33.5 C
Athens
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Μια κριτική παρουσίαση της ξεχωριστής «Ιφιγένειας εν Αυλίδι» των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Τι σημαίνει ντροπή σ’ έναν κόσμο που λέει δύναμη την προστυχιά; Η αρετή κατάντησε μια λέξη, που δεν θυμάται πια κανείς τι άκουγε στο άκουσμά της. Ο άνθρωπος κουφάθηκε βαθιά απ’ τις ιαχές της ανομίας»

Είδα την παράσταση μιαν όμορφη βραδιά στο θέατρο Παπάγου, ανάμεσα σε αναρριχώμενα φυτά, κισσούς και μπουκαμβίλιες, με σκηνικό ψηλά τροχήλατα βάθρα που στο εσωτερικό τους έκρυβαν μυστικά. Με γοήτευσε, τ’ ομολογώ! Αν και το ιδανικό γι’ αυτήν την υπέροχη παράσταση θα ήταν να την παρακολουθήσω σε ένα θέατρο αρχαίο. Ας είναι… Γιατί και πάλι έφυγα καταχαρούμενη αλλά και γεμάτη δέος από την ιστορία της κόρης η οποία προτίθεται «να πεθάνει, αφού πρέπει να σώσει την τιμή της Ελλάδας».

Όλες αυτές τις μέρες η Ιφιγένεια ήταν μέσα μου ζωντανή, έντονη, ανεξάλειπτη. Ανεξίληπτη, άψογη και αξεγάδιαστη. Έλαμπε διαυγής. Γιατί η ανάγνωση που έκαναν οι σκηνοθέτες επισήμαινε τον αλόγιστο, τον κοντόφθαλμο υπερπατριωτισμό, την περιφρόνηση για τους άλλους, την έξαλλη υπερηφάνεια. Η μεν φιλοπατρία είναι φυσιολογικό σύμπτωμα, συνοδεύει το ανθρώπινο φαινόμενο όπου γης, διαχρονικά. Eίναι στη «φύση» του ανθρώπου, είναι στα γνωρίσματα του είδους να συνδέεται με τη γη που την κατοικεί, την καλλιεργεί, της καταθέτει μόχθο και ιδρώτα. Eίναι και «ζώον κοινωνικόν φύσει» (από τη φύση του) ο άνθρωπος, δένεται τόσο με την πάτρια γη όσο και με τους συν-πατριώτες. Κοινωνεί μαζί τους τις ανάγκες του, μοιράζεται την ικανοποίηση των αναγκών του, διανέμεται τη ζωή και την ύπαρξη – συζεί, συνυπάρχει. Η πατριδοκαπηλία όμως, η χρησιμοποίηση της πατρίδας για ιδιοτελείς σκοπούς, όπως οι επεκτατικές βλέψεις, είναι αρρώστια, είναι διαστροφή, είναι η αλλοτρίωση του πατριωτισμού σε ιδεολογία.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η τραγωδία, μία από τις ωραιότερες δημιουργίες του Ευριπίδη, η τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», περιοδεύει στην Αθήνα και σε ολόκληρη την Ελλάδα αυτό το καλοκαίρι (περίπου σε 50 πόλεις), σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια. Με συνοδοιπόρους την -ειδικά γραμμένη για την παράσταση- πρωτότυπη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, την ολοκαινούργια μετάφραση του διακεκριμένου ποιητή Γιώργου Μπλάνα και υιοθετώντας το πρότυπο των τριών υποκριτών, ο Αιμίλιος Χειλάκης γίνεται Αγαμέμνονας και Αχιλλέας, η Αθηνά Μαξίμου γίνεται Κλυταιμνήστρα και Μενέλαος και η Λένα Παπαληγούρα Ιφιγένεια και Πρεσβύτης. Μαζί τους ένας 9μελής γυναικείος χορός που με ζωντανή μουσική μας αφηγούνται την τραγική ιστορία της Ιφιγένειας και κυρίως τις συνθήκες που οδήγησαν στη θυσία της. Μια θεατρική πρόκληση και πρόταση.

