“Βάκχες” μετρημένες με “χάρακα και αλφάδι”

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Του Κάδμου η κόρη, η Σεμέλη, στο Δία γέννησε γιο λαμπρό,
σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του, τον πολύτερπνο Διόνυσο,
έναν αθάνατο η θνητή. Μα τώρα και οι δυο είναι θεοί.
(Ησ., Θεογ. 943-945)

Διά της αφήγησης ο άνθρωπος στις απαρχές του πολιτισμού κατανόησε το παρόν και τη θέση του στον κόσμο, ενώ διασφάλισε σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του, με τη μεταφορά της κεκτημένης γνώσης στις επόμενες γενεές.
Μελετώντας τη μορφή του Διόνυσου, βλέπουμε ότι ενώ ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί, εν τούτοις ο γιος του Δία και της Σεμέλης, της κόρης του Κάδμου, είναι το θείο βρέφος το οποίο διασώζεται από τις φλόγες. Τότε που οι φλόγες αυτές έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να το διασώσει. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της ζηλότυπης Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και λόγω του ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος.
Όταν μεγαλώνει, ο θεός περιπλανάται στην Αίγυπτο και τη Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, είναι εκείνη που τον διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του θεού και των Μαινάδων ακολούθων του. Η ακολουθία του θεού συμπληρώνεται με τους Σατύρους και τους Σειληνούς. Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.

Μια νέα θρησκεία

Ο θεός Διόνυσος φτάνει κάποτε στην πόλη της Θήβας με ανθρώπινη μορφή και ο βασιλιάς Πενθέας παλεύει να οχυρώσει εαυτόν και το άστυ απέναντι στην έλευση μιας θρησκείας που εξισώνει τους πάντες –νυν και πρώην βασιλιάδες, θεούς και δούλους, μάντεις και αγγελιοφόρους, γυναίκες και άνδρες– σε έναν κόσμο συμφιλίωσης του ανθρώπου με τα πιο ζωώδη, αλλά και αγνά του ένστικτα.
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη αποτελούν τη μοναδική σωζόμενη τραγωδία όπου ο Διόνυσος συμμετέχει ως πρόσωπο του δράματος, αλλά και ως παντεπόπτης σκηνοθέτης – συγγραφέας.
Η παράσταση που παρακολούθησα στην Επίδαυρο, την Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017, σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου, εξερευνά τη σύγκρουση ανάμεσα στην ατομικότητα του ήρωα και την πολυφωνικότητα του Χορού. Οι οκτώ αφηγητές, που εισέρχονται στην ορχήστρα βαδίζοντας μεγαλοπρεπώς στο πέτρινο μονοπάτι, όσο η ημέρα διατηρεί ακόμη το απαλό και γλυκό φως της, βαστώντας τόπια με μοβ υφάσματα, εντάσσουν τα χορικά στη βασική πλοκή. Αφού στρώνουν πανηγυρικά το ύφασμα υπό το ιεροτελεστικό φως των προβολέων, ακολουθούν τη διαδικασία της σταδιακής σύνθεσης και αποσύνθεσης ενός μικτού συνόλου, την αντίσταση των μελών του, αλλά και τη λαχτάρα τους να ανέβουν φαντασιακά στο ιερό βουνό ως μαινάδες και να μετατραπούν σε βάκχες. Μια τελετή μύησης στη λατρεία του «άλλου», ξεδιπλώνεται μπροστά στο κοίλον του αρχαίου θεάτρου, της οποίας πρώτο στάδιο είναι να σταθούν δύο άτομα αντιμέτωπα υπό το βλέμμα ενός θεατή-μάρτυρα.

