Cat Is Art

Αποσπάσματα από το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, ένα αριστούργημα του ελληνικού μοντερνισμού

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 1949
Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ’ όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα. Συμφωνώ απολύτως με τη διαδικασία που διαλέξατε, γιατί έτσι θα μπορέσω να καταγράψω τα γεγονότα με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι πως θα με διακόψετε, πως θα μου υποβάλετε ερωτήσεις, χωρίς δηλαδή να έχω την αίσθηση ότι τελώ υπό κράτησιν και δίνω λόγο των πράξεων μου. Διότι είναι βέβαια ολοφάνερο ότι πρόκειται για παρεξήγηση.
Απ’ τη στιγμή που με προφυλακίσατε τόσο αναπάντεχα, στα καλά καθούμενα, επιτρέψτε μου να πω, όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι θα έπαιρνα το τρίτο μου παράσημο, απ’ τη στιγμή που βρέθηκα σε τούτο το κελί, η μόνη μου ελπίδα ήταν πως θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξηγηθώ, ή έστω να απολογηθώ, αν φυσικά βρισκότανε κανείς να μου απαγγείλει μια συγκεκριμένη κατηγορία.
Κάθε φορά που με πιάνανε (και θα ξέρετε βέβαια ότι έχω συλληφθεί δυο φορές, μια στην Κατοχή, οπότε και δραπέτευσα, και μια το ‘47, οπότε πήγα εξορία στην Ικαριά) το πρώτο πράμα πού σκεφτόμουνα, ήταν, τι θα απαντήσω στους χαφιέδες και προσπαθούσα να φανταστώ όλες τις τυχόν ερωτήσεις τους και είχα έτοιμες τις απαντήσεις, πριν φτάσουμε στο Τμήμα ή στην Ασφάλεια. Τώρα όμως, το πρόβλημα μου δεν είναι τι θα απαντήσω στις τυχόν ερωτήσεις (γιατί έχω καθαρή τη συνείδηση μου και καμιά ανάκριση δε με φοβίζει, με την έννοια ότι μπορώ να απαντάω χωρίς να κρύβω τίποτα) το πρόβλημα μου είναι, ή μάλλον ήταν ως τα σήμερα, όσο δεν είχα ακόμα τη γραφική μου όλη – ήταν λοιπόν, πώς θα μπορέσω να μιλήσω, ν’ ακουστώ, να εισακουστώ.
Έτσι, όταν είδα σήμερα το χαρτί, το μελάνι και την πένα, αφημένα όλα αυτά δίπλα στη βούτα, ένιωσα ένα βάρος να πέφτει από πάνω μου, παρ’ όλο που έχω να αντιμετωπίσω τώρα ένα άλλο, αρκετά δύσκολο, αν και καθαρώς τεχνικής φύσεως πρόβλημα. Εξηγούμαι: Σκέφτηκα αν έπρεπε, να συνεχίσω, από κει που σταματήσαμε, κατά τη σύντομη προανάκριση, αν έπρεπε δηλαδή να αρχίσω κατά κάποιο τρόπο απ’ το τέλος, ή να αρχίσω, μια και καλή, απ’ την αρχή, ν’ αρχίσω θέλω να πω να διηγιέμαι τα γεγονότα όπως τα ξέρω και τα θυμάμαι (γιατί όταν με ρωτήσατε, «Πώς» και «Πότε» και «Ποιος» στην προανάκριση, εγώ απάντησα «Δεν ξέρω» και σεις μου είπατε, «Δεν ξέρεις, ή δεν θυμάσαι;»). Συνεπώς, αυτό που κυρίως σας ενδιαφέρει, θυμηθώ, και λοιπόν, όταν είδα το χαρτί (έστω και με κάποια οδυνηρή για μένα καθυστέρηση μιας ολόκληρης βδομάδας) χάρηκα που αποφασίσατε επιτέλους να μου ζητήσετε μια γραπτή κατάθεση.
[…] Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 9-10

