Βάσω Μανωλίδου: Μια φορά μόνο έπαιξα στην Επίδαυρο αλλά δεν τόλμησα δεύτερη…

 

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας / catisart.gr

 

Τον ζεστό μήνα Αύγουστο, άνοιξε και έκλεισε η αυλαία της ζωής της, μιας πολυκύμαντης και γεμάτης θέατρο ζωής.
Γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου 1917 (υπάρχουν αναφορές και για το 1910), στην οδό Μνησικλέους στην Πλάκα και είπε τις τελευταίες ατάκες της, στο Παλαιό Φάληρο την Τετάρτη 11 Αυγούστου του 2004. Ήταν πλήρης ημερών…

***

Για τις ευτυχισμένες μέρες της ζωής της, η Βάσω Μανωλίδου είχε μιλήσει στη δημοσιογράφο Κίτσα Μπόντζου. Η συνέντευξή της δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μεσημβρινή» τη Δευτέρα 21 Απριλίου του 1980. Την Παρασκευή 18 Απριλίου είχε ήδη γίνει στο Εθνικό Θέατρο η πρεμιέρα της παράστασης «Ευτυχισμένες μέρες (Ω, οι ωραίες μέρες)» του Σάμιουελ Μπέκετ, σε μετάφραση της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου.

Παράλληλα, σε ενιαία παράσταση είχε ανέβει άλλο ένα εμβληματικό έργο του Μπέκετ, «Το τέλος του παιχνιδιού», σε μετάφραση του Κωστή Σκαλιόρα.

 

1980. Εθνικό Θέατρο. Η Βάσω Μανωλίδου στις “Ευτυχισμένες μέρες” του Μπέκετ.

 

Και στις δύο παραστάσεις η σκηνοθεσία ήταν του Αλέξη Μινωτή, τα σκηνικά – κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη και βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Γιώργος Μεσσάλας.

Τα έργα παίχτηκαν στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μέχρι και την Κυριακή 4 Μαΐου 1980.

***

-«Το τέλος του παιχνιδιού» υπηρέτησαν οι: Νικήτας Τσακίρογλου (Κλοβ), Αλέξης Μινωτής (Χαμ), Ιάκωβος Ψαρράς (Ναγκ) και Μαργαρίτα Λαμπρινού (Νελ).

-Στις «Ευτυχισμένες μέρες (Ω, οι ωραίες μέρες)», στον ρόλο της Ουίννυ ήταν η Βάσω Μανωλίδου και στον ρόλο του Ουίλλυ, ο Μηνάς Χατζησάββας.

***

Τον Αύγουστο του 1995 η Βάσω Μανωλίδου τιμήθηκε με το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο.

Ήταν σύζυγος για πάνω από 50 χρόνια του θεατρικού επιχειρηματία Θεόδωρου Κρίτα, και μητέρα μιας κόρης, της Αλίνας Κρίτα.

***

 

Η συνέντευξη της Βάσως Μανωλίδου στη δημοσιογράφο Κίτσα Μπόντζου, στη εφημερίδα “Μεσημβρινή”.

 

«Το θέατρο είναι κάτι άλλο, σου παίρνει όλη τη ζωή σου». Αυτός ήταν ο τίτλος της συνέντευξης που δημοσιεύθηκε στη σελίδα 9 της εφημερίδας.

Πρόκειται για μια συζήτηση της Βάσως Μανωλίδου, με τη δημοσιογράφο Κίτσα Μπόντζου, με την ευκαιρία της πρώτης του Μπέκετ στο Εθνικό Θέατρο.

***

«Μένει η ιστορία μου, όταν όλα με εγκαταλείπουν»…

***

Ο φιλοσοφικός, ποιητικός λόγος του Μπέκετ μεγεθύνεται καθώς η καλλιτέχνιδα στη σκηνή τον προφέρει σαν οδυνηρή διαπίστωση ή σαν χρησμό. Η Βασούλα Μανωλίδου, θαμμένη ως τη μέση σ’ ένα σκηνικό που απεικονίζει ένα ξερόλοφο από άμμο και βούρλα, ερμηνεύει την κουρασμένη και βασανισμένη Ουίννυ που περιμένει το θάνατο καθώς προβάλλει εφιαλτικά μέσα από τα γεράματα, την αρρώστια, τη σωματική φθορά.

***

Η ερμηνεία του μεγάλου αυτού ρόλου στις «Ευτυχισμένες μέρες», που έχει σημαδέψει την καριέρα διάσημων γυναικών του θεάτρου, είναι για την Ελληνίδα ηθοποιό, το καταστάλαγμα μιας θεατρικής πορείας μέσα από άλλους πολυδιάστατους ρόλους του κλασικού δραματολογίου.

Αλλά και τώρα που μετά από ένα μακρύ μονόλογο μιάμισης ώρας, δέχεται τη μέγιστη, μοναδική και αληθινή αμοιβή του καλλιτέχνη, το χειροκρότημα του κοινού, η παράσταση γι’ αυτήν δεν τελειώνει. Η έρευνα μέσα στο κείμενο του μεγάλου Ιρλανδού δραματουργού δεν σταματά.

-Ο Μπέκετ, λέει η Βάσω Μανωλίδου, είναι από τα πιο δύσκολα αλλά και πιο συναρπαστικά κείμενα που ερμήνευσα. Η μελέτη και η έρευνα μέσα στο νόημα των λόγων του δεν σταματάει ποτέ για την ηθοποιό που παίζει την Ουίννυ, η αγωνία να βρεις περισσότερο σωστό δρόμο συνεχίζεται ως την παράσταση της τελευταίας ημέρας.
Όλο το έργο είναι μια αλληγορία πραγμάτων. Κάποιος μου είπε, μετά την πρώτη παράσταση, ότι το τραγούδι είναι σύμβολο χαράς και ελπίδα ζωής. Ο Μπέκετ λέει αντίθετα, ότι συμβολίζει το θάνατο. Κι εγώ έτσι το απέδωσα, σαν θάνατο. Ποιος έχει άλλωστε εμπειρία του θανάτου… κάπως έτσι πρέπει να είναι το τραγούδι… Δεν θέλω να το σκέπτομαι πολύ, αλλά έχει και το τραγούδι τη γοητεία του…

  • Τι άλλο σας προβλημάτισε στο έργο;

-Πολλά πράγματα. Δεν τα είχα αντιμετωπίσει έτσι. Πριν από τρία χρόνια είχαμε μιλήσει για το έργο αλλά είχα αρνηθεί. Δεν ήθελα να παίξω, με τρόμαζε, αισθανόμουν ένα αόριστο συναίσθημα διαφορετικό από τα άλλα έργα. Τελικά όταν φέτος αποφάσισα, χρειάστηκα τρεισήμισι μήνες για να το μελετήσω. Βέβαια έχω ένα ελάττωμα: δεν συγκεντρώνομαι εύκολα, αλλά και η γλώσσα ήταν δύσκολη, το κείμενο δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα. Είχε μεγάλες παύσεις και χρειαζόταν ακινησία του σώματος και περιορισμένες κινήσεις.

  • Εκτός από τον φόβο που σας δημιουργούσε σαν κείμενο θεατρικό, σας επηρέασε στη ζωή σας;

-Όταν το διάβαζα και τύχαινε να είμαι μόνη στο σπίτι φοβόμουν. Άφηνα το διάβασμα και σκεπτόμουν αυτά που έλεγε ο Μπέκετ, αυτά που ήθελε να πει.

  • Νομίζετε ότι ο ρόλος της Ουίννυ θα είναι οριακός στη θεατρική σας πορεία;

-Δεν μπορώ να πω ακόμα αν θα είναι επιτυχία ή αποτυχία, αλλά είναι από τους ρόλους που έχω αγαπήσει, όπως τη Λουίζα Μύλλερ και τη Μαργαρίτα στο «Φάουστ».

 

Βάσω Μανωλίδου. «Το σπίτι της κούκλας» (Νόρα), Εθνικό Θέατρο, 1964.

 

  • Η Μαργαρίτα και η Λουίζα Μύλλερ είναι οι ρόλοι που σας καθιέρωσαν;

-Εκείνο τον καιρό, είναι αλήθεια, έπρεπε να έχεις μια δεκαετία στο θέατρο για να επιβληθείς. Είχα μια καλή τύχη, έπαιξα «Ρωμαίο και Ιουλιέττα» λίγα χρόνια αφ’ ότου άρχισα, πολύ νέα. Έπαιζα όλες τις κοπέλες στα κλασικά έργα. Μου άρεσε η Ερωφίλη.

 

Η Βάσω Μανωλίδου στην Επίδαυρο: Το 1938, στην «Ηλέκτρα». Η Κατίνα Παξινού στον ομώνυμο ρόλο (αριστερά) και η Μανωλίδου (δεξιά) στο ρόλο της Χρυσόθεμης. Την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 1938.

 

  • Αρχαία τραγωδία;

-Δεν τολμώ. Μια φορά μόνο στην Επίδαυρο έκανα τη Χρυσόθεμη, με την Κατίνα Παξινού Ηλέκτρα και άλλη μια φορά στην Αίγυπτο έπαιξα «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Αλλά δεν τολμώ δεύτερη…

  • Θα θέλατε να παίζετε περισσότερο;

-Όταν ανεβάζει το Εθνικό 4-5 έργα τη σεζόν δεν μπορώ να παίζω περισσότερο. Αλλά για μένα είναι δύσκολο και κουραστικό. Άλλοτε μάθαινα ένα ρόλο σε δέκα μέρες. Τώρα θέλω τρεις και τέσσερις φορές περισσότερο χρόνο. Ιδιαίτερα αυτό το έργο είναι κουραστικό. Χρειάζεται πολλή προσπάθεια και κόπος να φτάνει η φωνή μου ως τον τελευταίο εξώστη κι εμένα μ’ ενδιαφέρει πολύ ο θεατής του τελευταίου εξώστη.

 

Μια εκλεκτή θεατρική παρέα στο Ναύπλιο, τον Σεπτέμβριο τον 1938. Από αριστερά: Θάνος Κωτσόπουλος, Γιώργος Γληνός, Ελένη Παπαδάκη, Βάσω Μανωλίδου, Φωφώ Γληνού και Αιμιλία Καραβία.

 

  • Τι θα θέλατε να παίξετε;

-Είναι πολλά χρόνια που δεν σκέπτομαι πια τι θα παίξω. Παίζω ό,τι αποφασίζουν στο θέατρο. Δεν κάνω σχέδια, ίσως είμαι λίγο τεμπέλα, στην πραγματικότητα δεν μπορώ να διαβάζω πολύ. Το θέατρο είναι ψυχική ευχαρίστηση, αλλά σου παίρνει πολύ από τη ζωή σου, όλη τη ζωή σου την παίρνει. Δεν ζεις παρά μόνο γι’ αυτό, δεν προλαβαίνεις να κάνεις ή να σκεφτείς τίποτ’ άλλο παρά μόνο αυτό.

  • Τι θα θέλατε να κάνετε άλλο;

-Όταν σκέπτομαι κάτι άλλο, πάλι το θέατρο σκέπτομαι. Ένα διάστημα πήγα στην Αμερική, υπήρχαν πολλά που μπορούσε κανείς να δει και να κάνει. Πώς χάνω τον καιρό μου, σκεπτόμουν, τι κάνω εγώ εδώ; Ήθελα να γυρίσω να παίξω στο θέατρο. Είναι κάτι περίεργο το θέατρο, μια διαφορετική ανάγκη και μια μοναδική έλξη και μαγεία. Φαντάζομαι ότι είναι όπως ο άνθρωπος που γερνάει, που υπήρξε όμορφος και βλέπει ότι χάνεται η ομορφιά του… Προσπαθεί όσο γίνεται να κρατηθεί. Έτσι είναι το θέατρο: την ομορφιά που μόλις απομακρύνεται τρέχουμε να τη βρούμε.

 

Η άφιξη του θιάσου τον Εθνικού Θεάτρου στο Λονδίνο το 1939, στο πλαίσιο της περιοδείας σε Αγγλία και Γερμανία που έκανε το Εθνικό με την «Ηλέκτρα» και τον «Άμλετ». Από αριστερά, ο Γ. Λυκούδης, ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Αντώνης Φωκάς, η Ελένη Παπαδάκη, η Κατίνα Παξινού, η Βάσω Μανωλίδου, ο Άλεκ Γκίνες και ο Αλέξης Μινωτής.

 

  • Και όταν δεν παίζετε, τι κάνετε;

-Μα δεν θυμάμαι ούτε μια στιγμή να μη μελετάω κάποιο ρόλο. Λέω: θέλω να κάνω τούτο, κείνο, να πάω κάπου αλλά δεν έχω τον καιρό. Με κυνηγάει η παράσταση. Λέω: «όταν ανέβει το έργο», μα τότε είμαι πιο παγιδευμένη. Το θέατρο έχει πολύ εγωισμό. Σε κρατάει κοντά του όλη σου τη ζωή. Όταν πεις ότι θα το υπηρετήσεις, όλη σου η ζωή αρχίζει και τελειώνει με αυτό. Πάντως ωραία είναι, είμαι ευχαριστημένη.

***

 

«Ηλέκτρα» με το Εθνικό Θέατρο την Τρίτη 13 Ιουνίου 1939. Στη Μεγάλη Βρετανία και στο Arts Theatre of Cambridge, 6 St. Edward’s Passage, Cambridge. Μπροστά, αριστερά από τις ανθοδέσμες: Κατίνα Παξινού (Ηλέκτρα), Ελένη Παπαδάκη (Κλυταιμνήστρα). Δεξιά από τις ανθοδέσμες: Κωστής Μπαστιάς (Γενικός Διευθυντής Εθνικού Θεάτρου), Βάσω Μανωλίδου (Χρυσόθεμη), Δημήτρης Ροντήρης (Σκηνοθέτης), Κλεόβουλος Κλώνης (Σκηνογράφος). Πίσω, στα σκαλοπάτια, στο κέντρο: Νικόλαος Ροζάν (Παιδαγωγός), Θάνος Κωτσόπουλος (Ορέστης), Μάνος Κατράκης (Αίγισθος / Πυλάδης) και ο Χορός.

 

Μια ζωή ολόκληρη στο θέατρο, 48 περίπου χρόνια, δεκάδες ηρωίδες, εκατοντάδες παραστάσεις, εκατοντάδες μέρες θριάμβου. Το χτίσιμο ενός ειδώλου, η αναγνώριση του ταλέντου της, ο θρίαμβος της δημιουργίας, οι ευτυχισμένες ημέρες που ακολουθούν τον καλλιτέχνη, είναι ο κόσμος της Βάσως Μανωλίδου, της Βασούλας, όπως όλοι τη φωνάζουν. Και κείνη πάντα απλή και ήρεμη, με το παράστημα μιας ενζενύ που όσο κι αν ωριμάζει, νιώθει την ίδια συγκίνηση όταν ανεβαίνει στο παλκοσένικο.

-Αλήθεια, αυτή η συγκίνηση που λέγεται τρακ, καταλήγει ψιθυριστά, είναι κάτι πολύ ωραίο να το νιώθεις κάθε φορά πάνω στη σκηνή. Πρέπει να το νιώθεις γιατί δεν ξανάρχεται, παρά κάθε φορά που διαβάζεις, που δημιουργείς ένα νέο ρόλο.

***

 

Σημείωση: Ο θίασος Βάσως Μανωλίδου – Γιώργου Παππά έπαιξε το 1949 στο Κάιρο, στο θέατρο της Ξενακείου Σχολής δύο έργα από το κλασικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο:  “Πυγμαλίων” του Μπέρναρ Σω και “Ρεβέκα” της Δάφνης Ντι Μοριέ. Επίσης, στο Ewart Memorial Hall του Αμερικανικού Πανεπιστημίου, την «Ιφιγένεια εν Ταύροις».