 

“Ιερή μανία”

Ο Κάδμος, ο βασιλιάς της Θήβας, όταν έφτασε σε προχωρημένη ηλικία, παραιτήθηκε υπέρ του εγγονού Πενθέα. Μια από τις πρώτες αποφάσεις που έλαβε ο νέος βασιλιάς ήταν κι αυτή που απαγόρευε τη λατρεία του νέου θεού Διονύσου, η οποία είχε αρχίσει να διαδίδεται σε πλήθος ελληνικών πόλεων. Ο Διόνυσος ήταν μάλιστα γιος της θείας του Σεμέλης από την ένωσή της με τον Δία. Μία διαταγή του, ωστόσο, με την οποία δεν επέτρεπε στις γυναίκες της Καδμείας να συμμετάσχουν σε τελετές του νέου θεού, έφερε την οργή του Βάκχου. Έτσι ο Διόνυσος ενεφύσησε «ιερή μανία» στη μητέρα του βασιλιά, την Αγαύη, στις θείες του Ινώ και Αυτονόη, αλλά και σε πολλές άλλες γυναίκες της Θήβας, οδηγώντας τις στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, εν τω μεταξύ, έδωσε εντολή να συλληφθούν οι οπαδοί του θεού, αλλά χωρίς να το γνωρίζει, συνέλαβε και φυλάκισε τον ίδιο το θεό! Όμως ο Διόνυσος έσπασε τις αλυσίδες και την πόρτα της φυλακής και παρουσιάστηκε στον Πενθέα. Ο Διόνυσος καταφέρνει να δελεάσει τον Πενθέα και να τον πείσει τελικά να κατασκοπεύσει ο ίδιος τις βακχικές τελετές μεταμφιεζόμενος μάλιστα σε γυναίκα. Ο Πενθέας κατευθύνεται στο βουνό και αφού κρύβεται ανάμεσα στα δέντρα, περιμένει να δει τις οργιαστικές τελετές των γυναικών της πόλης του. Οι κόρες του Κάδμου, δηλαδή η μητέρα του και οι θείες του, τον βλέπουν πάνω σε ένα δέντρο και φαντάζονται (μάλλον ο Διόνυσος τους υπέβαλε αυτή τη σκέψη) πως είναι ένα αγρίμι. Τραβούν τον Πενθέα κάτω και τον ξεσκίζουν, με έναν τελετουργικό τρόπο που είναι γνωστός ως σπαραγμός. Όταν η αληθινή του ταυτότητα ανακαλύπτεται αργότερα, οι αξιωματούχοι της Θήβας εξορίζουν τις γυναίκες-μαινάδες από τη Θήβα. Κάποιες πηγές βεβαιώνουν ότι η μητέρα του ήταν η πρώτη που έφερε το θανατηφόρο κτύπημα σκίζοντάς τον στο κεφάλι. Έβαλε έπειτα το κεφάλι σε ένα ραβδί και το πήρε πίσω στη Θήβα, σαν μακάβριο θύρσο, μέχρι που συνάντησε το γέρο-Κάδμο, ο οποίος και την έβγαλε από το φρικτό κόσμο των «ιερών» ψευδαισθήσεών της.
Τον Διόνυσο τον ανάθρεψαν οι σάτυροι (οι οποίοι συχνά συνδέονται μαζί του στους διθύραμβους, στο δράμα και την τέχνη). Φονεύεται, διαμελίζεται και ανασταίνεται. Είναι θεός της ευφορίας, του οίνου και της διασκέδασης. Τα γεγονότα της ζωής του τον συνδέουν με το πνεύμα του έτους (δαίμων ενιαυτός), που το συναντάμε συχνά και σε άλλες πρώιμες θρησκείες – δηλαδή τον κύκλο των εποχών και τον κύκλο της γέννησης, της ωρίμανσης, του θανάτου και της αναγέννησης. Μέσα από τις τελετές, οι πιστοί προσπαθούσαν να βρουν μια μυστική ένωση με την ουσία της Δημιουργίας. Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, έψαχναν να βρουν τρόπους για να βελτιώσουν τη γονιμότητα. Δηλαδή να εξασφαλίσουν την επάνοδο της άνοιξης και την παραγωγικότητα, τόσο των ανθρώπων, όσο και της γης και την καλή συγκομιδή.

