Διαβάζοντας και ακούγοντας τα βιογραφικά στοιχεία για τον Παπαδιαμάντη, σκέφτεται κανείς, πως η εν ζωή αναγνώριση μπορεί να μην ήταν τόσο απαραίτητη γι’ αυτόν τον υπερήφανο, ανεξάρτητο, ονειροπόλο, εσωστρεφή, απόμακρο και απίστευτα λιτοδίαιτο άνθρωπο, του οποίου ο ασκητισμός και η απόσυρση από τα εγκόσμια, ενοχλούσαν και εμμέσως προκαλούσαν τους αστικούς φιλολογικούς κύκλους της εποχής του που τον απαξίωναν και τον αγνοούσαν συστηματικά όσο ζούσε.
Και οι λόγοι ήταν πολλοί. Από το φτωχή καταγωγή και τον ιδιόρρυθμο τρόπο ζωής του, μακριά από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής, μέχρι τις θεματικές του επιλογές, τις ιδέες αλλά και την ίδια τη γλώσσα του…
Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας λαϊκός άγιος της λογοτεχνίας, που έζησε σε φτωχικά δωμάτια και ως κοσμοκαλόγερος είναι ο αντίποδας του κοσμοπολιτισμού που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής δημιουργίας σήμερα.
Ήταν μεγάλος πότης και μανιώδης καπνιστής. Αδιαφορούσε για την εξωτερική του εμφάνιση και δεν έπιανε εύκολα φιλίες. Εργάσθηκε ως δημοσιογράφος, αλλά δεν υπολόγιζε το χρήμα. Όταν είχε το σπαταλούσε και όταν δεν είχε, δεν ζητούσε. Ούτε έκανε υποκλίσεις για να το αποκτήσει. Αντιθέτως.
Όταν ξεκίνησε η συνεργασία του με την εφημερίδα της εποχής «Το Άστυ» ο διευθυντής του πρόσφερε μισθό 150 δραχμές. Ο ίδιος είπε: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουν εκατό»…
Τα ελάχιστα λοιπόν χρήματα που έβγαζε τα ξόδευε σε κρασί, στο νοίκι του φτωχικού δωματίου του ή τα έστελνε στην οικογένειά του – συχνά δεν κράταγε τίποτα για τον εαυτό του.
Αυτή η ασκητική απλοχεριά και αδιαφορία για τα υλικά αγαθά τον οδήγησαν σε μεγάλη ένδεια και κλονισμένη υγεία στα τελευταία του χρόνια. Χαρακτηριστικό της βαθιάς του πίστης και καλλιέργειας είναι ότι λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή έψαλε το εκκλησιαστικό τροπάριο «την χείραν σου την αψαμένην» και ζήτησε να διαβάσει Σαίξπηρ από την αγγλική έκδοση που φύλαγε πάντα δίπλα του.
Ο Παπαδιαμάντης δεν πρόλαβε εν ζωή να δει ούτε ένα βιβλίο με τα έργα του τυπωμένο – όλα τα διηγήματα και μυθιστορήματά του δημοσιεύονταν αποσπασματικά στον Τύπο.
Ενδεικτικό της σεμνότητάς του, άρα και της δυσκολίας στη συγκέντρωση του έργου του, είναι πως όταν παρέδιδε ένα χειρόγραφο σε εφημερίδα «οὔτε τὸ συλλογίζονταν πιά, οὔτε ζητοῦσε νὰ μάθει πότε θὰ δημοσιευθεῖ, οὔτε καὶ διορθώσεις ἔβλεπε…» σύμφωνα με μαρτυρία του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι την παραμονή του θανάτου του μαθεύτηκε η είδηση για την παρασημοφόρησή του με τον «Σταυρό του Σωτήρος», τόσο άκαιρα έφτασε η όψιμη επίσημη αναγνώριση που μέσα στις δραματικές στιγμές φάνταζε σαν πικρή ειρωνεία.
Ο Παπαδιαμάντης θεωρούσε την Αθήνα «πόλη της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών» και ποτέ δεν την αισθάνθηκε σαν δικιά του. Στα γράμματά του εξάλλου προς τον πατέρα του διαφαίνονται οι δραματικές συνθήκες της ζωής του στην Αθήνα.
