«Έφυγε» ένα κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης – Κύμα συγκίνησης, καθώς μαθεύτηκε ότι ο Ανέστης πέθανε πριν από δέκα μήνες – Δεν το ήξερε ούτε ο Μιχάλης, για να μην πικραθεί…

Καλοσιδερωμένα πουκάμισα, μαλλιά πάντα χτενισμένα και η χαρακτηριστική μυρωδιά της παλιάς κολόνιας, που ανέδιδε καθαριότητα -μα, πάνω απ’ όλα, εκείνο το χαμόγελο: πλατύ, γλυκό, αληθινό, που έμοιαζε να μη σβήνει ποτέ.
Έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Ανάμεσα στον Ανέστη και τον Μιχάλη Κόντη δεν μπορούσε να βάλει κανείς διαχωριστική γραμμή -ειδικά όταν φορούσαν τα ίδια ρούχα. Ξεχώριζαν όμως για το ήθος, την καλοσύνη και την ευγένειά τους. Έγιναν γνωστοί ως «οι δίδυμοι της Θεσσαλονίκης» και παρέμειναν αχώριστοι και αγαπημένοι, μέχρι πριν από δέκα μήνες, όταν ο Ανέστης έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, αφήνοντας πίσω του τον Μιχάλη και μια ολόκληρη πόλη βουτηγμένη στη θλίψη.

«Η Θεσσαλονίκη, δυστυχώς, έμαθε τα δυσάρεστα με δέκα μήνες καθυστέρηση. Οι περισσότεροι δηλαδή, γιατί οι δικοί τους άνθρωποι γνώριζαν. Για να μην πικραθεί ο Μιχάλης που έμεινε πίσω, η απώλεια δεν ανακοινώθηκε ούτε καν στη σελίδα που τους αφορούσε στο Facebook “Φίλοι των δίδυμων Θεσσαλονίκης” (σ.σ. στην οποία, σημειωτέον, πριν από έναν χρόνο, υπήρχαν αναρτήσεις με εκκλήσεις για αίμα για τον Ανέστη). Οι τελευταίες αναρτήσεις του διαχειριστή της σελίδας έγιναν πέρσι τον Αύγουστο και έπειτα… σιώπησε. Αν παρατηρήσετε, σταμάτησαν τότε και οι φωτογραφίες με τους δυο τους» λέει στο πρακτορείο ειδήσεων ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Οδυσσέας Χιλιτίδης, ιδρυτής και διαχειριστής της σελίδας, τονίζοντας πως ακόμη κι αν πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε, το κύμα συγκίνησης ήταν τεράστιο, όταν η δυσάρεστη είδηση έγινε γνωστή.
Τα social πλημμύρισαν με λόγια γεμάτα τρυφερά «αντίο», αναμνήσεις και συγκίνηση. Μικροί και μεγάλοι απέδωσαν τον δικό τους φόρο τιμής, με την ίδια ευγένεια, με την οποία οι γλυκύτατοι δίδυμοι έγερναν το κεφάλι και χαιρετούσαν πάντα τους πάντες. Η σελίδα, που λειτουργεί από το 2010 αφιερωμένη στα δύο αδέρφια, είναι γεμάτη φωτογραφίες, στιγμιότυπα, ιστορίες, σχόλια ανθρώπων που τους αγάπησαν.
Όπως λέει ο κ. Χιλιτίδης, η δημιουργία της ήταν αναγκαία, γιατί πολλά αλλάζουν στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα γρήγορα -όμως οι δίδυμοι ήταν πάντα εκεί, σαν σταθερή αξία. «Ήταν κομμάτι της ιστορίας αυτής της πόλης. Μιας πόλης που με τον καιρό έχανε τις γραφικές φιγούρες της -τον λατερνατζή, τον λαχειοπώλη… Μα οι δίδυμοι έμεναν εκεί», εξηγεί.
Πάντα στο κέντρο, στα γνώριμα στέκια, με αγάπη για το θέατρο και τις γιορτές. Ήταν από τους πιο πιστούς θεατρόφιλους της πόλης, πάντοτε ευπρόσδεκτοι στο ΚΘΒΕ και είχαν μέχρι και το δικό τους κομμάτι στη βασιλόπιτα του θεάτρου κάθε Πρωτοχρονιά.