[…] Όταν έμεινα ολομόναχος μέσα εκεί και τα μάτια μου συνήθισαν στο μισοσκόταδο, κοίταξα προσεχτικότερα γύρω μου. Το τραπέζι ήταν στενόμακρο και τα κεριά δεν τα ‘χανε στεριώσει σε σεμντάνια, όπως μου φάνηκε στην αρχή, μα σε μπεκ γκαζιού – άρα το τραπέζι θα το είχαν κουβαλήσει απ’ την αίθουσα της χημείας.
Εξακολουθούσα να στέκω σε στάση προσοχής και να κοιτάζω γύρω μου, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι, ώσπου ξεθαρρεύτηκα, στάθηκα ανάπαυση, με βάραινε κι ο γυλιός στην πλάτη και το τουφέκι που είχα κρεμασμένο στον ώμο κι ύστερα έσκυψα μπροστά να δω καλύτερα την πόρτα στον χοντρό τοίχο, γιατί μου πέρασε η σκέψη πως ο αντισυνταγματάρχης περιορίστηκε να την ανοιγοκλείσει για να νομίσω πως με άφησε μόνο, ενώ στην πραγματικότητα είχε κρυφτεί στο σκοτάδι της κόχης και με παρακολουθούσε.
Θα μπορούσα βέβαια να ισχυριστώ πως όλες αυτές οι σκέψεις ήταν αποτέλεσμα της κούρασης, της νύστας και του εκνευρισμού μου και θα γινόμουν πιστευτός μια κι ερχόμουνα από πορεία. Και ήταν φυσικό να εκνευριστώ γιατί δεν κοίταξα το ρολόι μου, είχα όμως την εντύπωση πως ο διοικητεύων αργεί πολύ. Αργεί υπερβολικά.
Μα εγώ σας υποσχέθηκα να πω όλη την αλήθεια και λοιπόν το ομολογώ πως δεν ήταν μόνο η κούραση κι ο εκνευρισμός, συνέβαινε και κάτι άλλο πολύ σημαντικότερο. Ακόμα κι αν μου έλεγε ο διοικητεύων να καθίσω (υπήρχε μία καρέκλα μπροστά στο τραπέζι του χημείου) ακόμα κι αν μπορούσα να καπνίσω, πάλι θα με απασχολούσε ή μάλλον θα με βασάνιζε ένα ζήτημα σοβαρότατο, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου ίσως — όχι της δικής μου ζωής φυσικά κι ούτε του δικού μου θανάτου, μα της ζωής του Κόμματος. Εφιστώ ιδιαιτέρως την προσοχή σας επ’ αυτού του σημείου και σας παρακαλώ να εξακριβώσετε την αλήθεια των λεγομένων μου (γιατί ευτυχώς, τα όσα θα αναφέρω μπορούν να εξακριβωθούν, ζει ακόμα ο ταξίαρχος Οδυσσέας κι επικαλούμαι τη μαρτυρία του) για να πειστείτε δηλαδή ότι μου έδωσε πράγματι τον μικρό, σφραγισμένο φάκελο.
Τότε που ο ταξίαρχος Οδυσσέας μού έδωσε το «επισκεπτήριο» μου, σκέφτηκα πως πρόκειται για μυστική διαταγή, που έπρεπε να φτάσει στα χέρια κάποιου, κατάλληλα ειδοποιημένου. Φυσικά, δεν απέκλεισα την περίπτωση να μου ζητήσουν το «επισκεπτήριο» και πριν φτάσω στην πόλη Ν, το λογικότερο όμως ήταν να υποθέσω ότι η διαταγή απευθύνεται στον διοικητή της Ν συνταγματάρχη Νικόδημο, στον οποίον και έπρεπε να παρουσιαστώ. Τώρα που έλειπε ο διοικητής, έπρεπε βέβαια να μου το ζητήσει ο διοικητεύων. Μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι ο διοικητής θα έφευγε, χωρίς να αφήσει σχετική διαταγή στον διοικητευοντα. Κι όμως, ο αντισυνταγματάρχης Βελισάριος όχι μόνο δεν μου ζήτησε το «επισκεπτήριο», αλλά πήρε και το φύλλο πορείας μου και εξαφανίστηκε – μπήκε σε κάποια πλαϊνή αποθήκη, ή με παραμονεύει από τη σκοτεινή κόχη. Δε μου αρέσει να κάνω τον έξυπνο, αλλά νομίζω ότι δεν χρειαζότανε μεγάλη νοημοσύνη για να υποπτευτεί κανείς πως ο μικρός εκείνος φάκελος δεν περιείχε στρατιωτικές διαταγές, αλλά ένα μήνυμα κομματικό, ή μάλλον, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, αντιφραξιονιστικό. Εν πάση περιπτώσει, μια και κανείς δε μου είχε ζητήσει το «επισκεπτήριο» πριν φτάσω στην πόλη Ν (παρ’ όλο που δε λείψανε οι ευκαιρίες, γιατί πέρασα από φυλάκια και κατά τόπους φρουραρχεία) ήμουν απολύτως σίγουρος πως θα μου το ζητάγανε στην έδρα της Στρατιωτικής Διοίκησης της Ν και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα (τότε θέλω να πω που στεκόμουνα σε στάση ημιαναπαύσεως μπροστά στα δυο κεριά) ένιωθα σαν να ‘χα κάνει άδικα όλον εκείνον τον δρόμο, ή πως δεν έφτασα ακόμα στο τέρμα, σαν να μην έφτασα ακόμα στην πόλη Ν, παρ’ όλο που βρισκόμουνα κιόλας στο γραφείο του στρατιωτικού διοικητή της ή, για την ακρίβεια, του αντικαταστάτη του. Εξ ου και ο εκνευρισμός μου και η καχυποψία μου.
[…] Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 14-16

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 1949
Σύντροφε ανακριτά, θεωρώ περιττό να σας κουράσω με τεχνικές λεπτομέρειες, δε χρειάζεται άλλωστε να σας περιγράψω τη ζημιά που έπαθε το ρολόι, μια και το είχα πάρει απόφαση να μην το διορθώσω. Σημασία έχει ότι ανέβηκα στο καμπαναριό απ’ τη στριφογυριστή σκάλα, εξέτασα τον μηχανισμό και διεπίστωσα πως η βλάβη ήταν ασήμαντη. Με το σφυρί που είχα πάρει μαζί μου, χάλασα το ρολόι για καλά. Ήταν αδύνατο πια να διορθωθεί, έτσι που να δουλεύει μόνο τον. Ήταν όμως δυνατόν να μετακινεί κανείς τους δείχτες από μέσα. Τους μετακίνησα λοιπόν και από τις έντεκα παρά είκοσι που ήτανε σταματημένο, το ‘βαλα να δείχνει τη σωστή ώρα (σύμφωνα με το ρολόι του χεριού μου), δηλαδή εννέα παρά δέκα. Παρακολουθώντας το ρολόι μου, συνέχισα να μετακινώ τον λεπτοδείχτη, έτσι που το ρολόι της εκκλησιάς έδειχνε συνεχώς τη σωστή ώρα, μέχρι που έφτασα στις εννέα ακριβώς. Τότε ο μηχανισμός λειτούργησε κανονικά και το ρολόι χτύπησε εννέα φορές. Συνέχισα την μετακίνηση γι’ άλλα δεκαεννέα λεπτά και επέστρεφα στο πρώην Γυμνάσιο.
Όταν παρουσιάστηκα στον διοικητεύοντα, με συνεχάρη χαρούμενος – προφανώς τον είχαν πληροφορήσει πως το ρολόι δουλεύει, μπορεί μάλιστα να άκουσε και ο ίδιος τους
χτύπους. Του εξήγησα τι είχε συμβεί. Του τόνισα ότι η βλάβη ήταν ανεπανόρθωτη και ο μόνος τρόπος να εφαρμοστεί η απόφαση του ακτίφ, ήταν να γυρίζουμε τους δείχτες από μέσα. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω πως οι εύκολες, οι πρόχειρες λύσεις, δεν είναι λύσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να παρασύρω τον διοικητεύοντα σε μια πρόχειρη λύση.
– Μια και δούλεψε το ρολόι, δεν πρέπει να σταματήσει, είπε ο διοικητεύων σαν να μονολογούσε.
Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ’ τον πρώην .Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξι ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ’ τις εννιάμισι στις δέκα παρά είκοσι έξι, λόγου χάρη, και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. Έτσι, το ρολόι «λειτούργησε» κανονικά, μέχρι την ημέρα που ο Νικόλαος Εσκιτζόπουλος – αλλά ας μην προτρέχω. Το παν είναι να αφηγηθώ τα γεγονότα με την σειρά τους.
[…] Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 32-33

