Είναι γεγονός πως τα μουσεία διαθέτουν χιλιάδες έργα τέχνης στις συλλογές τους, ενώ πανάκριβα έργα περνούν κάθε χρόνο από δημοπρασίες. Προστέθηκε:
Ωστόσο, ο αριθμός των έργων που καταφέρνουν να αποκτήσουν σημαντική και διαχρονική φήμη είναι αρκετά μικρότερος.
Προστέθηκε: Συνοψίζοντας την επίδραση των έργων τέχνης στο κοινό, η συγγραφέας Mάρθα Τεντέσι έχει δηλώσει:Διεγραμμένο:
«Η “Μητέρα” του Γουίστλερ, το “Αμέρικαν Γκότθικ” του Γουντ, η “Μόνα Λίζα” του Λεονάρντο ντα Βίντσι και η “Κραυγή” του Έντβαρτ Μουνκ έχουν επιτύχει κάτι που οι περισσότεροι πίνακες – ανεξάρτητα από την ιστορική τους σημασία, την ομορφιά ή τη νομισματική τους αξία – δεν έχουν: επικοινωνούν ένα συγκεκριμένο νόημα σχεδόν αμέσως σε σχεδόν κάθε θεατή. Αυτά τα λίγα έργα έχουν κάνει με επιτυχία τη μετάβαση από την ελιτίστικη σφαίρα του επισκέπτη του μουσείου στον τεράστιο χώρο της λαϊκής κουλτούρας».

*Η “Μητέρα του Γουίστλερ”. O Τζέιμς Μακνίλ Γουίστλερ δεν φημίζεται ακριβώς για τη βαθύτητά του. Το πιθανότερο είναι πως ούτε και ο ίδιος δεν θα ενδιαφερόταν για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, γνωρίζοντας ότι το «αισθητής του Λονδίνου και του Παρισιού» προσδιορίζει σωστότερα τα ζωγραφικά του ενδιαφέροντα, λευκές, γυναικείες ενδυμασίες με λουλούδια «άσπρα και ωραία ως ταίριαζαν πολύ».
Και όμως, έχει δημιουργήσει έναν πίνακα που κρούει βαθύτερες χορδές, την προσωπογραφία της μητέρας του Άννα Γουίστλερ, τη «Μητέρα», όπως ονόμαζε σε στενό κύκλο, ενώ δημοσία τιτλοφόρησε «Διάταξη σε μαύρο και γκρίζο Νο 1», συγκαταλέγοντάς το έτσι στη σειρά των έργων του που φέρουν παρόμοιους τίτλους, δηλωτικούς περισσότερο της αισθητικής κατεύθυνσης παρά του θέματος.
Ο πίνακας, όμως, απέβη να συμβολίζει κάτι γενικότερο από το θέμα, την ονομασία και την αισθητική του, κάτι που, όμως, είναι απαύγασμα και των τριών μαζί. Τη διαφορετική, ενίοτε πολύ διαφορετική, προσέγγιση στο έργο τέχνης και το πνευματικό υπόβαθρο Γαλλίας, Αγγλίας και Αμερικής.
Στη Βρετανία το έργο είχε θεωρηθεί «ονειρωδώς συγκεχυμένο». Όμως, η προσωπογραφία, όπως όλα τα αληθινά έργα τέχνης, έχει περισσότερες από μια ιστορία να πει. Μπορεί ο ζωγράφος να του έδωσε έναν αισθητικό τίτλο, αλλά, καθώς γράφει η Τζάκι Γουλσλάγκερ στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», είναι συνάμα η έκφραση της σχέσης του γιου με τη μάνα. H δύναμή του πηγάζει από αυτήν την αμφίσημη σχέση, που άλλοτε είναι ανακούφιση και άλλοτε βάρος. O ζωγράφος αυτό ακριβώς επιδιώκει να αποτυπώσει, την ισορροπία μεταξύ της αφοσίωσης στον γονέα και την ανάγκη ανεξαρτητοποίησης από εκείνον. O Γουίστλερ ως Αμερικανός στην καταγωγή, σπουδαγμένος στο Παρίσι και εγκατεστημένος στο Λονδίνο, αποδίδει την ένταση της σχέσης με το στυλ του έργου, το αιωρούμενο μεταξύ του Παλιού και του Νέου Κόσμου, μεταξύ της λαχτάρας της νέας Αμερικής για το κύρος της ευρωπαϊκής παράδοσης και της ανάγκης του νεαρού ξένου να βαδίσει ελεύθερα. Πράγμα διόλου εύκολο. Το 1871 δεν υπήρχε αμερικανική παράδοση στη ζωγραφική και ο Γουίστλερ ζωγράφιζε πορτρέτα σαν του Βελάσκεθ. Όμως, στην προσωπογραφία της μητέρας του υπάρχουν στοιχεία, κυρίως η έκδηλη μοναξιά της που προμηνύουν τον Γκραντ Γουντ, τον Έντουαρντ Χόπερ ακόμη και τον Άντι Γουόρχολ. Αυτή η μοναξιά ήταν που ενόχλησε και όταν το έργο έγινε γραμματόσημο, στην Αμερική του Μεγάλου Κραχ, ο σχεδιαστής για να την απαλύνει, πρόσθεσε ένα βάζο με λουλούδια.

*Η Μόνα Λίζα (γνωστή και ως Τζιοκόντα, ή Πορτρέτο της Λίζα Γκεραρντίνι, συζύγου του Φρανσέσκο ντελ Τζιοκόντο) είναι προσωπογραφία που ζωγράφισε ο Ιταλός καλλιτέχνης Λεονάρντο ντα Βίντσι. Πρόκειται για ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης, που ολοκληρώθηκε μέσα στη χρονική περίοδο 1503-1519. Αποτελεί ιδιοκτησία του Γαλλικού Κράτους, και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι. Ο πίνακας, διαστάσεων 77 εκ. × 53 εκ., απεικονίζει μία καθιστή γυναίκα, τη Λίζα ντελ Τζοκόντο, η έκφραση του προσώπου της οποίας χαρακτηρίζεται συχνά ως αινιγματική. Η Μόνα Λίζα θεωρείται το πιο διάσημο έργο ζωγραφικής.
Ο Λεονάρντο ξεκίνησε να ζωγραφίζει τη Μόνα Λίζα το έτος 1503 ή το 1504 στη Φλωρεντία της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον σύγχρονο του Λεονάρντο, Τζόρτζιο Βαζάρι, “…αφότου ασχολήθηκε επί τέσσερα χρόνια με το έργο, το άφησε ημιτελές…”. Αυτή ήταν μια συνήθης συμπεριφορά του Λεονάρντο ο οποίος, αργότερα, μετάνιωσε που “δεν ολοκλήρωσε ποτέ ούτε ένα έργο”. Θεωρείται πως συνέχισε να ασχολείται με τη Μόνα Λίζα για τρία χρόνια αφότου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και πως την τελείωσε λίγο πριν πεθάνει το 1519. Ο καλλιτέχνης μετέφερε τον πίνακα από την Ιταλία στη Γαλλία το 1516 όταν ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ τον προσκάλεσε να εργαστεί στο Clos Lucé κοντά στο βασιλικό κάστρο στην Αμπουάζ. Πιθανότατα μέσω των κληρονόμων του βοηθού του Λεονάρντο ντα Βίντσι, Σαλάι, ο βασιλιάς αγόρασε τον πίνακα για 4.000 écu και τον τοποθέτησε στο παλάτι της Fontainebleau, όπου παρέμεινε έως ότου δόθηκε στον Λουδοβίκο ΙΔ΄. Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ μετέφερε το έργο στο Παλάτι των Βερσαλλιών. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, μεταφέρθηκε στο Μουσείο του Λούβρου. Ο Ναπολέοντας τοποθέτησε το έργο στο δωμάτιό του, στο Παλάτι του Κεραμεικού. Αργότερα ο πίνακας επεστράφη στο Μουσείο του Λούβρου. Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού Πολέμου (1870-1871) μεταφέρθηκε από το Λούβρο στο Brest Arsenal.

∗Το “Αμέρικαν Γκότθικ” του Γουντ. Αν, όπως λένε, η Μόνα Λίζα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος πίνακας παγκοσμίως, τότε και το «American Gothic» του Grant Wood είναι το πιο αναγνωρίσιμο έργο της αμερικανικής ζωγραφικής.
O Γκραντ Γουντ (1891-1942) στον πίνακα αυτό, που δημιούργησε το 1940, απεικονίζει έναν γαιοκτήμονα με την κόρη του, μπροστά από ένα αγροτόσπιτο, και περιγράφει τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων στην αμερικανική αγροτική κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το δικράνι στο χέρι του άνδρα, που από τη μια συμβολίζει τη χειρωνακτική εργασία με την οποία ασχολούνταν κυρίως οι άνδρες και από την άλλη τον εξουσιαστικό ρόλο που έχει ο πατέρας μέσα στην οικογένεια.
Στο μικρό, γοτθικού ύφους παράθυρο του αγροτόσπιτου, που προβάλει ανάμεσα στις δύο μορφές, οφείλεται και ο τίτλος του πίνακα. Το σπίτι αυτό, που χτίστηκε το 1881 στο Eldon της Iowa, και ανακηρύχτηκε ιστορικό εθνικό μνημείο το 1974, δεν είναι ανοιχτό για το κοινό. Οι επισκέπτες όμως μπορούν να το φωτογραφίσουν εξωτερικά, όπως ακριβώς έκανε και ο Wood για να μπορέσει να δουλέψει πιο άνετα τον πίνακά του. Μικρή λεπτομέρεια της όλης ιστορίας είναι ότι το γοτθικό παράθυρο που ενέπνευσε τον Αμερικανό ζωγράφο, φυλάσσεται τώρα στο Boulder του Colorado, κι αυτό που φωτογραφίζουν πια οι τουρίστες είναι ένα νεότερο αντίγραφό του.
Ο Wood, ως μοντέλα για τον πίνακα\ά του αυτόν χρησιμοποίησε τη μικρή του αδερφή Nan και τον οικογενειακό τους οδοντογιατρό Byron McKeeby.
Η Nan Wood Graham, που πέθανε τον Δεκέμβριο του 1990, εργάστηκε για την προβολή και την ιστορική μελέτη του συνολικού έργου του αδερφού της. Επειδή, όπως συμβαίνει με όλα τα διάσημα έργα, πολλοί επιδόθηκαν σε ζωγραφικές παρωδίες του «american gothic», η Nan οδήγησε πολλές από τις υποθέσεις αυτές στα δικαστήρια, μια και πίστευε ότι μέσα από τις παρωδίες αυτές θιγόταν το έργο και η προσωπικότητα του αδερφού της.
Aλλά κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σταματήσει την σάτιρα, κι αυτή τη στιγμή το διαδίκτυο είναι γεμάτο από παρωδίες του πίνακα αυτού.

*Η “Κραυγή” είναι το δημοφιλές όνομα που δίνεται σε μια σύνθεση που δημιούργησε ο Νορβηγός εξπρεσιονιστής καλλιτέχνης Έντβαρτ Μουνκ το 1893. Ο αρχικός γερμανικός τίτλος που έδωσε ο Μουνκ στο έργο του ήταν Der Schrei der Natur, (“Η Κραυγή της Φύσης”) και ο νορβηγικός τίτλος είναι Skrik (Shriek). Το αγωνιώδες πρόσωπο του πίνακα έχει γίνει μια από τις πιο εμβληματικές εικόνες της τέχνης, που θεωρείται ότι συμβολίζει το άγχος της ανθρώπινης κατάστασης.
Προστέθηκε:
Ο Μουνκ θυμόταν ότι βγήκε για μια βόλτα στο ηλιοβασίλεμα όταν ξαφνικά το φως του ήλιου που έδυε έκανε τα σύννεφα “κόκκινα σαν το αίμα”. Ένιωσε μια “άπειρη κραυγή που διαπερνούσε από τη φύση” Οι ερευνητές έχουν εντοπίσει το σημείο σε ένα φιόρδ με θέα στο Όσλο και έχουν προτείνει άλλες εξηγήσεις για τον αφύσικα πορτοκαλή ουρανό, που κυμαίνονται από τα αποτελέσματα μιας ηφαιστειακής έκρηξης έως μια ψυχολογική αντίδραση από τον Μουνκ στον εγκλεισμό της αδερφής του σε ένα κοντινό φρενοκομείο.
Ο Μουνκ δημιούργησε τέσσερις εκδοχές του πίνακα, οι δύο σε παστέλ, καθώς και μια λιθογραφία σε πέτρα, από την οποία σώζονται πολλές εκτυπώσεις. Η Κραυγή έχει υπάρξει στόχος πολλών διάσημων κλοπών. Το 1994 κλάπηκε η εκδοχή της Εθνικής Πινακοθήκης. Ανακτήθηκε αρκετούς μήνες μετά. Μία από τις παστέλ εκδοχές πέτυχε την τέταρτη υψηλότερη ονομαστική τιμή που έχει καταβληθεί για ένα έργο τέχνης σε δημόσια δημοπρασία.