 

Η εξουσία

Το νόημα της τραγωδίας, όπως μας δόθηκε από τον Αιμίλιο Χειλάκη και τον Μανώλη Δούνια, είναι κάτι βαθύτερο από την άδικη σφαγή ενός αθώου κοριτσιού για το καλό της πατρίδας. Το ουσιαστικό θέμα του έργου είναι η εξουσία. Εξουσία σημαίνει ισχύ ή δύναμη, ικανότητα αυτού που την έχει και την ασκεί να απαιτεί και να πετυχαίνει υπακοή, πειθαρχία, συμμόρφωση στα προστάγματά του και στην εκπλήρωση στόχων που αυτός θέτει. Στην πλατωνική «Πολιτεία» ο Θρασύμαχος διατείνεται κατηγορηματικά ότι «…το δίκαιο είναι ταυτόσημο με το συμφέρον του ισχυρού…».

Το γεγονός το συνειδητοποιεί και η ίδια η έφηβη ηρωίδα, η οποία αποτροπιασμένη από την αχρειότητα των ανθρώπων γύρω της, επιλέγει μόνη της το θάνατο από τη ζωή σε ένα σάπιο, δολερό και νοσηρό σύστημα.

«Τι περιμένετε, λοιπόν; Ορίστε, θυσιάστε με για την Ελλάδα. Για τα λάφυρα της Τροίας ανοίξτε δρόμο – ας είναι αυτά μνημείο ένδοξο και σπίτι και παιδιά μου».

 

Ο ιωνικός διαφωτισμός

Ο Ευριπίδης υπήρξε χαρακτήρας αντικοινωνικός (είχε ελάχιστους φίλους), εσωστρεφής, μελαγχολικός και δυσπρόσιτος. Ένα ανήσυχο, αδέσμευτο πνεύμα που βρισκόταν σε μια διαρκή αναζήτηση για νέες μορφές έκφρασης, νέες μουσικές γραμμές, νέους τρόπους πραγμάτωσης της τραγωδίας και ανέπτυξε μια βαθιά πίστη για την ενότητα της γνώσης. Για αυτούς τους νεωτερισμούς του, που ήταν δυσκολοχώνευτοι στους πιο συντηρητικούς Αθηναίους, δεν βραβεύτηκε παρά μόνο 4 φορές από τις 22 που πήρε μέρος σε δραματικούς αγώνες. Φίλοι του οι φιλόσοφοι Αναξαγόρας και Πρωταγόρας που εισάγουν πρώτη φορά στην Αθήνα το πνεύμα του ιωνικού διαφωτισμού και το φυσιοκρατικό διαλογισμό. Οι τολμηρές σκέψεις τους, ο σκεπτικισμός τους απέναντι στη λαϊκή θρησκεία, ανησυχούσαν βαθιά το γηραιότερο κοινό, που το εξέφραζε με κάθε τρόπο.

 

Ο μοναχικός ποιητής

Η παράδοση μάς λέει για τον ποιητή, πως ζούσε αποτραβηγμένος από τον κόσμο στη Σαλαμίνα, σ’ ένα απόμερο παραθαλάσσιο σπήλαιο, που το είχε διασκευάσει σε κατοικία και σπουδαστήριο, όπου μελετούσε κι έγραφε τις τραγωδίες του έχοντας μπροστά του τα αμέτρητα χαμόγελα των κυμάτων. Αυτό το σπήλαιο ήταν γνωστό ή υπήρχε ως τα χρόνια του Πλινίου (1ος-2ος αιώνας μ.Χ.) και οι περιηγητές εκείνης της εποχής που έφταναν ως τη Σαλαμίνα δεν παρέλειπαν να το επισκεφτούν. Μα αυτή η απομάκρυνσή του από τον κόσμο του έφερε, μαζί με άλλα αίτια, για κέρδος την αντιδημοτικότητα. Την τάση του να απομονώνεται οι σύγχρονοί του την πέρασαν για αλαζονεία και περιφρόνηση, αφού μάλιστα «και αυστηρός εφαίνετο και μισόγελως».

Την τραγωδία αυτήν την έγραψε ο Ευριπίδης στη Μακεδονία, όπου γέροντας πια, στους τελευταίους 18 μήνες της ζωής του, φιλοξενήθηκε στη βασιλική αυλή της Πέλλας από τον φιλότεχνο βασιλιά Αρχέλαο, που είχε τη φιλοδοξία να φιλοξενεί τους πιο ξεχωριστούς Έλληνες. Αλλά η τραγωδία βρέθηκε στα κατάλοιπά του ατελείωτη. Ίσως να την τέλειωσε ο ομώνυμος γιος του Ευριπίδης, τραγικός ποιητής κι αυτός, που την ανέβασε στο θέατρο το 405 π.Χ.

 

Στη Μακεδονία το τέλος

Στη Μακεδονία ο ποιητής έγινε δέκτης μεγάλων τιμών από τον ίδιο τον Βασιλιά. Έγραψε το δράμα με τον τίτλο «Αρχέλαος» στο οποίο εγκωμίαζε τον Βασιλιά καθώς και το έργο «Βάκχαι» που όμως δεν αξιώθηκε να το παρουσιάσει λόγω του πρόωρου θανάτου του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, υπέκυψε στα τραύματα που του προκάλεσαν άγρια σκυλιά στην Αρέθουσα όπου και τελικά ετάφη με βασιλικές τιμές. Ο Αρχέλαος πένθησε και του ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του. Διασώθηκε το επίγραμμα που χαράχθηκε στον τάφο του Ευριπίδη (Ανθολογία, Ελληνικά 7, 51) και αναγράφει τα εξής: Ου σε κυνών γένος είλ ‘Ευριπίδη, ουδέ γυναικός οίστρος, τον σκοτίης Κύπριδος αλλότριον, Αλλ Αίδης και γήρας υπαί Μακέτη δ’ Αρεθούση Κείσαι, εταιρεί η τίμιος Αρχέλεω Σον δ’ου τούτον εγώ τίθεμαι τάφον αλλά του Βάκχου βήματα και σκηνάς ενβάδι πειθόμενας’. Επίσης αναγέρθηκε κενοτάφιο στη μνήμη Ευριπίδη στην Πέλλα.

Αλλά και οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν το θάνατό του, πένθησαν. Ο δε Σοφοκλής παρουσιάσθηκε με μαύρο χιτώνα και εισήγαγε αστεφάνωτους (λόγω του θανάτου του Ευριπίδη) τους υποκριτές και τον χορό κατά την είσοδό τους στο Θέατρο. Μετά την άρνηση του Μακεδόνα Βασιλιά να τους παραδώσει τα οστά του Ευριπίδη, εκείνοι ανήγειραν μέγα κενοτάφιο στην άγουσα προς Πειραιά οδό με το υπό Θουκυδίδη επίγραμμα:

Μνήμα μεν Ελλάς άπασ΄ Ευριπίδου. οστέα δ΄ ίσχει γή Μακεδών. η γαρ δέξατο τέρμα βίοο. πατρίς δ΄ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι. Πλείστα δε Μούσα: τέρψας εκ πολλών και τον έπαινον έχει (Μνήμα όλη η Ελλάδα για τον Ευριπίδη, κι ας είναι τα κόκαλά του στη Μακεδονία, αφού αυτή δέχτηκε το τέλος της ζωής του, πατρίδα του είναι η Αθήνα, η Ελλάς της Ελλάδος).

Κατόπιν οι Αθηναίοι με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου έστησαν χάλκινο ανδριάντα του ποιητή στο θέατρο του Διονύσου. Κατά τον βιογράφο ο τραγικός ποιητής φαίνονταν σκυθρωπός, αυστηρός και αγέλαστος, εικόνα θεόπνευστου ποιητή. Ωστόσο, η απελπισία του κι η πίκρα του, η μνησικακία του ακόμα, ο θυμός του, ξεχύνονται σε αυτή την τραγωδία του, χωρίς ελπίδα καμιά για κανέναν, παρηγοριά, λύτρωση. Όλα ξεφτίζουν, μικραίνουν με τον καιρό. Η πίκρα μονάχα – μονάχα αυτή μεγαλώνει.