Αντίθετα λάτρεψε τη Σκιάθο, τη πατρίδα του. Η νοσταλγία του για τη Σκιάθο τον κράτησε δεμένο με το νησί του και με τα παιδικά του χρόνια, που αποτελούν την ακένωτο πηγή όλου του έργου του. Και η συντριπτική πλειονότητα των διηγημάτων του αναφέρεται σε αυτήν. Όμως οι γλαφυρές, κρυστάλλινες και ποιητικές περιγραφές του τοπίου υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του συγκεκριμένου νησιού και αποκτούν πανελλήνια ακτινοβολία. Το ίδιο και οι ήρωές του.
Οι ήρωες του Παπαδιαμάντη, αυτοί οι απλοί άνθρωποι, που διαφέρουν τόσο πολύ από τους ήρωες των σύγχρονων ομοτέχνων του, δεν είναι απλοϊκές λαϊκές φιγούρες σε ατμόσφαιρα …φολκλόρ. Αντιθέτως.
Αυτοί είναι οι πραγματικοί ήρωες, οι τραγικοί του ήρωες και ο Παπαδιαμάντης αναδεικνύει το μεγαλείο της ψυχής, τα πάθη και την ομορφιά τους. Κάτι που ελάχιστοι λογοτέχνες έχουν κάνει, όχι μόνο στην εποχή του αλλά και σήμερα, καθώς προβάλλουν στους λαϊκούς ανθρώπους τα δικά τους κοινωνικά στερεότυπα και τις προκαταλήψεις και τους απαξιώνουν…
Στο έργο του που είναι αναγνωρισμένο παγκοσμίως, επηρεάστηκε από τη ρώσικη λογοτεχνία της εποχής του, κυρίως τον Ντοστογιέφκι. Στα περίπου 180 διηγήματά του µετέπλασε σε λυρικά αφηγήματα τις αναμνήσεις της γενέτειράς του Σκιάθου και τα βιώματα της ζωής στις αθηναϊκές φτωχογειτονιές.
Έργα του έχουν μεταφερθεί με εξαιρετική επιτυχία στον κινηματογράφο, ενώ άλλα όπως η «Φόνισσα», η «Γυφτοπούλα» και οι «Έμποροι των Εθνών», προβλήθηκαν με τη μορφή τηλεοπτικών σειρών με τεράστια επιτυχία.
Τεράστιο είναι και το μεταφραστικό του έργο, το οποίο είναι σκορπισμένο σε πολλά έντυπα και γίνεται προσπάθεια να εντοπιστεί και να εκδοθεί. Τέλος τα γνωστότερα και αντιπροσωπευτικότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη έχουν μεταφραστεί και εξακολουθούν να μεταφράζονται σε πολλές ξένες γλώσσες (ακόμα και στα κινέζικα) είτε μεμονωμένα σε ξένες εφημερίδες και περιοδικά, είτε σε ξένες ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος.
Αναφορικά με τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη σημειώνουμε ότι ήταν φανερά επηρεασμένη από τα εκκλησιαστικά βιβλία και από την πολύχρονη θητεία του ως ψάλτη. Είναι ένα κράμα από λόγια και λαϊκά στοιχεία και από το ιδίωμα του νησιού του, ως μορφικό γνώρισμα αδιάσπαστο από την ουσία της πεζογραφίας του, που υπογραμμίζει την ιδιοτυπία του ως συγγραφέα και γοητεύει τον αναγνώστη.
Αναμφίβολα ο Παπαδιαμάντης είχε όλα τα προσόντα που απαιτούσε το πορτρέτο του ηθογράφου συγγραφέα γύρω στα 1880. Τα διηγήματά του έχουν την υπόθεσή τους παρμένη από τη ζωή στη Σκιάθο ή την Αθήνα.
***
Το υλικό για τις υποθέσεις των διηγημάτων του ο Παπαδιαμάντης το αντλούσε από τις συνθήκες και τα περιστατικά της ζωής των συγχωριανών του στη Σκιάθο ή των ανθρώπων που γνώρισε και συναναστράφηκε στην Αθήνα.
Μέσα λοιπόν από τους καθημερινούς αυτούς ήρωες και τις απλές ιστορίες, πραγματεύεται διαχρονικά ανθρώπινα ζητήματα: την αδικία, την αμαρτία και τη μετάνοια, την κοινωνική υποκρισία, αλλά και τη λύτρωση, την αυταπάρνηση, την καλοσύνη.
