Ο Γιάννης Τσαρούχης και η προσφορά του στο Αρχαίο Δράμα

Ο ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ “ΤΡΩΑΔΕΣ” ΚΑΙ ΤΟΥΣ “ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ”. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Γράφει η Βαρβάρα Παναγούλια
Ηθοποιός – Θεατρολόγος

Το μεγάλο χαρακτηριστικό στοιχείο για το οποίο φημίζονται οι σύγχρονες παραστάσεις αρχαίου δράματος, μέχρι σήμερα είναι η σημαντική συμβολή του Γιάννη Τσαρούχη στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία των παραστάσεων αυτών, γεγονός που τις κάνει διαχρονικές και ξεχωριστές με το πέρασμα των χρόνων. Η πορεία του στη σκηνογραφία αρχίζει με την παράσταση της Ερωφίλης του Χορτάτση από τη Λαϊκή Σκηνή το 1934, στην οποία αναλαμβάνει τα σκηνικά. Το 1940 δημιουργεί τα σκηνικά για το έργο “Ηρακλείδαι” του Ευριπίδη με το θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη. Το 1959 κάνει σκηνικά και κοστούμια για τους “Όρνιθες” του θεάτρου Τέχνης. Το 1960 μαζί με τον Αλέξη Μινωτή ανεβάζουν τον Οιδίποδα Τύραννο στο Teatro Olympico στη Vincenza. Το 1965 συμπράττει ξανά με το Θέατρο Τέχνης με αφορμή την παράσταση των Περσών και παράλληλα αναλαμβάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια για τις “Τρωάδες” του Ευριπίδη στο Εθνικό Λαϊκό θέατρο της Γαλλίας. Συνεργάζεται με την Ελληνική Σκηνή της Άννας Συνοδινού, το 1966 αναλαμβάνει το σκηνικό της Ελένης του Ευριπίδη στο υπαίθριο Θέατρο Λυκαβηττού και το 1967 τη σκηνογραφία της Ιφιγένειας εν Αυλίδι στο ίδιο θέατρο και επίσης σκηνογραφεί την “Ηλέκτρα” στο Ηρώδειο. Το 1977 ανεβάζει τις “Τρωάδες” με δική του μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια στο πάρκινγκ της οδού Καπλανών στην Αθήνα και το 1982 ανεβάζει στη Θήβα τους “Επτά επί Θήβας” του Αισχύλου. Το 1986 σε συνεργασία με το Εμπειρικό Θέατρο του Αλέξη Μινωτή παρουσιάζει τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, για το ίδιο έργο αναλαμβάνει τα σκηνικά για το Εθνικό Θέατρο. Το 1988 αναλαμβάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια του Προμηθέα Δεσμώτη, όπως επίσης στις “Εκκλησιάζουσες” και τον Φιλοκτήτη.

Γιάννης Τσαρούχης. Μακέτα του σκηνικού για τις “Τρωάδες”.