 

Η οργή της θεάς

Όταν ο Αγαμέμνονας σκοτώνει το ιερό ελάφι της θεάς Άρτεμις, εκείνη για να τον εκδικηθεί, προκαλεί μια πρωτοφανή άπνοια καθηλώνοντας έτσι τον ελληνικό στόλο στην Αυλίδα. Ο ελληνικός στόλος, έτοιμος για την εκστρατεία της Τροίας, αδημονεί. Ο Αγαμέμνων με τον Μενέλαο καταφεύγουν στον μάντη Κάλχα ρωτώντας τον τι πρέπει να κάμουν για να φυσήξει ευνοϊκός άνεμος. Ο Κάλχας αποφαίνεται πως είναι οργισμένη η Άρτεμη. Ο μόνος τρόπος για να εξευμενίσει ο Αγαμέμνονας τη θεά και να ξεκινήσει ο ελληνικός στρατός για τον Τρωικό Πόλεμο είναι να θυσιάσει την κόρη του, Ιφιγένεια.

Ο Αγαμέμνων στην αρχή αρνείται, αλλά μεταπείθεται από τον αδελφό του Μενέλαο και στέλνει γράμμα στην Κλυταιμήστρα (σ.σ. προτιμήθηκε το όνομα Κλυταιμήστρα -αυτή που είναι περιβόητη νύφη- και όχι Κλυταιμνήστρα, επειδή ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές) να έρθει με την κόρη της, για να την παντρέψει τάχα με τον Αχιλλέα. Σε λίγο στέλνει δεύτερο γράμμα και τους ειδοποιεί να μην έρθουν, και το δεύτερο αυτόν απεσταλμένο τον βρίσκει ο Μενέλαος και του παίρνει το γράμμα.

Όταν η Ιφιγένεια καταφτάνει στο στρατόπεδο μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμήστρα, ο Αγαμέμνων προσπαθεί να μη δείξει την αγωνία του, ενώ η κόρη του, αθώα και ανύποπτη γι’ αυτό που θα της συμβεί, τον συντρίβει ψυχικά με τα λόγια της. Προσπαθεί να στείλει πίσω την Κλυταιμήστρα, μα εκείνη δε θέλει να φύγει. Ξαφνικά μπαίνει στη σκηνή ο Αχιλλέας, ανυποψίαστος και αυτός, για να πει στον Αγαμέμνονα πως ή πρέπει να ξεκινήσουν ή να διαλυθούν. Τότε το σχέδιο του Αγαμέμνονα αποκαλύπτεται και η Κλυταιμήστρα παρακαλεί τον Αχιλλέα να τη βοηθήσει για να σωθεί η Ιφιγένεια. Ο Αχιλλέας υπόσχεται ότι θα εμποδίσει τη θυσία με κάθε τρόπο. Οι δύο γυναίκες ικετεύουν τον Αγαμέμνονα να ματαιώσει το φονικό σχέδιό του, μα εκείνος μένει αλύγιστος, γιατί με τη θυσία αυτή θα σωθεί η Ελλάδα. Η ψυχή του άραγε είναι πληγωμένη για την τρομερή δοκιμασία που του επιφύλαξαν οι θεοί; Το στρατόπεδο των Ελλήνων στην Αυλίδα είναι ένα τεράστιο «ναρκοπέδιο». Κάθε γωνιά και παγίδα, κάθε βήμα και κίνδυνος. Κρυμμένες σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις, ψεύδη, αλληλοκατηγορίες και υποκρισία.

Η Ιφιγένεια συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να σταματήσει τους Έλληνες από το να εκδικηθούν για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης και να λεηλατήσουν την Τροία – ούτε καν ο άσκοπος θάνατος ενός παιδιού που δεν έφταιξε σε κάτι. Το παίρνει απόφαση, λοιπόν και περήφανη βαδίζει προς τη θυσία. Αποχαιρετά τη μητέρα της, λέει λόγια πονεμένα που αφήνει τη φύση και τη ζωή, μα προχωρεί καρτερικά.