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 1949
Σύντροφε ανακριτά, λέω τώρα να αφηγηθώ τα γεγονότα της πορείας με τη χρονολογική τους σειρά, δηλαδή το πότε πού και πώς ακριβώς σκοτωθήκανε, ή αναγκάστηκαν να καταπιούνε το κυάνιο οι τριάντα τρεις της ομάδας μας, μέχρι την ημέρα που απόμεινα ολομόναχος. (Δε μου φέρατε καμιά αντίρρηση ως τα τώρα, δέχεστε, πάει να πει, ότι δεν πέφτω έξω βεβαιώνοντας πως ξεκινήσαμε τελικά τριάντα τέσσερις, μετά την εκτέλεση των πέντε, έτσι δεν είναι;)
Ξανασκέφτηκα λοιπόν τα γεγονότα της πορείας, ομολογώ ωστόσο ότι θα προτιμούσα να μου στείλετε μερικές ασφράγιστες κόλλες, για να μπορώ να κρατάω σημειώσεις. Τολμώ να πω ότι η λύση που προτείνω συμφέρει και εσάς, μια και θα μπορέσω να οργανώσω καλύτερα το υλικό μου και να βάλω μια τάξη στις αναμνήσεις μου. Προσπάθησα να βάλω τάξη νοερώς, ξαγρύπνησα ως αργά τη νύχτα, αποδείχτηκε όμως πως δεν είναι και τόσο εύκολο και κυρίως μου πέρασε μια σκέψη που με τρόμαξε μπορώ να πω και άρχισε να μου τριβελίζει το μυαλό, η σκέψη δηλαδή πως μόνο εγώ επέζησα και λοιπόν, πώς θα μπορέσω να αποδείξω την αλήθεια των λεγομένων μου, μην έχοντας κανέναν μάρτυρα; Τα όσα κατέθεσα ως τα τώρα, μπορείτε βέβαια να τα ελέγξετε και ίσως να αρχίσατε να τα ελέγχετε, συλλέγοντας πληροφορίες απ’ τους αρμόδιους της πόλεως Ν, μα από δω χι εμπρός, θα πρέπει αναγκαστικά να βασιστείτε στη μαρτυρία μου και μόνον. Μου πέρασε επιπλέον η σκέψη ότι δουλειά σας είναι να βρίσκετε ενόχους και δεδομένου ότι είμαι ο μόνος που επέζησε απ’ όλη την ομάδα μας, δουλειά σας είναι να με βγάλετε ένοχο, γιατί ποιον άλλον θα βρείτε να κατηγορήσετε; Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο δύσκολη καταντάει η θέση μου, καταλαβαίνετε γιατί προτίμησα να κάνω ίνα προσχέδιο, ούτως ειπείν, στο μυαλό μου, πριν συνεχίσω την κατάθεση. Όμως, ύστερα από κάμποσες ώρες νοερών σχεδιασμάτων, διεπίστωσα πως είχα ξεχάσει αυτά που σκέφτηκα στην αρχή και γι’ αυτό έλαβα το θάρρος να σας ζητήσω τις ασφράγιστες κόλλες. Πάντως, όλα αυτά τα νοερά προσχέδια δεν πήγανε τελείως χαμένα, είχανε και ένα θετικό αποτέλεσμα, μπορώ να πω, γιατί ζωγράφισα στο μυαλό μου έναν χάρτη της περιοχής που περάσαμε, σημειώνοντας τη γραμμή της πορείας μας και θα σχεδιάσω σήμερα αυτόν τον χάρτη, σε τούτη εδώ την κόλλα, για να έχετε κι εσείς μια εναργέστερη εικόνα, αν και πρόκειται ομολογώ για ένα σκαρίφημα κατά προσέγγιση, δεδομένου ότι δεν μπορώ να ξέρω τις ακριβείς χιλιομετρικές αποστάσεις. Όπως και να ‘χει, το πρώτο πράγμα που θα σας κάνει φαντάζομαι εντύπωση είναι ότι κάναμε δυο μεγάλους κύκλους, με αποτέλεσμα να περάσουμε τρεις φορές απ’ τις όχθες της Μεγάλης Λίμνης. Περιπλανηθήκαμε με άλλα λόγια στριφογυρίζοντας επιτόπου, εκτελώντας διαταγές του Γενικού Αρχηγείου, που έστελνε κάθε μέρα κρυπτογραφημένα μηνύματα στον Ταγματάρχη και όριζε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Δεδομένου ότι παρ’ όλους τους κύκλους δεν αποφύγαμε τελικά την επίθεση των αλεξιπτωτιστών λίγο πιο κάτω απ’ την Πέτρινη Γέφυρα (βλέπε χάρτη) γίνεται φανερό ότι όλες οι προφυλάξεις του δογματικού Γενικού Αρχηγείου πήγανε στο βρόντο, μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε πωί’ αν δεν κάναμε τους κύκλους κι αν φτάναμε νωρίτερα στην Πέτρινη Γέφυρα, δε θα είχαμε υποστεί την εχθρική επίθεσης κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτωθήκανε πέντε – ο πρώην λοχίας Παράσχος διμοιρίτης της πρώτης, ο πρώην λοχίας Ανδροκλής (Λεοντάρης) βοηθός διμοιρίτη της δεύτερης, α όχι, πολύ μπερδεμένα τα γράφω, δεν είναι τρόπος αυτός, πρέπει ν’ αρχίσω αλλιώς.
[…] Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 72-74

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 1949
Σύντροφε ανακριτά, επιτρέψτε μου να διακόψω εδώ την κατάθεση μου και να επανέλθω σε ένα γεγονός, που το αφηγήθηκα πολύ συνοπτικά, παραλείποντας ουσιώδεις λεπτομέρειες, ή μάλλον την ουσία του πράγματος, διότι
Άφησα ημιτελή τη φράση, σκέφτηκα να διαγράψω το «ή μάλλον την ουσία του πράγματος, διότι», γιατί βέβαια τι άλλο σημαίνει αυτό αν όχι πως παρέλειψα να πω την αλήθεια, μα το ‘χω σκεφτεί από μιας αρχής πως η κατάθεση μου δεν πρέπει να έχει διαγραφές, πως κάθε διαγραφή σημαίνει αμφιβολία, δημιουργεί την εντύπωση πως κάτι ήμουν έτοιμος να πω και το μετάνιωσα και σεις θα προσπαθήσετε με χίλιους τρόπους να εξακριβώσετε τι είχα γράψει και αν δεν τα καταφέρετε να διαβάσετε αυτά που διέγραψα, θα βάλετε με το νου σας ό,τι πιο επιβαρυντικό για μένα σας φανεί πως στέκει βάσει των συμφραζομένων. Γι’ αυτό δεν διέγραψα ως τα τώρα ούτε μια λέξη, ακόμα κι όταν έτυχε να γράψω την ίδια λέξη δυο και τρεις φορές στην ίδια φράση, ή να επαναλάβω δυο που και τρία ο οποίος στην ίδια φράση, δηλαδή ακόμα κι όταν έτυχε να παραβώ στοιχειώδεις κανόνες της «καλλιεπούς συντάξεως», όπως έλεγε ο γυμνασιάρχης μας ο Οικονομόπουλος και μου γέμιζε κόκκινες μολυβιές την κόλλα της εκθέσεως των ιδεών μου, αλλά τώρα προέχουν βέβαια άλλα πράγματα, πολύ σημαντικότερα και ας υπάρχουνε λάθη συντάξεως, μα ας είστε σίγουρος τουλάχιστον πως ρίχνω στο χαρτί τις σκέψεις μου και τις αναμνήσεις μου τελείως αυθόρμητα και λοιπόν, μια και έγραψα πως παρέλειψα να αφηγηθώ την ίδια την ουσία του πράγματος (και το ‘γραψα παρασυρμένος από την αυθορμησία μου ίσα ίσα και από τη μανία μου να εξηγώ και να επεξηγώ το κάθε τι, για να μη μένουνε σκοτεινά σημεία) μια και το ‘γραψα, δε θέλω να το διαγράψω και το αφήνω και δέχομαι το συμπέρασμα που είναι λογικό να βγάλετε, ότι παρέλειψα δηλαδή να πω όλη την αλήθεια, ή για να το πούμε με άλλα λόγια διαστρέβλωσα την αλήθεια, αλλά ελάτε σας παρακαλώ στη θέση μου, σκεφτείτε το και μόνος σας, είχα ένα φακελάκι που έπρεπε να παραδώσω σε όποιον θα μου ζήταγε το «επισκεπτήριο» μου (γιατί γι’ αυτό το φακελάκι πρόκειται, αυτό είναι το γεγονός που είπα παραπάνω πως αφηγήθηκα πολύ συνοπτικά, για το φακελάκι που μου έδωσε ο ταξίαρχος Οδυσσέας πρόκειται, που μου το ‘δωσε λέγοντας μου να το φυλάξω πιο προσεχτικά κι απ’ την κομματική μου ταυτότητα) και έπρεπε λοιπόν να το παραδώσω σε κάποιον που ήξερε ότι το έχω, σε κάποιον που ήξερε επιπλέον και τη συνθηματική λέξη «επισκεπτήριο», για να πειστώ ότι είναι πράγματι ο παραλήπτης, καλά ως εδώ, το φακελάκι περιείχε βέβαια ένα μήνυμα, καμιά αμφιβολία ως προς αυτό, μα τι λογής ήτανε το μήνυμα εκείνο αναρωτιόμουνα κι αν σας ζήτησα να μπείτε στη θέση μου το έκανα για να σκεφτείτε τι ήταν φυσικό να σκεφτώ εγώ και να καταλάβετε πως η λενινιστικότητα και η αντιφραξιονιστυωτητα του μηνύματος, την οποία επικαλέστηκα πρωτοαναφέροντάς το, ήτανε βέβαια μια εκδοχή, αλλά μπορούσε κάλλιστα να είναι και ένα υπερκομματικό σημείωμα (ένα σημείωμα που δεν είχε σχέση με λενινιστικές και δογματικές φράξιες θέλω να πω, μα με το Κόμμα στην ολότητα του) ή ακόμα, μπορούσε να ήτανε ένα σημείωμα που να αφορούσε εμένα προσωπικά (γιατί να πει ο ταξίαρχος Οδυσσέας, «Θα το παραδώσεις σε όποιον σου ζητήσει το επισκεπτήριο σου»; Γιατί εκείνο το ΣΟΥ, ενώ η συνθηματική φράση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι, «Δώσε μου το επισκεπτήριο»;) και λοιπόν εκείνο το ΣΟΥ με έβαλε σε σκέψεις και αναρωτιόμουνα τι να έγραφε το σημείωμα για μένα, τι πληροφορίες να έδινε για το άτομο μου στους αρμόδιους παραλήπτες;
[…] Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ.96-98

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 1949
Σύντροφε ανακριτά, αρχίζω να αναρωτιέμαι αν είσαστε πράγματι σύντροφος. Ή μάλλον, αρχίζω να πιστεύω πως δεν είσαστε και σας το λέω έξω απ’ τα δόντια, αδιαφορώντας αν θα προκαλέσω την οργή σας. Επιτέλους, ελάτε στη θέση μου, προσπαθήστε να δείτε την κατάσταση με τα δικά μου μάτια και πέστε μου ύστερα αν έχω δίκιο να λέω ότι το πράγμα καταντάει αφύσικο. Κατέγραψα τόσα γεγονότα, ανέφερα συγκεκριμένα στοιχεία, ονόματα, ημερομηνίες, επανήλθα σε λεπτομέρειες για να διευκρινίσω τα τυχόν σκοτεινά σημεία, ομολόγησα ότι έτυχε να πω σε ορισμένες περιπτώσεις τη μισή αλήθεια κι όμως εσείς εξακολουθείτε να σωπαίνετε, δεν εννοείτε να παίξετε σωστά τον ρόλο σας, δεν εννοείτε να μου υποβάλετε ερωτήσεις, με αφήνετε να εικάζω τι μπορεί να σας ενδιαφέρει – μάντης είμαι;
Περνώντας από εικασία σε εικασία, μου πέρασε η σκέψη πως δεν έχω να κάνω με σύντροφο – ναι, το ομολογώ, είναι μέρες τώρα που υποπτεύτηκα πως η πόλη Κ μπορεί κάλλιστα να ξανάπεσε στα χέρια των κυβερνητικών, γι’ αυτό το ήθελα το τραπέζι, σκέφτηκα να το βάλω πάνω στο κλινάρι μου και να δω τη σημαία που κυματίζει στην πιο ψηλή πολεμίστρα του Ενετικού Φρουρίου (ήθελα να διαπιστώσω αν είναι ακόμα η σημαία μας) γιατί αν δεν είναι, γράφω μια κατάθεση που φτάνει στα χέρια του εχθρού. Καταλαβαίνετε σε τι δύσκολη θέση με βάζετε;
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 178-179

Ο Άρης Αλεξάνδρου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη) γεννήθηκε το 1922 στο Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη). Ήταν γιος του –καταγόμενου από την Τραπεζούντα– Βασίλη Βασιλειάδη και της, εσθονικής καταγωγής, ρωσίδας Πολίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον. Τα ρωσικά ήταν η μητρική του γλώσσα.
Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1928, ενώ το 1930 μετακόμισε στις προσφυγικές εστίες της Αθήνας. Φοίτησε σε δημοτικό σχολείο της Αθήνας, όπου έμαθε ελληνικά, και το 1933 γράφτηκε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου γνώρισε τον Αντρέα Φραγκιά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά οι δυο τους, μαζί με τους Γεράσιμο Σταύρου, Χρίστο Θεοδωρόπουλο και Λεωνίδα Τζεφρώνη, σύστησαν μια ομάδα με ιδεολογικές αναφορές στον μαρξισμό, η οποία συνέχισε τη δράση της και στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
Το 1940 ο Αλεξάνδρου έδωσε ανεπιτυχώς εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1941 γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγους μήνες αργότερα. Συγχρόνως προσχώρησε σε κομμουνιστική οργάνωση που σχετιζόταν με την ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας), από την οποία όμως αποχώρησε σύντομα. Δεν οργανώθηκε ποτέ ξανά, μολαταύτα συνέχισε την αγωνιστική του δράση. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών (1944) συνελήφθη από τους Άγγλους και στάλθηκε στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στη Βόρειο Αφρική, από όπου απελευθερώθηκε το 1945. Στη διάρκεια του Εμφυλίου εκτοπίστηκε διαδοχικά στο Μούδρο (1948-1949), τη Μακρόνησο (1949), τον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Καταδικάστηκε για ανυποταξία από το Στρατοδικείο Αθηνών, και παρέμεινε στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου έως το 1958. Μετά την απελευθέρωσή του, παντρεύτηκε την Καίτη Δρόσου.

O Άρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου στο Παρίσι

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Αλεξάνδρου και η Δρόσου ίδρυσαν τον εκδοτικό οίκο 1961, που όμως ναυάγησε οικονομικά. Το 1962 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στο Φεστιβάλ της Μόσχας. Όταν επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, ο Αλεξάνδρου αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι όπου βιοπορίστηκε ποικιλοτρόπως∙ μεταξύ άλλων εργάστηκε ως συντάκτης στο λεξικό Robert και, παράλληλα, καταπιάστηκε εκ νέου με το μεταφραστικό του έργο, που τον απασχόλησε ήδη από την εποχή της Κατοχής.
Πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1978 από αλλεπάλληλα καρδιακά εμφράγματα σε ηλικία 56 χρόνων.
Ως μεταφραστής, ο Αλεξάνδρου συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τις εκδόσεις Γκοβόστη. Συνεργάστηκε και με άλλους Έλληνες εκδότες, καθώς επίσης με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα (1946) και Εποχές (1963). Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Καλλιτεχνικά Νέα, Καινούρια Εποχή, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Η συνέχεια.
Έχει μεταφράσει έργα των: Ο Νηλ, Ντοστογιέφσκι, Περλ Μπακ, Ουάιλντ, Τουργκένιεφ, Αραγκόν, Τσέχωφ, Γκόρκι, Κάλντγουελ, Μωπασάν, Φώκνερ, Σίνκλαιρ Λιούις, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι και άλλων πολλών. Η συμβολή του στη διάδοση του έργου των μεγάλων της ρωσικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα ήταν καθοριστική.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Αλεξάνδρου Ακόμα τούτη η Άνοιξη εκδόθηκε το 1946 και εγγράφεται στη λογοτεχνία του τραύματος (που αποτυπώνει τα βιώματα της Κατοχής και της Αντίστασης). Το 1949 έγραψε το θεατρικό Αντιγόνη, το οποίο αναθεώρησε το 1951 εξορισμένος στον Aϊ-Στράτη (το έργο εκδόθηκε τελικά το 1960). Το 1952 ολοκλήρωσε την ποιητική συλλογή Άγονος γραμμή και το 1959 τη συλλογή Ευθύτης οδών, 1959, αμφότερες αγωνιώδεις αναπαραστάσεις του μετεμφυλιακού κόσμου. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο το 1991 από τις εκδόσεις Ύψιλον.
Η εργογραφία του Αλεξάνδρου περιλαμβάνει επίσης τα σενάρια Ο καθηγητής Βαρχάιτ, Προδοσία και Ο λόφος με το συντριβάνι, το παραμύθι Τα ξυλοπάπουτσα, θεωρητικά κείμενα όπως τα Ο δραματουργός Ντοστογιέβσκη και Έξω από τα δόντια, καθώς και την ιστορική μελέτη Η Εξέγερση της Κροστάνδης, Μάρτιος 1921.
Όμως, το αριστούργημά του παραμένει Το κιβώτιο, που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1975 και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες. Ο Αλεξάνδρου άρχισε να δουλεύει το μοναδικό του μυθιστόρημα το 1966∙ χρειάστηκε περίπου εφτά χρόνια σκληρής δουλειάς για να το ολοκληρώσει, με την ηθική και συναισθηματική υποστήριξη του στενού του φίλου Γιάννη Ρίτσου. Στην αλληλογραφία του με τον Ρίτσο, ο Αλεξάνδρου σημειώνει: «Γιάννη μου, καλέ μου, αγαπημένε μου, πολύ με συγχωρείς που άργησα τόσες μέρες να σου απαντήσω, δεν έχω καμιά δικαιολογία και, το χειρότερο, και τώρα ακόμα δεν ξέρω τι να πω (δίχως τις παροτρύνσεις σου το Κιβώτιο δεν θάτανε ακόμα γραμμένο, το διάβασες, το βρήκες έξοχο, μου έδωσες την άδεια να το πω σε όποιον θέλω, και από πάνω μου λες και ευχαριστώ).»
Όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, Το κιβώτιο «σε πρώτο στρώμα φαίνεται να περιγράφει την επικίνδυνη περιπέτεια μιας σαρανταμελούς ομάδας επίλεκτων αγωνιστών να μεταφέρουν από την πόλη Α στην πόλη Β ένα κιβώτιο αγνώστων στοιχείων, από το περιεχόμενο του οποίου θα κριθεί η έκβαση της αποστολής. Το κιβώτιο φτάνει στο προορισμό του με μοναδικό επιζώντα τον ανώνυμο αφηγητή που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας διεκπεραίωσης της επιχείρησης. Συνεπώς τίθεται από την αρχή θέμα της αξιοπιστίας του, που δεν την προστατεύει το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν. Έτσι υποχρεώνεται να απολογείται με επιστολές του απέναντι σε έναν ανακριτή που τον βλέπει μια φορά, και ο οποίος τελικά παραμένει άγνωστος και αγνώστων προθέσεων. Η κρίσιμη και αποφασιστική για το σύστημα αλήθεια παραμένει αίνιγμα και ο παραλήπτης της αλήθειας απροσδιόριστος. Ωστόσο, η υπόθεση είναι πειστική, είναι αληθοφανής και το ενδιαφέρον της συνεχώς αυξάνει. Τα γεγονότα συμβαίνουν απέναντι σε μια υπαρκτή κατάσταση που παρουσιάζει τα συμπτώματα ενός αμείλικτου μηχανισμού, με τις δυνάμεις του σε πλήρη ετοιμότητα, συντηρώντας τις ασθένειές του στην πιο αποτρόπαιη μορφή.»
Αν και παρέμεινε ως το τέλος οπαδός της Αριστεράς, ιδεαλιστικά, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν, ο Αλεξάνδρου ήδη από τα νεανικά του γραπτά διατύπωσε αντιρρήσεις απέναντι στη γραμμική αφήγηση που πρότεινε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Το “Κιβώτιο”, ειδικότερα, είναι εμφανές ότι έχει γραφτεί από έναν συγγραφέα τον οποίο, πέρα από τους πολιτικούς αγώνες, έχουν σημαδέψει η εμπειρία και τα διδάγματα του λογοτεχνικού μοντερνισμού. Η συνειδησιακή ροή είναι το αφηγηματικό μέσο που επιλέγει ο Αλεξάνδρου προκειμένου να αποδώσει τη σταδιακή ψυχολογική κατάρρευση του ήρωα του μυθιστορήματος στη διάρκεια της ανάκρισής του. Η στίξη του Αλεξάνδρου ακολουθεί το κλιμακούμενο παραλήρημά του. Αποκορύφωμα το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο η αφήγηση δίνεται με μια ανάσα∙ χωρίς να παρεμβάλλονται τελείες, η κατάθεση ψυχής του κρατούμενου καταλήγει σε ένα ερωτηματικό απόγνωσης.
Μαζί με τις Ακυβέρνητές πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, “Το κιβώτιο” αποτελεί το αριστούργημα του ελληνικού μοντερνισμού. Ο βιβλιοκριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος το έχει χαρακτηρίσει ως το αντι-έπος της γενιάς του. Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης καταλήγει: «Ύστερα από το Κιβώτιο ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος.»

  • Στην αρχική φωτογραφία ο Φώτης Μακρής από την παράσταση – μονόλογο “Το Κιβώτιο” (Studio Μαυρομιχάλη).

Διαβάστε επίσης:

Το Κιβώτιο – παράσταση

Θα επιμένεις

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑποσπάσματα από το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου, ένα αριστούργημα του ελληνικού μοντερνισμού

Related Posts