Ο “Κύκλωπας” της σάτυρας, της σκληρότητας και της μοναξιάς από τον Παντελή Δεντάκη

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Tο σατυρικό δράμα, με το αντιτραγικό, αποθεωτικό και σαρωτικό περιεχόμενό του, λειτουργούσε ως μέσο ανακούφισης των θεατών από την ένταση και την αγωνία της τραγικής τριλογίας, αφού το όλο θέαμα τελείωνε με κάτι εύθυμο και ευχάριστο, που προκαλούσε τον γέλωτα.

Καθότι το σατυρικό δράμα συνυπήρχε με την τραγωδία, εφόσον στα Μεγάλα Διονύσια οι ποιητές διαγωνίζονταν με μια τετραλογία ο καθένας, τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα.
Παράλληλα, όμως, σκόπευε να επαναφέρει στην ατμόσφαιρα των δραματικών αγώνων το πνεύμα της διονυσιακής λατρείας. H κωμική επίθεση κατά της τραγωδίας παίρνει στο σατυρικό δράμα πολλές μορφές. Οι τραγικοί ήρωες αντιμετωπίζονται ως κωμικά πρόσωπα με υπερβολή στις εκδηλώσεις, όπως ο Hρακλής, με χαρακτηριστικές ιδιότητες την αδηφαγία και την οινοποσία, ο Oδυσσέας δολοπλόκος, ο Σίσυφος πανούργος, ο Eρμής θεός της κλοπής και της απάτης.
Στερεότυπα θέματα του σατυρικού δράματος είναι η υπερνίκηση γιγάντων, η κατατρόπωση τεράτων, οι ερωτικές ιστορίες, η μαγεία και το θαύμα, στοιχεία που θυμίζουν λαϊκά παραμύθια. Τόπος των δρωμένων είναι συνήθως η εξοχή, νησιά ή εξωτικοί χώροι.
Eλάχιστα δείγματα του είδους έχουν σωθεί συνολικά. Από τα πολλά έργα σώθηκε ολόκληρο μόνον ο «Kύκλωπας» του Eυριπίδη, καθώς και μεγάλο μέρος από τους «Iχνευτές» του Σοφοκλή.
Oι αρχαίοι ονόμαζαν μερικές φορές το σατυρικό δράμα και «δράμα σειληνικό». Tο σατυρικό δράμα ονομάστηκε έτσι από τους χορευτές που ήταν ντυμένοι Σάτυροι και συνοδεύονταν από τον πατέρα τους, το Σ(ε)ιληνό, ως τυπικό εκπρόσωπο της σατυρικής ομάδας.
Τα σατυρικά δράματα είχαν ορισμένα κοινά στοιχεία αλλά και διαφορές μεγάλες από τις τραγωδίες. Παρουσίαζαν και αυτά ένα μύθο, όχι απαραίτητα σχετικό με τον Διόνυσο. Στην πλοκή τους όμως έπρεπε να μετέχει ένας Χορός Σατύρων. Οι Σάτυροι και ο κορυφαίος τους Σιληνός ήταν ακόλουθοι του Διονύσου, κακόμορφοι, τραγοπόδαροι, με ουρές αλόγων, μέθυσοι, αθυρόστομοι, φοβητσιάρηδες, αναιδείς, αστείοι, χαζοχαρούμενοι και αχόρταγοι ερωτύλοι. Με τέτοιο Χορό τα σατυρικά δράματα φυσικό ήταν να έχουν κεφάτο, κωμικό χαρακτήρα, να γελοιογραφούν τα πρόσωπα και να παρωδούν τις μυθολογικές διηγήσεις.

Γυναικεία διανομή

Τον “Κύκλωπα” του Ευριπίδη, το μοναδικό ακέραια σωζόμενο σατυρικό δράμα, παρουσίασε ο Παντελής Δεντάκης, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2017. Με αποκλειστικά γυναικεία διανομή, και μάλιστα σπουδαία, διερεύνησε αυτόν τον άκρως αντρικό κόσμο, μέσα από τη γυναικεία φύση, τον ψυχισμό, τα εκφραστικά μέσα και το σώμα της γυναίκας.

Ύστερα από την επιτυχημένη πρεμιέρα της παράστασης στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Δάσους, στη Θεσσαλονίκη, ο «Κύκλωπας» του Παντελή Δεντάκη έφτασε στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, για δύο παραστάσεις, όπου και τον παρακολουθήσαμε την Παρασκευή, 21 Ιουλίου.

