Cat Is Art

Αποχαιρετισμός στη Λούλα Αναγνωστάκη – Τρία κείμενα

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το τελευταίο αυθόρμητο αντίο στην αγαπημένη Ελληνίδα συγγραφέα, τη Λούλα Αναγνωστάκη, έστειλε ο πνευματικός κόσμος. Άνθρωποι της τέχνης, της λογοτεχνίας αλλά και της πολιτικής σκηνής παρευρέθησαν στον αποχαιρετισμό της.
Η κηδεία της Αναγνωστάκη που πάντα αγαπούσε το ημίφως, της σημαντικότερης για πολλούς συγγραφέα της μεταπολεμικής γενιάς που μαζί με τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης αποκάλυψαν στο σανίδι μια τολμηρή κι αλλιώτικη Ελλάδα, της αδελφής του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, της συζύγου του λογοτέχνη, μεταφραστή και ψυχιάτρου Γιώργου Χειμωνά και της μητέρας του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά, τελέστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών την Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017, στις 16.00.
Στην τελευταία κατοικία της τη συνόδεψε η οικογένεια, οι φίλοι, οι συνάδελφοι και άλλοι παράγοντες της πνευματικής και πολιτικής ζωής της χώρας.
Τους συγκινητικούς επικήδειους λόγους εκφώνησαν ο Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο Λεωνίδας Προυσαλίδης, συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Τους παραθέτουμε παρακάτω αυτούσιους:

 

Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και ηθοποιός.
«Λούλα, ως εδώ ήταν λοιπόν. Ένας θεατρικός συγγραφέας απέρχεται για να εισέλθει σε μια επικράτεια με την οποία είχε σχέσεις σ’ όλη του τη ζωή, γιατί ο θεατρικός συγγραφέας περισσότερο από όλους τους άλλους έχει συνείδηση ότι είναι δημιουργός ημιτελών πλασμάτων, σκιών, διαχειρίζεται ίσκιους κατά βάση που επικαλούνται τα ζωντανά σώματα των ηθοποιών για να τελειωθούν, για να υπάρξουν. Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένα παιδί του αιώνα της αλλά όχι δημιούργημά του, γι’ αυτό και μπόρεσε να εκφράσει με τρόπο ανεπανάληπτο τις αγωνίες, τους καημούς, τα αδιέξοδα, αυτά τα οποία στιγμάτισαν τη μεταπολεμική ελληνική ζωή. Φεύγει σήμερα σε μία εποχή που της πάει, γιατί η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν ένας συγγραφέας και ένας άνθρωπος του μεταβατικού που μπορούσε να δει, να συλλάβει πέρα από τα τραύματα και τον καημό, των σταθερών ταυτοτήτων, τη λαχτάρα, τους κινδύνους και την ομορφιά του ρευστού. Τώρα λοιπόν που φεύγεις, πρέπει να σου πω να δώσεις τα δέοντα στον Γιώργο, στον Μανόλη, στη Νόρα, στη Μαρίκα, στη Βέρα και βεβαίως στην Τζένη και στον Κάρολο, σε όλη την εκλεκτή ομήγυρη. Σε φιλώ. Καλό ταξίδι».
***
 

Λεωνίδας Προυσαλίδης, συγγραφέας και σκηνοθέτης.
«Η Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε το τελευταίο της έργο με τίτλο «Σ’ εσάς που με ακούτε» το 2001. Και από τότε δεν ξαναέγραψε. Πιστή στις δεσμεύσεις της και απόλυτη. Ό,τι είχε να πει το είχε πει ήδη στην εποχή της και πριν από την εποχή της. Στα δέκα αριστουργηματικά έργα που αποτελούν τη δραματουργία της, από την «Τριλογία της πόλης» μόλις πρωτοεμφανίστηκε και με όχημα τη ζωή των ηρώων της, η Λούλα διηγήθηκε τη ζωή της και ολόκληρη την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μίλησε για τα απομεινάρια των παρελάσεων και για αλλόκοτες νίκες. Για τη ματαιωμένη αδιαλλαξία των νικημένων και για την πικρή ρίζα των νικητών. Για τον αλληλοσπαρασσόμενο Έλληνα, χωρίς ποτέ να συνθηματολογήσει. Αιρετική πάντα, αλλά με ανοιχτή καρδιά. Τρομερή δύναμη και τεράστια ευαισθησία. Μίλησε για όλους τους έγκλειστους αλλά και για μια μεγάλη ζωή η οποία ασφυκτιούσε ανυπεράσπιστη και καταχωνιαζόταν σε μια μικρή ανύπαρκτη καθημερινότητα. Μίλησε για όλους εκείνους που δεν ανήκαν πουθενά, και τη ζωή τους δεν υπερασπίστηκε ποτέ κανένας. Η Λούλα μίλησε για όλους τους ανυπεράσπιστους και τους δικαίωσε μέσα από λεπτομέρειες η πραγματική σημασία των οποίων αντιστοιχούσε στην ίδια την ύπαρξη. Στα έργα της υπερασπίστηκε όλους τους ανυπεράσπιστους απ’ όπου κι αν προέρχονταν. Δεν υπήρξε αυτοβιογραφική, υπήρξε βιωματική όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, αλλά όλα όσα καθόρισαν τη ζωή της, όλοι όσοι διαδραμάτισαν πρωταρχικό ρόλο στη ζωή της, υπάρχουν ανάμεσα στις λέξεις και μέσα στις σελίδες των έργων της. Ο Γιώργος, ο Μανόλης, ο Θανάσης, οι φίλοι που φύγαν κι εκείνοι που χάθηκαν σε ένα ταξίδι μακριά. Γιατί μέσα στα έργα της και μέσα από τους ήρωές της, τον Παύλο, την Κάτια, τον Γιωργάκη ακούμε αδιάκοπα να χτυπά η καρδιά της Λούλας. Και σήμερα και ενώ από κάπου θα ακούγεται ξαφνικά η μελωδία από το τρένο που φεύγει στις 8, εμείς είμαστε εδώ για να σε αποχαιρετίσουμε Λούλα, και να σου υποσχεθούμε ότι θα υπάρχεις πάντα στις καρδιές μας. Εσύ και οι ήρωες σου».
***

Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
«Το τρένο φεύγει στις οχτώ
Ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
Να μη θυμάσαι στις οχτώ…»
Αυτό το τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου είχες διαλέξει ως κατευόδιο σε σχετική ερώτηση που σου είχε γίνει για τη στιγμή της αποχώρησής σου από τα εγκόσμια, απαντώντας στο ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Και πράγματι Νοέμβρης μήνας δεν έμεινε. Οχτώ έφυγες, στις οχτώ του Οκτώβρη..
Ο Βιτέζ έλεγε, όταν είχε ανεβάσει την «Παρέλαση» το Μάιο του ’68, ότι «πίσω από τα μαύρα της γυαλιά η Λούλα, τα είχε καταλάβει όλα».
Και πράγματι η Λούλα Αναγνωστάκη, από τα αδιάλειπτα συνεπή πρόσωπα της πνευματικής μας ζωής τόσο στο δημόσιο όσο και στο ιδιωτικό της βίο, στάθηκε προφητική για μια ακόμη φορά. Αυτήν τη φορά για την ίδια.
Κάθομαι και συλλογίζομαι μέσα στο αναπόφευκτο προσωπικό και συλλογικό μας πένθος πόσες φορές η ίδια μέσα από την τολμηρή της γραφή στόχευσε στην πολιτική μας αφύπνιση.
Μέσα στα εγκλήματα του παρακράτους γράφει στη «Συναναστροφή» για μια «πόλη που γεμίζει στρατό» για να διακοπούν οι παραστάσεις του έργου λίγες εβδομάδες αργότερα από τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Το 1981 αναρωτιέται μέσα από τον Σπύρο στην «Κασέτα»: «Τι είναι η Ελλάδα Γιωργάκη; Οικογενειοκρατία που αναπαράγεται στο φουλ». Ενώ το 2003, μέσα στην ευμάρεια των Ολυμπιακών Αγώνων, προοικονομεί: «Όλη η Ευρώπη θα ‘ρθει τα πάνω κάτω. Λένε πως η ψαλίδα ανοίγει, ο φτωχός θα γίνει φτωχότερος…». Ουδείς δεν προφήτευσε τόσο τολμηρά τα δεινά της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής, σκιαγραφώντας ήδη από το 1978 τη διχόνοια ως αρχετυπικό στοιχείο της φυλής μας, αλλά και υπογραμμίζοντας την αξία της ετερότητας και του σεβασμού στη διαφορετικότητα ως βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας:
«Εγώ δε βολεύομαι.
Δεν είμαι μέσος όρος.
Δεν είμαι από αυτούς που ρίχνουν νερό στο μύλο των ισχυρών..
Εγώ κάνω τη δική μου επανάσταση…»
Όλα αυτά βέβαια για την ίδια δεν είχαν καμία σημασία όταν τα άκουγε. Απλώς δάκρυζε και έστρεφε την κουβέντα αλλού: στο μονάκριβό της Θανάση, αλλά και στον παντοτινά αγαπημένο της Γιώργο. «Σημασία έχει που έφυγε εκείνος», έλεγε για τον πρόωρα χαμένο σύζυγό της Γιώργο Χειμωνά, ενώ η διαρκή της έγνοια για τον γιο της Θανάση σου έφερνε στο νου την ηρωίδα της Κάτια από τον «Ήχο του Όπλου», που ερμήνευσε η αγαπημένη της Ρένη Πιττακή το 1987. Μια παράσταση που έμελλε να είναι και τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν.
Μέσα από τα έργα της εξέφρασε όσο κανείς, όπως αντίστοιχα στην ποίηση και ο αδελφός της Μανόλης Αναγνωστάκης, την ήττα και τα τραύματα του Νεοέλληνα. Η πρώτη φράση που ανταλλάξαμε άλλωστε αφορούσε σε μια προσωπική της ματαίωση: «Ήθελα να γράφω για τον κινηματογράφο».
Πόσοι ηθοποιοί δεν πραγματοποίησαν το θεατρικό τους ντεμπούτο μέσα από το έργο της – κανείς δεν έγραψε όσο εκείνη για νέους σε ηλικία χαρακτήρες – και πόσοι ομολογημένα μεταγενέστεροι Νεοέλληνες συγγραφείς δε σφραγίστηκαν από το έργο της.
Ήταν η μάνα μας. Η δραματουργική μας ρίζα.
Μάθαινες δίπλα της. Πάντα με την πιο στερεή κουβέντα στα δύσκολα αλλά και την πιο βαθιά σαρκαστική.
Κοντά της αισθανόσουν σα να έπαιζες σε έργο της, γεννημένος, έτοιμος, θαρραλέος για τη μεγάλη πράξη, ακόμα κι όταν αυτή ερχόταν σε αντίθεση με τα κοινώς αποδεκτά ιδανικά.
Με αυτήν τη σοφία έζησε και τα τελευταία της χρόνια αν και όπως διαπίστωνε ο Κάρολος Κουν για τον «Ήχο του όπλου», «η σοφία εξάλλου αποκτιέται όταν πια δεν είναι αναγκαία».
Μια λέξη ακόμα:
Ευγνωμοσύνη.
Δε θα ξεχάσω στις οκτώ.
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει…
Καλό Ταξίδι.

  • Οι φωτογραφίες είναι από τη συνέντευξη που είχε δώσει η Λούλα Αναγνωστάκη, στον δημοσιογράφο Σταύρο Θεοδωράκη
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑποχαιρετισμός στη Λούλα Αναγνωστάκη – Τρία κείμενα

Related Posts