Γιάννης Ρίτσος, “Φιλοκτήτης”

 

(Καλοκαιριάτικο απόγευμα. Σε μιαν ερημική ακρογιαλιά νησιού — ίσως της Λήμνου. Τα χρώματα σβήνουν λίγο λίγο. Ένα καράβι αραγμένο στο βραχώδη ορμίσκο. Ακούγονται οι φωνές και τα γέλια των ναυτών που λούζονται, γυμνάζονται, παλεύουν, λίγο πιο κάτω. Εδώ, έξω από μια βραχοσπηλιά, διαμορφωμένη σε κατοικία, κάθονται δυο άντρες — ο ένας ωραίος, γενειοφόρος, ώριμος, με αρρενωπή, πνευματική μορφή· ο άλλος, γεροδεμένος νέος, με φλογερά, ερευνητικά κι ερωτικά μάτια. Έχει κάτι απ’ τα χαρακτηριστικά του Αχιλλέα, μα κάπως πιο εκπνευματωμένα, σα να ’ναι ο γιος του, ο Νεοπτόλεμος. Ένα φτενό, αφανές φεγγάρι, μετακινείται αόριστα κι αργά κάπου στον ουρανό, ασημί, μέσα στις παρατεταμένες τριανταφυλλιές και μενεξελιές ανταύγειες του ηλιοβασιλέματος. Φαίνεται πως ο ώριμος άντρας, ύστερ’ από χρόνια μόνωσης και σιωπής, είχε μιλήσει πολύ στον Νέο, σ’ αυτόν τον απροσδόκητο επισκέπτη του, που ’χε φτάσει μόλις πριν δυο ώρες, και τώρα σωπαίνει πάλι, βαθύς, κορεσμένος, κουρασμένος από μιαν άλλη, ανώφελη κι αυτήν, μα ανθρώπινη, κούραση και θλίψη. Μια αόριστη τύψη σκιάζει το ευρύ μέτωπό του. Ωστόσο παρατηρεί ακόμη το εξαίσιο πρόσωπο του Νέου, σαν κάτι να περιμένει. Στο βάθος της σπηλιάς αντιλαμπίζουν πότε πότε τα όπλα του — η μεγάλη καλοδουλεμένη ασπίδα του με παραστάσεις απ’ τους άθλους του Ηρακλή, και τα τρία φημισμένα του δόρατα — μοναδικά στο είδος τους. Ο Νέος, σα να παίρνει μια δύσκολη απόφαση, αρχίζει να μιλάει):

Σεβάσμιε φίλε, ήμουν βέβαιος για τη βαθιά σου κατανόηση. Εμείς οι νεότεροι
που κληθήκαμε, όπως λένε, την ύστατη στιγμή για να δρέψουμε τάχα
τη δόξα την ετοιμασμένη με τα δικά σας όπλα,
με τις δικές σας πληγές, με το δικό σας θάνατο,
γνωρίζουμε κι εμείς κι αναγνωρίζουμε, κι έχουμε, ναι, κι εμείς τις πληγές μας
σ’ άλλο σημείο τού σώματος — πληγές αθώρητες,
χωρίς το αντίβαρο της περηφάνιας και του αξιοσέβαστου αίματος
του χυμένου ορατά, σε ορατές μάχες, σε ορατά αγωνίσματα.

Μια τέτοια δόξα ας μας έλειπε· — ποιός τους την ζήτησε;
Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας, πληρώνοντας
τα χρέη και τις υποθήκες άλλων. Μήτε καν προφτάσαμε
να δούμε μιαν αυγή ένα ήσυχο χέρι ν’ ανοίγει το παράθυρο απέναντι
και να κρεμάει απέξω, στην πρόκα του τοίχου, ένα κλουβί καναρίνια
με τη σεμνότητα μιας περιττής κι αναγκαίας χειρονομίας.

Όλες οι ομιλίες των μεγάλων, για νεκρούς και για ήρωες.
Παράξενες λέξεις, τρομερές, μας κυνηγούσαν ώς μέσα στον ύπνο μας
περνώντας κάτω απ’ τις κλεισμένες πόρτες, απ’ την αίθουσα των συμποσίων
όπου άστραφταν ποτήρια και φωνές, κι ένας πέπλος
αόρατης χορεύτριας κυμάτιζε αθόρυβα
σαν ένα διάφανο, στροβιλιζόμενο χώρισμα
ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Αυτή η παλλόμενη
ρυθμική διαφάνεια του πέπλου, παρηγορούσε κάπως
τις παιδικές μας νύχτες, αραιώνοντας τις σκιές των ασπίδων
που γράφονταν στους άσπρους τοίχους με τ’ αργό φεγγαρόφωτο.

Μαζί με τη δική μας την τροφή ετοιμάζανε
και την τροφή των νεκρών. Την ώρα του γεύματος
έπαιρναν πάνω απ’ το τραπέζι υδρίες με μέλι και με λάδι
και τις μετέφεραν σ’ άγνωστους τάφους. Δεν ξεχωρίζαμε
τους αμφορείς του κρασιού απ’ τις νεκρικές ληκύθους. Δε γνωρίζαμε
ποιό το δικό μας και ποιό των νεκρών. Ένας χτύπος
του κουταλιού μες στο πιάτο, ήταν ένα άξαφνο δάχτυλο
επιτιμητικό, που μας χτυπούσε στον ώμο. Στρέφαμε να δούμε. Τίποτα.

Απέξω απ’ τις κρεβατοκάμαρές μας τύμπανα και σάλπιγγες,
κόκκινες σπίθες και μουγγές σφυριές σε μυστικά σιδηρουργεία
όπου νυχτοήμερα σφυρηλατούσαν ασπίδες κι ακόντια,
κι άλλες σφυριές σε υπόγεια εργαστήρια
για προτομές κι ανδριάντες πολεμικών θεών, πολεμικών ανθρώπων, κι όχι διόλου
αθλητών και ποιητών· μαζί κι εκατοντάδες επιτύμβιες στήλες
με ωραίους, γυμνούς εφήβους, πάντοτε όρθιους,
μεταμφιέζοντας, με την κάθετη στάση τους,
το αιώνια οριζόντιο της νεκρότητας. Μονάχα, πότε πότε,
έγερναν το κεφάλι, καμπυλώνοντας ελαφρά τον αυχένα,
σαν άνθος σε χείλος γκρεμού· κι ο γκρεμός δε φαινόταν· — οι τεχνίτες
είχαν μάθει (ή μήπως τάχα τους το επέβαλλαν;)
να παραλείπουν γκρεμούς και κάτι τέτοια.

Ήταν ένας μακρύς, λευκός διάδρομος (κι απόμεινε έτσι)
ντυμένος όλος μ’ επιτύμβιες στήλες. Κι ούτε επιτρεπόταν
ν’ αργοπορήσουμε για λίγο το βλέμμα στα εύγραμμα μέλη τους
ή στους μαρμάρινους βοστρύχους που έπεφταν κάποτε στο μέτωπό τους
σαν φυσημένοι απ’ τα χείλη ενός αιφνίδιου, μυροφόρου ανέμου
σ’ ένα πάγχρυσο, θερινό μεσημέρι, — θαρρώ, ναι, πως ευώδιαζε
λεμονανθούς και ζεσταμένη απ’ τον ήλιο λυγαριά. Μεγάλα πρότυπα
μας κληροδότησαν· —ποιός τους τα ζήτησε;— ας μας άφηναν
μέσα στο ελάχιστο, στο δικό μας ελάχιστο· δε θέλουμε
να μετρηθούμε μ’ αυτά· — τί κερδίσατε άλλωστε; τί κερδίσαμε;

Καταλαβαίνω τη δική σου ευγενική αποχώρηση, σεβάσμιε φίλε,
μ’ ένα πρόσχημα κοινά παραδεκτό — πόνος του σώματος,
όχι του πνεύματος ή της ψυχής· — καλό πρόσχημα
το δάγκωμα εκείνο του φιδιού (μήπως το φίδι της σοφίας;)
να μείνεις μόνος και να υπάρξεις, —εσύ, κι όχι ένας άλλος—
να μην υπάρξεις έστω, κουλουριασμένος σ’ έναν κύκλο,
καθώς το φίδι δαγκώνοντας την ουρά του. (Συχνά κι εγώ το επιθύμησα.)

Κι ίσως να μελετούσες μες στη μόνωσή σου μιαν εκδίκηση,
μιαν αναγνώριση δική σου ή, τουλάχιστον, την αναγνώριση
της σημασίας των όπλων σου. Και, ιδού που δικαιώθηκες· —
δε θέλω να κρυφτώ —γι’ αυτά έχω έλθει, όπως το μάντεψες—
αυτά θα δώσουν επιτέλους τη νίκη στους Έλληνες,
(ρητός ο χρησμός:) αυτά, με το δικό μου χέρι.

Όμως εγώ, ήρθα πρώτα για σένα. Κι ούτε θα τα δεχόμουν τα όπλα σου
σαν αντάλλαγμα της αναγνώρισής μου ή σαν αντάλλαγμα
στη σωτηρία που σου προσφέρω: να σε πάρω μαζί μου στα καράβια μου
μ’ όλες τις αθεράπευτες πληγές σου, μ’ όλη σου τη μοναχικότητα — ποιά σωτηρία;
Πολύ τα συνηθίζουν τώρα κάτι τέτοια λόγια —τα μάθαμε·—
τί να πούμε; — δεν προφταίνει κανένας να δει και να μιλήσει.

Λαμπαδηδρόμοι τρέχουν μες στη νύχτα. Οι πυρσοί χρυσώνουν τους δρόμους.
Για μια στιγμή τ’ αγάλματα των θεών φωτίζονται πάλλευκα
σαν πόρτες ανοιχτές σε τείχη θεόρατα. Ύστερα
πέφτει η σκιά των πέτρινων χεριών τους σκεπάζοντας το δρόμο.
Κανένας πια δεν ξεχωρίζει τίποτα. Είδα ένα βράδυ
αλλόφρονα πλήθη να σηκώνουνε κάποιον στους ώμους τους
επευφημώντας τον. Μια δάδα έπεσε πάνω του.
Πήραν φωτιά τα μαλλιά του. Αυτός δε φώναξε.
Ήταν απ’ ώρα νεκρός. Τα πλήθη σκόρπισαν. Απόμεινε
το βράδυ καταμόναχο, δαφνοστεφές, με τα χρυσά φύλλα των άστρων.

Η εκλογή, θαρρώ, ακατόρθωτη — κι ανάμεσα σε τί; Θυμάμαι
όταν ήμουν παιδί· — απ’ τους ξενώνες του σπιτιού μας μ’ έφταναν
οι ωραίες, αρρενωπές φωνές των ξένων,
λίγο πριν απ’ τον ύπνο, την ώρα που θα γδύνονταν· — και, βέβαια,
κείνη την ώρα θα ξεχνούσαν σχέδια πολεμικά κι αγώνες και φιλοδοξίες,
σάρκινοι μες στη γύμνια τους, ερωτικοί κι αθώοι,
καθώς θ’ αγγίζαν, κατά λάθος ίσως, τα ίδια τους τα στήθη,
κι αργοπορούσαν στην άκρη της κλίνης μ’ ανοιχτά σκέλη,
ξεχνώντας μες στις ζεσταμένες φούχτες τους τα γόνατά τους,
ώσπου ν’ αποτελειώσουν μια μικρή, χαρούμενη ιστορία
διανθισμένη με τα γέλια τους και με των κρεβατιών το τρίξιμο.

Εγώ, τ’ άκουγα τότε απ’ το διάδρομο, καθώς, κρυφά, περιεργαζόμουνα
τα στίλβοντα σπαθιά και τις ασπίδες τους
ακουμπισμένες στον τοίχο, αντανακλώντας μυστικά το φεγγαρόφωτο
που ’πεφτε απ’ την τζαμόπορτα· — κι ένιωθα τόσο μόνος κι αμήχανος
σα να ’ταν κείνη τη στιγμή να διαλέξω για πάντα
ανάμεσα στο γέλιο τους και στα όπλα τους (που ήταν δικά τους και τα δυο). Φοβόμουνα κιόλας
μη σηκωθεί τη νύχτα ο πατέρας και με βρει στο διάδρομο
ν’ αγγίζω κείνα τα περίεργα όπλα — προπάντων
μην καταλάβει πως άκουσα το γέλιο τους, μην καταλάβει
το μυστικό μου δίλημμα. Καθόλου δεν πλησίαζα τους ξενώνες·
άκουγα μόνο τις φωνές των ξένων
σα να περνούσαν διαδοχικές στοές — μια στο σκοτάδι
και μια στο φως — συχνά πνιγμένες στους θορύβους
απ’ τις οπλές των αλόγων, έξω, στο προαύλιο· — κάποτε μάλιστα τρόμαξα
από ’ναν ίσκιο μεγάλο που ’πεσε μπρος στα πόδια μου, — ένα άλογο
στεκόταν στην τζαμόπορτα και κοίταζε μέσα
ισκιώνοντας τις σφυρήλατες παραστάσεις των ασπίδων.

Έτσι μεγάλος ήταν κι ο ίσκιος του πατέρα· σκίαζε ολόκληρο το σπίτι,
έκλεινε πόρτες και παράθυρα από πάνω ώς κάτω,
και κάποτε θαρρούσα πως για να δω τη μέρα
θα ’πρεπε να περάσω το κεφάλι μου κάτω απ’ τα σκέλη του· —
αυτό με τρόμαζε ιδιαίτερα — τ’ άγγιγμα των μηρών του στον αυχένα μου. Προτιμούσα
να μένω μες στο σπίτι, στο αγαθό μισόφωτο των δωματίων,
ανάμεσα στα υπάκουα έπιπλα, με την πειθήνια αφή των παραπετασμάτων,
κι άλλοτε μες στην έρημη αίθουσα των αγαλμάτων, — αγαπούσα τους κούρους.

Κει μέσα βασίλευε δροσιά και σιωπή, την ώρα που έξω
στους ελαιώνες και στ’ αμπέλια, φρενιάζαν τα τζιτζίκια
μες στο καυτό, μαλαματένιο μεσημέρι. Στο δάπεδο
διασταυρώνονταν πράες, συμφωνημένες, οι σκιές των αγαλμάτων
σχηματίζοντας διάφανους, γαλάζιους ρόμβους· και κάποτε
ένα μικρό ποντίκι, ξεθαρρεμένο από την ησυχία,
περνούσε αργά πάνω στα πόδια των κούρων, σταματούσε,
παρατηρούσε με δυο σταγόνες λάδι, όλο υποψία, τα στενόμακρα παράθυρα
στυλώνοντας το οξύ του ρύγχος, σα μαλακό βέλος, προς το απόλυτο,
εξ ονόματος όλων των μαρμαρωμένων — ο μικρός συνεταίρος τους.