 

Ο μύθος

Ο μύθος του Κύκλωπα αντλείται από το γνώριμο επεισόδιο της 9ης Ραψωδίας της Ομηρικής Οδύσσειας, όπου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του παγιδεύονται στη σπηλιά του Κύκλωπα Πολύφημου. Το υλικό άλλωστε για ένα σατυρικό δράμα, όπως και για μια τραγωδία, το έπαιρναν από μια επική ή μυθική ιστορία, και η δράση του διεξαγόταν στο ύπαιθρο.
Ακόμα και σήμερα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, ιδίως την εποχή των Αποκριών, οι άνθρωποι σατιρίζουν τα δρώμενα με μεταμφιέσεις, προβιές και βαριές κουδούνες (π.χ. Μπούλες), για να αναπαραστήσουν τα αρχαία σατυρικά δρώμενα, ενώ, όπως εικάζεται, όλα αυτά είχαν ως πατέρα τον χοροδιδάσκαλο και ποιητή Πρατίνα.
Το σατυρικό δράμα πιστεύεται ότι ξεκίνησε από τον διθύραμβο, όπως η τραγωδία· από μια διαφορετική μορφή διθυράμβου, όπου ο Χορός χόρευε και τραγουδούσε ζωηρά και ξέγνοιαστα τραγούδια για τον οίνο και τον έρωτα. Με αυτή τη μορφή ο διθύραμβος είχε, φαίνεται, καλλιεργηθεί περισσότερο από τους Δωριείς. Προς το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα ο Πρατίνας τον μεταφύτευσε στην Αθήνα, όπου γρήγορα βρήκε τη θέση του ως σατυρικό δράμα δίπλα στην αδελφή του την τραγωδία.
Το διασκεδαστικό αποτέλεσμα του έργου δεν εξαρτάτο τόσο πολύ από τη δράση αυτή καθεαυτή, όπως συνέβαινε στην κωμωδία, αλλά μάλλον από τη σχέση του Χορού προς τη δράση. Αυτή η σχέση καθοριζόταν από την αχαλίνωτη, παιχνιδιάρικη, αυθάδη, αλλά συγχρόνως και δειλή φύση των Σατύρων.
Οι Σάτυροι ήταν ένα είδος «ζωανθρώπων» (ο Σοφοκλής στους «Iχνευτές» και ο Eυριπίδης στον «Kύκλωπα» τους αποκαλούν θήρες). Με κύριο χαρακτηριστικό τη λαγνεία τους, το πηγαίο ξέσπασμα της βιολογικής τους ζωτικότητας, προσωποποιούν τον οργασμό του φυτικού και ζωικού βασιλείου στην ανεξάντλητη αναπαραγωγικότητα. Καθώς δεν γνώριζαν κανέναν περιορισμό στα ασυγκράτητα ορμέμφυτά τους ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Νυμφών, που τις κυνηγούσαν μέσα στα δάση, κάποτε μάλιστα είχαν τολμήσει να παρενοχλήσουν και την ίδια την Ήρα.

Στη σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη ο χορός αυτός των Σατύρων, όχι μόνο εκπροσωπούσε το διονυσιακό στοιχείο, αλλά δημιουργούσαν με τον αχαλίνωτο ερωτισμό, την αμετροέπεια, την αφέλεια και τις απροσδόκητες αντιδράσεις τους, ένα ιδιαίτερο κλίμα ευθυμίας, με πολλές στιγμές καθαρόαιμα κωμικές.

Σάτιρα και σάτυρα

Θα πρέπει εδώ να λύσουμε μια παρεξήγηση και να τονίσουμε πως η λέξη σάτιρα προέρχεται από την ιταλική satira, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το λατινικό επίθετο satur-satura-satum, με αρχική ρίζα το λατινικό satis (αρκετά). Συνεπώς, αφού προέρχεται από ξένη γλώσσα γράφεται με τον πιο απλό τρόπο, δηλαδή όπως προφέρεται. Εδώ ο πιο απλός τρόπος γραφής είναι με -ι και όχι με -υ.

Ετυμολογία: σάτιρα < (ιταλική) satira < (λατινική) satira < (λατινική) επιθ. satur-satura-saturum < (λατινική) επιρρ. satis (=αρκετά)

Σημασία: Είδος της Λατινικής Ποίησης με ποικίλο (satur) αρχικά δραματικό και εν συνεχεία διδακτικό και συνήθως σατιρικό, σκωπτικό ή χλευαστικό περιεχόμενο. Πρωτογράφτηκε από τον Ρωμαίο ποιητή Έννιο και στη συνέχεια από τους Λουκίλιο, Οράτιο, Πέρσιο και Γιουβενάλη. Δεν έχει σχέση με το σατυρικό δράμα.
Η ποιητική συλλογή Σάτιρες του λατίνου ποιητή Γιουβενάλη γράφτηκε στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.
Λογοτεχνικό/θεατρικό είδος σε έμμετρο ή πεζό λόγο, στο οποίο διακωμωδούνται, παρωδούνται, καυτηριάζονται ή αναδεικνύονται δημόσια ή ιδιωτικά ήθη, χαρακτήρες, καταστάσεις και πρόσωπα.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, παραδείγματος χάριν, με τη χυμώδη σάτιρά του «Ο μπαμπάς ο πόλεμoς» κλείνει μια τριλογία, όπως αναφέρει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος (Κλειδιά και κώδικες θεάτρου II. Ελληνικό Θέατρο, εκδ. Εστία, Αθήνα 1984)

Η σάτυρα με –υ, όμως, προέρχεται ύστερα από παρετυμολογία, δηλαδή λανθασμένη ετυμολογία από τη λέξη σάτυρος και το σατυρικό δράμα. Όμως η λέξη σάτυρος και σατυρικό δράμα δεν έχουν καμία σχέση με τη σάτιρα ως διακωμώδηση.

Ο Σάτυρος ήταν, σύμφωνα με τη μυθολογία, ακόλουθος του Διονύσου. Μάλιστα απεικονίζεται συχνά με ουρά τράγου, μυτερά αφτιά και σε στύση. Μεταφορικά η λέξη σάτυρος χρησιμοποιείται για κάποιον άντρα που δεν ελέγχει τις ορμές του και προσβάλλει σεξουαλικά γυναίκα με χειρονομίες ή άλλες άσεμνες πράξεις.

Επιπρόσθετα ούτε το σατυρικό δράμα έχει σχέση με τη σάτιρα. Το σατυρικό δράμα είναι είδος δραματικής ποίησης αποκλειστικά ελληνικό που δημιουργήθηκε αλλά και καλλιεργήθηκε παράλληλα με τα άλλα δύο είδη του δράματος, την τραγωδία και την κωμωδία. Ονομάστηκε έτσι από τον χορό του δράματος αυτού που αποτελείτο από υποδυόμενους Σατύρους των οποίων η ωμή φυσικότητα και το αχαλίνωτο κέφι τους προσέδιδαν στο όλο δράμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Ενώπιον των ηρώων που έφεραν μεγαλοπρεπή περιβολή, η εμφάνιση των Σατύρων με τις προβιές και τα δερμάτινα ράκη δημιουργούσε στους θεατές μια αλλόκοτη και διασκεδαστική εντύπωση.
Η sătĭra από το λατινικό sătŭra δεν συνδέεται, λοιπόν, ούτε συγγενεύει με το ελληνικό Σάτυρος.

Κυριολεκτικά η λέξη «satur» είναι επίθετο τριγενές (satur, satura, saturum) που σημαίνει πλήρης τροφής, κορεσμένος, χορτάτος, αρκετός, ικανοποιητικός. Επί πραγμάτων σήμαινε το πλήρες, βαθύ, δυνατό, πλούσιο. Σκωπτικά με το «σατούρα» χαρακτήριζαν την έγκυο γυναίκα. Η ρίζα «sat» δημιούργησε τα Αγγλικά «saturated fats» (κεκορεσμένα λίπη), «satisfaction» (ικανοποίηση).

Όταν ο Λατίνος ποιητής Έννιος (Ennius, 239-169 π.Χ.) έγραψε το έργο του Saturae, ποικίλης θεματολογίας, κάτι αντίστοιχο με τα ελληνικά σύμμεικτα, το ονόμασε έτσι κατ’ αναλογία προς ένα πιάτο γεμάτο με ποικίλα εδέσματα που το έλεγαν (lanx) satura. Η έμμετρη σάτιρα με το σκωπτικό ύφος ως κριτική της ανθρώπινης μωρίας και διαφθοράς ήρθε αργότερα, με τα ποιήματα του Λουκίλιου, του Οράτιου και του Γιουβενάλη.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια η ορθογραφία της λέξης άλλαξε σε satira, μπερδεύτηκε η σάτιρα με τους δικούς μας σάτυρους και το σατυρικό δράμα, γραφόταν και satyra, χρησιμοποιείτο και το επίθετο satyricus για το σατιρικό και, όταν έφτασε κάποια εποχή η λέξη στην Αγγλία, έγραφαν έτσι κι αλλιώς συχνότατα τις λέξεις με «y» αντί για «i» και έγινε η πλήρης παρεξήγηση. Η διόρθωση, ότι η ρωμαϊκή σάτιρα δεν είχε σχέση με τους σάτυρους, έγινε το 1605, αλλά πέρασε πάνω από αιώνας για να καθιερωθεί στην Αγγλία η ορθογραφία satire. Τη διόρθωση την έχουμε κάνει κι εμείς, αλλά αν κρίνει κανείς από τα διαδικτυακά ευρήματα, μάλλον υπάρχει ακόμα σύγχυση.

 

Ο Χορός των Σατύρων

Κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ήταν ο Χορός των Σατύρων, τους οποίους οδηγούσε ο Σιληνός, όπως είπαμε. Άλλα χαρακτηριστικά του ήταν η κωμική πλοκή, το αίσιο τέλος, η ελεύθερη χρήση και συχνά η παρωδία μυθολογικών θεμάτων, καθώς και η περιστασιακή παρωδία θεμάτων από τις τραγωδίες που είχαν προηγηθεί, το εύθυμο ύφος, η μικρότερη έκταση (σε σχέση με την τραγωδία), η μεγαλύτερη χαλαρότητα στο μέτρο και βεβαίως η χαρακτηριστική όρχηση. Επίσης το δράμα δεν προοριζόταν για μια απλή απαγγελία αλλά για μία παράσταση ενός συγκλονιστικού γεγονότος, που εξελισσόταν σαν ζωντανή πραγματικότητα μπροστά στους θεατές.

Τα πρόσωπα του Ευριπίδη, στην παράσταση του Παντελή Δεντάκη, ο οποίος -όπως φάνηκε- έχει συλλάβει τέλεια το νόημα του σατυρικού δράματος, ακροβατούν ανάμεσα στην ελαφράδα, τη γελοιότητα, την πονηριά, τον καιροσκοπισμό, την ηθική παρακμή, την αγριότητα. Γελοιοποιούν και γελοιοποιούνται. Συντρίβουν και συντρίβονται. Και ο συγκεκριμένος Κύκλωπας με ευστροφία αναζητά την ισορροπία ανάμεσα στο σοβαρό και το γελοίο, ανάμεσα στο σπλάτερ και την κωμωδία.

Στην ορχήστρα του μικρού αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, του τόσο αγαπημένου, της φεστιβαλικής «αχιβάδας», είδαμε να μεταφέρεται ένας ωμός, βίαιος και γεμάτος εκρήξεις κόσμος. Ένας κόσμος αλληλοεξόντωσης και ανθρωποφαγίας, όπου το δίκαιο ορίζεται από τον εκάστοτε ισχυρό: στη χώρα των Κυκλώπων, ο ξένος δεν περιθάλπεται, δεν φιλοξενείται, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή κατασπαράσσεται. Εκεί δεν μπορείς να είσαι ούτε καλός ούτε κακός. Εκεί μπορείς να είσαι μόνο φοβισμένος και απελπισμένος ή σκληρός και ανελέητος.

Η υπόθεση

Ο Σιληνός και οι γιοι του, οι Σάτυροι, βγαίνουν στο πέλαγος για να κυνηγήσουν τους Τυρρηνούς ληστές που έκλεψαν τον Διόνυσο, αλλά ναυαγούν στο νησί των Κυκλώπων. Έτσι, από υπηρέτες του Βάκχου γίνονται βοσκοί και οικονόμοι του Πολύφημου.

Η ζωή τους κυλάει αργά και βασανιστικά, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται στην ακτή ένα ελληνικό καράβι, με τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Ο Σιληνός υποδέχεται θερμά τους ταξιδιώτες και ανταλλάσσει με κρασί, τα τυριά και τα κρέατα του αφέντη του. Όμως, μπροστά στον Πολύφημο, ο Σιληνός θα ισχυριστεί πως έχει πέσει θύμα κλοπής και άγριου ξυλοδαρμού από τους Έλληνες. Μάταια ο Οδυσσέας θα προσπαθήσει να πείσει τον Πολύφημο για το αντίθετο, ζητώντας του να σεβαστεί τους νόμους της φιλοξενίας. Ο Κύκλωπας θα οδηγήσει τους ξένους στη σπηλιά του και θα καταβροχθίσει δύο από αυτούς. Ο Οδυσσέας, μπροστά στον κίνδυνο, οργανώνει ένα σχέδιο εκδίκησης, που καταλήγει στην τύφλωση του Πολύφημου.
Ο Κύκλωπας, τυφλός πια, βγαίνει από τη σπηλιά απειλώντας να σκοτώσει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, που έχουν ήδη σαλπάρει παίρνοντας μαζί τους και τους Σάτυρους.

 

Από την Κυκλώπεια του Ομήρου

Το έργο κατά πάσα πιθανότητα γράφτηκε ανάμεσα στο 410 με 415 π.Χ., με άγνωστο το έτος που διδάχτηκε (παίχτηκε), ενώ δεν είναι γνωστό σε ποια τετραλογία ανήκε. Η υπόθεση του δράματος αντλείται από την ένατη ραψωδία της Ομηρικής Οδύσσειας και πραγματεύεται, με μια άλλη οπτική εξαιτίας της παρουσίας των Σατύρων, τη γνωστή περιπέτεια του Οδυσσέα με τον Πολύφημο.
Από την Κυκλώπεια του Ομήρου, παλιά ιστορία θριάμβου της ψυχραιμίας και της ανθρώπινης ευφυΐας κατά της κτηνωδίας ενός δράκου, ο Ευριπίδης επινόησε τη δική του ιστορία, τον Κύκλωπα, στην οποία πάλι η ευφυΐα νικά την κτηνώδη δύναμη. Μέσα σ’ αυτήν την ιστορία, που και στον Όμηρο κι εδώ την κάνει φοβερή η παρουσία του Κύκλωπα, ο Ευριπίδης πρόσθεσε τη δική του εισφορά, τους Σατύρους, αυτά τα αγρίμια των δασών, που με αυλούς και τύμπανα, με τραγούδια και πηδηχτούς χορούς και τούμπες, με τα αδιάκοπα αστεία καμώματά τους και τα απροσδόκητα λόγια τους δίνουν στο έργο μια νότα ζωηρή και το κάνουν ελαφρό και πεταχτό.
Δε βρήκε ο Ευριπίδης στους παλιούς θρύλους καμιά ιστορία στην οποία να υπήρχε σύγκλιση των Κυκλώπων με το Σιληνό και τους Σατύρους. Δική του δημιουργία είναι αυτή η συνάφεια που παρουσιάζεται σε αυτό το σατυρικό δράμα. Κατά νόμο σταθερό, Σάτυροι έπρεπε να αποτελούν το χορό σατυρικού δράματος. Ο Ευριπίδης πήρε λοιπόν το μύθο που τον βρίσκουμε στον ομηρικό ύμνο Διόνυσος ή λησταί, όπου γίνεται λόγος ότι πειρατές άρπαξαν τον Διόνυσο, και στον μύθο αυτόν πρόσθεσε το δικό του κατασκεύασμα, ότι οι Σάτυροι έσπευσαν με πλοίο να τον βρουν και να τον ελευθερώσουν και ότι παρασυρμένοι από σφοδρό άνεμο έπεσαν στη χώρα των Κυκλώπων, όπου ο Πολύφημος τους έκανε σκλάβους του. Αυτά όλα ο Ευριπίδης τα έσμιξε με μερικά στοιχεία από την Ομηρική Κυκλώπεια και έτσι προέκυψε το σατυρικό του δράμα.
Στον «Κύκλωπα» κεντρικός άξονας της δραματουργίας είναι η σύγκρουση του πρωτόγονου ενστίκτου, που εκφράζει ο Πολύφημος, με την πολιτισμένη κοινωνία, που εκπροσωπεί ο Οδυσσέας. Η παρουσία των Σατύρων στο Χορό του δράματος εντάσσει τους ήρωες σε ένα διονυσιακό περιβάλλον, υπογραμμίζοντας έτσι την εύθυμη πλευρά τους.

Πρωτογονισμός

Η τραχύτητα και η βαναυσότητα αποτελούν χαρακτηριστικά των Κυκλώπων στο σύνολό τους. Οι Κύκλωπες είναι ανθρωποφάγοι, κατοικούν σε βαθιές σπηλιές και τρέφονται με τα προϊόντα που παράγει η γη από μόνη της, χωρίς να την καλλιεργούν. Δεν πιστεύουν στους θεούς, δεν έχουν νόμους και οργανωμένη πολιτεία, ναυτιλία και κοινωνική οργάνωση, γι’ αυτό κατοικούν αποξενωμένοι ο ένας από τον άλλο.

Χαρακτηριστικό δείγμα και ενσάρκωση αυτού του τρόπου ζωής αποτελεί ο Πολύφημος. Μέσα από τους στίχους του Ομήρου προβάλλεται ως το σύμβολο της βαρβαρότητας και του πρωτογονισμού. Μάλιστα, ο ποιητής επιλέγει να αφηγηθεί την περιπέτεια στο νησί των Κυκλώπων, όταν ο Οδυσσέας φιλοξενείται πλουσιοπάροχα από τους Φαίακες και μέσα σε μια εορταστική ατμόσφαιρα. Με τον τρόπο αυτό η απολίτιστη συμπεριφορά του Πολύφημου δίνεται ακόμη εμφατικότερα.
Μπορεί εκ πρώτης όψεως το σατυρικό δράμα να δείχνει ελκυστικά απλοϊκό, κατά βάθος, όμως, είναι εξαιρετικά υπαινικτικό.
Ο Πολύφημος του Ευριπίδη είναι ένας υπεράνθρωπος με θεϊκή καταγωγή (γιος του Ποσειδώνα), αλλά και με χαρακτηριστικά ενός απάνθρωπου κτήνους. Ανόσιος, δυσσεβής, δεσποτικός, κρατάει ως δούλους του τους σατύρους, οι οποίοι τον υπηρετούν καταναγκαστικά και υποφέρουν από τις σεξουαλικές ορέξεις του.

Με «άξενον στέγην» και «γνάθον ανδροβρώτα», χωρίς ηθικούς κανόνες, χωρίς διάλογο, χωρίς αισθήματα φιλοξενίας, αλληλεγγύης και κοινωνικότητας, με ανθρωποφάγο βουλιμία δεν παραδέχεται τη δύναμη των θεών, θεωρεί τους νόμους ανόητες ανθρώπινες επινοήσεις. Ζει μόνο για την τέρψη του και θυσιάζει για να ικανοποιήσει την κοιλιοδουλία του.
Τον βαραίνει όχι μόνο η πρωτόγονη φύση του, αλλά και η υποταγή του στο πεπρωμένο, η μοιρολατρία του, η οποία και μπορεί να καθορίζει το μέλλον του, όπως σε κάθε τραγικό πρόσωπο.
Το τραγικό δεν απέχει από μια αλαζονική μοναξιά κυρίως αν είναι παγιωμένο και ο Κύκλωπας είναι ανήμπορος να καθορίσει την ύπαρξή του στην πορεία της ζωής του.
Χωρίς ελπίδα, κλειστός απέναντι σε κάθε λόγο, δεν μπορεί να απαλλαγεί από το πεπρωμένο του, το ουσιαστικό δράμα της μοίρας του, την απόλυτη απουσία ελέους, αδελφοσύνης και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινα συναισθήματα.

Το κτήνος, άνθρωπος

Όμως ο Ευριπίδης μέσω του λόγου του άλλου μεταμορφώνει το κτήνος σε άνθρωπο. Κι αυτό συντρίβεται, πονά, θρηνεί, εκφράζει συναισθήματα, αποζητά τη βοήθεια ή τη συμπόνια των άλλων, ταπεινώνεται και συνειδητοποιεί την ήττα του.
Η ανυπομονησία, η παθητικότητα, η επιθετικότητα, το αίσθημα της απληστίας, η ζηλοφθονία, ο ναρκισσισμός, η θλίψη, η απαισιοδοξία, η «αδυναμία» ενηλικίωσης, η εξαρτητική συμπεριφορά, οι δυσκολίες στην ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων με άλλα άτομα, το αίσθημα του ανικανοποίητου, η τάση για διχόνοια, η ηττοπάθεια αλλά και η τόλμη είναι μόνο μερικά από τα θέματα που μπορώ να σκεφτώ από όσα ο μέγας Ευριπίδης πραγματεύεται στον «Κύκλωπα».

 

Οι ερμηνείες

Τα πρόσωπα του Ευριπίδη αποδόθηκαν με λιτά μέσα, με δυναμικότητα και ορμή, σε μια αντιστροφή επιλογής των ανδρικών ρόλων, μιας και αυτοί ανατέθηκαν σε γυναίκες.
Η Στεφανία Γουλιώτη (Κύκλωπας) απέδειξε για μια ακόμα φορά το μέγεθός της ως ηθοποιός. Το πηγαίο ταλέντο της, η τόλμη της, η δυναμική της και η υποκριτική νοημοσύνη της κατέκτησαν το κοινό.
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, με ζωντανή παρουσία περίπου 45 λεπτά πριν από την παράσταση, στη σκηνή και το κοίλον επιδεικνύοντας τα «προσόντα» του Σιληνού, ήταν μια απόλαυση. Χαριτωμένη, με αίσθηση του χιούμορ, χυμώδης, με ευρήματα και συνειρμούς. Εκπληκτική.
Σε υψηλά επίπεδα έφτασε και η Άννα Καλαϊτζίδου, που με δημιουργική πνοή και οξύνοια έδωσε έναν εξαίρετο κι ευρηματικό Οδυσσέα.