Η πομπή της θυσίας έχει απομακρυνθεί αρκετή ώρα, όταν ένας αγγελιοφόρος έρχεται τρέχοντας. Αφηγείται πως την ώρα που ο ιερέας ετοιμαζόταν να κατεβάσει το μαχαίρι στο σώμα της κόρης, η Άρτεμις έστειλε μια ελαφίνα που το αίμα της ράντισε το βωμό, ενώ η Ιφιγένεια πέταξε στους ουρανούς. Ο Αγαμέμνονας, που γυρίζει σε λίγο, βεβαιώνει την πληροφορία του αγγελιοφόρου και στέλνει την Κλυταιμήστρα στο Άργος, ενώ ο Χορός εύχεται στο βασιλιά να γυρίσει νικητής από την Τροία.

 

Η αλυσίδα των γεγονότων

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» είναι ένα ασύγκριτο αριστούργημα. Βλέπουμε σ’ αυτήν το άγχος και τη φιλοδοξία του στρατηλάτη που κυβερνάει ένα στρατό και που γι’ αυτόν αναγκάζεται να σφάξει τη παιδί του, τον πόνο και την οργή της μητέρας που της αρπάζουν το παιδί για να το θανατώσουν. Η δε επιλογή του Αγαμέμνονα θα προσδιορίσει ολόκληρη αλυσίδα των γεγονότων: εάν η αποστολή θα ξεκινήσει, εάν ο πόλεμος θα πραγματοποιηθεί και τελικά εάν ο Αγαμέμνων θα γυρίσει στην πατρίδα του μετά τον πόλεμο και εάν θα ζήσει. Συγκινούμεθα επίσης από την πορεία του ψυχισμού του θύματος, που από τη μαύρη απελπισία φτάνει ως την απόφαση της εθελοντικής θυσίας. Αντικρίζουμε το θάμβος του αδύναμου Αχιλλέα μπρος σ’ αυτό το ψυχικό μεγαλείο της νεαρής μελλοθάνατης. Όλα αυτά άριστα απεικονίζονται σ’ αυτήν την τραγωδία, που έδωσε έμπνευση στον Ρίτσο, που ο Schiller τη θαύμαζε και τη μετέφρασε στη γερμανική γλώσσα, που ο Racine και ο Jean Moréas τη μιμήθηκαν.

 

Αδελφικά αιματοκυλίσματα

Απογοητευμένος ο Ευριπίδης από τους ατέρμονους εμφύλιους πολέμους των Ελλήνων, που χρόνια πολλά τους είχε κυριέψει μια αθεράπευτη μανία αυτοκαταστροφής, τους καλεί με τούτο το κύκνειο άσμα του να γυρίσουν στα χνάρια των προγόνων, που την ιστορική τους πορεία ρυθμίζανε σύμφωνα με το «Βαρβάρων δε Έλληνας άρχειν εικός».

Όλα προσφορά στην Ελλάδα είναι το σύνθημα που προβάλλει ο γέροντας ποιητής στους Έλληνες της εποχής του, που στα ύστατα χρόνια του τους είδε να κατρακυλούν στην επαιτεία της βοήθειας των ξένων, αντίθετα με τις προηγούμενες γενιές που τους είχαν διώξει από τους τόπους όπου μεγαλουργούσε ο ελληνισμός. Έτσι με την τραγωδία αυτήν τοποθετείται ο ποιητής στη χορεία των αντρών εκείνων που θεωρούσαν ότι μπορούσε ο ελληνισμός να κάνει κάτι σπουδαιότερο από τα ατελείωτα αδελφικά αιματοκυλίσματα. Ρίχνεται εδώ ο σπόρος της πανελλήνιας ιδέας που ο Ισοκράτης την έκανε σκοπό και κήρυγμα της ζωής του μέχρι τα βαθιά γεράματά του, και ο Φίλιππος και μετά ο γιος του ο Μέγας Αλέξανδρος προσπάθησαν να κάνουν ζωντανή πραγματικότητα.

Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, της τραγωδίας δεν είναι η άδικη σφαγή της γλυκιάς Ιφιγένειας, αλλά η διαφθορά αυτών που κατέχουν την εξουσία. Προσπαθώντας να κατακτήσουν ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή, θυσιάζουν τα πάντα, χωρίς όμως ποτέ να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Για τους Έλληνες η αρπαγή της Ωραίας Ελένης ήταν απλά ένα πρόσχημα για να εκστρατεύσουν κατά της Τροίας και να επιστρέψουν με τα λάφυρα των νικητών.