Μέσα από τις δουλειές του συμπεραίνουμε ότι αγαπούσε ιδιαίτερα το θέατρο, όπως και τη ζωγραφική, καθώς τα σκηνικά του είχαν έντονα χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του σε συνδυασμό με τις ατέλειωτες θεατρικές γνώσεις και την ιδιαίτερη αίσθηση του θεατρικού χρόνου. Επίσης δημιουργούσε ποιητική ατμόσφαιρα, ενώ ήλεγχε λεπτομερώς τον θεατρικό χώρο. Αξιοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο τα φτωχά και ευτελή υλικά και υπήρχε απόλυτη αρμονία μεταξύ τεχνικού και αισθητικού παράγοντα. Ο Τσαρούχης κινούνταν στο ρεύμα του ποιητικού ρεαλισμού χωρίς να αγνοεί την πραγματικότητα, αλλά την παρουσίαζε με σύμβολα μέσα από τα σκηνικά και τα κοστούμια του. Οι σκηνογραφίες και τα κοστούμια του είχαν έντονο το ελληνικό και το λαϊκό στοιχείο, ιδίως στα αρχαία δράματα όπου αποτυπώνει εικόνες και στοιχεία από την ελληνική ζωή και παράδοση με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις Τρωάδες και τους Επτά επί Θήβας που θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι ο Τσαρούχης άφησε μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά με τους πίνακές του αλλά και με τις εξαιρετικές σκηνογραφίες των παραστάσεών του που μελετώνται ακόμα και σήμερα.
Το Σεπτέμβριο του 1977 ο Γιάννης Τσαρούχης παρουσιάζει τις “Τρωάδες” του Ευριπίδη σε δική του μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνογραφία και ενδυματολογία σε έναν ιδιαίτερο χώρο, το γκαράζ της οδού Καπλανών, στο Κολωνάκι. Με την παράσταση αυτή ο Τσαρούχης, ορμώμενος από τις δύο προηγούμενες σκηνογραφίες του ήθελε να ξεφύγει από τον καθωσπρεπισμό και να εισαχθεί στον αναχρονισμό και την πρωτοπορία στο θέατρο μέσω της επανασύνδεσης με την κλασσική ελληνική παράδοση.

ΣΚΗΝΙΚΑ-ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ

Ο Τσαρούχης είχε ήδη δημιουργήσει τα σκηνικά και τα κοστούμια της συγκεκριμένης παράστασης το 1963 στο The Guildhall School του Λονδίνου, όπως και το 1965 στο Theatre Nationale Populaire του Παρισιού. Το 1977, έχοντας στο νου του μια ρεαλιστική απόδοση της τραγωδίας, αξιοποιεί ένα υπαίθριο γκαράζ στην οδό Καπλανών, ως βασικό σκηνικό του έργου, με φθαρμένους και μουλιασμένους από τη βροχή τοίχους με διαφορετικά χρώματα και τα απομεινάρια ενός ερειπωμένου σπιτιού, αυτό το σκηνικό έχει την αίσθηση μιας παλιάς καλύτερης εποχής. Έτσι ο διάσημος εικαστικός επιτυγχάνει μια ιδιαίτερη πρωτοτυπία με λιτά σκηνικά, καθώς χρησιμοποιεί μια ξύλινη εξέδρα, μικρά σκαμνιά με στρατιωτικές κουβέρτες και μια κουρτίνα για τον υποβολέα, σε ένα χώρο που δεν θυμίζει σε τίποτα τον φυσικό χώρο της αρχαίας τραγωδίας, με στόχο του να αναδείξει την καταπίεση της αστικής τάξης και το δράμα της προσφυγιάς με διαχρονικό τρόπο. Η συμβολή του φυσικού και λιτού φωτισμού τονίζει ακόμα περισσότερο αυτή την αίσθηση.

Γιάννης Τσαρούχης. Μακέτα του σκηνικού για τις “Τρωάδες”.

Ο Τσαρούχης φιλοτεχνεί τα κοστούμια με ένα μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο με σκοπό του την παρουσίαση όλου του ιστορικού παρελθόντος με κεντρικό σκηνικό την προσφυγιά. Πιο αναλυτικά, όσον αφορά την ενδυμασία των θεών ακολουθεί το αρχαιοελληνικό στοιχείο, καθώς τους παρουσιάζει με χλαμύδα και υπάρχει μια παραδοσιακή απεικόνιση με τα σύμβολά τους, ξεκινώντας από την απαρχή της ελληνικής ιστορίας. Έπειτα εμφανίζει την Εκάβη και τις Τρωαδίτισσες ως χήρες μαυροντυμένες, επηρεασμένος από την ελληνικότητα που διακατέχει την τέχνη του, τονίζοντας ακόμα πιο πολύ τη δυστυχία και το δράμα των προσφύγων και ιδίως των γυναικόπαιδων. Το βασικό στοιχείο της ζωγραφικής του είναι ένα μεγάλο κομμάτι της παράστασης αυτής, καθώς και η βασική επιρροή του Τσαρούχη ως προς την ενδυματολογία των αντρών, αφού τους παρουσιάζει ως στρατιώτες και ναύτες, δίνοντας έτσι μια σύγχρονη πινελιά με αφορμή όλους τους πολέμους που βίωσε μέχρι τότε ο σπουδαίος ζωγράφος με πιο πρόσφατο τον Αττίλα του 1974. Η Κασσάνδρα εμφανίζεται με άσπρο μακρύ φόρεμα που παραπέμπει μεταξύ ιέρειας και νύφης, ενώ τη συνοδεύει το “Ησαΐα Χόρευε” για να προσδώσει ένα βυζαντινό στοιχείο στην παράσταση.

Η Ανδρομάχη και η Ελένη αποτελούν την αποθέωση της διαχρονικής μοίρας των γυναικών σε καιρό πολέμου, ακόμα και στον 20ο αιώνα, καθώς η Ανδρομάχη παρουσιάζεται ως μαυροντυμένη χήρα με μαύρη δερμάτινη τσάντα και μαύρα ψηλοτάκουνα παπούτσια και η Ελένη εμφανίζεται με ρούχα της πλάζ. Η παράσταση αυτή από ενδυματολογικής άποψης, είχε ως στόχο να αναδείξει έναν συμπυκνωμένο αναχρονισμό του ελληνισμού από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες του με όλο το ιστορικό παρελθόν και παρόν να διαγράφεται μέσα από τις συνέπειες των πολέμων και της προσφυγιάς που βίωσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα οι Έλληνες.

 

Στις “Τρωάδες” ανατροπή ήταν και η διανομή, αυτή καθαυτή. Ο Τσαρούχης επέλεξε ηθοποιούς που κανείς δεν φανταζόταν ότι μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της τραγωδίας. Η Εκάβη – Σμάρω Στεφανίδου και η Κορυφαία – Σαπφώ Νοταρά έκαναν τον λόγο του Ευριπίδη «να ακουστεί οικείος, σύγχρονος».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ο Τσαρούχης αρχίζει να μεταφράζει το έργο από το 1966, έχοντας στο νου για τους τέσσερις βασικούς γυναικείους ρόλους την Έλλη Λαμπέτη. Η μετάφραση του έργου αυτού έχει μια μοναδικότητα, καθώς αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι η απόλυτη ελευθερία της, η λιτότητα και η απλότητα στην έκφραση, ο ευκολοδιάβαστος λόγος της, με αποτέλεσμα να αποδίδεται μέσα από αυτή μια ρεαλιστική καθημερινή γλώσσα γεμάτη ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, χωρίς στόμφο και πομπώδεις χαρακτηρισμούς, με μια δόση βιωμένης ελληνικότητας από τον ίδιο τον Τσαρούχη, που την παρουσιάζει με έντονη παραστατικότητα στο έργο αυτό. Αυτή τη μετάφραση την έχει φιλοτεχνήσει με ιδιαίτερο πάθος και αγάπη, μέσα από την προσωπική του γνώση και εμπειρία, την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο αίσθημα και την εποπτεία χωρίς να κατακλύζεται από το έντονο πάθος για το έργο του. Μεγάλο ρόλο παίζει και η ιδεολογική συγγένεια του Τσαρούχη με τον Ευριπίδη, γεγονός που οδηγεί τον σπουδαίο καλλιτέχνη σε μια ανατρεπτική και πρωτότυπη παρουσίαση των Τρωάδων, όσον αφορά το μεταφραστικό κομμάτι της.

Μέσα από τη μετάφραση του Τσαρούχη φαίνεται καθαρά η ρεαλιστική και ψυχολογική ανάλυση και προσέγγιση των χαρακτήρων με σκοπό την απεικόνιση μιας αστικής τραγωδίας στα πρόσωπα των ηρωίδων, που κινείται στα πλαίσια του νατουραλισμού και οδηγεί σε μια ρεαλιστική και καθημερινή εκφώνηση του λόγου από τους ηθοποιούς, χρησιμοποιώντας απλές, καθημερινές εκφράσεις και λέξεις που ξεφεύγουν εντελώς από την αρχαιοελληνική προσωδία. Το νόημα του έργου προέρχεται από δύο παράλληλα κείμενα, το μεταφρασμένο κείμενο με την αυτονομία του και με κεντρικό στοιχείο τις συνέπειες του τρωικού πολέμου και το κείμενο που δημιουργείται από τα οπτικά σημεία που ανάγουν την τραγωδία σε μια νέα μυθοπλασία επηρεασμένη από πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, κάτι που την κάνει διαχρονική και αναχρονιστική στην αντίληψη του θεατή.

«Τρωάδες» από τον Γιάννη Τσαρούχη τον Σεπτέμβριο του 1977. Από αριστερά προς τα δεξιά και από κάτω προς τα πάνω: Γιάννης Φακής, Σαπφώ Νοταρά, Σμάρω Στεφανίδου, Χρήστος Τσάγκας, Πίτσα Μπουρνόζου, Εύα Κοταμανίδου, Βίλμα Τσακίρη, Μαρία Κωσταντάρου, Αλίκη Γεωργούλη, Γιώργος Καβαλιώτης, Ελένη Καλαντζοπούλου, Χρύσα Σπηλιώτη, Μάνος Τσιλιμίδης, Νίκος Γαλιάτσος, Γιάννης Τσαρούχης. Η φωτογραφία από άρθρο του Θανάση Νιάρχου στην εφημερίδα «Τα Νέα»”.

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

Ο Τσαρούχης στις “Τρωάδες” κάνει μια ρεαλιστική και εκσυγχρονιστική σκηνοθετική προσέγγιση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτελεί ένα είδος περφόρμανς, καθώς χρησιμοποιεί ένα μη θεατρικό χώρο, με το κείμενο ως αφετηρία προσπαθεί να δείξει την αυθεντικότητα του ηθοποιού, μέσα από τη ρεαλιστική εκφορά του λόγου που προτείνει, με στόχο να καταδείξει τη σύγχρονη ιστορική και πολιτική κατάσταση μέσα από το έργο του Ευριπίδη, το οποίο από μόνο του έχει αρκετές πολιτικές και ιστορικές παραδηλώσεις που παραπέμπουν άμεσα στην κατάρρευση του νεοελληνικού πολιτισμού. Η όψη, επίσης, των προσώπων επηρεάζεται από το κείμενο του Τσαρούχη, που δίνει μια αστική ματιά στην τραγωδία, καθώς οι μαυροφορεμένες γυναίκες της Τροίας για εκείνον, έχουν την ίδια θλίψη με τις μαυροφορεμένες γυναίκες του Αμαρουσίου, όπου έμενε ο ζωγράφος και έτσι ακριβώς θέλησε να προσεγγίσει και να φιλοτεχνήσει τις Τρωάδες του ο Τσαρούχης με την αίσθηση της βιωμένης εμπειρίας του από ιστορικά και προσωπικά γεγονότα, την τάση της ζωγραφικής του αλλά και την αγάπη του για την Ελλάδα, το κλασσικό και το ωραίο. Ακόμα και το ερειπωμένο σπίτι της οδού Καπλανών αποτελεί μια αντίδραση ενάντια στην κατασκευή πολυκατοικιών που καταστρέφουν την ιδιαίτερη ελληνική ομορφιά του πολιτισμού μας.

Με την παράσταση αυτή απορρίπτει εντελώς την τυπική θεατρική δομή της αρχαίας τραγωδίας και προσεγγίζει το έργο με την αντίληψή του για την ελληνικότητα και με την αναπαράσταση του ελληνικού νατουραλισμού, δηλαδή με τα βασικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του. Η μεταφορά των Τρωάδων στην ομιλούμενη δημοτική και τη μεταπολεμική κοινωνία έχει ως αποτέλεσμα την αναζήτηση και ανάδειξη της μεσαίας αστικής τάξης και του αστικού πολιτισμού. Μέσω της ψυχολογικής αληθοφάνειας των προσώπων που επιτυγχάνει ο Τσαρούχης μετατρέπει τις κορυφαίες του χορού σε δραματικά πρόσωπα με ρεαλιστική απόδοση της ερμηνείας τους, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προβολή του αστικού ήθους σε όλα τα πρόσωπα του έργου.

Η παράσταση αυτή θεωρήθηκε αμφιλεγόμενη για κοινό και κριτικούς, καθώς δεν είχε καμία σχέση με την κλασσική δομή της αρχαίας τραγωδίας. Αυτή, ακριβώς, η πρωτοτυπία του Τσαρούχη δυσαρέστησε αρκετούς κριτικούς που θεώρησαν το εγχείρημά του ως κακοποίηση της τραγωδίας, γιατί δεν είχε το μέγεθός της λόγω της ελεύθερης μετάφρασης, του αντιθεατρικού χώρου και της νατουραλιστικής σκηνοθεσίας που για εκείνους ήταν τελείως άγνωστα στοιχεία σ’ ένα αρχαίο δράμα. Όμως υπήρχε μια μερίδα κριτικών που επικροτούσαν αυτή την πρωτοτυπία και αναγνώρισαν σ’ αυτήν ένα σύγχρονο προσφυγικό και ρεαλιστικό δράμα το οποίο είχε έντονα χαραγμένες μνήμες από τη σύγχρονη Ελλάδα του μεσοπολέμου και της δικτατορίας και το κοινό επίσης αγάπησε και εκτίμησε ιδιαίτερα την παράσταση των Τρωάδων. Ο Τσαρούχης με την παράσταση αυτή δεν θέλει τόσο να δώσει έμφαση στο νόημα και τη φιλοσοφία της αρχαίας τραγωδίας, όσο να παρουσιάσει τη δυστυχία και τη μοίρα των γυναικόπαιδων μετά από κάθε πόλεμο, αποκαλώντας το έργο αυτό ως ένα έξοχο θρήνο της προσφυγιάς. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που χρησιμοποιεί στα σκηνικά και τα κοστούμια όλη σχεδόν τη διαχρονία του ελληνισμού. Ουσιαστικά, παίρνει την υπόθεση της τραγωδίας του Ευριπίδη και την αναγάγει στον 20ο αιώνα με ποικίλες αναφορές στο παρόν και το παρελθόν της Ελλάδας με απώτερο σκοπό να αναδείξει την υπερηφάνεια και την προσφορά της στο πνεύμα και την τέχνη. Οι “Τρωάδες” είναι το προϊόν τέχνης ενός πολυτάλαντου καλλιτέχνη.

Οι «Τρωάδες» ανέβηκαν με Ταλθύβιο τον Χρήστο Τσάγκα, Ανδρομάχη την Αλίκη Γεωργούλη, Μενέλαο τον Γιάννη Φακή, Αθηνά τη Βίλμα Τσακίρη και Ποσειδώνα τον Νίκο Γαλιάτσο. Κορυφαία του χορού η Πίτσα Μπουρνόζου. Στις παραστάσεις της οδού Καπλανών, Ελένη ήταν η Μαρία Κωνσταντάρου – στο Δημοτικό Πειραιά η Κατερίνα Χέλμη.

Το 1977 η παράσταση ανεβαίνει με τη Σμάρω Στεφανίδου στο ρόλο της Εκάβης, τη Σαπφώ Νοταρά στο ρόλο της πρώτης Κορυφαίας, τον Χρήστο Τσάγκα ως Ταλθύβιο, την Εύα Κοταμανίδου ως Κασσάνδρα, την Αλίκη Γεωργούλη ως Ανδρομάχη, την Μαρία Κωνσταντάρου ως Ελένη και Κορυφαία του χορού την Πίτσα Μπουρνόζου. Ανεβαίνει επίσης τον ίδιο χρόνο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για μια εβδομάδα με Ελένη την Κατερίνα Χέλμη και δεύτερη Κορυφαία τη Βίλμα Τσακίρη. Επίσης γίνεται μια παράσταση στο κινηματοθέατρο “Μαρκόπουλου” και στο στάδιο των Δελφών το 1985.

Τα κοστούμια της παράστασης τα φιλοτέχνησε ο Τσαρούχης, έχοντας ως κύριο στόχο του να διατηρήσει, όσο το δυνατόν, την πιστότητα του αρχαιοελληνικού πνεύματος.

ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ

Πέντε χρόνια μετά το ανατρεπτικό και επιτυχημένο πείραμα των Τρωάδων, το 1982, ο Τσαρούχης επιχειρεί μια δεύτερη απόπειρα ανεβάζοντας τους Επτά επί Θήβας στο Μοσχοπόδι της Θήβας σε μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνογραφία και ενδυματολογία δική του. Στο ανέβασμα αυτό ο μεγάλος εικαστικός έχει διαφορετικούς στόχους απ’ ότι με τις “Τρωάδες” αλλά με αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ των δύο παραστάσεων. Η βάση της παράστασης αυτής, όπως αναφέρει και ο ίδιος, έγκειται στο πνεύμα του έργου του Αισχύλου, δηλαδή στο κείμενο.

ΣΚΗΝΙΚΑ-ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ

Ο Γιάννης Τσαρούχης επιθυμούσε να ανεβάσει την παράσταση αυτή στη Θήβα. Από το 1978, όπου και επισκέφθηκε την πόλη της Θήβας, διαπραγματευόταν για το ανέβασμα των Επτά επί Θήβας σε κάποιο φυσικό χώρο της πόλης. Το 1982, έπειτα από την απόκτηση εξεδρών, ο Τσαρούχης κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την παράσταση αυτή στο Μοσχοπόδι της Θήβας με λιτό σκηνικό από μαδέρια οικοδομής, θέλοντας να καταγγείλει έμμεσα τον σύγχρονο τρόπο ζωής και πολιτισμό, που πλήττεται από το συνεχές χτίσιμο πολυκατοικιών, αλλά και το φαινόμενο της αστικοποίησης, που εξαπλώνεται την περίοδο εκείνη. Με το σκηνικό αυτό επιτυγχάνεται ένας ιδιαίτερος αναχρονισμός, καθώς και η σύνδεση της αρχαιότητας με τη σύγχρονη Ελλάδα, αυτό το κοινό στοιχείο υπάρχει και στις Τρωάδες. Απ’ ότι φαίνεται ο διάσημος εικαστικός θέλει με τον τρόπο αυτό να προβάλλει τη διαχρονικότητα του έργου αυτού και τον τρόπο που συνδέεται με την Ελλάδα του 20ου αιώνα.

Τα κοστούμια της παράστασης τα φιλοτέχνησε ο Τσαρούχης, έχοντας ως κύριο στόχο του να διατηρήσει, όσο το δυνατόν, την πιστότητα του αρχαιοελληνικού πνεύματος και να παρουσιάσει μέσα από αυτά την εποχή που γράφτηκε και παίχτηκε το έργο αυτό. Επιχείρησε αυτή την προσέγγιση, γιατί θεώρησε πως ήταν πολλά τα θρησκευτικά και αρχαία στοιχεία και δεν μπορούσε να τα παραλείψει. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό, ανέδειξε πιο πολύ τα διαχρονικά νοήματα του έργου, χωρίς να υποβαθμίσει τον οικουμενικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα του. Δεν ήθελε να παρουσιάσει τα βαρύγδουπα αυτά νοήματα με αμφίβολους συμβολισμούς και με σύγχρονες παραδηλώσεις, εκείνο που επιθυμούσε ήταν να μεταφέρει επί σκηνής όσα έμαθε και κατανόησε για τον Αισχύλο και το έργο του.

 

“Επτά επί Θήβας”: Στην παράσταση αυτή του Γιάννη Τσαρούχης ο Χορός ήταν ο πρωταγωνιστής.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ο Τσαρούχης επιμελήθηκε τη μετάφραση του έργου με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήσει το πνεύμα και την εποχή κατά την οποία γράφτηκε το έργο, όσο το δυνατόν πιο πιστά. Καταπιάστηκε με αυτό το έργο μελετώντας το από την αρχή μέσα από αρχαιοελληνικά λεξικά και τα αγγεία και το μετέφρασε με απώτερο σκοπό να γνωρίσει πολύ καλά τον Αισχύλο και να αποδώσει με τη μέγιστη πιστότητα την αντίληψη που απέκτησε από το έργο του ποιητή. Δημιούργησε, δηλαδή ένα κείμενο με απλοϊκή ανάγνωση, χωρίς ιδιαίτερα ευρήματα στο λόγο και με εκφορά λόγου που να παραπέμπει στο κλίμα του έργου χωρίς νεωτερισμούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί το κείμενο ως η βάση για το πνεύμα του έργου, χωρίς να προκαλεί αφορμές για νέα ευρήματα και προεκτάσεις, διατηρώντας έτσι την πιστότητά του.

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

Ο Τσαρούχης στους Επτά επί Θήβας επιχειρεί μια σκηνοθετική προσέγγιση που να συμφωνεί με το έργο του Αισχύλου, ακόμα και οι καινοτομίες που εισάγει, φροντίζει να είναι όσο πιο πιστές στο κείμενο και να μην αποκλίνουν από τα βασικά νοήματα της τραγωδίας που θέλει να περάσει στο κοινό της Θήβας. Στην παράσταση αυτή ο Χορός είναι ο πρωταγωνιστής, στον οποίο ο διάσημος εικαστικός χρησιμοποιεί ηθοποιούς με απώτερο σκοπό να διατηρήσει την απόδοση του κειμένου, καθώς δεν μπορούσε να αποφύγει κάποια χορογραφία ή κίνηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να εκτελεί ο Χορός πιστά τις σκηνικές οδηγίες του κειμένου και παράλληλα να διατηρούνται τα αρχαία λατρευτικά και θρησκευτικά στοιχεία, καθώς ακολουθείται πιστά η λιτανεία στην ακρόπολη της Θήβας και επίσης διατηρείται η γεωμετρική διάταξη και διάσπαση του Χορού στις διάφορες σκηνές του έργου, όπως ακριβώς γινόταν στις αρχαίες τραγωδίες. Δηλαδή ο Τσαρούχης επιχείρησε να αποδώσει το γνήσιο πνεύμα της τραγωδίας με ορισμένες σύγχρονες προσθήκες, οι οποίες διατηρούν το τραγικό κλίμα του έργου.

“Επτά επί Θήβας”: Ο Γιάννης Τσαρούχης με την Δέσπω Διαμαντίδου λίγο πριν αρχίσει η παράσταση στο Μοσχοπόδι της Θήβας.

Με το στήσιμο αυτό ο δημοφιλής ζωγράφος επιτυγχάνει να μεταδώσει τα νοήματα του έργου χωρίς να χρησιμοποιεί ιδιαίτερους συμβολισμούς, μεγάλα ευρήματα και σύγχρονες διαστάσεις, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί το διαχρονικό του χαρακτήρα μέσα από το πνεύμα του έργου. Ο στόχος του ήταν να εκφράσει στο κοινό την άποψή του για την αρχαία Ελλάδα και όχι απλά να παρουσιάσει μια αρχαία παράσταση, ακολουθώντας σχεδόν πιστά την περίοδο που γράφτηκε και παρουσιάστηκε η τραγωδία με βασικό άξονα το κείμενο και όχι τα σκηνικά ευρήματα και τις ιστορικές παραδηλώσεις των Τρωάδων. Για τον Τσαρούχη στο ανέβασμα αυτό το πνεύμα του έργου είχε πρωταρχική σημασία.

Η τραγωδία των “Επτά επί Θήβας” παρουσιάστηκε στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων “Πινδάρεια” του δήμου Θηβαίων στο Μοσχοπόδι τη Θήβας για επτά παραστάσεις.

Στους βασικούς ρόλους έπαιζαν οι εξής ηθοποιοί:

Γιώργος Ορφανός, Νίκος Ζαμπέτης, Κίμων Ρηγόπουλος, Αντιγόνη Αμανίτου, Μηνάς Κωνσταντόπουλος.

Στο Χορό συμμετείχαν οι ηθοποιοί: Ιουλία Βατικιώτη, Αγγελική Λυμπεροπούλου, Χρύσα Παπαϊωάννου, Κατερίνα Ραζέλου, Μαρία Σάββα, Τζίνα Δράκου, Τάνια Μέξη, Παρή Κοραχάη, Κυβέλη Μαλαμάτη, Ματίνα Μόσχοβη, Αναστασία Μπάσσα, Αργυρώ Πιπίνη, Κλαίρη Τσαλουχίδη.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ-ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

Ο Τσαρούχης, μέσα από τις δύο αυτές τραγωδίες, με τις οποίες ασχολήθηκε ενδελεχώς, θεωρεί ότι οι αναχρονισμοί είναι η βάση για τη διδασκαλία του αρχαίου θεάτρου. Αυτό το επιτυγχάνει ιδιαίτερα στις “Τρωάδες”, καθώς υπάρχει έντονη σύνδεση ανάμεσα στη αρχαιότητα και τη σύγχρονη εποχή της Ελλάδας με διάφορα σκηνικά ευρήματα, όπως ο θρήνος της μάνας, η ρεαλιστική εκφορά του λόγου, το μοιρολόι των γυναικών και οι στρατιωτικές στολές των αντρών, δηλαδή στοιχεία που συνομιλούν με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και με τη ζωγραφική του. Χαρακτηριστικό στοιχείο και των δύο έργων είναι η ελληνικότητα, η οποία διακρίνεται κυρίως στα σκηνικά, που συνδυάζουν το ελληνικό τοπίο και τα νεοκλασικά της Αθήνας. Ένα άλλο βασικό στοιχείο και στα δύο έργα είναι η διατήρηση του διαχρονικού χαρακτήρα τους παρά τους σκηνικούς συμβολισμούς και τις προεκτάσεις. Αυτό το στοιχείο εντοπίζεται πιο έντονα στους “Επτά επί Θήβας”, καθώς ο Τσαρούχης επιδιώκει να μεταδώσει όσο το δυνατόν πιο πιστά το πνεύμα της τραγωδίας του Αισχύλου. Το κοινό και των δύο τραγωδιών είναι η διατήρηση της διαχρονικότητας, που εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε έργο, με απώτερο σκοπό να μεταφέρει επί σκηνής το ιστορικό παρελθόν και παρόν της Ελλάδας.

***

ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μόραλης – Τσαρούχης – Γκίκας. Ζωγραφική για το θέατρο. Εκδόσεις Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σελ. 51-54 και σελ. 61-62

Αναστασία Κοντογιώργη. Η σκηνογραφία του ελληνικού θεάτρου 1930 – 1960. Εκδόσεις University studio press, σελ. 115

Γιάννης Χαρατσίδης. Η σκηνή και η γραφή. Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 21-25

Φεσσά Εμμανουήλ Ελένη. Έλληνες σκηνογράφοι- ενδυματολόγοι και αρχαίο δράμα. Εκδόσεις Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Αθήνας- Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 234 και σελ. 290-292

Αγνή Μουζενίδου (επιμ.). Ελληνική σκηνογραφία-ενδυματολογία. Πρακτικά στο πλαίσιο της έκθεσης “Έλληνες σκηνογράφοι – ενδυματολόγοι και αρχαίο δράμα”. Εκδόσεις Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Αθήνας, σελ. 47-53

***