Ο Χορός έφερε το απαραίτητο βακχικό στοιχείο της ιστορίας. Μερικά από τα πιο ταλαντούχα κορίτσια της νέας φουρνιάς του θεάτρου μας τον απαρτίζανε. Οι Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου (Σάτυροι), Έφη Ρευματά (Κομπάρσος) στάθηκαν επάξια στην ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου. Γυμνόστηθες, με εφηβικό κορμί και εξοπλισμένες με τον παραδοσιακό φαλλό, παρέπεμπαν θαυμάσια σε ανδρόγυνες, ερμαφρόδιτες μορφές. Θαυμάσαμε ένα Χορό με πληθωρικότητα, σαρκαστική διάθεση, φρεσκάδα, πάθος και ζωντάνια. Έντονο και ασυγκράτητο.

Οι συντελεστές

Πολύτιμους συμπαραστάτες βρήκε στην υλοποίηση της παράστασής του ο Παντελής Δεντάκης τον Ερμή Μαλκότση με τη γεμάτη φαντασία και διονυσιασμό επιμέλεια κίνησης. Τις υπαινικτικές, σπινθηροβόλες, με έμπνευση μουσικές επιλογές του Λευτέρη Βενιάδη. Την ωραία δουλειά που έκανε στα σκηνικά – κοστούμια η Γεωργία Μπούρδα -επινοητική, λειτουργική και ευσυνείδητη. Τους καίριους φωτισμούς του λαμπρού καλλιτέχνη Σάκη Μπιρμπίλη. Τη λογοτεχνική και εύρυθμη μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα.

Η παράσταση έκλεισε με τον μονόλογο της Στεφανίας Γουλιώτη, όπου ο Κύκλωπας δεμένος στον βράχο και τυφλός πια, απαγγέλλει το Ειδύλλιο προς τη Γαλάτεια (Θεόκριτος) στην πιο ποιητική στιγμή του «Κύκλωπα». Στο φινάλε της παράστασης, πυροτεχνήματα φώτισαν τη θάλασσα, δίνοντας την αίσθηση του Οδυσσέα που το σκάει από το νησί με το καράβι του και θυμίζοντας Ανάσταση σε νησιώτικο περιβάλλον.

Η ανθρωποφαγική φύση

Έργο οξύ και πικρό σίγουρα ο «Κύκλωπας». Μιλάει για την ανθρωποφαγία κυριολεκτικά αλλά και για την ανθρωποφαγική φύση του ανθρώπου μεταφορικά. Για την αυτοκαταστροφική πορεία του ανθρώπινου γένους. Για τον άνθρωπο που τρώει τις σάρκες του άλλου, αλλά και τις δικές του. Έργο άγριο και τόσο σκληρό όσο και η χρονική στιγμή που ζούμε.
Εμφανίζει τον Πολύφημο ως πλάσμα με άγρια ένστικτα, αλλά και με μια κοσμοθεωρία την οποία υπερασπίζεται και νοητικά και θεωρητικά. Από την άλλη ο Οδυσσέας δεν είναι μόνο το θύμα, ο ικέτης που φτάνει σε έναν ξένο τόπο και ζητάει βοήθεια. Είναι και ο πολεμιστής που έχει λεηλατήσει, ληστέψει και κατακάψει, εκδικητικός, άρπαγας και άπληστος. Αντιστοίχως και ο Σιληνός δεν είναι μόνο ο συμπαθητικός και καταπιεσμένος ήρωας, αλλά κι αυτός που προσπαθεί καιροσκοπικά να επιβιώσει, να ξεφύγει, να παζαρέψει την τύχη του και τις υπηρεσίες του.
Ο «Κύκλωπας» του Παντελή Δεντάκη ήταν μια παράσταση που χαρήκαμε, που βιώσαμε, που χειροκροτήσαμε αυθόρμητα. Παράσταση αισθητικής χαράς και ενδιαφέροντος προβληματισμού.

  • Με τον ίδιο τίτλο σώζεται αποσπασματικά ένας διθύραμβος του Κυθήριου ποιητή του 4ου π.Χ. αιώνα Φιλόξενου. Ο Θεόκριτος σε δύο ειδύλλια, το 6ο και το 11ο κατά σειρά, έχει ως κεντρικό θέμα του τον Κύκλωπα Πολύφημο, ενώ από το ίδιο πρόσωπο εμπνέεται και ο Καλλίμαχος σε ένα επίγραμμά του από το 12ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας.
  • Στο κείμενο της παράστασης έχουν προστεθεί αποσπάσματα από την Οδύσσεια του Ομήρου και από το Ειδύλλιο ΙΑ’ (Κύκλωψ) του Θεόκριτου, σε μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα. Ο θεοκρίτειος Πολύφημος στέκει στον αντίποδα του ομηρικού. Από παραδοσιακή μορφή του έπους μεταβάλλεται σε ένα ταπεινό πλάσμα που, ενώ διατηρεί το παρουσιαστικό του τέρατος, έχει αποκτήσει ανθρώπινες ευαισθησίες, πάθη και αδυναμίες.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Επιμέλεια κίνησης: Ερμής Μαλκότσης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Έφη Ρευματά, Θανάσης Ζερίτης
Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Μυρτώ Κοσμοπούλου
Κατασκευή Σκηνικού: Νίκος Δεντάκης
Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου
Φωτογραφίες πρόβας: Βάσια Αναγνωστοπούλου
Ηχογράφηση-μίξη: AUX Studio – Παναγιώτης Παρασκευαΐδης

Ερμηνεία: Στεφανία Γουλιώτη (Κύκλωπας), Άννα Καλαϊτζίδου (Οδυσσέας), Αλεξάνδρα Αϊδίνη (Σιληνός), Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου (Σάτυροι), Έφη Ρευματά (Κομπάρσος)

– Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions / Γιολάντα Μαρκοπούλου, Βίκυ Στρατάκη
Παραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Παραστάσεις: Παρασκευή, 21 & Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017 / με αγγλικούς υπέρτιτλους

  • Ο Κύκλωπας του Ευριπίδη θα παρουσιαστεί για μία και μοναδική παράσταση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, την Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017.
  • Ώρα Έναρξης: 21.00Εισιτήρια:
    Ζώνη VIP: 40 ευρώ
    Ζώνη Α: 30 ευρώ
    Ζώνη Β: 25 ευρώ
    Ζώνη Γ: 20 ευρώ (κανονικό) & 15 ευρώ (άνω των 65 ετών)
    Άνω Διάζωμα: 15 ευρώ
    Φοιτητικό, Παιδικό, Ανέργων: 10 ευρώ

 

“Κύκλωπας” – Μερικές από τις παλαιότερες εμβληματικές παραστάσεις:

1934 / Φώτος Πολίτης / Αιμίλιος Βεάκης

1959 / Αλέξης Σολομός / Παντελής Ζερβός

1974 / Σπύρος Ευαγγελάτος / Γρηγόρης Βαφιάς

2001 / Γιάννης Ρήγας /  Κώστας Καζάκος

2013 / Βασίλης Παπαβασιλείου / Δημήτρης Πιατάς

Δύο από τα τραγούδια που ακούγονται και οι στίχοι τους

  • Η δουλειά κάνει τους άντρες

1968

Στίχοι:  Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Τραγούδι: Γιάννης Καλατζής

***

Το πλαστό το πασαπόρτι

σαν και την καρδιά σου μόρτη

σαν την κάλπικη καρδιά σου

τη σκληρή

 

Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες

η δουλειά κάνει τους άντρες

το γιαπί το πιλοφόρι το μυστρί

 

Ρημαδιό ζωή και σπίτι

απ’ τα χούγια σου αλήτη

που μετράς το αντριλίκι

με βρισιές

 

Μη βροντοχτυπάς τα ζάρια

όσοι είναι παλληκάρια

τη ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές

 

  • Τζαμάικα

1971

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Τραγούδι: Γιάννης Καλατζής

***

Κάθε πρωί που κίvαγα vα πάω στη δουλειά

φεύγανε σαv πουλιά τα ψαροκάικα

κάθε πρωί σκαρώvαμε μαζί με το Μηvά

ταξίδια μακριvά ως τη Τζαμάικα

 

Κι αρμεvίζαμε στα πέλαγα αγάπη μου παλιά

κι ύστερα το βραδάκι μεθυσμεvάκι στα καπηλειά

σ’ έπιvα κοριτσάκι σαv το κρασάκι γουλιά γουλιά

 

Χρόvια στο μεροκάματο κοπίδι και σφυρί

έφτιαξα έvα σκαρί για το χατίρι σοu

σκάλισα στηv πρυμάτσα του γοργόvα θαλασσιά

κι έγιvα μια βραδιά καραβοκύρης σου

 

Κι αρμεvίζαμε στα πέλαγα αγάπη μου παλιά

κι ύστερα το βραδάκι μεθυσμεvάκι στα καπηλειά

σ’ έπιvα κοριτσάκι σαv το κρασάκι γουλιά γουλιά