 

Θέατρο αφήγησης

Σήμερα που διανύουμε τον 21ο αιώνα για τον οποίο δεν γνωρίζουμε ακόμα πόσα μας επιφυλάσσει, μια εποχή γεμάτη δυσχέρειες -μια «εποχή χελώνας» θα λέγαμε- το θέατρο έχει πιο πολύ από ποτέ την ανάγκη της αφήγησης. Το κύριο στο θέατρο αυτή τη στιγμή είναι να ειπωθεί και να κατανοηθεί η ιστορία. Η ιστορία που κρύβεται πίσω από τις γραμμές. Ως εκ τούτου η σύγχρονη αφήγηση διευρύνει τα όριά της. Δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη να παίζεις το ρόλο σου ως ηθοποιός δραματικά ή κωμικά, όσο να μεταδώσεις την ιστορία. Ο ηθοποιός οφείλει να μάθει, να ξαναμάθει, να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο ερμηνείας, ώστε να διηγηθεί το έργο. Δεν υπάρχει προσφορότερο έδαφος γι’ αυτό, από το αρχαίο αττικό δράμα. Γιατί στο αρχαίο αττικό δράμα, οι ρόλοι αντιμετωπίζονται ψυχολογικά. Οι καλλιτέχνες μεταχειρίζονται βασικά δομικά στοιχεία της τραγικής φόρμας για να στοχαστούν πάνω σε κρίσιμα ερωτήματα της κοινωνίας όπως οι έννοιες του δικαίου, της συνύπαρξης, της εξουσίας. Οι ρόλοι του είναι αρχετυπικοί, είναι σηματωροί, είναι φάροι.

Ευτυχώς υπάρχουν σπουδαίοι καλλιτέχνες, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Σπουδαίες παραστάσεις εξακολουθούν να γεννιούνται, να παίζονται, έστω κι αν είναι σε απόσταση από κανάλια επιρροής, και το ευτύχημα είναι πως το κοινό τις εκτιμά και τις ενισχύει.

 

Οι τρεις υποκριτές

Πριν από το Σοφοκλή, ο ποιητής ήταν ταυτόχρονα και υποκριτής, επειδή επικρατούσε η άποψη ότι ήταν ο πλέον κατάλληλος να υποκριθεί όσα περιέχονταν στην τραγωδία. Ο Σοφοκλής κατάργησε τη συνήθεια αυτή και πρόσθεσε τον τρίτο υποκριτή (το δεύτερο τον εισήγαγε ο Αισχύλος, ενώ τον πρώτο ο Θέσπις). Όλα τα πρόσωπα του δράματος μοιράζονταν στους τρεις υποκριτές, που έπρεπε σε λίγο χρόνο να αλλάζουν ενδυμασία· ήταν επαγγελματίες, έπαιρναν μισθό και ήταν κυρίως Αθηναίοι πολίτες. Tα γυναικεία πρόσωπα υποδύονταν άνδρες, οι οποίοι φορούσαν προσωπεία (μάσκες). Για τον εξωραϊσμό του προσώπου (μακιγιάζ) χρησιμοποιούσαν μια λευκή σκόνη από ανθρακικό μόλυβδο, το ψιμύθιον. Oι υποκριτές εμφανίζονταν στη σκηνή με επιβλητικότητα και μεγαλοπρέπεια· ήταν ντυμένοι με πολυτέλεια, με ενδυμασία ανάλογη προς το πρόσωπο που υποδύονταν και με παράδοξη μεταμφίεση που παρέπεμπε στο μυθικό κόσμο της τραγωδίας.

Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» των Αιμίλιου Χειλάκη – Μανώλη Δούνια υπάρχει η Κλυταιμήστρα, υπάρχει και ο Μενέλαος αλλά παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό. Υπάρχει ο Αγαμέμνονας, υπάρχει και ο Αχιλλέας αλλά παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό. Υπάρχει η Ιφιγένεια, υπάρχει και ο Πρεσβύτης αλλά παίζονται από τον ίδιο ηθοποιό. Αυτό βοηθάει τον ηθοποιό να αφηγηθεί την ιστορία, και όχι να ασχολείται μόνο με το ρόλο του. Γιατί τα λόγια του είναι μεν σπουδαία, περισσότερα σπουδαία όμως είναι όταν συνταιριάζονται με τα λόγια των άλλων ηρώων.

Ο Χορός της Ιφιγένειας, αναπόσπαστο στοιχείο της τραγωδίας, αποτελείται από εννέα περίλαμπρα κορίτσια, οκτώ αστραπές κι ένα ταλαντούχο ακορντεόν. Τραγουδάνε τη μαγική μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, παλεύουν με την ποιητική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και είναι σαν μας λένε: Εμείς επισκεπτόμαστε αυτόν τον μαγευτικό μύθο, όπως κι εσείς οι θεατές· εμείς απλώς θα σας κρατήσουμε το χέρι, θα γίνουμε οι οδηγοί σας μέσα σ’ αυτό το περίπλοκο σχέδιο μάχης που υπάρχει, για να μην πεθάνει ένα κορίτσι. Ο Χορός ήταν ντυμένος απλούστερα από τους υποκριτές και εκτελούσε έξοχα, υπό τον ήχο του ακορντεόν, την κίνηση και την όρχηση εκφράζοντας τα συναισθήματά του.

Δεν είναι τυχαίο που, όπως μαθαίνω, αυτή η θεατρική πρόταση απέκτησε γρήγορα θαυμαστές, που σπεύδουν να τη δουν. Οι τρεις ηθοποιοί είναι συνταρακτικοί, ενσωματώνονται πλήρως στην παράσταση, τη μεταφέρουν με τη φωνή και το σώμα τους και το «είναι» τους, θα πρόσθετα, να ακουμπούν πάνω της.

Η όλη σύνθεση δημιουργεί την αίσθηση του ανάλαφρα ρευστού που δεν διστάζει να ενσωματώσει και κωμικά στοιχεία και που καταφέρνει να συν-κινήσει, να συνεπάρει το κοινό. Μια παράσταση που αποδεικνύει ότι η αφήγηση δραματικών καταστάσεων δεν έχει ανάγκη από πρόσθετες δραματοποιήσεις ή μεγαλόστομες χειρονομίες που επιδιώκουν δήθεν ταυτίσεις με το δραματικό πρόσωπο. Είναι αρκετή η εσωτερική ένταση του ηθοποιού που πηγάζει από την άρτια τεχνική και τη μελέτη του και τον αγώνα του για να μεταδοθεί το μήνυμα.

Είτε επρόκειτο για κείμενο είτε για σώμα, για κίνηση, για λόγο, και οι τρεις ως υποκριτές με την αρχαία έννοια του όρου αξιοποίησαν το πλήρες φάσμα των θαυμαστών θεατρικών εργαλείων τους πάντα με γνώμονα τη δουλειά συνόλου και την αρμονική αναπαράσταση της σκηνοθετικής ιδέας.

Η ικανότατη Αθηνά Μαξίμου μας γοήτευσε στους ρόλους της με την αλλαγή στην εκφορά του λόγου και το χρωματισμό της φωνής, την ένταση και τον επιτονισμό των λέξεων, την άρθρωση και τη ρητορικότητα. Κατόρθωσε όχι μόνο να αποδώσει με σαφήνεια την αφηγούμενη ιστορία, αλλά να προσδώσει χρωματισμό και βαρύτητα σε σημαίνοντα σημεία της δράσης. Οι λέξεις της αφήγησής της αποκτούσαν ιδιαίτερη αξία και καθήλωναν τη συνείδηση όσων την παρακολουθούν.

Η Λένα Παπαληγούρα, που το κοινό αγαπά όλο και περισσότερο, επιβάλλεται άξια ως Ιφιγένεια με τον αυτοσεβασμό της και την υπερηφάνεια της, με τη σεμνότητα και τον ηρωισμό της. Εκεί όμως που διαπρέπει ασυζητητί και μας κατακτά είναι στο ρόλο του Πρεσβύτη όταν με μικρές κινήσεις των μελών του σώματος, σκόπιμες στρεβλώσεις και αλλαγές στη σωματική της στάση, έρχεται να δημιουργήσει το κατάλληλο επικοινωνιακό πλαίσιο, μέσα στο οποίο εντάσσει εκπληκτικά την αφηγούμενη ιστορία.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης μας αιχμαλώτισε αριστοτεχνικά και στους δύο ρόλους του, αφού δημιούργησε μια εξαίσια υποβολή, μια «ατμοσφαιρικότητα» στην επικοινωνία, μια αμφίδρομη και διαδραστική λειτουργία, που προκαλεί την αβίαστη συναισθηματική μέθεξη και ταύτιση του κοινού και την ανάπτυξη μιας σχέσης διάδρασης η οποία είναι πολύ πέρα από τη μονόδρομη μορφή της συμβατικής δράσης.

Ο εξαίρετος Χορός με τις πολυτάλαντες κοπέλες (Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου, Άννα Κλάδη, Άννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση, Μαρία Τζάνη) μετείχε σαν ένας ακόμη πρωταγωνιστής και μας θύμισε με την τέχνη του το ρόλο του παραμυθά στις παραδοσιακές κοινωνίες του παρελθόντος, όταν η προφορικότητα αποτελούσε τη μοναδική, ή τουλάχιστον την αναντικατάστατη ακόμα αξία του λόγου.

 

Οι συντελεστές

Απλά και εντυπωσιακά, λειτουργικά και πρωτοποριακά τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη. Πανέμορφα τα κοστούμια (του ιδίου) των τριών υποκριτών, διατηρώ ωστόσο μια επιφύλαξη για ορισμένα από τα κοστούμια του Χορού, καθώς τα βρήκα κάπως άνισα.

Απόλυτα επιτυχημένη η φροντίδα της κίνησης από την Αγγελική Τρομπούκη, με ζωντάνια, νεανικότητα και ανθρωπιά. Δημιουργικοί οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και υπέροχα λογοτεχνική η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Τη δε έξαρση και το πάθος του λόγου στήριξε εμπνευσμένα η μουσική του ιδιοφυούς Σταμάτη Κραουνάκη. Δεν πρέπει να παραλείψουμε βεβαίως και τη συμβολή του αξιόλογου ηθοποιού Αλέξανδρου Βάρθη (βοηθός σκηνοθέτη), της Άννας Λάκη στη μουσική διδασκαλία καθώς και των άλλων συντελεστών που βοήθησαν τοποθετώντας ένα μικρό ή μεγαλύτερο λιθαράκι.

Μια παράσταση δωρική, σεμνή, αλληγορική, αυτογνωσιακή και καλοχτισμένη. Αποχωρώντας αυτό που μας μένει είναι η αδικία της εξουσίας. Ο πόνος για μια Ιφιγένεια αθώα κι ανυποψίαστη, μικρή κι ασήμαντη, ένα χνούδι, ένα βελούδινο πλάσμα, ένα απαλό θύμα, που ξεκινάει αυτή με την εθελούσια θυσία της τη νικηφόρα εκστρατεία των άλλων εναντίον της Τροίας. …«τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως θα ‘λεγε και ο ποιητής.

 

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Κίνηση: Αγγελική Τρομπούκη

Βοηθός Σκηνοθετών: Αλέξανδρος Βάρθης

Μουσική Διδασκαλία: Άννα Λάκη

Βοηθός Σκηνογράφου: Βάσια Χριστοπούλος

B Bοηθός Σκηνοθετών: Μαρία Χανδρά

Ειδικός Σύμβουλος Λογοθεραπευτής: Hλίας Παπαθανασίου

  • Πρωταγωνιστούν

Αιμίλιος Χειλάκης

Αθηνά Μαξίμου

Λένα Παπαληγούρα

και οι Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου, Άννα Κλάδη, Άννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση, Μαρία Τζάνη.

  • Oι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Σταύρου Χαμπάκη

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -