29.4 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Από τη θεατρική σκηνή απογειώθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ένα μήνα μετά τα γενέθλιά του, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών την Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025, στη Γιούτα των ΗΠΑ.

Είχε γεννηθεί στις 18 Αυγούστου 1936 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας ως Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ Τζούνιορ.

Το όνομά του ήταν συνώνυμο των λέξεων «ξανθός» και «ωραίος». Είχε κερδίσει δύο βραβεία Όσκαρ: το πρώτο (1980) για τη σκηνοθεσία της ταινίας «Συνηθισμένοι άνθρωποι» και το δεύτερο (2002) για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο.

Ο πατέρας του ήταν, αρχικά, γαλατάς και, στη συνέχεια, λογιστής, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά.

Λέγεται πως, όταν γύριζε από το σχολείο του στο σπίτι, σταματούσε έξω από τα στούντιο της Fox, για να παρακολουθήσει τους διάσημους ηθοποιούς της εποχής. Στην εφηβεία του, συνήθιζε να κάνει μικροκλοπές, ενώ κατανάλωνε πολύ αλκοόλ. Η συμπεριφορά του αυτή τον εμπόδισε να κερδίσει κάποια υποτροφία, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο.

Μόλις αποφοίτησε από το σχολείο, κέρδισε, τελικά, υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, χάρις στην ικανότητά του στον αθλητισμό και -κυρίως- στο μπέιζμπολ.
Εκείνο το χρονικό διάστημα δούλευε ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο-μπαρ.

Έπειτα, ξεκίνησε να δουλεύει στις πετρελαιοπηγές της Καλιφόρνιας, ώστε να μαζέψει χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη.

Κατάφερε να μείνει στη Γηραιά Ήπειρο για ένα -περίπου- χρόνο. Τον περισσότερό του καιρό τον πέρασε στο Παρίσι, ενώ γράφτηκε και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Όμως, οι κακές κριτικές των καθηγητών του, τον οδήγησαν στην επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αργότερα, μετέβη στο Μπρούκλιν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή του και τον ίδιο, αφού για μια περίοδο είχε αποκτήσει ένα αρκετά μποέμικο στυλ.
Στη συνέχεια, πήγε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Στην ακρόασή του, κατάφερε να εκπλήξει τους κριτές, οι οποίοι ανέφεραν πως «διαθέτει μια φυσική άνεση στην έκφραση και ζωηρή φαντασία».
Η επαφή του αυτή με την υποκριτική τον κέρδισε και τον έκανε να ασχοληθεί σοβαρά με το θέατρο.

Θέατρο και τηλεόραση

Ο πρώτος του ρόλος – σε ηλικία 22 ετών – ήταν στην παράσταση «Tall Story» το 1958, η οποία παίχτηκε στο θέατρο Μπρόντγουεϊ.
Ακολούθησαν μικροί ρόλοι στις τηλεοπτικές σειρές The Naked City και Route 66. Το πρωταγωνιστικό ντεμπούτο του σε τηλεοπτική σειρά έγινε το 1960 στο Maverick.
Ακολούθησαν και άλλες σειρές και θεατρικές παραστάσεις. Η σπουδαιότερη παράσταση, στην οποία συμμετείχε ήταν το «Ξυπόλυτοι στο πάρκο», με συμπρωταγωνίστρια την Ελίζαμπεθ Άσλι. Η παράσταση παίχθηκε στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ το 1963 και το 1967 κυκλοφόρησε και ως κινηματογραφική ταινία.
Μέσα στο ίδιο έτος, έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere, για την εμφάνισή του στην οποία, κέρδισε το βραβείο Έμμυ β’ ανδρικού ρόλου.

Κινηματογράφος

Η πρώτη φορά που συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία ήταν το 1962, στο ανεξάρτητο War Hunt (Ο πόλεμος μας έκανε σκληρούς), το οποίο γυρίστηκε μέσα σε δύο εβδομάδες. Το 1965, έπαιξε στο Situation Hopeless… But Not Serious, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία.

Την ίδια χρονιά, συμπρωταγωνίστησε με τους Νάταλι Γουντ και Κρίστοφερ Πλάμερ, στο Inside Daisy Clover, του Ρόμπερτ Μάλιγκαν, το οποίο προτάθηκε, τελικά, για δύο βραβεία Όσκαρ, ενώ ο ίδιος ο Ρέντφορντ κέρδισε την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα, αφού ανακηρύχθηκε ο πιο πολλά υποσχόμενος ηθοποιός.
Το 1966, του δόθηκε ο ρόλος του σερίφη στο The Chase, του Άρθουρ Πεν, όμως ο ίδιος επέλεξε αυτόν του κατάδικου. Ο σερίφης ενσαρκώθηκε από το Μάρλον Μπράντο. Επίσης, συνεργάσθηκε και πάλι με τη Νάταλι Γουντ, αυτή τη φορά, για το This Property Is Condemned, του Σίντεϊ Πόλακ, το οποίο είχε βασιστεί στο ομότιτλο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς.

Το 1967, πρωταγωνίστησε μαζί με την Τζέιν Φόντα στην κινηματογραφική εκδοχή του «Ξυπόλυτοι στο πάρκο».

To 1968, υπέγραψε συμφωνία για το γύρισμα μιας ταινίας γουέστερν με την Paramount. Ωστόσο, αθέτησε την υπόσχεσή του, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί στα δικαστήρια και ο Ρέντφορντ να μείνει για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς δουλειά.

Το 1969, πρωταγωνίστησε στο γουέστερν «Οι δύο ληστές» του Τζορτζ Ρόι Χιλ, μαζί με τον Πολ Νιούμαν.

Ο Ρέντφορντ κατάφερε να κερδίσει τους υπόλοιπους υποψήφιους (Στιβ Μακ Κουήν, Μάρλον Μπράντο, Γουόρεν Μπίτι), για το δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία αυτή είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ.

Ωστόσο, απέρριψε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» και «Ο πρωτάρης» του Μάικ Νίκολς, επειδή ανησυχούσε για την πιθανή δημιουργία του “στερεοτύπου του ξανθού αρσενικού”.

Μετά από μια σειρά ταινιών που είχαν μέτρια απήχηση, το 1973 πρωταγωνίστησε στη δραματική ιστορία αγάπης «The Way We Were», μαζί με την Μπάρμπρα Στράιζαντ. Σε αυτή την ταινία το τραγούδι της Στράιζαντ «The Way We Were» κέρδισε βραβείο Όσκαρ.

Στην επόμενη συνεργασία του με τους Τζορτζ Ρόι Χιλ και Πολ Νιούμαν, ο Ρέντφορντ κατάφερε να γίνει υποψήφιος για το βραβείο α’ ανδρικού ρόλου για την ταινία «Το Κεντρί». Το 1974, ακολούθησε μια νέα επιτυχία, «Ο μεγάλος Γκάτσμπυ», η οποία βασίσθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.

Η ταινία αυτή, πέρασε από πολλές περιπέτειες, έως ότου ξεκίνησαν τα γυρίσματά της, καθώς ο πρωταγωνιστικός ρόλος προοριζόταν για τον Τζακ Νίκολσον, όμως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ τον κέρδισε την τελευταία στιγμή, ενώ ο σκηνοθέτης Τζακ Κλέυτον πίεζε ασφυκτικά τον τελικό πρωταγωνιστή να απαρνηθεί το προσωπικό του στυλ και να βάψει τα μαλλιά του μαύρα, κάτι που εκείνος αρνείτο πεισματικά.

Το 1975, συνεργάσθηκε και πάλι με τον Πόλακ για το πολιτικό θρίλερ «Οι τρεις μέρες του κόνδορα», ενώ το 1976, στην ταινία «All the President’s Men», η οποία και βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ, πήρε το ρόλο του δημοσιογράφου Μπομπ Γούντγουορντ, ο οποίος πάσχιζε να διαλευκάνει το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.
Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες, με τον Πόλακ παραγωγό και τη Φόντα συμπρωταγωνίστρια, οι οποίες ήταν: το A Bridge Too Far, του 1977 και το The Electric Horsemen, του 1979.

Η ταινία «Havana» του 1990 ήταν υποψήφια για Όσκαρ και επίσης για Χρυσή Σφαίρα μουσικής. Ήταν η τελευταία από τις επτά συνεργασίες ανάμεσα στους Sydney Pollack και Robert Redford. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων η Lena Olin και ο Robert Redford ξεκίνησαν δεσμό, που όμως δεν κράτησε πολύ. Το φιλμ δεν πέτυχε να αποσβέσει το μπάτζετ των 40 εκατομμυρίων δολαρίων, επιστρέφοντας στα ταμεία της παραγωγής μόλις 36.

Το 1980, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία (Ordinary People), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντόναλντ Σάδερλαντ. Η ταινία αυτή κέρδισε τέσσερα Όσκαρ και ο Ρέντφορντ αυτό του καλύτερου σκηνοθέτη.

Οι κριτικοί ανέφεραν πως ο Ρέντφορντ κατάφερε να βγάλει μια πολύ δυνατή δραματική ερμηνεία τόσο από τη Μάιρη Τάιλερ Μουρ, όσο και από το Σάδερλαντ και τον Τίμοθυ Χάτον, ο οποίος κέρδισε βραβείο β’ ανδρικού ρόλου. Η δεκαετία του 1970 έκλεισε με το Brubaker, του 1980.

Η δεκαετία του 1980 ήταν μια πολύ λιγότερο δραστήρια περίοδος για τον Ρέντφορντ, αφού συμμετείχε σε ελάχιστες ταινίες.

Το 2002, βραβεύθηκε με Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο.
Στην κινηματογραφική του πορεία συνεργάστηκε ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης με τα κορυφαία ονόματα του Χόλιγουντ.

To 1980 ίδρυσε στη Γιούτα το Sundance Institute, τη «μητρόπολη» του ανεξάρτητου κινηματογράφου.

To Δεκέμβριο του 2010, απηύθυνε έκκληση προς την ιρανική κυβέρνηση, μαζί με καλλιτέχνες όπως, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Στινγκ, για τη ματαίωση της εκτέλεσης της Σακινέ Μοχαμαντί Αστιανί, η οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο διά λιθοβολισμού, λόγω μοιχείας και συνέργειας στη δολοφονία του συζύγου της.

Ήταν ακτιβιστής και πολιτικά στρατευμένος με την αριστερά.

Πηγή: Βικιπαίδεια

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -