35.5 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

«Η μητέρα του σκύλου». Η συγκλονιστική παράσταση του Κώστα Γάκη με την Υρώ Μανέ

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Την Πέμπτη 7 Αυγούστου στο κατάμεστο Υπαίθριο Θέατρο «Γεώργιος Παππάς» του Αιγίου, είδα μια παράσταση που οι συντελεστές της την αφιέρωσαν στη μνήμη της ηθοποιού Καίτης Κωνσταντίνου, η οποία είχε γεννηθεί στη Ροδοδάφνη Αχαΐας και έφυγε από τη ζωή στις 10 Μαρτίου 2025.

Ήταν το έργο «Η μητέρα του σκύλου», του Παύλου Μάτεσι σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη, με την Υρώ Μανέ και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη.

«Η Μητέρα του Σκύλου» εκδόθηκε πρώτη φορά το 1990 και έκτοτε συγκινεί όχι μόνο το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και τους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας στο εξωτερικό.
Συγκαταλέγεται στα 1.001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που πρέπει να διαβάσει κανείς στη ζωή του.

Η Υρώ Μανέ ενσαρκώνει την ηρωίδα Ραραού, μια από τις πιο σπαρακτικές και ταυτόχρονα εξαιρετικά δυναμικές προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Μέσα από την ηρωίδα αυτή αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα του βιβλίου ο συγγραφέας κατορθώνει να δώσει λόγο στους φτωχούς του κάθε τόπου – και συγκεκριμένα της Ελλάδας – καθώς διατρέχει μια μεγάλη περίοδο της ιστορίας της.

Η Ρουμπίνη, που λέει στον ψυχίατρο που την παρακολουθεί να την αποκαλεί Ραραού, λέει ότι έφυγε μικρή από την επαρχία, που ζούσε μαζί με τη μάνα της, η οποία δεν ήθελε ούτε τα κόκαλά της να επιστρέψουν εκεί κάτω στο χώρο που έζησε.

Όλη η Ελλάδα στο πρόσωπο της μάνας

Παράλληλα με τη διήγησή της αναβιώνει η ανάμνηση με τη μάνα, την οποία λάτρευε και υποστήριζε όλη της τη ζωή. Το πρόσωπο της μάνας περιλαμβάνει όλη την Ελλάδα.

Η Ραραού συνηθίζει να πηγαίνει κάθε τόσο στον τάφο της και να της δίνει μια ολόκληρη σοκολάτα, που τόσο πολύ ήθελε να φάει και δεν τα κατάφερε ποτέ ένεκα της φτώχειας και της Κατοχής.

Ο πατέρας της πήγε να πολεμήσει στην Αλβανία και δεν ξαναγύρισε, δεν έμαθαν ποτέ έκτοτε νέα του. Άφησε πίσω δύο αγόρια και τη Ραραού, μαζί με τη μητέρα τους. Η Ραραού ευτυχώς – καθώς αυτός ανακηρύχθηκε ήρωας πολέμου – παίρνει τουλάχιστον τη σύνταξή του.

Η χήρα μάνα της για να μεγαλώσει τα παιδιά της έγινε στο χωριό μοιρολογίστρα σε όποιον πέθαινε.

Ευφάνταστη η σκηνοθεσία του Κώστα Γάκη, με παράλληλες σκηνές και αναπαραστάσεις επί σκηνής. Είναι φανερό ότι πρόκειται για έναν μεγάλο θεατράνθρωπο, με έκδηλη τη λατρεία του για το θέατρο. Μεταχειρίζεται όλες τις θεατρικές τεχνικές για να έχει το αποτέλεσμα που επιθυμεί και το πετυχαίνει τέλεια. Η παράστασή του έχει κίνηση, ρυθμό, χρώμα και ξεσηκώνει το κοινό.

Η Ραραού είχε ένα περιβολάκι κάτω από το κρεβάτι της, γεγονός που υποδεικνύει ότι δεν είχαν κανονικό πάτωμα στο σπίτι. Το μέρος γης κάτω από το κρεβάτι της το θεωρούσε δικό της και περιγράφει την απέραντη χαρά της όταν είδε να φυτρώνει εκεί, στο «περιβολάκι» της, ένα μανιταράκι.

Η Υρώ Μανέ διηγείται γλαφυρά όσα ο Μάτεσις βάζει στο στόμα της Ραραού. Ακόμα και χρόνια μετά, στο δυαράκι της, στην Αθήνα θα ονειρεύεται το μανιτάρι της. Όλοι έχουν επιθυμία για χώμα και για γη. Η γη γεμίζει με τάφους. Όπως λέει κάθε τόσο η Ραραού, τον θάνατο τον συνηθίζεις, τους πεθαμένος όμως όχι, τριγυρνάνε στο μυαλό και στη ζωή των ζωντανών.

Η μητέρα μοιρολογίστρα είναι αγράμματη και στον ελληνοαλβανικό πόλεμο υπαγόρευε στη Ραραού τα γράμματα για τον άνδρα της και πατέρα των παιδιών της, Διομήδη Μέσκαρη.

Τον Διομήδη τον αναζητά ακόμη και η αστυνομία και οι καραμπινιέροι. Δεν τον βρίσκουν κρυμμένο στο σπίτι του και λένε στην οικογένειά του «Αν πέθανε όλα καλά, αν όχι και έχει περάσει στην παρανομία θα πρέπει η οικογένεια να τους ενημερώσει».

Μα πού να ξέρουν κι αυτό, οι δικοί του πού βρίσκεται ο Μέσκαρης. Ο Καραμπινιέρος, που κάνει έρευνα, φλερτάρει από την πρώτη στιγμή τη μητέρα της Ραραού.

Η Υρώ Μανέ μοναδική. Υπέροχες οι διακυμάνσεις της φωνής της, οι μεταβολές του συναισθήματος. Ο μπαμπάς της ήταν εντεράς, οπότε δηλώνει ξεκάθαρα: «Να φάω εγώ πατσά; Απαπαπαπά!».

Η Ραραού γίνεται επιθεωρησιακή. Τραγουδά τον πόνο τον δικό της και παράλληλα της Ελλάδας.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης έγραψε στοχευμένους στίχους και μουσική για τα τραγούδια με τα οποία «έντυσε» την παράσταση, υπηρετώντας το κείμενο του Μάτεσι και βέβαια την άποψη του σκηνοθέτη Κώστα Γάκη.
Το τραγούδι «Duble duble» είναι μια εκδοχή ραπ του «Δώσε δώσε». Όσο και να κλωτσάς με τον καημό θα πας. Αυτό το μέρος δεν σηκώνει πλαστικές, είναι αυθεντικό και κουβαλά μεγάλη ιστορία και πόνο.

Τα παιδιά κρύωναν, έτσι η μητέρα έκοψε τη σημαία και την έκανε ζιπουνάκια και βρακιά. Τι νόημα έχουν τα σύμβολα όταν αυτοί που τα υπερασπίζονται δεν έχουν ζωή.

Ο Σπύρος Μπιμπίλας στο ρόλο του ιμπρεσάριου – παραγωγού, του παπά, της λουλουδούς μεταλλάσσεται κάθε φορά με μεγάλη ακρίβεια.

Η κυρά Ρίτα ήταν η πιο σεβάσμια πόρνη της γειτονιάς. Από αυτήν η Ραραού αντέγραψε μερικά κόλπα ως ηθοποιός.

Ο παπάς έστελνε μυστικά τη Ραραού στη Ρίτα να της πάει πρόσφορα. Η μητέρα της, έξαλλη, πρώτον γιατί πήγε το κοριτσάκι της στην πόρνη και έπειτα, γιατί πεινούσαν τα παιδιά της και ο παπάς έστελνε ψωμί στη Ρίτα.

Στη γειτονιά η Κανέλω (Τάνια Τρύπη) ήταν στρατευμένη στην Αντίσταση. Η Ραραού λέει ότι εκείνη δεν έβαλε ποτέ χλαίνη, γιατί ήταν πολύ κοκέτα. Δηλώνει μέσα στην ψυχική της ταραχή ότι «είναι Βασιλόφρων, Εθνικόφρων και Δημοκρατικιά».

Της αρέσει να λύνει Κουίζ και ξέρει πού κείται κάθε περιοχή, κωμόπολη ή χωριό. Αυτή τραγούδαγε καλύτερα τραγούδια από τις τιριτόμπες.

Μετά το ιστορικό ΟΧΙ βρήκε τρόπο η Ραραού και δοξάστηκε στη σκηνή τραγουδώντας «Γεια σου Ελλάδα αθάνατη!».

Η Ραραού ζει σε μια νοητική αιθαλομίχλη και αυτό προσπαθεί να ξεδιαλύνει με κόπο και σεβασμό ο Ψυχίατρος (Παναγιώτης Μπουγιούρης).

Οι σκέψεις κυριεύουν το μυαλό της και εκλιπαρεί για βοήθεια. Ο Ψυχίατρος τη ρωτά αν αντέχει να συνεχίσουν τη συζήτηση, μιας και αυτή της προξενεί ταραχές, αλλά εκείνη επιθυμεί να μιλήσει, να αδειάσει από όλα όσα την ταλαιπωρούν. Παίρνει τη σύνταξη του «ήρωα» πατέρα της, σαγηνεύεται από τα τραγούδια της αριστεράς και δηλώνει πάντα βασιλόφρων.

Θυμάται που ήρθαν οι Ιταλοί στο σπίτι τους. Τα κοστούμια τους της φάνηκαν φανταχτερά και κάπως αστεία.

Η Ραραού λέει ότι κάθε φορά που έκανε έρωτα ήταν σαν να την εγχείριζαν. Το μόνο πλάσμα που είχε δικό της και το αγαπούσε τρελά ήταν η πουλακίδα της. Την ήθελε παρέα της.
Την κράτησε έξι μήνες. Όμως τελικά η κοτούλα δεν άντεξε και πέθανε από την πείνα.

Προμήνυμα για αυτό που θα τους συνέβαινε αν δεν έκαναν κάτι. Δεν την έσφαξαν για να τη φάνε, την έθαψε στο χώμα κάτω από το κρεβάτι της. Η πείνα τους δεν είχε ελπίδα. Ήταν πια είκοσι έξι μέρες χωρίς ψωμί.

«Πήγαιναν και έπαιρναν το λάδι από το αναμμένο καντήλι στην εκκλησία. Δεν είχε ελπίδα η πείνα τους. 26 μέρες χωρίς ψωμί».

Οι άνθρωποι γύρω είχαν εξαγριωθεί και περίμεναν να βρεθεί η ευκαιρία να μπουκάρουν στα μαγαζιά και να κλέψουν.

Η Ραραού φέρει την πληγωμένη ιστορία της μητέρας της και μαζί της Ελλάδας. Δεν δείχνει να μπορεί να απεγκλωβιστεί από το βάρος της μνήμης, ούτε από τις ψεύτικες ιστορίες, που έχει πλάσει με το μυαλό της για να αντισταθμίζει την πίκρα, τον πόνο για την κακοτράχαλη μοίρα της.

Με το κόκκινο κραγιόν

Η μάνα της όταν πια τα είδε δύσκολα και κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της, ζήτησε από την «έξαλλη» γειτόνισσα το κόκκινο κραγιόν της. Ήταν κι αυτή όμορφη άρεσε και στον Ιταλό, γιατί να μην κάνει μια υποχώρηση; Έλυσε τα μαλλιά και βγήκε στο σεργιάνι.

Έκτοτε ερχόταν στο σπίτι εκείνος ο Ιταλός, αλλά υπήρχε και φαΐ στο τραπέζι τους. Ο μεγάλος γιος της όμως δεν την αποδέχτηκε ποτέ. Την κατονόμασε δωσίλογη και πουτάνα.
Αυτός πατριώτης αριστερός πήρε τα βουνά. Έγινε αντάρτης, ό,τι τον συμβούλευε η εκρηκτική Κανέλω (Τάνια Τρύπη). Πάντως έκτοτε είχαν φαΐ να φάνε τουλάχιστον.
Επιβίωσαν. Όταν έφυγαν οι Ιταλοί και με πόνο την αποχαιρέτησε ο Ιταλός και εκείνη εκδήλωσε το συναίσθημά της. Δεν εκδιδόταν, τον είχε αγαπήσει. Ωστόσο θεωρήθηκε ότι η μάνα συνθηκολόγησε με τον εχθρό, την εξευτέλισαν, την κούρεψαν, τη λιθοβόλησαν, τη διαπόμπευσαν.
Η Κανέλω πάντα δίπλα της, υποστηρικτική, αλλά πάντα επαναστάτρια. Εξαιρετικό το εύρημα, όπου άλλοτε η Ραραού παίζει τη ζωή της η ίδια και άλλοτε τη διηγείται σαν να μιλά για κάποιον τρίτο.

Το μότο της παράστασης είναι σχετικό με τον θάνατο. «Ο θάνατος περνά οι νεκροί παραμένουν».

Εξαιρετική η σκηνή με τις πατάτες και το παιδί. Από ένα σακί πατάτες κύλησε στο δρόμο μια πατάτα και ο Γερμανός χτύπαγε το χεράκι του παιδιού που τόλμησε να τη μαζέψει. Η πείνα ήταν μεγάλη, οι μαυραγορίτες κρατούσαν τρόφιμα στις αποθήκες τους και ο κόσμος πείναγε.

Η Κανέλω μπροστά στη σκηνή με το παιδάκι μεταμορφώθηκε σε έναν τρομερό εισαγγελέα που φώναζε στον Γερμανό ότι αυτοί είναι κλέφτες, αυτοί έχουν δημιουργήσει ένα Νταχάου και τολμά να χτυπά ένα πεινασμένο παιδί, που κυνηγά μια πατάτα.

Ο ανταρτοπόλεμος συνεχιζόταν και η Χρυσαφένια η γειτόνισσα έκλαψε τον αντάρτη γιο της.

Μύριζε καμένο η λαοκρατία.

Βλέποντας τον εξευτελισμό της μάνας της η Ραραού άρχισε να γαβγίζει, γάβγιζε σαν σκύλος, που κλαίει και παραληρούσε. Ένιωθε σαν μητέρα σκύλου, ενώ αναρωτιέται «Τι θηρίο ανελέητο είναι ο άνθρωπος»;

Μετά τον άδικο εξευτελισμό, η μάνα δεν ξαναμίλησε. Για να επιβιώσουν δούλεψαν με τον σκληρό επαγγελματία ζητιάνο Μανώλαρο.
Η Ραραού έλεγε ότι εκείνη δεν ζητιανεύει, κάνει μόνο το νούμερό της. Σε κάθε περίπτωση έπαιζε με τον εαυτό της, έπαιζε τον εαυτό της.

Όλη της η αφήγηση είναι η αντίσταση που προβάλει στη μνήμη, στη μνήμη των πεθαμένων της.

Στη μουσική σκηνή που τραγουδά εμφανίζεται ο Σπύρος Μπιμπίλας ως λουλουδού. Ο Σπύρος Μπιμπίλας είναι χαμαιλέοντας. Μπορεί και μεταμορφώνεται απολύτως για τις ανάγκες του ρόλου του.

Η μητέρα πάντα εύθραυστη. Το τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη που λέει «όλα μαζί μου τα ‘δωσες γι’ αυτό και με παλάβωσες…» αποδίδει ακριβώς το αδιέξοδο της Ραραού και της Ελλάδας.

Μάνα και κόρη δούλεψαν δίπλα σε έναν ανάπηρο πολέμου, εκείνος ζητούσε ελεημοσύνη «ελεήστε τον ανάπηρο πολέμου και τη σύζυγό του τη μουγκή», ενώ η Ραραού τράβαγε το καρότσι με σκοινί. Η σημειολογία της σκηνής είναι συγκλονιστική.

Θυμάται τις μπουλντόζες να γκρεμίζουν το σπίτι της και μετά επιτέλους να μένει σε ένα δυαράκι στην Αθήνα.

Ψάχνει δουλειά στο θέατρο όπου ιμπρεσάριος είναι ο Σπύρος Μπιμπίλας.

Με γλοιώδη τρόπο, που παραπέμπει αλλού, της λέει ότι θα έρχεται πάντα πολύ πριν από την παράσταση «πλυμένη και καθαρή».

Η Ραραού αναρωτιέται τι της προσφέρει εκείνης η Ελλάς, με μάνα δωσίλογη και με έναν πατέρα, που ξαφνικά εμφανίστηκε ζωντανός και με αλλαγμένο επίθετο. Είχε κάνει άλλη οικογένεια και η Ραραού το μόνο που φοβήθηκε ήταν μην της πάρουν τη σύνταξη και τι θα απογίνει.

Σκέφτηκε «να τον πάρει με το καλό μη και αποφασίσει να παραμείνει αποθαμένος». Και συνεχίζει: «Τι σου προσφέρει εσένα η Ελλάς; Τρώε, πιε Ραραού! Τι φοβάσαι μην πεθάνεις;».

Θα τραγουδήσει σπαρακτικά την απίθανη μουσική και τους στίχους του Σταμάτη Κραουνάκη «Μάνα Ελλάδα, σκύλου μητέρα, άδειο μου σπίτι κι ορφανό» λίγο πριν το εξόδιο κομμάτι με τους φοβερούς στίχους «Χρόνια υπόδουλοι στο American το dream».

Αλλά η Ραραού είναι σαν την Ελλάδα, δεν πεθαίνει παρ’ όλες τις πληγές της. Υποδύεται ότι είναι μια «έξαλλη» γυναίκα, ενώ στο τέλος αποδεικνύονται όλα ψευδολογήματα. Τι όνομα να έχει ο Θεός; Μήπως έχει το όνομά της και το όνομα όλων αυτών που μάχονται μέσα στη μοναξιά τους για να επιβιώσουν;

Πρόκειται για μια συγκλονιστική παράσταση πάνω σε ένα μεγάλο κείμενο, που αποτυπώνει την απόλυτη συνεργασία της Υρώς Μανέ και της Κατερίνας Γιαννάκου όσον αφορά τη θεατρική διασκευή, του Κώστα Γάκη για τη σκηνοθεσία.

Επίσης της Φαίδρας Νταϊόγλου για τη διδασκαλία της κίνησης και της μουσικής και των τραγουδιών του Σταμάτη Κραουνάκη.

Ασφαλώς των υπέροχων ερμηνειών της Υρώς Μανέ, του Σπύρου Μπιμπίλα, του Παναγιώτη Μπουγιούρη στο ρόλο του υπομονετικού Ψυχιάτρου, της Τάνιας Τρύπη, του Νίκου Ορφανού, της Μαριαλένας Ροζάκη, του Γιάννη Βασιλώττου, της Νικόλ Δημητρακοπούλου, της Ειρήνης Θεοδωράκη, της Νατάσαας – Φαίης Κοσμίδου, του Στράτου Νταλαμάγκου και του Γιώργη Παρταλίδη.

Σημαντική η παρουσία των μουσικών επί σκηνής: του Δημήτρη Κίκλη, του Γρηγόρη Λάζογλου και του Γιάννη Αλαγιάννη.

Ένα πικρό ξεφάντωμα για ένα ταλαίπωρο πρόσωπο, για μια δυστυχισμένη μορφή, που σαν τον καραγκιόζη προσπαθεί να δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο.

Η παράσταση και η ερμηνεία της Υρώς Μανέ ανέδειξε τη σάτιρα, την υπόγεια ειρωνεία, το πικρό, καταλυτικό χιούμορ του Παύλου Μάτεσι. Η Ραραού είναι η Ελλάδα, που πονά και φοβάται και γι’ αυτό γίνεται ευχάριστη, αστεία, συμπαθητική εκλιπαρώντας λίγη συμπόνια και στοργή.
Στην ουσία παραστέκεται στη μητέρα της, στην μάνα της Ελλάδα και αναζητά κανάλια διαφυγής για εκείνη.

***

Η παράσταση συνεχίζεται: Την Κυριακή 31 Αυγούστου στο “Βεάκειο” του Πειραιά και την Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου στις Αχαρνές.

«Η μητέρα του σκύλου», του Παύλου Μάτεσι με την Υρώ Μανέ από τον Κώστα Γάκη σε περιοδεία

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -