24.6 C
Athens
Τρίτη 18 Αυγούστου 2026
Αρχική Πρόσωπα Yves Bonnefoy, κλασικός αλληγορικός λόγος

Yves Bonnefoy, κλασικός αλληγορικός λόγος

Ο Υβ Μπονφουά (1923 – 2016) είναι ίσως ο σημαντικότερος Γάλλος μεταπολεμικός ποιητής κι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές τού εικοστού αιώνα. Πολυβραβευμένος, μεταφρασμένος από το Μεξικό έως την Κίνα, εορταζόμενος με ημερίδες, μονογραφίες και αφιερώματα σε ολόκληρο τον κόσμο, ανήκει πλέον στους «κλασικούς»: τους δημιουργούς εκείνους που το παγκόσμιο πνεύμα κληροδοτεί εσαεί στην ανθρωπότητα.

Τα περιεχόμενα που συγκροτούν την ποίηση του Μπονφουά είναι η νοσταλγία, τουτέστιν η ενατένιση του μέλλοντος μέσα από ό, τι έχει διαφυλαχτεί απραγματοποίητο, δυνητικό κατά συνέπεια, μέσα στο παρελθόν· το ωκεάνειο αίσθημα που γεννά η θεωρία της φύσης· η ύψιστη σημασία της «παιδικότητας», δηλαδή της ικανότητας να αντιλαμβανόμαστε ενορατικά, για τη μοίρα του ανθρώπου, του όντος που μοίρα του είναι να ζει ριγμένο σ’ έναν κόσμο που, χωρίς αυτήν, είναι απόλυτο αίνιγμα· και βέβαια, πανταχού παρών, ο αλληγορικός λόγος για το ποιητικό φαινόμενο.

* Ο Υβ Μπονφουά (Yves Bonnefoy) γεννήθηκε στις 24 Ιουνίου 1923 στην Τουρ, στην κεντροδυτική Γαλλία αλλά κατάγεται από τη νοτιοδυτική Γαλλία. Ο πατέρας του ήταν εργάτης στα εργαστήρια των σιδηροδρόμων και η μητέρα του ήταν δασκάλα.

Η διπλή αυτή καταγωγή θα φανεί αργότερα στο έργο του που είναι η αναζήτηση της χαμένης ενότητας ανάμεσα στον κόσμο του Βορρά και το μεσογειακό.

Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και, όταν αποφοίτησε, κατέστρεψε το δίπλωμά του και σπούδασε μαθηματικά.

Ύστερα από ένα ταξίδι στην Ιταλία άρχισε έρευνες σε βάθος πάνω στην τέχνη του Τρετσέντο και του Κουατροτσέντο και στη σχέση τους με το Βυζαντινό κόσμο και τη Ρομαντική τέχνη.

Παράλληλα με το ποιητικό του έργο, δημοσίευσε μελέτες πάνω στον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον Πουσέν, τις γοτθικές τοιχογραφίες και μετάφρασε Σαίξπηρ.

Για ένα διάστημα εντάχθηκε στο κίνημα του σουρεαλισμού, όμως επέκρινε την αυτόματη γραφή ότι απομακρύνεται από το πραγματικό για να οικοδομήσει έναν κλειστό κόσμο σημάτων και εικόνων.
Το 1930 έγινε γνωστός με την έκδοση της συλλογής του “Η κίνηση και η ακινησία της Ντουβ”, η οποία τον κατέταξε ήδη από τότε μεταξύ των μεγαλύτερων Γάλλων ποιητών. Άλλα έργα του είναι τα “Χθες βασίλευε η ερημιά” (1958), “Οι τάφοι της Ραβένας”, “Πέρασμα και ακινησία της ροής”, “Η αποθέωση του πραγματικού”, ενώ έχει επίσης αναλύσει την ποίηση του Ρεμπώ.

Δίδαξε σαν καθηγητής ή εταίρος στα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Πρίνστον, της Βενσέν, της Νίκαιας και της Αιξ-αν-Προβάνς.

Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας και η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης.

Φωτογραφία: Willy Ronis

Yves Bonnefoy, Ποιήματα (μετφρ.-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου)

Πέτρα Γραμμένη

Μια φωνή
Μεγαλώναμε
αυτός το φύλλωμα
κι εγώ η πηγή,
αυτός το λιγοστό φως
κι εγώ το βάθος,
αυτός τον θάνατο
κι εγώ την φρόνηση να ζω.
Δεχόμουν ότι ο χρόνος
μας παρουσιάστηκε στη σκιά
με πρόσωπο άγριου ζώου
που γελά χωρίς να σαρκάζει,
αγαπούσα τον άνεμο που σηκώθηκε
να παρασύρει τη σκιά
και τον θάνατο που δεν ήρθε
παρά να ταράξει το απύθμενο νερό
που έπινε ο κισσός στη σκοτεινή κρήνη.
Αγαπούσα, στεκόμουν στο αιώνιο όνειρο.

De Natura Rerum
(Περί της φύσεως των πραγμάτων)

Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
Άνοιξε το κιβούρι,
θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
που στροβιλίζεται.
Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
γίνονται μία
που περιστρέφεται με χάρη
στον μικρό θάνατό της.
Πώς γίνεται
να ανοίγει ο καιρός;
Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
κι η άλλη όνειρο.
Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
που γελώντας βαδίζουν,
η μια τυλιγμένη
σε μάλλινο κόκκινο;

Καμπύλες Σανίδες (2001)
Απόσπασμα

Ποίηση,
δεν μπορώ παρά να σε ορίσω
με το όνομά σου
που δεν είναι πια η αγάπη
μεταξύ εκείνων που περιφέρονται
σήμερα στα ερείπια του λόγου.
Τολμώ να σου μιλήσω ευθέως,
όπως και στην ευγλωττία των εποχών
τοποθετούσαμε,
από την παραμονή των εορτών,
στα κιονόκρανα των μεγάλων αιθουσών,
στεφάνια από φύλλα και φρούτα.
Έτσι σε ορίζω,
με την πεποίθηση ότι η μνήμη
φωτίζει τις απλές λέξεις της
σε εκείνους που μέσα από το αίνιγμα,
γυρεύουν το νόημα,
τους ωθεί να διαβάσουν
στις μεγάλες σελίδες της το όνομά σου,
το ένα και πολλαπλό
και να κάψουν σιωπηλά,
σε λαμπερή φωτιά,
τα κλαδιά των αμφιβολιών και τους φόβους τους.

Φωτογραφία: Willy Ronis

Οι δάδες

Χιόνι,
σταμάτησες να πέφτεις,
και δεν είσαι πια αυτό που θα΄ρθει,
αλλά αυτό που στέκει ακόμα
απλωμένο στη σιωπή
κι όλη τη νύχτα διακρίναμε
μέσα από την ομίχλη των τζαμιών
που πότε πότε σχημάτιζε ρυάκια,
το σπινθήρισμά σου στο μεγάλο τραπέζι.
Χιόνι,
ο δρόμος άσπιλος ακόμα,
μας οδηγεί να πάρουμε,
κάτω από τα κυρτά κλαδιά προσεκτικά,
τις δάδες αυτές που εμφανίστηκαν
μία-μία να καίγονται
κι όμως, μοιάζουν να σβήνουν,
όπως τα μάτια του πόθου,
όταν αγγίζει αυτά που ονειρεύτηκε,
γιατί συχνά, όταν όλα ξεδιπλώνονται ολοφάνερα,
σε κάθε δωμάτιο θαμπώνουν
την αντανάκλαση του ουρανού στους καθρέπτες .
Χιόνι,
άγγιξε πάλι αυτές τις δάδες, ξανάναψέ τες
στο κρύο της αυγής.

Αυτό που ήταν σκοτεινό
Απόσπασμα (1987)

Την Ψυχή στο κάστρο της Αγάπης
ονειρεύτηκε να ανοίγει τα μάτια της
σε ήλιους που πλησίαζαν το λιμάνι,
ακόμα σιωπηλοί, με τα φώτα σβηστά,
τυλιγμένοι στα απόνερα μιας σκιάς
όπου ξεχείλιζε το επερχόμενο χρώμα.
Ύστερα ξύπνησε. Τι είναι το φως;
Τι σημαίνει να ζωγραφίζεις νύχτα;
Το σκούρο μπλε εδώ,
οι ώχρες, όλα τα κόκκινα,
δεν κάνουν τον θάνατο
ακόμα πιο έντονο;
Ζωγράφισε το λιμάνι, μα ερειπωμένο.
Άκουγες το νερό να σκάει
στα πλευρά της ομορφιάς
και τα παιδιά να ουρλιάζουν
στα κλειδωμένα δωμάτια.
Τα αστέρια έλαμπαν ανάμεσα στις πέτρες.
Ο τελευταίος του πίνακας κενός.
Μοιάζει να είναι η Ψυχή που
με την επιστροφή της σκόρπισε
σε δάκρυα ή αναφιλητά
πάνω στα χόρτα που μπλέκονται
στο κατώφλι του κάστρου της αγάπης.

Αλέτρι

Πέντε η ώρα.
Χιόνι και πάλι.
Ακούω φωνές
στο μπροστινό μέρος του κόσμου.
Ένα αλέτρι φεγγάρι
λάμπει στην τρίτη γειτονιά,
μα το καλύπτει η νύχτα
με μια πτυχή του χιονιού.
Και το παιδί
έχει όλο το σπίτι δικό του τώρα.
Από το ένα παράθυρο στο άλλο περνά.
Πιέζει τα δάχτυλα πάνω στο τζάμι.
Σταγόνες σχηματίζονται εκεί, όπου παύει
να σπρώχνει προς τον ουρανό την ομίχλη που πέφτει.