Με μειλίχιο ύφος και με μια δόση νοσταλγίας, φέρνει στην επιφάνεια «ό,τι πολύτιμο μας πρόσφερε» ο παλιός τρόπος ζωής, χωρίς όμως να εξιδανικεύει τα κακώς κείμενα.
Όμως μεγάλη υπήρξε η προσφορά του Παπαδιαμάντη και στο μυθιστόρημα και μάλιστα το ιστορικό μυθιστόρημα. Τα μυθιστορήματά του «Έμποροι των Εθνών» και «Η Γυφτοπούλα» αποτελούν συγγραφικά επιτεύγματα και φωτίζουν με τον πιο διορατικό και εμπνευσμένο τρόπο τα ζητήματα καταγωγής του ελληνικού έθνους.
Από την άλλη μεριά το μυθιστόρημα «Χρήστος Μηλιώνης», θεωρείται από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα βιβλίο που θα έπρεπε να ξαναδιαβαστεί σήμερα. Εδώ ο Παπαδιαμάντης μιλά για την Επανάσταση που δεν δικαιώθηκε καθώς οι ξενόδουλοι άκαπνοι, «σοφολογιότατοι» πρόδωσαν το λαό και τον αγώνα του για ελευθερία…
Όσο για τη «Φόνισσα», που οι περισσότεροι θεωρούν ότι είναι το αριστούργημά του, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος τη χαρακτήρισε «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτη».
Κάθε διήγημα του Παπαδιαμάντη μοιάζει με ένα μικρό μάθημα ζωής. Διαβάζοντας τα έργα του, δεν απολαμβάνουμε μόνο την αφήγηση, αλλά διδασκόμαστε, χωρίς διδακτισμό – αντλούμε νοήματα για την ανθρώπινη μοίρα, τις ηθικές αξίες, τη δύναμη της πίστης και της αγάπης.

Ο συγγραφέας ποτέ δεν ηθικολογεί ανοιχτά⋅ αφήνει όμως τις ίδιες τις ιστορίες του να μας διδάξουν.
Μέσα από τις δοκιμασίες και τα πάθη των ηρώων του, προβάλλονται διαχρονικές αλήθειες: η ταπεινότητα, η υπομονή, η συμπόνια προς τον αδύναμο, η μετάνοια, αλλά και η ανάγκη για δικαιοσύνη.
Το διήγημα «Έρωτας στα χιόνια» (1896) – η ιστορία ενός μοναχικού ανθρώπου που πεθαίνει ένα χιονισμένο βράδυ των Χριστουγέννων αναζητώντας λίγη θαλπωρή – είναι μια συγκινητική υπενθύμιση για το πόσο ανάγκη έχουμε την ανθρώπινη ζεστασιά και κατανόηση, και πόσο η αδιαφορία μπορεί να γίνει φονική.
Σε άλλο ύφος, «Οι Χαλασοχώρηδες» προσφέρει ένα μάθημα πολιτικής ηθικής: μας προειδοποιεί πως οι δημαγωγοί που υπόσχονται τα πάντα στους πάντες τελικά ρημάζουν τον τόπο τους – ένα δίδαγμα πολύτιμο για κάθε εποχή.
Ακόμα και τα χριστουγεννιάτικα ηθογραφικά του διηγήματα, όπως «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη» (1896), κρύβουν μηνύματα ανθρωπιάς: εκεί βλέπουμε πως πίσω από την τεμπελιά του φτωχού Γιάννη δεν κρύβεται κακία αλλά η απελπισία της φτώχειας, και τελικά η αγάπη των δικών του τον σώζει, δείχνοντας τη δύναμη της οικογενειακής αλληλεγγύης.
Ελάχιστοι μπόρεσαν να συναισθανθούν την αγνότητα της ψυχής του, ενόσω ζούσε. Μόνο μετά το θάνατό του, μόνον τότε άρχισαν να το εξυμνούν.
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε «ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύτηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Εκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής καί αδιάφθορου (…).
Επίσης ο Παύλος Νιρβάνας το 1906 σημείωσε πραγματικά προφητικά: «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν (…) την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον (…). Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής».
Ανάμεσα σε εκείνους που έγραψαν για τον Παπαδιαμάντη ήταν ο Κωστής Παλαμάς αλλά και ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης που σημειώνει μεταξύ άλλων στο εξαιρετικό του δοκίμιο «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη»:
«Το φως του Παπαδιαμάντη βρίσκεται μάλλον πιο κοντά στο πανάρχαιο λυχνάρι. Αλλά σ’ ένα λυχνάρι το φως, αν υπάρχει, οφείλεται στο λάδι. Θησαυρισμένο το δικό του από τους ελαιώνες των παιδικών του χρόνων, άργησε ν’ ανέβει στο φιτίλι»
Ένας πρώιμος αναρχικός, ένας ιδεαλιστής για τον οποίο η λογοτεχνία υπήρξε η δημιουργική φυγή από μία ασφυκτική και πεζή πραγματικότητα. Αυτός υπήρξε ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Το έργο του χαρακτηρίζεται από ομορφιά, διεισδυτικότητα στην ψυχογραφία των ανθρώπων, τρυφερότητα και βαθιά αποδοχή για τη διαφορετικότητα για την οποία σήμερα γράφονται πολλά παχιά λόγια.
Από το έργο του αναβλύζει αγάπη, ανθρωπιά και κατανόηση για όλους τους αδύναμους. Ακόμη και για τον φονιά, ακόμη και για τον τρελό, ακόμη και για τον αλαφροΐσκιωτο…
Ο Παπαδιαμάντης είναι γενικά ο ζωγράφος του εσωτερικού βίου της ψυχής του λαού μας.
Ο Mario Vitti (Ιταλός ερευνητής της νέας ελληνικής φιλολογίας και καθηγητής Πανεπιστημίου) γράφει: «Τα διηγήματα απηχούν τον πιο γνήσιο κόσμο του Παπαδιαμάντη ενώ, παράλληλα, στις διάφορες ψυχικές καταστάσεις που τα ορίζουν βρίσκει τις πιο πρόσφορες συνθήκες για την εντελώς προσωπική του αφήγηση.
Το νησί του θα αποτελέσει το φυσικό πλαίσιο και οι συγχωριανοί του τις τυπικές υπάρξεις μέσα από τις οποίες ο Παπαδιαμάντης θα εκφράσει την προσήλωσή του στον κόσμο της παράδοσης και της ορθοδοξίας, των ακατάλυτων, δηλαδή ελληνικών αξιών.
Αντιστέκεται με αποφασιστικότητα στην εισβολή των ψεύτικων δυτικών τρόπων χωρίς να φοβάται μην τύχει και τον θεωρήσουν οπισθοδρομικό».
Οι σύγχρονοί του υμνητές γενικά τον παρομοίαζαν με κορυφαίους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Σε ένα κείμενο του Παπαδιαμάντη με τον τίτλο, «Απάντησις εις τον Ζ. της Εφημερίδος», διαβάζουμε: «Αλλ’ εγώ σοι λέγω, ότι δεν ομοιάζω ούτε με τον Πόε, ούτε με τον Δίκκενς, ούτε με τον Σαίξπηρ, ούτε με τον Βερανζέ. Ομοιάζω με τον εαυτόν μου. Τούτο δεν αρκεί;».
Ένας λόγος που το έργο του διατηρείται ζωντανό, κλασικό και επίκαιρο είναι ότι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης υπήρξε κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή του: ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα.
Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οι περισσότεροι λογοτέχνες ήταν λόγιοι που είχαν ως κύριο επάγγελμα κάτι άλλο (δικηγόροι, καθηγητές κ.λπ.) και έγραφαν λογοτεχνία περιστασιακά.
Ο Παπαδιαμάντης, αντίθετα, έκανε τη συγγραφή κύρια βιοποριστική του απασχόληση – έγραφε επειδή έπρεπε να ζήσει με αυτό, πράγμα σπάνιο για την εποχή.
Αυτό είχε διττή συνέπεια: αφενός έγραψε πάρα πολλά (δεκάδες διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, μεταφράσεις) καλύπτοντας τις ανάγκες των εφημερίδων για υλικό⋅ αφετέρου, έζησε φτωχός, αφού η λογοτεχνική εργασία τότε δεν αμειβόταν γενναιόδωρα.
Ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να επιμεληθεί ή να «προβάλει» το έργο του – δεν συγκέντρωσε τα γραπτά του σε βιβλίο, δεν διεκδίκησε δάφνες.
Ήταν χαρακτηριστικά μετριόφρων και αφοσιωμένος στην τέχνη του χωρίς έπαρση.
Αυτή η στάση ίσως συνετέλεσε στο να αργήσει η Πολιτεία να τον τιμήσει όσο άξιζε, αλλά σε βάθος χρόνου του χάρισε την αγάπη του αναγνωστικού κοινού.
Για τον απλό λαό, ο Παπαδιαμάντης έγινε ο δικός του συγγραφέας – η φωνή που εξέφραζε τις μνήμες, τις παραδόσεις και τις ευαισθησίες του. Δεν είναι τυχαίο που και σήμερα ακόμη, όταν διαβάζουμε Παπαδιαμάντη, νιώθουμε μια οικεία ζεστασιά, σαν να ακούμε τη φωνή του παππού μας να μας διηγείται μια ιστορία.
Αυτή η αμεσότητα, σε συνδυασμό με τη λογοτεχνική αρτιότητα, είναι που τον καθιστά μοναδικό.
Όπως έγραψε και ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, «Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό… μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Δηλαδή, όποτε μας βρει κάποιο κακό και θολώσει ο νους μας, ας θυμόμαστε τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Η προτροπή αυτή του Ελύτη δείχνει πόσο βαθιά θεωρεί τον Παπαδιαμάντη ενταγμένο στο πνευματικό μας κεφάλαιο – τον βάζει δίπλα στον Σολωμό ως πηγή παρηγοριάς και έμπνευσης.
Συνοψίζοντας, ο Παπαδιαμάντης κατάφερε κάτι σπάνιο: να αγαπηθεί εξίσου από το πλατύ κοινό και να θαυμαστεί από τους πιο απαιτητικούς κριτικούς. Είναι εκπληκτικό πώς ο Παπαδιαμάντης πετυχαίνει να είναι ταυτόχρονα ρεαλιστής και βαθιά ηθικός. Δεν κηρύττει, όμως ο αναγνώστης βγαίνει σοφότερος. Κάθε ιστορία του αφήνει μια επίγευση στοχασμού – σε βάζει να σκεφτείς τη δική σου ζωή…
Ο Σεφέρης τον θεωρούσε ίσως τον μεγαλύτερο πεζογράφο μας, γράφοντας πως «Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας μας λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη».
Με άλλα λόγια, αναγνώρισε ότι ο Παπαδιαμάντης θέτει το μέτρο του «μεγαλύτερου» τόσο ψηλά που δύσκολα το φτάνει άλλος. Αν προσθέσουμε την εκτίμηση του Παλαμά, του Καβάφη, του Ελύτη, του Σεφέρη και τόσων άλλων, αντιλαμβανόμαστε ότι το έργο του Παπαδιαμάντη έχει δοκιμαστεί στον χρόνο και έχει εξέλθει θριαμβευτικά. Σήμερα, όπως είναι γνωστό, ονομάζεται «ο Άγιος των ελληνικών γραμμάτων», όχι μόνο για την ασκητική μορφή του, αλλά και για την αγνότητα και την αγαθότητα που αποπνέουν οι ιστορίες του. Σε κάθε περίπτωση, ο Παπαδιαμάντης παραμένει αμετακίνητα πρωτοκάθεδρος στο πάνθεον της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ας κλείσουμε τη σημερινή μας συνάντηση / αφιέρωμα στον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ακούγοντας την προσευχή/ δέηση που έγραψε για εκείνον, ο Λάμπρος Πορφύρας:
Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη
Του Λάμπρου Πορφύρα
Χριστέ μου, δόστου τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε
να σου ζητήση απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του.
κάνε το θάμμα κι άσε τον να ζήση όπως εζούσε
σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζη το νησί του.
Νάναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα,
νάχη σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια,
κι αράδα-αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα,
να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια.
Νάναι οι νησιώτισσες οι γριές, κ’ οι νιες, οι πεθαμένες
αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες –
να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες,
και δίπλα στα παράθυρα ν’ ανθίζουν οι γαζίες.
Κ’ ύστερα ακόμα νάναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια,
σκυμμένα νάναι και το φώς τ’ αχνό να προσκυνάνε,
να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια
Και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε.
Δόστου, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδή και πάλι
τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ’ ακροθαλάσσι !
Αχ, έτσι αθώα, κ’ έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει,
που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ’ αυτόν ν’ άγιάση!..