Γεννημένοι στη Δράμα, παιδιά ενός ζαχαροπλάστη, έλεγαν πως από εκεί τους έμεινε η αδυναμία στα γλυκά -πάντα με μια πορτοκαλάδα στο χέρι. Στη Θεσσαλονίκη έμεναν κοντά στο Γαλλικό Ινστιτούτο και από παιδιά έκαναν τις βόλτες τους στη Βασιλίσσης Όλγας και κατηφόριζαν ως την παραλία. Τους ήξεραν όλοι, τους αγαπούσαν όλοι και, όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο μεγάλωνε η αγάπη.
Το 2014, μιλώντας στη Lifo και τον Ευθύμιο Σαββάκη, είχαν αποκαλύψει πτυχές της άγνωστης, στο ευρύ κοινό, ζωής τους. Αυτές θυμήθηκε ο χρήστης Finklin στο Χ, δημοσιεύοντας εκ νέου ορισμένα αποσπάσματα από την αφήγησή τους.
Δεν αρνήθηκαν ποτέ μια φωτογραφία, έγιναν «γούρι» για πολλές πρεμιέρες ηθοποιών. Η απώλεια της μητέρας τους, τους σημάδεψε βαθιά. Για καιρό έμειναν κλεισμένοι στο σπίτι και, όταν ξαναβγήκαν, πάντα ακουγόταν η ίδια ερώτηση: «Ο αδερφός σου πού είναι;».
Δεν έχαναν δελτίο ειδήσεων, διάβαζαν εφημερίδες, ήθελαν πάντα να ξέρουν τι συμβαίνει. Κι ας άργησε η Θεσσαλονίκη να μάθει για το φευγιό του Ανέστη -ο χωρισμός των πιο διάσημων διδύμων της πόλης ήταν το πιο αθόρυβο, αλλά και το πιο ηχηρό «αντίο».



«Γεννηθήκαμε στη Δράμα, ο μπαμπάς μας ήταν ζαχαροπλάστης. Τα παιδικά μας χρόνια είχαν πολλά παγωτά. Χωνάκι στο χέρι και παιχνίδι. Και πάστες. Μπόλικες πάστες. Τις αγαπώ μέχρι και τώρα, όποτε μου το επιτρέπει η υγεία μου τρώω καμία με γεύση φράουλα. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο πατέρας μας ήρθαμε όλοι μαζί οικογενειακά στη Θεσσαλονίκη. Δύσκολα χρόνια αλλά και ωραία. Έπαιρνα πάντα τον Ανέστη και κάναμε βόλτες στην πόλη, όλοι μας χαιρετούσαν, μας κερνούσαν. Μόνο ωραία πράγματα έχω να θυμάμαι από τους ανθρώπους της πόλης», αναφέρει ο Μιχάλης.
Το τελευταίο διάστημα και μετά τον θάνατο της μητέρας τους, οι δουλειές στο σπίτι έχουν αυξηθεί. «Μοιράζουμε τους ρόλους. Άλλος πλένει τα πιάτα, άλλος συμμαζεύει, ακολουθούμε όλα όσα έκανε η μητέρας μας κατά γράμμα. Την χάσαμε πριν από έναν χρόνο. Δεν θυμάμαι λόγω ηλικίας πολλά πράγματα, αλλά την ημερομηνία του θανάτου της τη θυμάμαι. Μας στοίχισε πολύ. Δεν βγαίναμε από το σπίτι για ένα διάστημα. Ήταν καλή γυναίκα η κυρία Ελένη, όλοι είχαν να το λένε. Μέχρι και την τελευταία στιγμή φρόντιζε να μη μας λείψει τίποτα. Τον πατέρα μας τον χάσαμε λίγο πριν τις πρώτες Ευρωεκλογές στην Ελλάδα. Ίσως για αυτό να μη χώνεψα ποτέ την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση», προσθέτει, γελώντας, ο Ανέστης.

Στο βάθος η τηλεόραση παίζει μία εκπομπή τηλεπώλησης. «Την έχουμε συνέχεια ανοιχτή. Για παρέα περισσότερο. Παρακολουθούμε κάθε μέρα τις ειδήσεις. Ειδικά το μεσημέρι και το βράδυ προσπαθούμε να μην ξεχνιόμαστε. Σήμερα έλεγε για το χρηματιστήριο και την κατάσταση στη χώρα. Είναι δυνατόν μία τέτοια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη να έχει τέτοια ανεργία; Βλέπω νεαρά παιδιά να ψάχνουν δουλειά, να μη βρίσκουν και στεναχωριέμαι. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα. Η πόλη χρειάζεται ανάπτυξη, χρειαζόμαστε πράσινο, να βγαίνεις και να ανοίγει η ψυχή σου. Όχι μιζέρια.
Εμείς κάνουμε πολλές βόλτες στην πόλη. Το συνηθίζαμε από παιδιά. Κατεβαίνουμε από το Γαλλικό Ινστιτούτο στην Όλγας κι από εκεί στην παραλία. Αυτή είναι η αγαπημένη μας βόλτα. Μας αρέσει ο ήλιος, να συναντάμε ανθρώπους και να μιλάμε. Με όλα αυτά που βλέπουμε στις ειδήσεις για την ασφάλεια και τις κλοπές ανησυχούμε για τις βόλτες μας αλλά δεν μπορούμε να τις σταματήσουμε. Στη γειτονιά μας αισθανόμαστε απόλυτα ασφαλείς. Συχνά οι γείτονες έρχονται και μας ρωτάνε αν έχουμε κλειδώσει, αν χρειαζόμαστε κάτι. Μας προσέχουν σαν μικρά παιδιά. Είναι γλυκό όλο αυτό.
Στις συζητήσεις τους κυριαρχεί η πολιτική κατάσταση στη χώρα. «Ένα πράγμα δεν μπορούμε να ανεχτούμε πολιτικά. Τη Χρυσή Αυγή. Ο φασισμός δεν έχει καμία θέση στη χώρα μας. Αυτοί δεν είναι βουλευτές είναι εγκληματίες, όπως ο Χίτλερ. Είναι να απορεί κανείς πως τους ψηφίζει ο κόσμος. Και παίρνουν και τόσο μεγάλο νούμερο στις εκλογές», προσθέτει ο Ανέστης (ή και ο Μιχάλης).
Η Νατάσσα από το φαρμακείο ετοιμάζει τους δύο καφέδες για τα «διάσημα αγόρια της γειτονιάς», όπως τονίζει. «Μόνο ελληνικό πίνουμε. Τις περισσότερες φορές σκέτο. Όποτε το φέρνει η γεύση βάζουμε και λίγη ζάχαρη. Είναι ωραίο να έχεις απολαύσεις στη ζωή. Εμείς δεν παντρευτήκαμε. Τυχερά είναι αυτά. Κι οι έρωτες και οι γάμοι. Εμείς είχαμε την αγάπη του κόσμου και της γειτονιάς. Ποτέ δεν μας έλειψε τίποτα», λέει ο Μιχάλης (ή και ο Ανέστης).
Πρέπει να τους αφήσω να ξεκουραστούν, πριν την απογευματινή βόλτα. «Σίγουρα δεν θέλεις δεύτερη πορτοκαλάδα; Για τον δρόμο βρε παιδί μου. Κουλουράκια; Η ξαδέρφη μας τα έφτιαξε, σημερινά. Εγώ θα βουτήξω δύο στον καφέ μου. Όχι παραπάνω», δηλώνει απολογητικά ο Μιχάλης μπροστά στο αυστηρό βλέμμα του Ανέστη και ξεκαρδίζεται.
Βγαίνουν στην πόρτα και με χαιρετούν. «Σας αγαπάμε», μου λένε πίσω από το τζάμι, την ώρα που ο Γιώργος τραβάει τα τελευταία καρέ. Σκέφτομαι πως κι εμείς τους αγαπάμε. Κυρίως γιατί μας θυμίζουν τους παππούδες μας. Που είχαν ιστορίες να διηγηθούν και καραμέλες στην τσέπη. Αγαπάμε αυτούς, τους πιο ξεχωριστούς δίδυμους της πόλης. Δύο φιγούρες που έμαθαν να μοιράζονται τα πάντα από τη γέννησή τους. Και τα πρόσωπά τους λένε πως έζησαν μία ζωή γλυκιά. Σαν πάστα φράουλα.