Ο πατέρας δεν αγαπούσε τ’ αγάλματα. Ποτέ δεν τον είδα
να στέκεται μπροστά σε κάποιο· — ίσως κιόλας ο ίδιος
να ’τανε τ’ άγαλμα του εαυτού του, ένα άγαλμα χάλκινο
αγέρωχου, απλησίαστου ιππέα. Και μόνον
η φιλία του εκείνη με τον Πάτροκλο
τον έφερνε κάπως κοντά μου, σα να κατέβαινε
με φαρδιές δρασκελιές απ’ το βάθρο του
και να χάνονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Μου φαινόταν παράξενο
πώς δεν ακούγονταν καθόλου τρίξιμο
απ’ τις κλειδώσεις των χάλκινων γονάτων του.

Κι η μητέρα, ένας ίσκιος κι αυτή, διάφανος ίσκιος,
ανάλαφρος και μακρινός — μια τρυφερότητα παρούσα
μέσα στη διαρκή απουσία της. Οι άντρες,
γυρίζοντας απ’ το κυνήγι, λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι,
βλέπαν, πίσω απ’ τα δέντρα, το δυτικό παράθυρο
σαν κρεμασμένο απ’ τα κλαδιά, μετέωρο, μόνο του,
κι εκεί, μέσα στη σκοτεινή κορνίζα του, η μητέρα,
σαν κρεμασμένη κι αυτή, να κοιτάζει
μακριά, το λιόγερμα, σα φλωροκαπνισμένη. Οι άντρες νόμιζαν
πως τους περίμενε, πως έτρωγε το δρόμο. Πολύ αργότερα
το νιώσαμε πως έλειπε, πως ήταν στ’ αλήθεια κρεμασμένη.

Στο πρόσωπό της, ο ίσκιος του σκοινιού διακρίνονταν αδιόρατα,
καθώς, μόλις ακούγονταν οι κυνηγοί κάτω στο δρόμο,
διόρθωνε την έκφρασή της, διώχνοντας με το χέρι της
έναν κατάμαυρο βόστρυχο που της έπεφτε τάχα στα μάτια· —
τον ίσκιο εκείνου του σκοινιού παραμέριζε· — αργότερα το μάθαμε,
όταν ακούγονταν πάνω απ’ τη λίμνη το τελευταίο κέρας, μέσα στο λυκόφως,
όταν έπεφτε λίγος σουβάς απ’ την πρόσοψη του σπιτιού εντελώς αθόρυβα
κι άχνιζε ολόκληρος ο κάμπος ρόδινος και χρυσός με τα γαλάζια φάσματα των δέντρων,
και τα σκυλιά, παρότι κουρασμένα, με τις γλώσσες τους έξω,
ελαφροπάταγαν σα ν’ ανηφόριζαν στον ουρανό, μέσα σ’ έκσταση.

Σε λίγο, γέμιζε η εσπέρα από στιλπνές, πολύχρωμες φτερούγες
σκοτωμένων πουλιών, εκεί στο πέτρινο υπαίθριο τραπέζι,
με τις πιατέλες γεμάτες μαβιά, κεχριμπαρένια, κόκκινα σταφύλια
και δροσερό νερό του πηγαδιού. Κι η μητέρα χαμογελούσε περίλυπη:
«Είδες που μου ήθελες να ’σαι πουλί;» μου έλεγε,
κι έδινε εντολή στις υπηρέτριες να μαδήσουν τα πουλιά για το δείπνο
στην πίσω αυλή, εκεί που κιόλας η σκιά του βουνού
έπεφτε σα λιωμένο, σπιθοβόλο σίδερο, και τα πελώρια κυπαρίσσια,
αυστηρά, σκοτεινά και φιλέρημα,
έπαιρναν μια βουβή, ανεξήγητη πρωτοβουλία.

Κείνη την ώρα, οι άντρες, ιδρωμένοι, σκονισμένοι απ’ το κυνήγι,
με κάτι χνούδια αγκαθιών στα μαλλιά τους,
με λεκέδες απ’ τη γύρη των πεύκων στους ώμους τους,
είχαν μπει στους λουτρώνες, κι ακουγόταν ώς έξω
το πέσιμο του νερού κι η μυρωδιά του σαπουνιού, ανακατεμένη
με τα μύρα του κήπου —ζεσταμένο ρετσίνι, αρμπαρόριζα, δυόσμος, δεντρολίβανο—
δροσερές ευωδιές, βαθιανασαίνουσες. Κι ο κηπουρός ακουμπούσε
πάνω στον πέτρινο πάγκο το μεγάλο ποτιστήρι του, βρίσκοντας ευκαιρία
να πει μια ταπεινόφρονη, γελαστή «καλησπέρα» στη σεβάσμια δέσποινα
ανάμεσα σε ονόματα λουλουδιών, συνήθειες σπόρων, και κάτι
για αρρώστιες φύλλων και καρπών, για κάμπιες και έντομα.

Επάνω στους ευκάλυπτους, χιλιάδες πουλιά ξελαρυγγιάζονταν
δοξαστικά, παράφρονα, σάμπως διαλαλητάδες σ’ εμποροπανήγυρη· ενώ κάτω τους
οι υπηρέτριες μαδούσαν τ’ άλλα πουλιά. Κι ερχόταν το βράδυ
ήρεμο, αργό, τελεσίδικο, γεμάτο ανάλαφρα, πρασινόχρυσα πούπουλα
μ’ ένα αδιόρατο κόκκινο στίγμα στη ρίζα τους. Κάποτε,
είχε σταθεί ένα τέτοιο πούπουλο στα μαλλιά της μητέρας
και τη σκίαζε ολόκληρη. Εγώ, τότε, με τρόπο,
πλησιάζοντάς την μια στιγμή, της το αφαίρεσα· — δεν άντεχα
να βλέπω τη μητέρα σκιασμένη από ξένες αμαρτίες. Ένα μικρό επιφώνημα
της ξέφυγε άθελα σα να της έβγαλαν ένα μαχαίρι απ’ το στήθος.

Ένα άλλο βράδυ —θυμάμαι— είχε βάλει τα χέρια της γύρω στη λυχνία
να προστατεύσει τη φλόγα απ’ τον άνεμο· τα χέρια της
έγιναν διάφανα, τριανταφυλλένια, σα δυο μεγάλα ροδοπέταλα —
ένα περίεργο άνθος, κι η φλόγα της λυχνίας
ένας απίθανος ύπερος. Τότε, είδα
τα κλειδιά της αφημένα στην πέτρινη σκάλα,
πλάι στα σακίδια και στα τόξα των κυνηγών· — κατάλαβα:
αυτά τα χέρια τίποτα δε θα μπορούσαν πια να ξεκλειδώσουν,
τόσο μοναχικά, τόσο περίβλεπτα, κλειδωμένα για πάντα
μέσα στην ίδια τους διαφάνεια. Όταν μιλούσε
ήταν σα ν’ αποσιωπούσε το κυριότερο· και τα χείλη της πρόβαιναν μόλις
μέσ’ απ’ τον ίσκιο που έριχναν τα μακριά της ματόκλαδα.

Θυμάμαι ακόμη κάποιο μεσημέρι: καθώς έπινε νερό απ’ τα δέντρα,
πρόσεξα πάλι τα χέρια της — πιο διάφανα
απ’ το ποτήρι που κρατούσε· η σκιά του ποτηριού της
έπεσε πάνω στο χορτάρι — ένας κύκλος φωτεινός, ανεπαίσθητος· τότε
μια μέλισσα κάθισε στο κέντρο του κύκλου, με τα φτερά της ελαφρά φωτισμένα,
σαν πολιορκημένη απ’ το συναίσθημα μιας ανεξήγητης ευτυχίας.
Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι, πριν κληθώ κι εγώ με τη σειρά μου.

Σου μίλησα πολύ για τη μητέρα, — ίσως να διέκρινα στα χέρια σου, φίλε μου,
κάτι απ’ το φέγγος των χεριών της. Ό,τι άγγιζε
γινόταν άξαφνα μακρινή μουσική — δεν αγγιζόταν,
μόνο ακουγόταν πια μήτε κι αυτό. Δεν απόμεινε τίποτα —
λησμονημένος ήχος, αίσθηση αόριστη — όχι γνώση.

Άλλαξε ο φωτισμός μετά — φωτιές καταυλισμών, τα γυμνά σώματα
κόκκινα, κατακόκκινα απ’ τις φλόγες, σα ματωμένα,
σα γδαρμένα απ’ το δέρμα τους — πιο σάρκινα και ζωώδη,
πιο αδιάντροπα κι ερωτικά, σαν ένα μεγάλο σφαγείο
που άντερα κι αμελέτητα κρέμονταν στα τσιγκέλια μες στη νύχτα,
ανάμεσα στ’ αστέρια, που η φωτιά τα ξεθώριαζε,
ενώ, στ’ αυλάκια δίπλα, κύλαγαν
αίματα, σπέρματα, ούρα, περιττώματα, βρομόνερα,
κι οι σκιές καλπάζανε μακριά μες στην κόκκινη λάμψη,
ώσπου έβγαινε η σελήνη μαλακιά και υγρή σαν ένα αιδοίο
κι άρχιζε η τύψη κι η μετάνοια κι η δημιουργία.

Τότε ακουγόταν ο θόρυβος του ποταμού κάτω απ’ τα δέντρα —
μια ηχητική δροσιά — χωρίς να ρωτά πού πηγαίνει.
Οι φωτιές σβήναν λίγο λίγο. Μεγάλα πουλιά, κοιμισμένα
επάνω στα κλαδιά, μισάνοιγαν πότε πότε τα μάτια τους
κι ένα ελάχιστο φέγγος περνούσε στα φύλλα.

Οι άντρες ψειρίζανε τα στήθια και τα σκέλια τους·
οι έφηβοι, άτριχοι σχεδόν, σεμνοί σαν προσβλημένοι,
ένιωθαν κάθε τόσο δυο ισχυρά τινάγματα στις ρώγες του στήθους τους
σα να τους κάρφωναν δυο ηδονικές σαΐτες πάνω στη νύχτα
κι οι μυώνες της κοιλιάς τους σαν σκοινιά τούς έσφιγγαν στη μέση. Οι φρουροί
έβγαζαν τα σαντάλια τους και τρίβανε τα δάχτυλά τους
φτιάχνοντας κάτι μαύρα, λιπαρά σβολάκια, που τα ζύμωναν ώρες,
εύπλαστα κι αναπαυτικά, σα μυστικά αγαλμάτια,
και τα σφεντόνιζαν αθόρυβα στη νύχτα. Ύστερα,
μυρίζοντας τα δυο τους δάχτυλα, ρουθούνιζαν για ώρα,
ωραίοι, κτηνώδεις, ναρκωμένοι, ώς να τους πάρει ο ύπνος.

Οι μεγάλες ασπίδες, αφημένες στο χώμα,
άφηναν έναν ήχο αργό, μεταλλικό, καθώς χτυπούσαν πάνω τους
οι μακρινές αιχμές των άστρων. Μες στο κοίλωμά τους
πήζαν κρυμμένες εντολές στρατηγών. Πάνω απ’ τ’ αντίσκηνα
σπίθιζε το τεράστιο γυμνό ψαροκόκαλο του γαλαξία. Κι ήταν πάλι,
όπως τότε σχεδόν, στα παλιά καλοκαίρια, ένας φόβος
για κάποιον κλέφτη αόρατο, αόριστο, ή και για τους συνηθισμένους κλέφτες,
μην πηδήσουν στις κάμαρες απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα κι απ’ τα μπαλκόνια· —
δεν ξέραμε πριν να φυλαχτούμε, (ούτε τώρα) — αφαιρενόμαστε
με το ζουζούνισμα ενός κουνουπιού, με το βόμβο του φεγγαρόφωτου,
με τους αντίλαλους των αψίδων από λαθραία φιλήματα —
μια γυναίκα, εμπιστευμένη στην ερημιά, αποπατούσε γαλήνια στο χωράφι,
νιώθοντας στους γοφούς της τα έντονα τσιμπήματα των χόρτων και των άστρων.

Αυτή η συναίσθηση μιας αιώνιας κλοπής — μάλλον λεηλασία
βουβή, κρυφή και σταθερή. Και ξαφνικά η κουρτίνα της κρεβατοκάμαρας
έκανε τρία χορευτικά πηδήματα πάνω απ’ τη ζέστη
με πρόθεση ολοφάνερη να μεταθέσει την προσοχή μας
σε χρυσοκέντητα κράσπεδα μιας γυναικείας εσθήτας· κι ύστερα
ακινητούσε θαμπογάλανη στη νηνεμία, καλύπτοντας ένα άγαλμα,
ίσως της νύχτας από γρανίτη, ή της κλοπής από κόκκινη πέτρα, —
και πάλι εκείνο το παραπλανητικό πριόνισμα των γρύλλων
κι εκείνες οι καθησυχαστικές φωνές των βατράχων
ή ο ξερός κρότος απ’ το κυκλικό περπάτημα μιας κατσαρίδας μέσα σ’ ένα κράνος.

Δεν είχαμε καιρό να εξακριβώσουμε. Προτού τελειώσουμε
το πρώτο μέτρημα των άστρων, αποκοιμιόμαστε. Τα ξημερώματα
μια τυφλή κουκουβάγια χαρχάλευε πεσμένη στα χαμόκλαδα
ενώ τα γαλατώδη μάτια της διερευνούσαν έναν άλλο χώρο
κι ο ίσκιος της Οίτης αποσύρονταν απ’ την πεδιάδα
σα μια πελώρια χελώνα που μαζεύει τα πόδια της.

Τότε αντηχούσε στον ορίζοντα ο ήλιος. Ψηλά στον αέρα
αστράφτανε οι εξηντατέσσερις οπλές των αλόγων του
και κάτω αντιφεγγίζαν οι βοϊδάμαξες. Οι πύλες άνοιγαν.
Συνωστισμός στην αγορά —οι οπωροπώλες, οι έμποροι—
βουνά οι καρποί και τα λαχανικά, κι οι αγρότες με τα γαϊδούρια τους.

Κάποιος φιλόσοφος αγουροξυπνημένος περπατούσε αμίλητος
ανάμεσα σε δυο σειρές σφαγμένα βόδια. Οι αγγειοπλάστες
βάζανε σε παράταξη τις στάμνες τους δίπλα στο δρόμο
σαν ένα αλλόκοσμο πήλινο στράτευμα. Στα γυμναστήρια,
ακόμη δροσερά απ’ την αυγινή υγρασία, φωτισμένα διαγώνια,
έβγαιναν απ’ τ’ αποδυτήρια οι πρώτοι δρομείς και δοκίμαζαν
μικρούς γύρους, όπως περίπου τα πουλιά στον αέρα. Στρατιώτες
έπλεναν στις αυλές των στρατώνων μεγάλα καζάνια εκστρατείας.

Κάποιες ξεχτένιστες γυναίκες τίναζαν απ’ τα παράθυρα
απίθανα κάτασπρα σεντόνια. Λαμποκοπούσαν
μετόπες ναών κι οι πάνω κερκίδες των σταδίων. Τούτη η λαμπρότητα,
τυφλή, εκτυφλωτική, σ’ αυτή της ακριβώς την επίδειξη,
σαν κάτι να μας έκρυβε —κι αλήθεια μας έκρυβε·—
μήπως εκείνη την κλοπή; Κι ήταν ακόμη
τα πελώρια πιθάρια στους κήπους και στα υπόγεια
κι οι χρυσές προσωπίδες με τα κενά, ερευνητικά τους μάτια.
Μια γυναίκα σιωπή· το ίδιο αόριστο νόημα· κοινή συνωμοσία.

Μεγάλωναν τα γένια, τα μαλλιά, τα νύχια, τα όργανα·
και πάντα ειδήσεις για νεκρούς και για ήρωες, και πάλι για ήρωες·
μεγάλα κόκαλα αλόγων στις πλαγιές με τις ξερές αφάνες·
πυκνώνανε οι αναπνοές των άπλυτων σωμάτων. Μια γυναίκα, κάποτε,
περνούσε απόμακρα μες στην εσπέρα με μια υδρία στον ώμο της.
Πίσω της έκλεινε ο αέρας το πέρασμα. Η βραδιά
διπλωνόταν στην άκρη μιας σημαίας. Κάποιο αστέρι
φώναζε ξαφνικά ένα ακατανόητο «όχι», κι ύστερα
έσβηνε ο καλπασμός των αλόγων κατά μήκος της νύχτας
αφήνοντας πιο σιωπηλά τ’ αστέρια πάνω απ’ το ποτάμι.

Κανείς δεν πρόφταινε πια να θυμηθεί, να σκεφτεί, να ρωτήσει —
μια διαρκής μετακίνηση· όλα σύντομα, κομμένα, ασυμπλήρωτα.
Οι θρήνοι κι οι ζητωκραυγές, έπαιρναν λίγο λίγο
τον ίδιο τόνο· επίσης κι οι μορφές εχθρών και φίλων — δεν ξεχώριζες.
Μόνο τις νύχτες που έπεφτε η σιωπή οριζόντια —σαν κόπαζε η μάχη—
ακούγονταν ανάμεσα στις πέτρες μακρυσμένοι βόγγοι πληγωμένων
και το φεγγάρι ήταν σα μάτι διεσταλμένο σκοτωμένου αλόγου· — τότε μόνον
γνωρίζαμε πως δεν έχουμε ακόμη πεθάνει.

Τότε, μια πονηρία χιλιοόματη σπίθιζε σ’ όλες τις γωνιές της νύχτας:
να πάρουμε πίσω όσα μας έκλεψαν, να τα υποκλέψουμε έστω. Εκεί, κάτω,
στο φεγγερό ακρογιάλι, σκοτεινά τα καράβια μας,
ασάλευτα, μαρμαρωμένα, μελετούσαν ένα άλλο ταξίδι —
κι αν κάποτε άστραφτε για λίγο ένα βρεγμένο κουπί, αντιχτυπούσε αιφνίδια
στο σφυγμό του χεριού μας. Ελαφροπάτητοι αγγελιαφόροι
πηγαινοέρχονταν με το γλίστρημα της νυχτερίδας, κι ίσως να ’μενε
προδοτικό σημάδι στ’ άσπρα βότσαλα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια,
ένα μαύρο φτερό, ένα κομμάτι από λουρί σανδάλου, μια ασημένια πόρπη,
και θα ’πρεπε την άλλη μέρα, με τον όρθρο, να τα εξαφανίσουμε.

Κι ήτανε κιόλας σα ν’ ακούγαμε τα μυστικά πελέκια μες στο δάσος
να κόβουν ξύλα. Ακούγαμε το μέγα γδούπο, όταν σωριάζονταν
ένα δέντρο στο χώμα, και τη σιωπή τρομαγμένη
να κρύβεται πίσω απ’ τους ώμους μας. Κι ήταν σα να ’βλεπα κιόλας
τον Δούρειο Ίππο, κούφιον, θεόρατο, να λάμπει επικίνδυνος
μες στην αστροφεγγιά, θρησκευτικός σχεδόν, ενώ η σκιά του
εκτεινόταν μυθική στα τείχη. Κι ένιωθα κιόλας
σα να βρισκόμουν μες στο κούφωμα του αλόγου, μαζί με τους άλλους,
ολομόναχος, σε άβολη στάση, μέσα στο λαιμό του αλόγου,
και να κοιτάζω με τ’ άδεια του μάτια τη γυάλινη νύχτα,
σαν κρεμασμένος μες στο χάος, γνωρίζοντας
πως η χαίτη που ανέμιζε πάνω απ’ τον αυχένα μου
δεν ήταν δική μου, — ούτε κι η νίκη, φυσικά. Ωστόσο ετοιμαζόμουνα
για το τεράστιο, μάταιο άλμα μέσα στο άγνωστο.

Έτσι, σ’ αυτή τη στάση, εκεί ψηλά, μέσα στο σανιδένιο λαρύγγι του αλόγου,
θα ’νιωθα καταβροχθισμένος, κι όμως ζωντανός, να εποπτεύω
τ’ αντίπαλα στρατόπεδα, τις φωτιές, τα καράβια, τ’ αστέρια,
όλο το οικείο, το τρομερό, τ’ αναρίθμητο θαύμα —όπως λένε— του κόσμου,
σα να ’μαι μπουκιά σταματημένη στο λαρύγγι του απείρου και ταυτόχρονα μια γέφυρα
πάνω από δυο, το ίδιο απόκρημνες κι άγνωστες, όχθες —
μια γέφυρα ψεύτικη, βέβαια, από ξύλο και πικρή πανουργία.
(Από κει πάνω, θαρρώ, μες σ’ έναν τέτοιο εφιάλτη,
αγνάντεψα πρώτη φορά την πραϋντική λάμψη των όπλων σου).

Άλλοτε πάλι, τα μεγάλα μεσημέρια, σ’ ένα διάλειμμα της μάχης,
ή σ’ ώρα πορείας, σ’ ένα σταμάτημα, νιώθαμε μονομιάς πως διψούσαμε —
τίποτ’ άλλο: διψούσαμε. Δεν ονομάζαμε το νερό και τη δίψα μας·
σκύβαμε μόνο αμήχανοι να δέσουμε τάχα τα σαντάλια μας,
κι έτσι, σκυμμένοι, κοιτούσαμε πέρα, κρατώντας
μια εικόνα αντεστραμμένη από τοπία, ανθρώπους κι από μας τους ίδιους,
μια εικόνα απατηλή, συγγνωστική, διαυγή, τεθλασμένη,
σάμπως καθρεφτισμένη σε νερό. Και νερό δεν υπήρχε. Διψούσαμε.

Κείνος ο δρόμος ερημώθη ώς το βάθος. Απ’ τις δυο πλευρές του
πηγάδια σκεπασμένα, μολυσμένα απ’ τους νεκρούς. Ράγιζε η πέτρα
απ’ τη μεγάλη ζέστη. Τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν. Ο ορίζοντας
ήταν ασβέστης και γλώσσες φωτιάς. Μέσα στην ανελέητη λιακάδα
σπίθιζαν στα σαμάρια των τειχών, όρθια, σπασμένα τζάμια,
χωρίζοντας συντρόφους, φίλους, συμπολεμιστές. Παρόλη
την αιχμηρή, δοξαστική ακτινοβολία, δεν κρυβόταν τίποτα. Είδα άντρες γενναίους
να ρίχνουν στάχτη στα μαλλιά τους· κι είδα τη στάχτη
ν’ ανακατεύεται με τα δάκρυά τους· μαύρα αυλάκια
χώνονταν μες στα γένια τους, ώς κάτω στα σαγόνια τους.

Αυτοί που πλέναν τ’ άλογά τους άλλοτε στ’ ακροθαλάσσι ολόγυμνοι
κι αλείβανε τις χαίτες με λάδι ξανθό, λάμποντας όλοι
άνθρωποι κι άλογα σε μεγαλόφωτα πρωινά· αυτοί οι ίδιοι
που χόρευαν τα βράδια πάνω απ’ τις φωτιές κι αστράφτανε
τα γυμνά πέλματά τους ολοπόρφυρα, — τώρα ζαρώνουνε
ανάμεσα στα βράχια, χολώνουν, ντρέπονται, κρύβονται,
σα να ’χουν φταίξει, σα να τους έχουν όλοι φταίξει. Κι ίσως να φθονούν
τους νέους πολεμιστές για την ωραία ανυποψία τους, για την τόλμη τους,
για την ενθουσιαστική, αποστηθισμένη ευφράδειά τους, κι ίσως πιότερα απ’ όλα
για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα.

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και το ’δαν και το ’βλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μια ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω από μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, — διάφανη στέγη
που κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κι η μικροπρέπεια όλων. Πώς να ’βαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.

Τις νύχτες, μες στα πλοία, όταν οι απλοί, κουρασμένοι στρατιώτες
κοιμόνταν σωριασμένοι σαν τσουβάλια στο κατάστρωμα,
αξιολάτρευτοι στην ευπιστία της νεότητάς τους,
μέσα στην άγνοια, τη ζωώδη αγνότητα, στο σαρκικό τους κάλλος,
εύρωστοι από την άσκηση της χρήσιμης δουλειάς, στους αγρούς, στα εργαστήρια, στους δρόμους,
υποταγμένοι στην ανάγκη και στην εύκολη ελπίδα,
με την πηγαία γενίκευση της δικής τους αθωότητας, σαν πρόβατα
που τα οδηγούν στη σφαγή για τα συμφέροντα άλλων, κι όμως
χαμογελώντας μες στον ύπνο τους, παραμιλώντας, ροχαλίζοντας,
βλαστημώντας μια ονειρική αγελάδα ή μουρμουρίζοντας πάλι και πάλι
ένα όνομα γυναικείο, ημίγυμνοι, σε νύχτια στύση,
περιχυμένοι τη μυστική αιωνιότητα της ωκεάνιας αστροφεγγιάς· — αυτές τις νύχτες,

άκουσα, ανάμεσα στους παφλασμούς των κουπιών, τις φωνές, τους καυγάδες
των αρχηγών, για λάφυρα που δεν είχαν ακόμη συναχτεί, για τίτλους
που δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί. Κι είδα στα μάτια τους
το μίσος για όλους, τ’ άγριο πάθος των πρωτείων,
και μέσα μέσα, όπως στο βάθος σκοτεινής σπηλιάς ανίσχυρη πυγολαμπίδα,
είδα και τη δική τους μοναξιά. Πίσω απ’ τα γένια τους
σπίθιζε ολόγυμνη η μοίρα τους, σαν πίσω απ’ τα γυμνά κλαδιά ενός δάσους
μια στεγνή πεδιάδα στο φεγγαρόφωτο, σπαρμένη μ’ άσπρα κόκαλα.

Κι ήταν σα μια ευτυχία η γνώση αυτή· — μια άφεση,
μια κατευναστική παραδοχή, μια αδρανής ευφροσύνη
απ’ την αφή του αιώνιου και του τίποτα. Λίγες στιγμές,
παρόλ’ αυτά, μπορούσα ακόμη να ’χω το προνόμιο:
να διακρίνω πίσω ή ανάμεσα από τις ασπίδες και τα δόρατα
ένα κομμάτι θάλασσα, λίγο λυκόφως, ένα ωραίο γόνατο,
και να μ’ αρέσει, —ναι, παρόλ’ αυτά·— μια ελάχιστη δικαίωση,
κι όλος ο φόβος, αναρίθμητος κι άγνωστος, διαλύονταν πέρα,
ένα βαθύ, ιλαρό σύννεφο στη μυθική απεραντοσύνη.

Θυμάμαι μια νύχτα, που πλέαμε με πανσέληνο. Το φεγγαρόφωτο
απόθετε μια εντάφια, χρυσή προσωπίδα σ’ όλα τα πρόσωπα·
οι στρατιώτες, μια στιγμή, σταθήκαν και κοιτάχτηκαν
σα να μη γνώριζε ο ένας τον άλλον ή σα να γνωρίζονταν
για πρώτη τους φορά· και, μεμιάς, όλοι στράφηκαν
και κοίταξαν ψηλά το φεγγάρι,
ακίνητοι όλοι, πάνω στο αεικίνητο πέλαγος,
σιωπηλοί, μαγεμένοι, σαν πεθαμένοι κιόλας κι αθάνατοι.

Τότε, σα να ’νιωσαν αόριστα ένοχοι, σα να μην άντεχαν
αυτό το απέραντο, ανάλαφρο βάρος, άρχισαν να φωνάζουν,
να χωρατεύουν, να χειρονομούν χυδαία, να συγκρίνουν τα όργανά τους,
ν’ αλείφονται με το λίπος των ψητών, να πηδούν, να χορεύουν, να παλεύουν,
να κάνουν πως διαβάζουν στις γυμνές πλάτες των κριών εύθυμους οιωνούς κι αισχρές ιστορίες,
ίσως για να ξεχάσουν κείνη τη στιγμή, κείνη τη νόηση, κείνη την απουσία.

Ίσως κι εσύ, μια τέτοια νύχτα, μέσα στις αντίρροπες
φωνές των συμπολεμιστών σου, ν’ άκουσες ολοκάθαρα
την απουσία της δικής σου φωνής — όπως εγώ, τότε με την πανσέληνο·
τ’ άκουσα, ναι, πως εγώ δεν εφώναζα· κι έμεινα εκεί
καθηλωμένος ανάμεσα σ’ όλους, ολομόναχος
ανάμεσα και στους πιο αγαπημένους μου, ολομόναχος
σ’ έναν μεγάλο κύκλο ερημικόν, σ’ ένα πανύψηλο αλώνι,
ν’ ακούω με τρομερή διαύγεια τις φωνές των άλλων, και ταυτόχρονα
ν’ ακούω τη σιωπή μου. Από κει πάνω
αγνάντεψα για δεύτερη φορά τη λάμψη των όπλων σου. Κι εννόησα.

Ίσως κι εσύ, μια ανάλογη στιγμή, σεβάσμιε φίλε, θ’ αποφάσισες
ν’ αποσυρθείς. Τότε, θαρρώ, θ’ αφέθηκες να σε δαγκώσει
το φίδι του βωμού. Γνώριζες, άλλωστε, πως μόνον
τα όπλα μας χρειάζονται, κι όχι τους ίδιους εμάς (όπως είπες).
Όμως εσύ είσαι τα όπλα σου, τα τίμια κερδισμένα
με τη δουλειά, τη φιλία και τη θυσία, δοσμένα απ’ το χέρι
εκείνου που στραγγάλισε την Επτακέφαλον, εκείνου που σκότωσε
τον φύλακα του Άδη. Και το ’δες
με τα ίδια σου τα μάτια· και το ’ζησες: κληρονομιά σου
και τέλειο όπλο σου. Αυτό νικάει μονάχα. Τώρα,
παρακαλώ σε να μου δείξεις τη χρήση. Η ώρα έφτασε.

Ίσως θα πούνε πως η νίκη είναι μονάχα δική μου, κι ίσως θα ξεχάσουν
τον κάτοχο και τον τεχνίτη· — αυτό κανένας δεν θα το ’θελε ·
μα τί σημαίνει αυτό για σένα; — εσύ θα κρατήσεις
την ύστατη νίκη, και τη μόνη (όπως είπες),
τη γνώση αυτή τη μελιχρή και τρομερή: πως δεν υπάρχει καμιά νίκη.

Εσύ μονάχος κρέμασες στο δέντρο το άδειο σου πουκάμισο
για να παραπλανήσεις τους περαστικούς, να πούνε: «πέθανε»·
κι εσύ κρυμμένος πίσω απ’ τους θάμνους, ακούγοντας
πως νεκρόν πια σε θεωρούσαν, να ζήσεις
σ’ όλο το μήκος της δικής σου αίσθησης· και τότε θα μπορούσες
να φορέσεις ξανά το πουκάμισο του εικονικού θανάτου σου
ώσπου να γίνεις (όπως έγινες) η μεγάλη σιωπή της ύπαρξής σου.

Ένα δόρυ παλιό, βαμμένο στο αίμα, αποσυρμένο απ’ τη μάχη,
μοναχικό, γαλήνιο, ανώφελο,
ακουμπισμένο ορθό στα βράχια, με τη χάλκινη αιχμή του
γραμμένη στο φεγγάρι, τεθλασμένη απ’ τις αχτίνες,
θα καμπυλώνεται σα δάχτυλο ανεξίθρησκο
επάνω σε μια λύρα — στην αιώνια λύρα, που είπες. Τούτη την ώρα,
θαρρώ πως νιώθω κατά πού κοιτά η ευγνωμοσύνη σου.

Τώρα θυμήθηκα ένα ένδοξο λυκόφως στον ωκεανό — μια νηνεμία
λησμονημένη, απίστευτη, — η ακάλυπτη απεραντοσύνη
των ουρανών και των νερών· κανένα ακρωτήριο ή νησίδα,
μόνο οι τριήρεις σκιώδεις, πετώντας ή λάμνοντας
σ’ ένα βαθύ, μυθικό τριανταφυλλώνα· τα κουπιά
αθόρυβα, ομοιόμορφα, σα φαρδιές, διαγώνιες, νοτισμένες αχτίνες. Ένας ναύτης
δοκίμασε να τραγουδήσει, κι έμεινε έτσι
με το στόμα ανοιχτό σα μια τρύπα,
κι ανάμεσά της φάνηκε ξανά στο φέγγος της θάλασσας.

Τότε έλυσα κι εγώ τη ζώνη μου κι αισθάνθηκα
την ίδια μου την κίνηση ήρεμη, αναπότρεπτη, ανεξήγητη,
μ’ εκείνη την αυθεντικότητα της μεταφυσικής. Κι ήταν σα να ’λυνα
μια προαιώνια θηλιά απ’ το λαιμό μου. Κράτησα τη ζώνη μου για λίγο
κι ύστερ’ ακούμπησα τη μια της άκρη στο νερό, βλέποντας να χαράζει
μια γαλήνια γραμμή μέσα στο απέραντο, ενώ, ταυτόχρονα,
στα δάχτυλά μου αντιχτυπούσε ο ακίνητος σφυγμός
μιας σπάνιας ελαφρότητας. Τότε,
τράβηξα απ’ το νερό τη ζώνη μου, κι έτσι βρεγμένη
την έσφιξα και πάλι δυνατά στη μέση μου.

Καμιά φορά, το φως του λυκόφωτος είναι μια φώτιση —δεν είναι;—
έτσι άπλετα καθρεφτισμένο στο νερό, ενωμένο
με το ίδιο το είδωλό του, αυτόνομο
απέναντι της νύχτας και της μέρας — μια ολότελα ανεξάρτητη σύνθεση
της νύχτας και της μέρας. Το φέγγος εκείνο,
τόσο σύντομο, κι αθάνατο ωστόσο, — ένας ολόχρυσος θώρακας
ασφαλής τριγύρω στο στήθος μας· προπάντων
εκείνο το άτρωτο, λεπτότατο στρώμα του αέρα
ανάμεσα στο θώρακα και στη σάρκα μας, που επιστρέφει ξανά προς τα μέσα
την κίνηση της αναπνοής μας προς τα έξω. Κάποτε,
σε μια βαθύτατη εισπνοή, νιώθουμε τις αιχμές του στήθους μας
ν’ αγγίζουν μυστικά το μέταλλο του θώρακα, δροσισμένο απ’ το δείλι,
με την υπέρτατη ηδονή του ανύπαρκτου, σ’ ερωτικήν απτότητα.

Μπορώ να σου δείξω το σημάδι της ζώνης πάνω στο σώμα μου —
σφραγίδα ενός μικρού τροχού — το χαραγμένο αποτύπωμα της πόρπης.
Ω, ναι, η ελευθερία είναι πάντα κλειστή, περισφίγγει
ολόκληρο το σώμα — και τη φτέρνα οπωσδήποτε.
Το σφίξιμο, άλλωστε, της ζώνης, υποχρεώνει το στήθος να φαρδαίνει.
Αυτή η βαθιά κι οδυνηρή απομάκρυνση, που λίγο λίγο ημερεύει.

Όμως, ας μας φυλάξουν οι θεοί να μη γίνουμε αιχμάλωτοι
έστω και της πιο ωραίας ακόμη αποκάλυψης, μη χάσουμε για πάντα
την τρυφερήν αφέλεια των μεταμορφώσεων
και την έσχατη πράξη του λόγου. Ίσως αυτό να σε φόβιζε μόνον
μέσα στην πλήρη μοναξιά σου, — κι η έλλειψη των αντικειμένων, λέω,
όχι για χρήση σου, μα για επαφή, για σύγκριση και για παράσταση,
για αδελφική παρομοίωση του απέραντου και στάθμιση του αστάθμητου.

Γι’ αυτό, τουλάχιστον, γύρνα μαζί μας. Τον περήφανο πόνο
της ασυντρόφιαστης αγιοσύνης σου, δε θα τον μαρτυρήσω σε κανέναν.
Κανένας δε θα καταλάβει ούτε κανένας ποτέ θα τρομάξει
απ’ την ανέγγιχτη ευφροσύνη της ελευθερίας σου. Το προσωπείο της δράσης,
που σου ’χω φέρει κρυφά μες στο γυλιό μου, θα καλύψει
το διάφανο, μακρινό πρόσωπό σου. Φόρεσέ το. Πάμε.

Όταν θα φτάσουμε στην Τροία, το ξύλινο άλογο, που σου ’λεγα,
θα ’ναι έτοιμο πια. Εκεί μέσα θα κρυφτώ μαζί με τα όπλα σου. Αυτό θα ’ναι
το προσωπείο το δικό μου, και των όπλων σου άλλωστε. Έτσι μόνον
τη νίκη θα κερδίσουμε. Αυτό θα ’ναι
η νίκη μου, — κι η νίκη σου θέλω να πω. Θα ’ναι η νίκη
όλων μαζί των Ελλήνων και των Θεών τους. — Τί να γίνει;
Μονάχα τέτοιες νίκες υπάρχουν. Ας πηγαίνουμε.

Πέρασαν πια τα δέκα χρόνια. Πλησιάζει το τέλος.
Έλα να δεις ό,τι πρόβλεψες. Να δεις με τί λάφυρα
ανταλλάξαμε τόσους νεκρούς μας· με τί δικές μας εχθρότητες
ανταλλάξαμε τους παλιούς μας εχθρούς. Μέσα στα ερείπια,
που οι στήλες των καπνών θα υψώνονται κάθετα προς τον ήλιο,
ανάμεσα στους σκοτωμένους, τις πεσμένες ασπίδες, τους τροχούς των δίφρων,
ανάμεσα στους γόους των νικημένων και των νικητών, το δικό σου
νοητικό, μειλίχιο χαμόγελο θα μας είναι ένα φέγγος,
η δική σου επιείκεια και σιωπή, μια πυξίδα.

Έλα· σε χρειαζόμαστε όχι μόνο για τη νίκη, μα, προπάντων,
μετά τη νίκη· — όταν θα μπούμε, όσοι απομείνουμε, ξανά στα καράβια, γυρίζοντας
μαζί με την Ελένη, γερασμένη κατά δέκα χρόνια,
με αλλοιωμένη προφορά, με παραστάσεις άλλες μες στα μάτια της,
κρύβοντας σε μακριά, χρυσοποίκιλτα πέπλα
την ξενιτιά της και τα γηρατειά της, κρύβοντας
μες στα δικά της πέπλα και τη δική μας ξενιτιά, την τύψη, την απελπισία
και τον μεγάλο, αφυγάδευτο τρόμο της ερώτησης:
γιατί ήρθαμε, γιατί πολεμήσαμε, γιατί και πού επιστρέφουμε;

Θαρρώ πως κι οι πιο ωραίες γυναίκες, σαν γεράσουνε,
γίνονται κάτι σα μητέρες, όλο συγκατάβαση και πικρή καρτερία,
όλο στοργή και τρυφερότητα, κι αυτή μεταμφιεσμένη
σε ρητή τάχα δικαιοσύνη των αναγκαίων σφαλμάτων,
των αναγκαίων απωλειών, των αναγκαίων δέκα χρόνων. Τότε, οι γυναίκες
φουχτώνουν τα κλειδιά της ζώνης τους και με τις δυο παλάμες τους,
με μια κοινότατη χειρονομία σα να τις έπιασε σφάχτης στη μέση —
ωραίες γυναίκες, γερασμένες, μυθικές μητέρες,
σε μια ύστατη χειρονομία απλής αγιότητας:
μη δούμε πως εκείνα τα κλειδιά τίποτε πια δεν ξεκλειδώνουν.

Πώς θα το αντέξουμε το βλέμμα της Ελένης,
πίσω απ’ τα σκοτεινά, σπιθίζοντα πέπλα της,
μέσα στο μελιχρό φέγγος των άστρων, στην ανερεύνητη νύχτα,
ενώ οι κωπηλάτες θα σιωπούν και τα κουπιά θα χτυπάνε
τα μυστικά, ωκεάνια τύμπανα της επιστροφής, στο ρυθμό του ανεπίστρεπτου;

Γι’ αυτή την ώρα, τουλάχιστον, μείνε κοντά μας. Αυτό μας χρειάζεται
περισσότερο ακόμη κι απ’ τα όπλα σου. Και το γνωρίζεις.
Ιδού το προσωπείο που σου έφερα. Φόρεσέ το. Πηγαίνουμε.

(Ο ήρεμος γενειοφόρος, πήρε το προσωπείο και το ακούμπησε χάμω. Δεν το φόρεσε. Το πρόσωπό του λίγο λίγο μεταμορφώνεται. Γίνεται πιο νέο, πιο θετικό, πιο παρόν. Σα ν’ αντιγράφει το προσωπείο. Μεγάλη παύση κι αναμονή. Ένα άστρο έπεσε. Ο Νέος ένιωσε ένα ελάχιστο φύσημα, στο πρόσωπό του και τα μαλλιά του χώρισαν στρωτά στη μέση από μόνα τους, σαν από μια λεπτή, χρυσή χτένα. Κάτω, στ’ ακρογιάλι, ακούγεται το τραγούδι των ναυτών — ένα απροσποίητο, λαϊκό τραγούδι, περικλείνοντας σκοινιά, κατάρτια, κωπηλάτες, άστρα, πίκρα πολλή και λεβεντιά και καρτερία — όλη τη σκοτεινή, σπιθόβολη θάλασσα, όλη την απεραντοσύνη, σε ανθρώπινα μέτρα. Ίσως να ’ταν το ίδιο τραγούδι, που, από άλλο δρόμο, είχε γνωρίσει κι ο Ερημίτης. Κι ίσως γι’ αυτό να πήρε την απόφασή του. Σηκώθηκε ήσυχα, έφερε απ’ τη σπηλιά τα όπλα του, τα παρέδωσε στον Νέο, τον άφησε να περάσει μπροστά, και τον ακολούθησε προς το ακρογιάλι. Καθώς προχωρούσε ανάμεσα στις πέτρες και στα ξεράγκαθα, έβλεπε τα όπλα του που προπορεύονταν, να λαμπυρίζουν στην αστροφεγγιά κι άκουγε ν’ αντηχεί στο μέταλλό τους το τραγούδι των ναυτών. Κι ήταν έτσι σα ν’ ακολουθούσε όχι τον Νέο, αλλά τα ίδια του τα όπλα, βαδίζοντας προς τα εκεί που έδειχναν πάντα οι στιλπνές, καλοακονισμένες αιχμές τους — εναντίον του θανάτου. Κι εκείνο το προσωπείο είχε απομείνει εκεί πάνω, στα βράχια, έξω απ’ τη σπηλιά, λαμπυρίζοντας κι αυτό μες στη μυστηριώδη μακαριότητα της νύχτας, με μια παράξενη, ακατανόητη κατάφαση).

ΑΘΗΝΑ, ΣΑΜΟΣ, Μάης 1963–Οχτώβρης 1965

Γιάννης Ρίτσος. 1965. Φιλοκτήτης. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1972] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.

  • Εικόνα: Πέτρα επιζωγραφισμένη από τον Ρίτσο. (Έρη Ρίτσου, Μουσείο Μπενάκη)

O “Φιλοκτήτης” στο “Ιδιόμελο”