“Αν ήμουν”…

Οι ηθοποιοί ξεκινούν την αφήγηση με το «αν». «Αν ήμουν»… Με γρήγορες επαναλήψεις φθόγγων, λαρυγγισμούς και αναφωνήσεις ήχων χωρίς λεξιλόγιο, μια τεχνική πανάρχαια που φτάνει στους προϊστορικούς χρόνους. Ένας ένας μπαίνουν στην εξιστόρηση και σταδιακά δημιουργείται μια ομάδα που διαμορφώνεται σε Χορό. Από τη μία ο Πενθέας και η πόλη και από την άλλη ο Διόνυσος γύρω από τον οποίο δημιουργείται ένας χορός που ασκεί μια πολλαπλή λειτουργία. Ο Χορός θα τους αφομοιώσει. Οι ηθοποιούς μπαίνουν από τον έναν ρόλο στον άλλον, σαν να είναι οι ρόλοι πόρτες που τους επιτρέπουν να εισχωρήσουν στο έργο. Αυτός που ξεκινά ως Τειρεσίας, κατόπιν εξελίσσεται σε κάποιον άλλον. Ένα πρόσωπο, ένας θεσμός, μια ιδέα παρουσιάζονται δυναμικά, καθώς ενεργούν, κινούνται ή μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο.

Ο “νους” του κόσμου

Η αφήγηση σχετίζεται με την εξέλιξη των γεγονότων και αναφέρεται στις αιτίες και τα αποτελέσματά τους. Παρακολουθούμε το πώς ο Πενθέας, μια προσωπικότητα εγκλωβισμένη στη συντήρηση, που συμβολίζει την αντίσταση στους εισβολείς και στο ξένο, επηρεάζεται από την άφιξη του Διονύσου. Αυτή η στάση δεν είναι μόνο θεατρική, αλλά έχει και την κοινωνική της αναγωγή. Ο Πενθέας είναι ένας εξαρτημένος από τα «πρέπει» άνθρωπος, πιστός σε εμμονές και κανόνες, και υποφέρει από αυτό.
Ο Διόνυσος ήταν η τελευταία μεγάλη παγανιστική θεότητα στην Ύστερη Αρχαιότητα, μια θεότητα με παγκόσμια εμβέλεια. Σύμφωνα με μια ορφική παράδοση, ο ίδιος ο Δίας όρισε τον γιο του βασιλέα όλων των θεών του κόσμου, ενώ είναι γνωστό ότι ο Διόνυσος συχνά ενσάρκωνε και άλλους θεούς, όπως τον Ήλιο και τον Απόλλωνα. «Ο κόσμος είναι ο Δίας και ο Διόνυσος ο νους του κόσμου (Διός νους)». Η κυρίαρχη παρουσία του μάς οδηγεί να συζητάμε για έναν ειδωλολατρικό μονοθεϊσμό. Χαρακτηριστικά της λατρείας του η έκσταση και η θεοληψία, ο ενθουσιασμός, η μίμηση, η μεταμφίεση.
Ο Διόνυσος ήταν τιμωρητικός. Η εκδίκησή του προς όποιους ασεβούσαν απέναντί του ήταν… να τους τρελαίνει. Όμως ο αφανισμός που προκαλεί δεν είναι το τέλος του κόσμου αλλά η αρχή ενός καινούργιου.

Παράσταση αφήγησης

Η παράσταση δεν βασίστηκε στην αναπαράσταση αλλά στην αφήγηση μέσω μιας ομάδας οκτώ ανθρώπων. Οι Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου, ο καθένας τους κι ένα όνομα μοναδικό, προπορεύονται και μας οδηγούν παραπέµποντας και µεταφορικά στην εξιστόρηση σαν να πρόκειται για µια διαδρομή, στην οποία αναλαμβάνουν ρόλο καθοδηγητή.
Η πλοκή του έργου ακολουθήθηκε πιστά, με τη μόνη διαφορά -όπως προαναφέραμε- ότι κάθε πρόσωπο δεν έμεινε πιστό σε ένα χαρακτήρα αλλά εξελίχθηκε στη διάρκεια της παράστασης, μπήκε σε κάποιον άλλο ρόλο ή στο Χορό που παρακολουθεί την ιστορία.
Η παράσταση, κατά τη γνώμη μου, προκαλεί μια συνομιλία με το κοινό. Είναι το πέρασμα από την άγνοια στη γνώση. Η φόρμα είναι η ιδεολογία της. Αυτό που οι συντελεστές θέλησαν να μεταδώσουν είναι πως η ειλικρινής προσπάθεια να λύσεις ένα μυστήριο και όχι η ίδια η λύση, αποτελεί τη δημιουργικότητα.
Οι «Βάκχες» του Λυγίζου θέλησαν να είναι κυρίως μια μελέτη του αρχαίου θεάτρου. Να αναδειχθεί η διαχρονικότητα και η επικαιρότητα του τραγικού λόγου. Η οικουμενικότητα της αρχαίας τραγωδίας. Πώς από ένα δρώμενο γύρω από μια πανάρχαιη φωτιά και έναν ιερουργό μετεξελίχτηκε σε τελετή θριάμβου και πώς προέκυψε το πέρασμα από τη θεατρική κυκλική σκηνή στο ημικύκλιο της Επιδαύρου. Οι θεατές πείθονται μέσω του ποιητικού λόγου για το φύλο των ηρώων όπως πείθονται και για την ταυτότητά τους, γι’ αυτό ο κάθε ηθοποιός με την απεύθυνσή του υποδύεται περισσότερους από έναν ρόλους.
Ας θυμηθούμε πως το δράμα προήλθε από τις θρησκευτικές τελετές, τα δρώμενα (ιερές συμβολικές πράξεις) και συνδέθηκε από την αρχή με τις τελετουργικές γιορτές που γίνονταν στην αρχαιότητα προς τιμήν του θεού Διονύσου. O Διόνυσος κατείχε κεντρική θέση στο αθηναϊκό εορτολόγιο. H λατρεία του ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, ιδιαίτερα στις λαϊκές τάξεις και τους αγρότες. Η κληρονομιά του ήταν η ιδέα του θεάτρου, μία πρωτότυπη επινόηση ειδικά της Αθήνας, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα ζωτικό και ενεργό τμήμα της ελληνικής παράδοσης γενικότερα. Η τραγωδία δεν εμφανίζεται ξαφνικά αλλά ως εξέλιξη τελετουργικών δρώμενων, που ήδη υπήρχαν από παλιά, ίσως και προ τεσσάρων χιλιετών, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Από την τραγωδία προέκυψαν κείμενα διαχρονικά, με λόγο συμβολικό και κορυφώσεις που αγγίζουν το αρχετυπικό.

Το άσμα του τράγου

Η τραγωδία που το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις τράγος και ωδή, το άσμα του τράγου, δηλαδή του Πανός, πηγάζει με άμεσο τρόπο από αφηγήσεις που σχετίζονται με τον Διόνυσο-Βάκχο. Το τραγικό έργο λοιπόν είναι βαθύτατα θρησκευτικό. Άλλωστε ο λόγος μέσα στη σκηνική δράση δεν είναι μεστός, διαυγής και πλήρης όγκου, όταν στερείται κι απογυμνώνεται απ’ ό, τι σπουδαίο, μεγαλειώδες και ηρωικό, και τότε η έννοια της τραγωδίας παύει να υφίσταται.

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο, με προεξάρχουσα την τραγωδία, αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξής μας και έχει όχι μόνο φόρμα τελετουργική, ύφος και δομή μυσταγωγικό αλλά τόσο αφετηρία όσο και σκοπό μυστηριακό και εσωτερικό. Αποτελεί μια δίοδο για να εξετάσουμε τον κόσμο γύρω μας χρησιμοποιώντας μια άλλη ματιά, μια διαφορετική οπτική γωνία. Πραγματεύεται καταστάσεις όπου κάποιος είναι φυλακισμένος στο παρελθόν και προσπαθεί να δραπετεύσει. Η ιδέα σήμερα δεν είναι πρωτότυπη, ωστόσο είναι βαθιά ψυχολογική.

Ένας στοχασμός

Η αφήγηση είναι η προφορική παρουσίαση μιας ιστορίας, ενός παραμυθιού, ενός μύθου, και βασίζεται στη δύναμη του λόγου. Ο Έκτορας Λυγίζος με τη θεατρική αυτή πειραματική δουλειά του ακολούθησε βασικά μια εγκεφαλική διεργασία που εν των πραγμάτων δεν μπορεί να απευθύνεται σε όλους τους θεατές. Από την άλλη δεν νομίζω ότι ο ίδιος έχει συγκεκριμένες προσδοκίες από το κοινό, όταν ετοιμάζει μια παράσταση. Ανήκει όμως στις δημιουργικές δυνάμεις εκείνες που μπορούν ακόμη να επινοήσουν ένα νέο αύριο. Στο θέατρό του η μόνη πραγματικότητα είναι το φαντασιακό, υλικό εξίσου εύφλεκτο με το εξωτερικά πραγματικό.
Η ιδιότυπη διαδικασία της παράστασης αλλά και η ιδιαίτερη ειδολογική της ταυτότητα εντείνουν τη σύγχυση στην ανάγνωση και την ερμηνεία της και γι’ αυτό θα πρέπει, πριν κρίνουμε βιαστικά, να προσεγγίσουμε αυτές τις «Βάκχες» σαν μια ιεροτελεστία και ένα ένα στοχασμό πάνω στην έννοια της αφήγησης και του θεάτρου.
Ο Έκτορας Λυγίζος είχε ξαναδουλέψει τις “Βάκχες” πριν από περίπου τέσσερα χρόνια (2013) με τρεις άνδρες ηθοποιούς, τον Δημήτρη Μοθωναίο, τον Άρη Μπαλή ο οποίος έπαιζε και σε αυτή την παράσταση και τον ίδιο, εκείνη τη φορά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μας είχε εκπλήξει και τότε ευχάριστα με μια παράσταση που ήταν συγκερασμός της βαθιάς ερμηνείας του κλασικού κειμένου με την τελετουργική του διάσταση. Το όλο εγχείρημα είχε την ελαφράδα του παιχνιδιού μιας ομάδας νέων, που φτιάχνουν θέατρο από το τίποτα και το πουθενά.

Στη φετινή παράσταση εργάστηκε με τρόπο καθαρά φαντασιακό και μυθολογικό αρχικά, που έγινε στη συνέχεια πιο αντικειμενικός και ιστορικός, πέρασε από τον μύθο στο θρύλο και στην παράδοση και από εκεί στην ιστορία, την πολιτική και την επιστήμη.

Η Αγαύη βρίσκεται στην κορύφωση της παράστασης. Όλος ο θίασος συμμετέχει στον σπαραγμό του ήρωα από τις Μαινάδες. Η Αγαύη είναι η εξέλιξη του ίδιου του Πενθέα. Είναι εκείνη που του προσφέρει τη λύτρωση.

Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστά τα παντελόνια. Με τον όρο «αναξυρίδες» περιέγραφαν οι Αρχαίοι Έλληνες τα εφαρμοστά παντελόνια, ενώ με τον όρο «σαράβαρα» τα χαλαρά. Δεν τα φορούσαν όμως οι ίδιοι, καθώς θεωρούσαν βαρβαρική συνήθεια την ένδυση με παντελόνια. Επίσης μια ακόμη λέξη που χρησιμοποιούσαν για το ρούχο αυτό, και ειδικότερα για το φαρδύ παντελόνι των Περσών, ήταν «θύλακος» που σημαίνει «σάκος». Επίσης με πόρπες και περόνες καρφίτσωναν τα ρούχα τους οι αρχαίοι.
Στην παράσταση οι ηθοποιοί ήταν συμβολικά ντυμένοι με υπέροχους υφαντούς θώρακες, από τους οποίους απαλλάσσονται αφαιρώντας τις περόνες που τους συγκρατούν.
Γεμάτη εικόνες ιδιαίτερης ομορφιάς, όλη η παράσταση είχε μια μινιμαλιστική φόρμα, όπως και ο «Προμηθέας Δεσμώτης», η τραγωδία του Αισχύλου, από τον ίδιο σκηνοθέτη, που είχαμε παρακολουθήσει το 2014, επίσης στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Όταν ο Λυγίζος, ο οποίος ήδη είχε ξεκινήσει να διερευνά με ξεχωριστή αφοσίωση τους όρους αφήγησης και αναπαράστασης του αρχαίου δράματος σε κλειστό χώρο και σε μικρή κλίμακα, δοκίμασε με επιτυχία τη δυναμική των ανοιχτών μεγάλων χώρων και δη των αρχαίων.

Ο Πενθέας

Το όνομα “Πενθέας” σημαίνει «άνθρωπος των θλίψεων” και προέρχεται από τη λέξη πένθος, δηλαδή λύπη ή θλίψη. Στην εποχή μας σημαίνει ιδιαίτερα την οδύνη που προκαλείται από το θάνατο και την απώλεια. Με σύνθημα «είμαστε όλοι Πενθείς», ειδικά σήμερα, διαμορφώθηκε η οπτική της παράστασης. Μιας παράστασης με αδιάσπαστη ενότητα, µε σταθερή και ακατάπαυστη δραµατική ορµή, µε επίκεντρο την «άρνηση» του Πενθέα και τη σταδιακή πορεία του προς την καταστροφή, µέσα από την παράβλεψη των διαδοχικών «σηµείων» του θείου.
Ο διάλογος, οι διφωνικές αφηγήσεις, οι χειρονομίες, η μιμική και η παντομίμα της, δραστικότατα. Με δυνάµει κωµικότητα και µεταθεατρικότητα ένας θίασος πολυτάλαντος, ομοιογενής, εξαιρετικά δεμένος, αποτελούμενος από άνδρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών, με σωματικότητα έκδηλη, απέδωσε καίρια τη μαιναδική τελετή, τονίζοντας ιδιαίτερα και το στοιχείο του ερωτισμού.

Η παράσταση (συμπαραγωγή Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας) σου δίνει την αίσθηση του παιχνιδιού ενός περιφερόμενου θιάσου που αποφασίζει να αφηγηθεί τις «Βάκχες» και εμπλέκεται σε μια διαδικασία μύησης.
Είναι θετικό πως ο Έκτορας Λυγίζος, προσηλωμένος, προσεκτικός αλλά και πνευματικά ανήσυχος, ψάχνει τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κάνει κάποιος θέατρο σήμερα. Άλλωστε, το θέατρο καθίσταται απαραίτητο ως χώρος που προσφέρεται για δημόσια συζήτηση και εν γένει προβληματισμό.

Αυτή τη φορά οκτώ ηθοποιοί, τρία μεγάλα πανιά σε ευλαβικό μενεξεδί χρώμα, οι καίριοι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη, η πολυτιμότατη φωνητική διδασκαλία της άξιας Ρηνιώς Κυριαζή, τα αλληγορικά σκηνικά – κοστούμια της Κλειώς Μπομπότη, η θεατρικότατη σωματική προετοιμασία της Βίκυς Παναγιωτάκη, το ισορροπημένα θεατρικό μακιγιάζ της Ιωάννας Λυγίζου, η σημαντική συμβολή της θεατρολόγου Κατερίνας Κωνσταντινάκου και ο μέγιστος λόγος του Ευριπίδη, στην εξαίσια μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, στάθηκαν τα υλικά με τα οποία οικοδομήθηκε το εγχείρημα.

Όσο για τους ηθοποιούς, ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Οι Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου ήταν μια ομάδα με κύρος και πλούτο θεατρικής παρουσίας. Ως θεατές ήμασταν τυχεροί που τους παρακολουθήσαμε. Εκπροσωπούν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές γενιές ηθοποιών και όλοι τους έχουν δώσει ουσιαστικό δείγμα γραφής. Σε αυτή τη δημιουργική και πρωτότυπη παράσταση των “Βακχών”, διέπρεψαν και οι οκτώ.

Μεταμφίεση, όρχηση, έκσταση, επιθυμία, αγριότητα ολοζώντανα μας έκαναν να βουτήξουμε στο σκοτάδι εντός μας με τον Κιθαιρώνα να γίνεται το πεδίο σπαραγμού του Πενθέα αλλά και του δικού μας, όσων δηλαδή ζητάμε προστατευμένοι και αλώβητοι να παρακολουθήσουμε μια τραγωδία ή τραγωδίες. Τις τραγωδίες των άλλων εκ του ασφαλούς, ως θεωροί, ενώ σκοπός μας θα έπρεπε να είναι η αναζήτηση της αλήθειας πίσω από το μύθο και πέρα από το φράγμα του χρόνου. Και να τη μεταφέρουμε με ακρίβεια, πιο ακριβείς ακόμα κι “από το χάρακα και το αλφάδι”, όπως τα εργαλεία για τη χάραξη ευθειών και τη μέτρηση ευθυγράμμων τμημάτων που χρησιμοποίησε με πάθος και γνώση καλλιτεχνική ο σκηνοθέτης.

  • Ο Έκτορας Λυγίζος (γενν. 1976, Αθήνα) σπούδασε γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε ως βοηθός του Λευτέρη Βογιατζή και του Αντώνη Καλογρίδη (1999-2003) και σκηνοθέτησε τα βίντεο της παράστασης του Μιχαήλ Μαρμαρινού 2004, ένα χρόνο μετά.

Έχει σκηνοθετήσει τις παραστάσεις: Ο κόσμος στο βυθό του Γκάρι Όουεν (θέατρο Αμόρε, 2005), Άγριοι – ο άνδρας με τα θλιμμένα μάτια του Χεντλ Κλάους (θέατρο Αμόρε, 2007), Ο Υμπύ στο Σχολείο, διασκευή του Υμπύ Τύραννου του Αλφρέ Ζαρρύ (Θεατρικό Εργαστήριο Κ.Θ.Β.Ε., 2008) και το Τροβατόρε του Βέρντι, με την εταιρεία θεάτρου «Οι Όπερες των Ζητιάνων» (Bios, 2008).
Στον κινηματογράφο έχει υπογράψει το σενάριο και τη σκηνοθεσία για τις ταινίες μικρού μήκους: Αγνά Νιάτα (2004), η οποία συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας, Εσωτερικό σπιτιού με γυναίκα που καθαρίζει μήλα (2002), που απέσπασε, μεταξύ άλλων, το Κρατικό Βραβείο Ποιότητας στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» (2012), βραβεύθηκε και διακρίθηκε εντός και εκτός Ελλάδας.

•  Η παράσταση είχε και αγγλικούς υπέρτιτλους

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Σκηνικό – Κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου
Αγγλικοί υπέρτιτλοι: Λύο Καλοβυρνάς
Βοηθός σκηνοθέτις: Εύα Βλασσοπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Στεφανία-Ηλέκτρα Πανταβού
Δραματολογική συνεργασία: Κατερίνα Κωνσταντινάκου
Σωματική προετοιμασία-Τεχνική Alexander: Βίκυ Παναγιωτάκη
Φωνητική προετοιμασία: Ρηνιώ Κυριαζή
Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Έκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Άρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου

Πληροφορίες

Έκτορας Λυγίζος – ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας
Βάκχες / Ευριπίδη
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
14-15 Ιουλίου 2017
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου και ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας
Διάρκεια: 90’
• Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου – Γκέλυ Καλαμπάκα

  • Σημείωση: Για άλλη μια φορά θα επανέλθω και θα απευθύνω το ίδιο ερώτημα στους ιθύνοντες του Φεστιβάλ, έστω κι αν γνωρίζω προκαταβολικά πως δεν θα πάρω απάντηση. Γιατί; Διότι απλούστατα δεν υπάρχει απάντηση. Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και το catisart.gr πέφτει συστηματικά θύμα διακρίσεων από υπάλληλο που βρίσκεται τοποθετημένος στο γκισέ των προσκλήσεων του αρχαίου θεάτρου Επιδαύρου και καθήκον του, εκτός των άλλων, ως υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, είναι να εξυπηρετεί τους ανθρώπους του Τύπου;
    Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε προηγούμενο σημείωμά μου:
  • Τι σημαίνει πρόσκληση στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου;