Cat Is Art

Βαλέρια Δημητριάδου. Το «πεταχτό γαλαζοπούλι» του θεάτρου με το πολύχρωμο οπλοστάσιο μέσα του

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Προετοιμασία και πρόβες. Αυτή είναι η ζωή της. Από τα ιδρυτικά μέλη της εκπληκτικής ομάδας «C. for Circus», είναι μια καλλιτέχνις -ηθοποιός, μουσικός, ενίοτε και μεταφράστρια- η οποία ψάχνει με πάθος όλες εκείνες τις κλειδωμένες ενέργειες που κρατούν τα μυστικά τους και άλλο δεν περιμένουν από το να τις εξερευνήσουμε, να τις γνωρίσουμε και να ενώσουμε ξανά τα σκορπισμένα μας κομμάτια. Είτε είμαστε κοινό, είτε δημιουργοί. Η Βαλέρια Δημητριάδου, με έναν τόνο διαυγή και μια ολοζώντανη παρουσία, έχει παίξει -μεταξύ άλλων- στις παραστάσεις «Με το ίδιο Μέτρο» και «Το Αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ. Πέρσι ξεχωρίσαμε τη δυναμική ερμηνεία της στη «Δύναμη του Σκότους» του Τολστόι, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη.

Έχει μεταφράσει το έργο «ГЛУМ» (Γκλουμ), που ως παράσταση βασίστηκε στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι. Η δε πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έγινε με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, όπου είχε αναλάβει και τη μουσική διδασκαλία.

Με τη συνάδελφο, φίλη της και συμμαθήτρια Αθανασία Κουρκάκη δημιούργησαν το γκρουπ Valsia, ένα μουσικό σχήμα που δίνει θεατρικές διαστάσεις στις εμφανίσεις του, συνδυάζοντας ήχο και αυτοσχεδιαστικό λόγο.
Φέτος ήταν μια πολύ δημιουργική χρονιά γι’ αυτήν αφού η μουσική παράσταση «Σταχτομπούτα», σε μια πρωτότυπη ιδέα και κείμενο της ίδιας και της Αθανασίας Κουρκάκη (σκηνοθεσία του Στέργιου Κοντακιώτη), αγαπήθηκε από το κοινό όλων των ηλικιών και ενδέχεται να συνεχιστεί. Πρόκειται για μια πειραγμένη εκδοχή του παραμυθιού της Σταχτοπούτας. Μια τολμηρή μουσικοθεατρική σάτιρα που διακωμωδεί την ανάγκη μας για παραμύθια, τις στερεοτυπικές ερωτικές σχέσεις και την ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Επίσης έκανε τη μουσική διδασκαλία στους «7 κρεμασμένους» του Λεονίντ Αντρέγιεφ και «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση, το οποίο λόγω επιτυχίας θα επαναληφθεί το φθινόπωρο. Τώρα βρίσκεται σε πρόβες για τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που θα παρουσιαστούν στην Επίδαυρο στις 27 και 28 Ιουλίου.

Η Βαλέρια Δημητριάδου, με μια αιφνιδιαστική κίνηση, άφησε τη Νομική, παρότι πήρε πτυχίο και εισέβαλε με αυτοπεποίθηση στη θεατρική σκηνή. Φρονώ πως ήρθε στο θέατρο για να μείνει και θα μείνει. Γιατί είναι μια σταθερή και ουσιαστική φωνή στην τέχνη. Η ίδια χαρακτηρίζει τον εαυτό της «πεταχτό γαλαζοπούλι». Από το γαλάζιο της χρώμα ας πιαστούμε, λοιπόν. Αν και πιστεύω πως η Βαλέρια έχει ένα ολόκληρο πολύχρωμο οπλοστάσιο μέσα της. Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, ένα ρουμπινί, χρώματα του δειλινού και κεχριμπαρένιο χρυσαφί.  Είναι ένα πλάσμα που αντανακλά το φως και λάμπει σαν μάρμαρο. Γεμάτη ρεαλιστικό χιούμορ και αθώο αισθησιασμό. Η φρεσκάδα της βαθιάς πηγής της ζωής. Με τη διάθεση της θέλησης, την ιδιότητα της φαντασίας, τη δύναμη να δημιουργεί και μια δεσποτική γοητεία που αναδύει ένα παιδί γλυκά αστειευόμενο.

 

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

* Γεννήθηκα στην Τσάλκα στη Γεωργία, έζησα λίγο στη Ρωσία και γύρω στα 5 ήρθαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα. Μείναμε 3 χρόνια στη Θεσσαλονίκη κι από τα 8 μου έμενα και μεγάλωσα στην Αλεξανδρούπολη (μέχρι να φύγω για σπουδές). Παρά τις όποιες αντιξοότητες είχα στην παιδική μου ζωή, θυμάμαι με πολλή χαρά τα παιδικά μου χρόνια κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πώς μας μεγάλωσε (την αδελφή μου κι εμένα) η μαμά μου.
Ήμουν πολύ άτακτο παιδί. Και πολύ αγοροκόριτσο. Μεγάλωσα με την ξαδέλφη μου και καλύτερη μου φίλη, την Ελένη, με την οποία είμαστε ακόμη σαν αδελφές.Είχαμε τα μαλλιά μας αγορέ, φορούσαμε φαρδιά ρούχα, παίζαμε ποδόσφαιρο. Όποτε σκέφτομαι εκείνα τα χρόνια μου έρχονται πάντα αναμνήσεις από τις βλακείες που κάναμε παρέα. Μία απ’ αυτές που θα μπορούσα να μοιραστώ είναι μια μέρα που κάναμε βόλτα και είδαμε να κάνουν μπάνιο τσιτσίδι στο σιντριβάνι του Φάρου μια παρέα αγοριών Ρομά. Χωρίς καν να συνεννοηθούμε, πήραμε όλα τα ρούχα τους κι αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τις τρελές. Και το χειρότερο, για το οποίο ντρέπομαι πολύ… Είναι πως αδειάσαμε ό,τι ψιλά είχαν στις τσέπες των παντελονιών τους, πήγαμε σ’ ένα περίπτερο και αγοράσαμε αυτοκόλλητα για τα άλμπουμ μας (101 σκυλάκια Δαλματίας).

Ποια ήταν τα πρώτα διαβάσματα που έκανες ως παιδί;

* Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν και πολύ του διαβάσματος. Παρότι πολύ φυτό στο σχολείο, τον ελεύθερο μου χρόνο τον περνούσα χρόνο παίζοντας. Θυμάμαι όμως ότι το πρώτο βιβλίο που με είχε ενθουσιάσει ήταν ο Μάγκας της Πηνελόπης Δέλτα. Αγαπούσα επίσης το Μικρό Νικόλα και είχα δανειστεί και διαβάσει σχεδόν όλες τις Ανατριχίλες από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Ποια συναισθήματα ένιωσες την πρώτη φορά που ανέβηκες σε σκηνή και πώς τα αντιμετώπισες;

* Η πρώτη φορά που έπαιξα ήταν με τη θεατρική ομάδα του Πολυτεχνείου της Θεσσαλονίκης (ΘΟΠ). Μου φαινόταν πολύ δύσκολο αυτό που είχα να κάνω. Είχαμε κάνει μια παράσταση με κείμενα δικά μας και η δική μου σκηνή δεν είχε κανένα τερτίπι, καμιά σκηνοθεσία στην οποία μπορούσα να βασιστώ. Απλά έβγαινα και έλεγα το κείμενο που είχα γράψει. Ήταν πάρα πολύ άβολο κι ένιωθα πολύ εκτεθειμένη, αλλά ταυτόχρονα αυτή η συνειδητοποίηση του πόσο δύσκολο είναι απλά να ανέβεις εκεί πάνω «γυμνός» και να πεις ένα κείμενο στο κοινό μ’ έφερε πιο κοντά στο γιατί θέλω να κάνω θέατρο.

Τι ήταν εκείνο που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο θέατρο ώστε να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτό τον χώρο;

* Πριν αποφασίσω ν’ ασχοληθώ επαγγελματικά με το θέατρο, ασχολούμουν ήδη 5 χρόνια ερασιτεχνικά με την ομάδα μου C. for Circus, στη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι κάτι που ήθελα να κάνω από μικρή. Προέκυψε ν’ ασχοληθώ, μάλλον επειδή δε μου άρεσε καθόλου η Νομική. Αυτό που με κέντρισε αρχικά ήταν όσα ανακάλυπτα στη διαδικασία των προβών. Είδα πλευρές του εαυτού μου που δε γνώριζα καν μέχρι τότε. Όπως επίσης και πλευρές άλλων ανθρώπων, των συμπαικτών μου. Ώσπου γνωριστήκαμε σε τέτοιο βαθμό που απέκτησα μια δεύτερη οικογένεια. Ενηλικιώθηκα μέσα από το θέατρο και άλλαξε ο τρόπος σκέψης μου. Άρχισα να παρατηρώ περισσότερο και να ‘χω περισσότερη ενσυναίσθηση κατά κάποιον τρόπο. Την απόφαση να το σπουδάσω την πήρα τους μήνες που λόγω συνθήκης απείχα (στο Εράσμους). Εκεί πλέον και λόγω απόστασης μού ήταν πολύ καθαρό ότι αυτό θέλω να κάνω.

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Σε ποια σχολή σπούδασες και ποιοι δάσκαλοί σου άφησαν τα ίχνη τους στη μετέπειτα πορεία σου;

* Σπούδασα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Σε γενικές γραμμές θεωρώ πως ήμασταν πολύ τυχερό έτος ως προς τους καθηγητές που είχαμε. Με σιγουριά μπορώ να πω πως αγάπησα πολύ τον Νίκο Χατζόπουλο, που τον είχαμε στο πρώτο έτος. Ερχόταν πάντα προετοιμασμένος, σα να μην είχε άλλες δουλειές πέραν της σχολής (ενώ είχε 100), δεν έχανε χρόνο σε κουβέντες εκτός πλαισίου μαθήματος. Ήταν συγκεκριμένος και καταλάβαινες ότι τον νοιάζει πραγματικά να σε διδάξει. Συχνά μάλιστα ανέβαινε κι ο ίδιος στη σκηνή και έπαιζε σχεδόν μαζί μας. Όχι όμως για να μιμηθούμε κάτι, ίσα ίσα. Για να μάθουμε να αλληλεπιδρούμε. Τον εκτιμώ βαθιά ως καλλιτέχνη αλλά κυρίως ως άνθρωπο, γιατί έχει ήθος και χιούμορ.

Το επαγγελματικό σου ξεκίνημα πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν;

* Εύκολο δεν ήταν σίγουρα. Ούτε όμως θέλω να γκρινιάζω, γιατί άλλοι είχαν πιο δύσκολα ξεκινήματα. Σίγουρα ήταν περίεργο το συναίσθημα. Από τα καθημερινά 12ωρα στο απόλυτο τίποτα. Στη σχολή βρίσκεσαι σ’ ένα πολύ ασφαλές πλαίσιο και δε συνειδητοποιείς πόσο δύσκολα είναι εκεί έξω. Οπότε μου ‘ρθε κάπως απότομο που δεν είχα κανένα πρόγραμμα, καμία υποχρέωση. Επειδή όμως ποτέ μου δεν κατάφερα να μείνω άπραγη (το horror vacui που λέμε) καταπιάστηκα με τη μουσική που την είχα αφημένη. Και τότε δημιουργήσαμε σιγά σιγά και τις ValSia με τη συμμαθήτρια και φίλη μου, Αθανασία Κουρκάκη.

Μίλησέ μας για το γκρουπ Valsia, που ιδρύσατε με την Αθανασία Κουρκάκη, και γνωρίζει μεγάλη απήχηση από το κοινό…

* Δεν νομίζω ότι γνωρίζει μεγάλη απήχηση η αλήθεια είναι. Κυρίως φίλοι και γνωστοί μας ξέρουν. Και είναι και λογικό αφού δεν το κυνηγάμε σε επαγγελματικό επίπεδο. Το αγαπάμε πολύ και μας απελευθερώνει, αλλά ο χρόνος μας δε μας έχει επιτρέψει ακόμη να ασχοληθούμε όσο θα θέλαμε.

Ποια ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιδράσεις ή σχόλια που εισπράξατε από το κοινό όταν με την Αθανασία παρουσιάζατε την παράστασή σας «Σταχτομπούτα»;

* Ήταν τόσο ωραίο που συμμετείχε το κοινό σ’ αυτήν την παράσταση. Και ιδίως όταν την παίζαμε στο θέατρο «104», που πολλές φορές έρχονταν άνθρωποι πιο μεγάλης ηλικίας. Ο αγαπημένος μου είναι ένας κύριος άνω των 60 που άρχισε να τραγουδάει όλον τον Ολυμπιακό Ύμνο μαζί με την Αθανασία και μια κυρία που ήταν πολύ ενεργή καθ’ όλη τη διάρκεια και συμμετείχε και στις δράσεις (μοίραζε τα μπαλόνια στο κοινό).

Η «Σταχτομπούτα» θα συνεχίσει τη σταδιοδρομία της;

* Άγνωστο. Προς το παρόν έχει κάνει τον κύκλο της και τη χορτάσαμε αρκετά. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως όταν τελειώσει το καλοκαίρι θα μας έχει λείψει, οπότε τίποτα δεν αποκλείεται.

 

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Είσαι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας C. For Circus. Τι σημαίνει ακριβώς το όνομα και πώς προέκυψε;

* C. for Circus. Τσ για τσίρκο. Το όνομα ήταν πρόταση του τότε σκηνοθέτη μας Κώστα conie Ισαακίδη. Επειδή οι πρόβες που κάναμε όλον τον πρώτο καιρό ήταν εργαστηριακού χαρακτήρα και κάναμε ασκήσεις κυρίως σωματικές και πολύ εξαντλητικές, μας πρότεινε αυτό το όνομα (προφανώς κατ’ ευφημισμόν).

Θα ήθελες να μας αναφέρεις τα ονόματα όλης της ομάδας και έναν χαρακτηρισμό για τον καθένα;

* Μου είναι κάπως δύσκολο να βρω έναν χαρακτηρισμό για τον καθένα. Προτιμώ να τους βρω ινδιάνικα ονόματα! Το λοιπόν…

Παναγιώτης Γαβρέλας: Το φιλότιμο αρκούδι

Κίτσος Δημήτρης: Το αστέρι του χάους

Μαρία – Ελισάβετ Κοτίνη: Η θεόμουρλη κάμπια

Χρύσα Κοτταράκου: Το ατάραχο ρακούν

Ειρήνη Μακρή: Η αμαζόνα των ουρανών

Νικόλας Παπαδομιχελάκης: Το ασόβαρο αερικό

Παύλος Παυλίδης: Το τετράγωνο κοάλα

Νατάσα Ρουστάνη: Το μυστήριο στρειδάκι

Γιωργής Σφυρής: Ο σοφός γέροντας

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Το φλογερό γεράκι

Αθανασία Κουρκάκη: Η κελαηδιστή μαργαρίτα

Με την ομάδα ανεβάσατε τώρα «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση, ένα θεατρικό έργο του 1898, γραμμένο σε ντοπιολαλιά, που εμπνέεται απ’ τη ζωή του ποιητή και πεζογράφου Κώστα Κρυστάλλη. Πώς το έργο αυτό συνδέεται με τη σημερινή εποχή;

* Όλο το έργο διαδραματίζεται σε μία μόνο μέρα, την τελευταία της ζωής του Γιαννάκη, που είναι ο κεντρικός ήρωας. Ο Γιαννάκης είναι ποιητής και επιλέγει να αντιμετωπίσει, με μέσο τη φαντασία του, το αναπόφευκτο του θανάτου εκπληρώνοντας όσα δεν πρόλαβε να κάνει όσο ζούσε. Τις τελευταίες του στιγμές, λοιπόν, κλείνει τα μάτια και πάει στα βουνά της πατρίδας του. Εκεί βρίσκει τη Νεράιδα του Βουνού και της ζητάει να τον οδηγήσει στην κορυφή του βουνού, όπου δεν έχει πατήσει ποτέ άνθρωπος. Η παράστασή μας είναι μια μικρή γιορτή για τη ζωή, τον έρωτα και τη φαντασία. Όταν μπορείς να έρθεις αντιμέτωπος με το θάνατο, τότε δεν υπάρχει κανένα απτό εμπόδιο, όλα είναι ζήτημα οπτικής. Είναι η πιο αισιόδοξή μας παράσταση μέχρι τώρα, μάλλον λόγω της μεγάλης μας ανάγκης να μη χάσουμε την πίστη μας στον άνθρωπο και στη δύναμή του. Και εκεί ακριβώς είναι που συνδέεται το έργο με τη σημερινή εποχή που τόσο εύκολα χάνουμε το κουράγιο μας.

Πώς ήταν η εμπειρία στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, όπου συμμετείχες πέρσι στην παράσταση «Οιδίπους επί Κολωνώ»;

* Μου ήταν σίγουρα πρωτόγνωρο το να παίζω σε τόσο μεγάλο θέατρο. Όμορφα και ταυτόχρονα αγχωτικά, γιατί όπως και να ‘χει, πέραν της μαγείας που φέρει, αυτός ο χώρος έχει και απαιτήσεις. Πώς υπάρχεις εκεί, σωματικά και φωνητικά. Κι επειδή είχα αναλάβει και τη μουσική διδασκαλία της παράστασης και ήταν η πρεμιέρα μας εκεί, είχα αρκετό άγχος για το αποτέλεσμα του ήχου. Για το συντονισμό δηλαδή του Χορού, καθώς δεν είχαμε κανένα μουσικό όργανο να μας κρατάει τέμπο ή να μας κουρδίζει. Ήταν όλο α καπέλα και βρισκόμασταν και συχνά σκόρπια στο χώρο. Εν τούτοις, όλα πήγαν μια χαρά.

Φέτος για άλλη μια φορά στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά με τις «Θεσμοφοριάζουσες» σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Αισθάνεσαι χαρά, τιμή, ευθύνη;

* Νιώθω ευγνώμων που θα συνεργαστώ μ’ αυτούς τους ανθρώπους και θα παίξω ξανά σ’ αυτό το θέατρο. Η διαδικασία των προβών είναι ακραία διαφορετική από την περσινή, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ανεβάζουμε κωμωδία.

Πώς ήταν η συνεργασία με τη δασκάλα σου Ελένη Σκότη και την ομάδα «Νάμα» στη «Δύναμη του σκότους»;

* Η Ελένη Σκότη ήταν πολύ ανοιχτή στο να δημιουργήσουμε όλοι μαζί την παράσταση κι αυτό και έγινε. Ήταν πολύ ομαδική δουλειά, οπότε νιώθαμε όλοι δημιουργικοί. Δεν υπήρχαν διακρίσεις, σε μεγάλους και μικρούς ρόλους, σε παλιούς και νέους ηθοποιούς. Ήμασταν όλοι ένα. Επίσης, ήταν πολύ καλή η συνεργασία μας και στο κομμάτι της μουσικής, καθώς είχαμε αναλάβει τη σύνθεση με τον Γιώργο Παπαγεωργίου. Και η Ελένη και όλος ο θίασος μάς εμπιστεύτηκαν και μας βοήθησαν δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό.

Φωτογραφία: Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, η ψυχολογική λειτουργία του θεάτρου;

* Δηλαδή; Πώς επιδράει στην ψυχολογία του θεατή; Νομίζω πως σκοπός του θεάτρου είναι κατά βάση η ψυχαγωγία. Να φεύγει ο θεατής και κάτι να χαμογελάει μέσα του (ακόμη κι αν του προκλήθηκαν άλλα συναισθήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης). Να νιώθει έστω και λίγο πιο γεμάτος απ’ ό,τι όταν μπήκε, να έχει μια πνευματική ευφορία.

Το κοινό είναι παρτενέρ ή αντίπαλος;

* Ξεκάθαρα παρτενέρ. Κι ακόμη κι αν το αντιμετωπίζεις ως αντίπαλο για συγκεκριμένο σκοπό, πάλι παρτενέρ είναι. Αλλιώς η παράσταση κινδυνεύει να γίνει αυτοαναφορική και να μην αφορά κανέναν.

Η δουλειά του ηθοποιού εμπεριέχει και αντιφάσεις;

* Αντιφάσεις υπάρχουν κυρίως όταν μπλέκονται οι σκοποί. Όταν δεν είναι ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίο κάνει κανείς θέατρο. Πολύ εύκολα θα μιλήσει ο καθένας για την ουσία της τέχνης και τα όσα αυτή προσφέρει, ενώ ταυτόχρονα στη ζωή του μπορεί ν’ ακολουθεί μονοπάτια τελείως αντίθετα απ’ αυτά που δείχνει να ασπάζεται. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω καταφέρει ακόμη να συμφιλιωθώ μέσα μου με ανθρώπους που αποσκοπούν καθαρά στο κέρδος ή στην όποια δόξα. Θα ήθελα να υπήρχε περισσότερη ταπεινότητα. Να μην ταυτίζεται η έννοια του ηθοποιού με το κοινωνικό κομμάτι της προβολής.

Αν μπορούσες να ξεχωρίσεις μία ή δύο αγαπημένες ηρωίδες που θα ήθελες να ερμηνεύσεις, ποιες θα ήταν και γιατί;

* Κάποια στιγμή στη ζωή μου, αν νιώσω ποτέ έτοιμη, θα ήθελα να καταπιαστώ με το έργο «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Ήταν ένας από τους δύο μονολόγους που έδωσα στις εισαγωγικές στη σχολή και μου ‘χει κολλήσει από τότε ότι θα ‘θελα κάποτε να το κάνω ολόκληρο.

Ασχολείσαι με τη μουσική και το θέατρο. Ποιο από τα δύο σου δίνει μεγαλύτερο αίσθημα ελευθερίας;

* Εξαρτάται. Νομίζω πως λόγω της τάσης για τελειομανία που έχω, συνήθως νιώθω πιο ελεύθερη στο θέατρο. Η μουσική με αγχώνει κάπως, καθώς εκεί τα λάθη είναι πολύ πιο φανερά, ενώ στο θέατρο μπορούν να σωθούν όλα. Από την άλλη, το πλαίσιο που πρέπει να υπηρετήσεις στη μουσική σού δημιουργεί και μία ασφάλεια. Ξέρεις τι είναι αυτό που πρέπει να κάνεις και πού πρέπει να φτάσει κάτι, ενώ στο θέατρο είναι πολύ συχνό φαινόμενο το να θολώνει το τοπίο και να μην έχεις καθαρή εικόνα του αποτελέσματος.

Με ποιους χαρακτήρες ανθρώπων δυσκολεύεσαι να συνεργαστείς;

* Δυσκολεύομαι τρομερά με ανθρώπους που καταχρώνται τη θέση εξουσίας που μπορεί να έχουν, που δε σε αντιμετωπίζουν ισάξια, αλλά ως εκτελεστικό όργανο του όποιου οράματός τους. Επίσης, δυσκολεύομαι με ανθρώπους που βλέπεις πως το μόνο που τους αφορά είναι το πώς θα φανούν οι ίδιοι καλοί με αποτέλεσμα πολλές φορές να παίζουν μόνοι τους.

Ποιος χαρακτηρισμός είναι αυτός που πιστεύεις ότι σε χαρακτηρίζει;

* «Το πεταχτό γαλαζοπούλι».

Ποια η προετοιμασία σου πριν από την παράσταση, πώς ξεπερνάς το άγχος και το τρακ;

* Κάνω πάντα ένα ζέσταμα φωνής και κάποιες διατάσεις. Κάποιες φορές κάνω ένα φαστ φόρουαρντ την παράσταση στο μυαλό μου, για να μην «ξεχνάω» τι είναι αυτό που αφηγούμαστε. Προσπαθώ να μην απομονώνομαι από τους υπόλοιπους ηθοποιούς, γιατί νιώθω ότι είναι κάτι που με κλειδώνει. Το ιδανικό για μένα είναι να κάνουμε όλοι μαζί κάποιο ζέσταμα για να μπούμε σ’ ένα κοινό κλίμα παράστασης. Όταν μοιράζεσαι το άγχος σου με τους άλλους, αυτομάτως μικραίνει.

Πώς φαντάζεσαι τα επόμενα βήματά σου στο χώρο της τέχνης;

* Μάλλον αργά και σταθερά όπως συνέβαινε και μέχρι τώρα. Γενικά, προσπαθώ να μην πολυσκέφτομαι το μέλλον γιατί είναι κάτι που με αγχώνει. Οπότε βήμα βήμα. Ξέρω σίγουρα πως θέλω να συνεχίσουμε να δημιουργούμε και να εμβαθύνουμε με την ομάδα μου κι αυτό μου αρκεί σαν σκέψη.

Ποια πράγματα στη ζωή έχουν σημασία για σένα;

* Οι άνθρωποι που αγαπώ. Θέλω να μην αφήνομαι, να μην τεμπελιάζω και θεωρώ δεδομένες τις σχέσεις που έχω χτίσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Να έχω το χρόνο και την ψυχική δύναμη, ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών στην καθημερινότητά μου, να διατηρώ την ηρεμία μέσα μου, ώστε να μπορώ να είμαι εντάξει με τους ανθρώπους που αγαπώ.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Τελειώνω την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» του Κούντερα.

Πώς κρίνεις τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς τα ζώα;

* Στην Ελλάδα, λόγω κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, είναι πολλά πράγματα που έχουν μείνει λίγο πίσω σε σχέση μ’ άλλες χώρες. Αυτό συμβαίνει κι όσον αφορά τα ζώα. Κυρίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, επειδή δεν είχαν κατοικίδια για συντροφιά αλλά για πρακτικούς λόγους όπως φύλαξη, αντιμετωπίζουν λίγο άγαρμπα έως απολίτιστα το ζήτημα. Φυσικά δεν ισχύει εν γένει αυτό, εξαρτάται πολύ κι απ’ τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Τέλος, ποια είναι η δική σου σχέση με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Εγώ λατρεύω τα σκυλιά. Με τα γατιά, θα με συγχωρέσεις, αλλά προς το παρόν δεν τo ‘χουμε πολυβρεί. Συμβιώνω με δύο σκυλιά. Τη Μικρή και το Μαύρο.

[Το catisart.gr ευχαριστεί τον Νικόλα Παπαδομιχελάκη για τη φωτογράφιση].

***

Σε φωτογράφιση για τις ανάγκες της παράστασης «Το δαχτυλίδι της μάνας», πρώτη από αριστερά, με μέλη της ομάδας C. For Circus: Αθανασία Κουρκάκη, Ειρήνη Μακρή, Νατάσα Ρουστάνη, Παναγιώτης Γαβρέλας, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Χρύσα Κοτταράκου, Νικόλας Παπαδομιχελάκης. Φωτογραφία: Νίκος Πανταζάρας

Η ομάδα θεάτρου C. For Circus δημιουργήθηκε το Μάιο του 2008 στη Θεσσαλονίκη κάνοντας πρόβες στο υπόγειο ενός μπαρ στη Ροτόντα. Μέσα σε λίγο καιρό κατάφερε να φτιάξει το δικό της χώρο στο κέντρο της πόλης, όπου έκανε εργαστήρια θεάτρου (ενηλίκων και παιδικό) και παρουσίαζε τις δουλειές της. Από το 2011 μέλη της ομάδας αποφασίζουν να κατέβουν στην Αθήνα για σπουδές σε δραματικές σχολές (Δραματική Σχολή Εθνικού, Ωδείο Αθηνών και Δήλος), ενώ ταυτόχρονα ένα από τα μέλη της (Γιωργής Σφυρής) συνεχίζει να δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Φτιάχνει την ομάδα Επιπόλαιος Φρεντ και ο χώρος της ομάδας μετονομάζεται σε θέατρο Εφ (συνεχίζοντας να κάνει εργαστήρια με μόνιμους συνεργάτες και φιλοξενώντας στο χώρο διάφορους καλλιτέχνες για σεμινάρια και παρουσιάσεις). Μετά το πέρας των σπουδών τους, οι C. For Circus επανενώνονται επίσημα και συνεχίζουν την πορεία τους ως επαγγελματίες πλέον ηθοποιοί στην Αθήνα αυτοσκηνοθετώντας τις δουλειές τους. Τελευταίες παραστάσεις της ομάδας είναι το «Γκλουμ» (βασισμένο στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφκι), το «Με το ίδιο μέτρο» του Σαίξπηρ και το «Κάτι διαφορετικό» (συρραφή από το τέσσερα κείμενα: «Το κάτι άλλο» της Κέιβ Κάθριν, «Ο μελαγχολικός θάνατος του Στρειδάκη» του Τιμ Μπάρτον, «Η καλή οικογένεια» του Γιόακιμ Πίρινεν και «Ο χρυσός δράκος» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ. Τέλος, έχουν συμμετάσχει σε διάφορα φεστιβάλ όπως τα «Αισχύλεια», το «Bob Theater Festival» καθώς και το «International Shakespeare Festival» της Σερβίας (όπου η ομάδα έκανε το ντεμπούτο της στο εξωτερικό με την παράσταση «Με το ίδιο μέτρο» το 2016). Η πιο πρόσφατη δουλειά της ομάδας είναι «Το δαχτυλίδι της μάνας» του Γιάννη Καμπύση σε σκηνοθεσία Παύλου Παυλίδη, που παρουσιάστηκε στο Tempus Verum І Εν Αθήναις

Η ομάδα θεάτρου C. For Circus, σε μια ξέγνοιαστη στιγμή. Από αριστερά, όρθιοι, Νατάσα Ρουστάνη, Χρύσα Κοτταράκου, Δημήτρης Κίτσος, Βαλέρια Δημητριάδου. Καθιστοί: Ειρήνη Μακρή, Παναγιώτης Γαβρέλας, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Παύλος Παυλίδης, Νικόλας Παπαδομιχελάκης

 

Βαλέρια Δημητριάδου – Βιογραφικό

ΘΕΑΤΡΟ:
• Αριστούχος απόφοιτη της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου το 2015
• Φοιτήτρια στο τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ.
• Ιδρυτικό μέλος της ομάδας θεάτρου C. for Circus (από το 2008)
ΆΛΛΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
• Πτυχιούχος Νομικής του ΑΠΘ
• Πτυχιούχος πιάνου με βαθμό Άριστα
• Βασικές γνώσεις κιθάρας κι ακορντεόν
• Γνώση Αγγλικής και Ρωσικής γλώσσας (Μετάφραση για την ομάδα C. for Circus το
«Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Οστρόφσκι το 2016)
Παραστάσεις:
• «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη στο φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, σκην. Β.
Θεοδωρόπουλος (2018)
• «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ στο θέατρο Φούρνος, σκην. Δ.
Κίτσος (2018)
• «Σταχτομπούτα», μουσικοθεατρική παράσταση στο θέατρο άλφα.ιδέα και θέατρο 104
(2017-18)
• «Γκλουμ, με την ομάδα C. for Circus στο θέατρο 104 (2017)
• «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή στο φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, σκην. Σ.
Τσακίρης (2017)
• «Δύναμη του σκότους» του Τολστόι στο Σύγχρονο Θέατρο, σκην. Ελ. Σκότη (2017)
• «Πάρε Δώσε», ένα παραμύθι για παιδιά, σκην. Παν. Εξαρχέας (2016)
• «Με το ίδιο μέτρο» του Σαίξπηρ στο Από Μηχανής θέατρο με την ομάδα C. for Circus
(2016)
ΜΟΥΣΙΚΗ
• Διδασκαλία και σύνθεση μουσικής στο «Δαχτυλίδι της μάνας» του Καμπύση, σε
σκην. Π. Παυλίδη με την ομάδα C. for Circus
• Διδασκαλία μουσικής (σύνθεση: Μίνως Μάτσας) στο «Οιδίπους επί Κολωνώ» σε
σκην. Σ. Τσακίρη
• Σύνθεση και διδασκαλία μουσικής στη «Δύναμη του σκότους», σκην. Ελ. Σκότη
(2017)
• Σύνθεση και διδασκαλία μουσικής στο «Τσεχ off», σκην. Ιω Βουλγαράκη.(2016)
• Μουσικό σχήμα με την Αθανασία Κουρκάκη, με το όνομα Valsia
Σεμινάρια
• Συμμετοχή στο εργαστήριο μουσικής σύνθεσης στο Εθνικό Θέατρο με τον Κορνήλιο
Σελαμσή και τον Νίκο Κυπουργό (2015-2016)
• Παρακολούθηση τριβδόμαδου σεμιναρίου στο Εθνικό Θέατρο με τους Δημήτρη
Παπαϊωάννου και Λυδία Κονιόρδου (2016)
• Παρακολούθηση ως ηθοποιός σεμιναρίου συγγραφής θεατρικού έργου με σκηνοθέτες
τους: Δημήτρη Καραντζά και Γιώργο Λύρα
• Σεμινάριο σωματικού θεάτρου με τον Πολωνό Ryszard Nieoczym, συνεργάτη του
J.Grotowski.
• Σεμινάριο ‘Ensemble Σωματικού Θεάτρου’ με τον John Britton
• Σεμινάριο ‘Σύγχρονου Χορού Contact Improvisation’ με την Ann Cooper Albright.

«Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ στο θέατρο «Φούρνος», σκηνοθεσία Δ. Κίτσος (2018)

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΒαλέρια Δημητριάδου. Το «πεταχτό γαλαζοπούλι» του θεάτρου με το πολύχρωμο οπλοστάσιο μέσα του

Related Posts