Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Τον συνάντησα κάποιο απόγευμα σε μία από τις ευρύχωρες αίθουσες υποδοχής του Εθνικού Θεάτρου. Μετά την πρόβα του. Μπροστά σ’ ένα μοναστηριακό τραπέζι, ανάμεσα στο βουητό του κόσμου αλλά απολύτως μόνοι, μιλήσαμε για την τέχνη και τη ζωή. Ή για τη ζωή και την τέχνη. Δηλαδή για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Φιλικός, άμεσος, χειμαρρώδης, μιλάει γοργά, δυνατά, ως άλλος Στέντωρ, ήρωας της Ιλιάδας. Ο Μάνος Βακούσης είναι ένας δεινός συζητητής αλλά και αφηγητής που με μαεστρία οδηγεί τον συνομιλητή του σε μια γοητευτική περιπλάνηση του βίου του και στην αποκάλυψη πολλών μυστικών πτυχών του. Ανακαλύπτεις μαζί του ένα σύμπαν, που λίγοι γύρω μας γνωρίζουν, έναν μυστικό κήπο στον οποίο σου δίνει το δικαίωμα να εισέλθεις. ΄Ανθρωπος βαθυστόχαστος, από εκείνους που στέκονται ψηλά στην κλίμακα της τέχνης. Αντισυμβατικός Τειρεσίας, ψυχαναλυτικός Κρέων. Ηθοποιός πάμπλουτος από μνήμες, νιάτα, οράματα, αλήθειες. Αντικρίζει κατάματα το θαύμα της φύσης και της ύπαρξης. Επιλέγει να διδάσκεται από τη χαρά του, την απελπισία του, τον πόνο του, την αισιοδοξία του, τα όνειρά του, κυρίως όμως από την ήττα του. Αξία γι’ αυτόν έχουν η παρατήρηση, η «ιερή σιωπή», ο ερωτισμός για καθετί με το οποίο καταπιάνεται. Ξορκίζει την ασχήμια και τις ενοχές, σμιλεύει την ερμηνεία. Σαν παιδί που τρέχει να μαζέψει χρυσόμυγες. Από τους σπάνιους εκείνους καλλιτέχνες που σπουδάζουν αενάως και εξελίσσονται. Από τους σπάνιους εκείνους μύστες της υποκριτικής τέχνης. Μάνο, πρέπει να σε ξαναδώ. Αυτή τη φορά ως Ριχάρδο Γ΄ ή ως Έμπορο της Βενετίας. Μπορεί και ως Κουκ στο δικό σου, οικείο Όνειρο. Γιατί ξέρω, όπως ξέρεις κι εσύ, πως κάποια στιγμή θα συμβεί. Είναι νομοτελειακό.
Ακολουθεί ολόκληρη η συζήτησή μας. Διαβάστε τη.
*Tο cat is art ευχαριστεί τον Αντώνη Ψαρρά για τη φωτογράφιση.
Ατελεύτητες εικόνες από τη Σαντορίνη των παιδικών μου χρόνων
Αυτό που με επηρέασε πολύ είναι οι ατελεύτητες εικόνες της Σαντορίνης. Μ’ άρεσε να παίζω και να τρέχω. Το χειμώνα στη Σαντορίνη τα σύννεφα είναι κάτω από το βουνό. Δεν βλέπεις δηλαδή θάλασσα. Δεν βλέπεις καν το σπίτι σου τις περισσότερες φορές. Αυτό είναι ένα θαύμα σαν φυσικό φαινόμενο. H Σαντορίνη είναι άκρως μεταφυσικό νησί. Με την έννοια αυτού που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αλλά είναι φυσικό φαινόμενο, άρα μεταφυσικό. Καθετί μεταφυσικό έχει φυσική δύναμη. Δύναμη που βοηθάει τη φαντασία μας να πλάσουμε κι εμείς το μύθο μας – όχι το παραμύθι μας, το μύθο μας. Έτσι λοιπόν σ’ αυτή την ιστορία της παιδικής διαδρομής μου πάντα ονειρευόμουνα να συλλάβω τις εναλλαγές των τοπίων. Όταν δεν μπορούσα, άλλοτε έκλαιγα, άλλοτε γέλαγα, άλλοτε έπαιζα, άλλοτε μάζευα χρυσόμυγες.
Η ιστορία ενός παιδιού που του άρεσε να παίζει
Μιλάμε για το 1965. Τότε ήμουν περίπου επτά – οκτώ χρόνων. ΄Ηταν ένας ανεμοστρόβιλος τα παιδικά μου χρόνια στο νησί. Οι γονείς μου καλλιεργούσαν στην άνυδρη γη της Σαντορίνης τα υπέροχα προϊόντα της, ντοματάκια, φάβα, τις μικρές χαρακτηριστικές μελιτζάνες της κι άλλα είδη. Ο παππούς μου ήταν ημιονηγός, είχε μουλάρια που μετέφεραν τους επισκέπτες και τα εμπορεύματα. Η ιστορία μου είναι η ιστορία ενός παιδιού που του άρεσε να παίζει. Και νομίζω πως αυτή είναι και η έννοια του θεάτρου. Παι – ζω. Το παιδί ζει. Επιστρέφουμε βέβαια πάντα στην παιδική ηλικία ως άχρονα όντα. Αλλιώτικα έχουμε τελειώσει. Αυτό νομίζω πως λένε κι όλοι οι ποιητές οι μεγάλοι, από τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο, τον Ευριπίδη και τον Σαίξπηρ. Ναι μεν η λογική κυριαρχεί αλλά χωρίς το «παίζω» όλα χάνονται σε μια ψευτοδιανόηση η οποία είναι κατασκευή.
Χιούμορ βαθύ και σαρκαστικό
΄Εψαξα τις ρίζες μου και ανακάλυψα ότι οι προπαππούδες μου ήταν αρχικά πειρατές. Αργότερα εμπορεύονταν βαμβάκι, γι’ αυτό το οικογενειακό μου όνομα είναι Βαμβακούσης. Αγάπησαν τη Σαντορίνη. Δεν ήταν πλούσιοι, δεν ήταν φτωχοί. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα χάρισμα, δεν ήταν μίζεροι. Τους αυθεντικούς Σαντορινιούς μπορείς να τους πεις σχιζοειδείς κι όχι σχιζοφρενείς. ΄Εχουν ένα φοβερά βαθύ και σαρκαστικό χιούμορ. Αυτό το πήρα εγώ, το έκλεψα. Επειδή δεν μπορούσα να εξηγήσω τα φαινόμενα που έβλεπα από μικρό παιδί, ήθελα να τα παραστήσω. Αυτή ήταν και η ανάγκη που με οδήγησε να γίνω ηθοποιός. ΄Ετσι λοιπόν ως παιδί ανέβαινα στις ελιές, ήθελα να ΄χω επαφή με τη γη και με τη φύση. Δεν ήμουν πάντα καλός μαθητής. Επειδή μου είπαν ότι για να γίνω ηθοποιός έπρεπε να τελειώσω το σχολείο, άρχισα να διαβάζω.
Ξόρκι απέναντι στην ενοχή
To θέατρο, ο κινηματογράφος και γενικά η εκδήλωση του καλλιτέχνη ηθοποιού είναι ένα ξόρκι απέναντι στη μιζέρια και στην ενοχή. Ο ηθοποιός είναι ένας σχοινοβάτης που έχει βαθύ χιούμορ. Που κάνει τούμπα τα υπαρξιακά, τις ενοχές, τους φόβους που αυτά όλα προέρχονται από τα κοινωνικά συστήματα, τις θρησκείες, γενικώς τους -ισμούς. Όλα αυτά έρχεται ο ηθοποιός και λέει «όχι φίλε δεν είναι έτσι τα πράγματα, έλα να τα ξαναφτιάξουμε». Είναι δηλαδή δημιουργός. Ποιώ σημαίνει δημιουργώ αλλά το ήθος κατά τον Αριστοτέλη είναι εθίζομαι εις την ισορροπία και βρίσκω το κέντρο μου. ΄Ανω – θρώσκω. ΄Ανθρωπος. Αυτή η πλάνη λοιπόν του ηθοποιού είναι να ξαναπλάσει την ασκήμια που ο ίδιος ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει ενώ στη φύση δεν υπάρχει ασχήμια. Δηλαδή ο σεισμός δεν είναι άσχημο φαινόμενο για τον ηθοποιό, είναι ένα φαινόμενο φυσικό γιατί από τον σεισμό θα ξαναγεννηθεί κάτι ωραίο. Π.χ. Τα γεγονότα που συμβαίνουν εδώ και δύο τρεις αιώνες δεν είναι φυσικά φαινόμενα, η καταστροφή του περιβάλλοντος δηλαδή, η μόλυνση.
Πολιτικό ον
O ηθοποιός τους αγκαλιάζει όλους, γιατί θα τους υποδυθεί κάποια στιγμή. Είτε λέγεται Χίτλερ, είτε λέγεται Χριστός, είτε λέγεται Σωκράτης, είτε λέγεται Στάλιν. Δεν είναι δηλαδή ένα πολιτικό ον κριτικής ο ηθοποιός αλλά ένα πολιτικό ον που αγκαλιάζει τον πολίτη που λέγεται άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη. Μαύρος, κίτρινος, άσπρος. Όλα αυτά λοιπόν με οδήγησαν σε αυτήν την επιθυμία.
΄Ανθρωποι αρχετυπικοί
Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι αρχετυπικοί. Δεν ξέρανε από θέατρο. Ζούσαν το θέατρο. Δεν είχαν ανάγκη να κάνουν θέατρο. Γελούσαν, γλεντούσαν, έπιναν, έκαναν παιδιά και έτσι εμένα με άφησαν ελεύθερο να ακολουθήσω τις δικές μου επιλογές. Είχα την τύχη δηλαδή να μη μου πει ποτέ η μητέρα μου ή ο πατέρας μου όχι – αν και δεν ζήσαμε πολύ μαζί – στα δώδεκά μου χωρίσανε. Ο πατέρας μου ως αρχετυπικός βοσκός των βουνών της Σαντορίνης γρήγορα ερωτεύτηκε κάποια άλλη και όταν η μητέρα τον ρώτησε «πού πάς Γιώργη μου;». «Πάω μια βόλτα κι έρχομαι», είπε. Και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Είδες, εδώ μιλάμε για έναν Μπέκετ. Και καθόμαστε και κοιτάγαμε τον μπαμπά που έφευγε. Θέλω να πω: Πάμε για μια αληθινή θεατρική πράξη ζωής. Τόσο απλά και τόσο τραγικά. Ήταν μεθοδικός άνθρωπος. Ήταν εργολάβος οικοδομών όταν ήρθαμε εδώ στην Αθήνα και μας έπαιρνε όλους τα καλοκαίρια και κουβαλάγαμε ντενεκέδες με λάσπη για να εκπαιδευτούμε και να σκληραγωγηθούμε. Ο τρόπος της διδασκαλίας του ήταν μαγικός. Ή ξύλο, ή κρέμασμα, όλα τα ωραία μεσαιωνικά πράγματα. Πα, πα, πα! Απανθρωπία! Απανθρωπία!
Ο δαίμονας του καλλιτέχνη
Ακριβώς έτσι πιστεύανε τότε ότι έκαναν το σωστό! Και εδώ μπαίνει πάλι ο δαίμονας του καλλιτέχνη. Πως αυτόν τον άνθρωπο δεν θα τον κριτικάρω αλλά βεβαίως θα μυήσω τον εαυτό μου πρώτα από όλους. Και αυτόν που έρχεται να με δει με αφορμή κάποιο έργο να μιλήσουμε, ό, τι κι αν είναι αυτό, κάνουμε ξόρκισμα ασχήμιας. Ο ηθοποιός κάνει ξόρκισμα ασχήμιας. Δηλαδή σε αυτό που δεν έχει σχήμα. Ό, τι δεν έχει σχήμα δημιουργεί αρρώστια στο άτομο. Νομίζω ότι ο καρκίνος βοηθιέται – βέβαια υπάρχουν και οι καρκίνοι που γεννιούνται σε παιδάκια ημερών – θέλω να πω όμως ότι το άγχος, η ενοχή, το ψέμα και η πίστη σε κάτι που δεν ξέρουμε, δεν είναι η πίστη η δική μας για κάτι, γεννάει ενοχή, δεν γεννάει ατομική ελευθερία για να υπάρξει συλλογική σκέψη. Πώς θα μιλήσουμε για συλλογική σκέψη όταν δεν υπάρχει κατ’ εμέ ατομική σκέψη. Χωρίς εγώ – που δεν έχει καμία σχέση με τον εγωισμό – δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία. Γι’ αυτό καταρρίπτω τον κομμουνισμό, τον χριστιανισμό, όλους αυτούς τους -ισμούς που φιλοσοφικά έχουν πάρα πολύ ωραία πράγματα. Και ο κομμουνισμός μέσω του Μαρξ και του Ένγκελς και όλων των συνεργατών τους. Όμως από την άλλη θέλουμε άτομα με ατομική συνείδηση. Αυτό λοιπόν ο ηθοποιός το διδάσκει ψυχαγωγικά χωρίς να υψώνει το δάχτυλό του…
Μύηση στον κόσμο του θεάτρου
Είχα την τύχη να τελειώσω μια δραματική σχολή με φοβερούς δασκάλους, τον Πειραϊκό Σύνδεσμο, την εποχή που ήταν ο Γκίκας ο Μπινιάρης, η Πίτσα η Καπιτσινέα – αυτή η μεγάλη η δασκάλα. Ο Γιώργος ο Μετσόλης, ο Θεοδόσης ο Σαρρής, ο Νίκος ο Φιλιππόπουλος. Άνθρωποι με απίστευτη αγάπη για το θέατρο. Δεν θα ξεχάσω που η Καπιτσινέα, η δασκάλα μου, με σταμάτησε τότε που δούλευα στην οικοδομή, μου έδινε χρήματα μυστικά για να μην κουράζομαι τόσο και δεν μπορώ να αποδώσω στα κομμάτια. Έτσι κάποιους μήνες με βοηθούσε. Οι άνθρωποι λοιπόν αυτοί με μύησαν πιο πολύ στη βαθιά επιθυμία μου να αγαπήσω τον λόγο καταρχάς. Να μπω στις εικόνες του κειμένου, να κάνω ένα παιχνίδι και ένα ταξίδι στον συγγραφέα. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που με έβαλαν μέσα στον κόσμο του θεάτρου.
Βενετία Μοσχόβου
Από τη μία αυτοί και από την άλλη ο άνθρωπος που συνδέθηκα μαζί του, η Βενετία Mοσχόβου, αυτή η γυναίκα με την οποία ταξιδέψαμε στον κόσμο του θεάτρου. Ζήσαμε μαζί 14 χρόνια. Ηθοποιός κι εκείνη που τώρα διδάσκει, κάνει μαθήματα υποκριτικής. Μαζί της νομίζω ότι ανακάλυψα το θέατρο – γιατί αυτό δεν τελειώνει – γιατί το θέατρο και η αναζήτηση αυτού του θαύματος των εικόνων δεν τελειώνει. Κάθε φορά μπορείς να ανακαλύψεις καινούργια βότσαλα. Να χτίσεις ξανά καινούργια πράγματα. Δεν τελειώνει… Η Βενετία λοιπόν με βοήθησε και με βοηθάει ακόμη. Όλοι μου οι ρόλοι περνάνε από εκείνη. Κάνουμε κατά κάποιον τρόπο μια ανάγνωση στον κόσμο των εικόνων. Και αυτό βέβαια έχει πολύ ενδιαφέρον. Είναι σπουδαίος άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος που σπάνια συναντάς, παιδαγωγός. Στην ουσία δεν μου λέει πώς να παίξω το ρόλο αλλά πώς να είμαι παρών.
Βιάζομαι σημαίνει πνίγομαι
Έχω παίξει πάρα πολλούς ρόλους που δεν έχουν σχέση με μένα. Έχω παίξει εγκληματίες, δολοφόνους, διεστραμμένους. Πιστεύω πως ο άνθρωπος είναι πανσπερμικό ον. Το λένε οι ποιητές, έχουν γίνει μελέτες και έχει αποδειχτεί ότι ο άνθρωπος είναι ένα απόσπασμα του σύμπαντος. Έτσι λοιπόν τα έχουμε όλα μέσα μας. Έχουμε τον άνδρα, έχουμε τη γυναίκα. Ως αίσθηση ο άνδρας τη γυναίκα μέσα του. Ως αίσθηση η γυναίκα τον άνδρα μέσα της. Αν είσαι ταπεινός και σκύψεις προσεκτικά πάνω στο συγγραφέα, αναζητήσεις την ιστορία του, αναζητήσεις τη εποχή που έζησε, πότε γεννήθηκε και τι συνέβαινε τότε, θα σε οδηγήσει στην ερμηνεία. Λέμε, ας πούμε, για τον Τένεσι Ουίλιαμς, αν μελετήσουμε το θρησκευτικό και πολιτικό κλίμα της εποχής αμέσως θα φανταστούμε όλο το πλάνο της ανθρώπινης σύγχυσης και ομορφιάς. Χαλαρά αλλά όχι πλαδαρά, έχει σημασία αυτή η φράση. Αργά και όχι βιαστικά, διότι βιάζομαι σημαίνει πνίγομαι. Τότε θα φωτιστεί ο ρόλος, με αυτοσχεδιασμούς, με υλικό που υπάρχει άφθονο και ασύλληπτο σήμερα και ευτυχώς οι νέοι ηθοποιοί είναι τυχεροί.
Το θαύμα της μνήμης
Σε συνεργασία πάντα με το σκηνοθέτη σου πλάθεις το ρόλο. Διότι αυτός σε καλεί, αυτός έχει και το όραμα. Βρίσκεις έτσι τον εαυτό σου μέσα σε αυτό το όραμα. Αυτή είναι λοιπόν η προσέγγιση σε ένα ρόλο που δεν σου ταιριάζει. Και λίγο λίγο και με κέφι θα ‘λεγα, με διασκέδαση, μπορείς να ανακαλύψεις τη διαφορετικότητα του εαυτού σου σε σχέση με τον ρόλο. Γιατί υπάρχουν ρόλοι που είναι ωραιότεροι από σένα και ζηλεύεις και άρα σε ωθούν να γίνεις και συ ωραιότερος για ένα καλύτερο καλημέρα του εαυτού σου και αν είναι άσχημος, άσχημος μέσα σε εισαγωγικά – γιατί δεν υπάρχει άσχημος και όμορφος – απλά στις αισθήσεις διαφοροποιούνται τα πράγματα, αν λοιπόν κάποιος είναι κόντρα στον χαρακτήρα μου, αν είναι λόγου χάριν φονιάς μαθαίνεις πώς θα γεννήσεις και όχι πώς θα σκοτώσεις. Και πώς γεννάς και πώς δεν σκοτώνεις μέσω της φοβερής μνήμης. Η μνήμη είναι αυτό το θαύμα του ανθρώπου γι’ αυτό έχει γράψει το καταπληκτικό σονέτο ο Σαίξπηρ, που λέει: «Η σκέψη τότε της αστάθειας αυτής/ αντίκρυ μου σε στήνει πάμπλουτο από νιάτα, / ενώ η φθορά και ο σπάταλος καιρός πασχίζουν/ της νιότης σου τη μέρα να την κάμουν νύχτα/ Κ’ εγώ, σε πόλεμο με τον καιρό για σένα, /απ’ την αρχή σμιλεύω εκείνα που σου παίρνει». Είναι ένα σονέτο φοβερό του Σαίξπηρ. Μέσα σε ένα σονέτο λέει τα πάντα: Ότι δεν υπάρχει θάνατος, κι ο καλύτερός μας φίλος είναι ο θάνατος. Όχι ως φόβητρο αλλά ως μια μορφή εραστή που σου λέει: Αν δεν με θεωρήσεις αυτονόητο θα σε αφήσω να ζήσεις, διαφορετικά θα σε πάρω.
Μαγικό σύμβολο
Αυτό είναι και το παιχνίδι που εξελίσσουμε και με τη Βενετία (σ.σ. Βενετία Μοσχόβου) σαν σκέψη. Σαν σκέψη του ηθοποιού μας, γιατί ο ηθοποιός είναι ένα μαγικό σύμβολο. Δηλαδή εγώ είμαι ο Μάνος ο Βακούσης ή Βαμβακούσης που έχω να κάνω με τον ηθοποιό. Ο ηθοποιός για μένα έχει τη διάσταση, την υπόσταση όπως λέμε ο Διόνυσος, όπως λέμε ο Απόλλωνας. Είναι ένα πρόσωπο σύμβολο. Άρα πρέπει να πάμε με σεβασμό και χαλαρά να το προσεγγίσουμε. Δεν είμαι δηλαδή εγώ ο ηθοποιός. Εγώ εργάζομαι για να γίνω ηθοποιός μέχρι να κλείσω τα μάτια μου και να γίνω μνήμη. Εκεί γαβγίζουν οι μνήμες…
«Θυμήσου σώμα», λέει η Αγαύη
Αν αντλώ από την παρατήρηση; Συγκλονιστική ερώτηση. Το άπαν για να προσεγγίσεις τον ηθοποιό. Βάλαμε τον ηθοποιό ανάμεσα σε σένα και σε μένα και είμαστε και οι δύο ασκητευόμενοι ηθοποιοί. Άρα λοιπόν για να προσεγγίσουμε το άπαν του ηθοποιού πρέπει πάντα να παρατηρούμε. Να παρατηρούμε συναισθήματα. Να παρατηρούμε απελπισίες. Να παρατηρούμε τη χαρά. Να παρατηρούμε την αισιοδοξία για τη ζωή. Να παρατηρούμε τον θάνατο, τη γέννηση. Τον πόνο, την αρρώστια. Μόνο να παρατηρούμε και κάποια στιγμή να κάνουμε cut την «ιερή σιωπή», που λέει ο Ευριπίδης. Και ύστερα σιωπή… «Θυμήσου σώμα», λέει όταν φεύγει η Αγαύη. (Σ.σ. Από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη). Έχει ξεχάσει το σώμα της. Γι’ αυτό τιμωρείται αυτή. Λέει τιμή στο σώμα. Εις το σώμα είναι λοιπόν αυτό που πρέπει να προσεγγίσουμε στον ηθοποιό.
Ξανά έφηβος, άρα σοφός
Είναι καταπληκτικό αυτό που πιάσαμε. Είδες; Βάλαμε τον ηθοποιό ως ένα πλάσμα μέσα στο οποίο πρέπει να μπω, να ντυθώ, με τα ρούχα του. Άρα για να πάρω τα ρούχα του πρέπει να έχω όλα αυτά τα εργαλεία για να με αφήσει να κινηθώ. Άρα πολύ ωραία η ερώτησή σου, μεταφυσική… Για μένα ο ηθοποιός πρέπει μόνο να παρατηρεί, έτσι μπορεί να μείνει αιώνιο το δίδαγμα. Άρα σοφός, ξανά έφηβος, ξανά μνήμη και να δίνει τη σκυτάλη στον επόμενο άνθρωπο. Αυτό είναι ένα εγώ που γίνεται εμείς. Διαφορετικά γίνεται ένα εμείς με ανυπαρξία. Με φόβητρα και φόβους. Και ο ένας σκοτώνει τον άλλον. Το εμείς γεννάει τον φανατισμό για μένα. Το εμείς τι κρύβει; Δεν έχω προσωπική γνώμη για τίποτα. Άρα; Άρα ούτε πονάω για κάτι ούτε χαίρομαι για κάτι.
Η παρατήρηση της ύπαρξής μας
Άρα το παρατηρώ είναι το άπαν και για τον καλλιτέχνη και για τον άνθρωπο. Καταρχάς αν δεν παρατηρείς δεν μπορείς να ζήσεις. Περνάει η ζωή σου και, όπως λέει ο φίλος μας ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, «ζήσαμε τη ζωή κάποιου άλλου και ύστερα πεθάναμε». Άρα ζήσαμε τη ζωή της μαμάς μας και πεθάναμε εμείς. Το θέμα είναι να σεβόμαστε τους μπαμπάδες μας και τις μαμάδες μας και τις μνήμες μας αλλά πρέπει να φτιάξουμε ακριβώς την παρατήρηση της ύπαρξής μας. Πρέπει πράγματι να παρατηρούμε την ύπαρξή μας. Αλλά για να παρατηρήσουμε κάτι πρέπει να σωπαίνουμε. Οι άνθρωποι δεν σωπαίνουν. Είναι σε ένα μπλα μπλα ατελείωτο, καλή ώρα όπως εγώ τώρα. Αλλά είναι η στιγμή που χρησιμοποιώ μια εσωτερική σιωπή για να μιλήσω και να απαντήσω στην ερώτησή σου αν ο ηθοποιός πρέπει να παρατηρεί. Μα χωρίς αυτό δεν υπάρχει τίποτα…
Μπάιρον
Άλλοτε, όταν μετέφερα τον ρόλο μου στη ζωή μου, ήταν μεγάλη καταστροφή. Παίζοντας τον Μπάιρον για παράδειγμα – είχα την τύχη να υποδυθώ αυτό τον ρόλο σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου – έπειτα από ενάμιση χρόνο σπουδής και εκπαίδευσης που κάναμε μαζί με τον Νίκο σε όλη την Ευρώπη μπήκα τόσο πολύ μέσα στον ρόλο, ταυτίστηκα τόσο πολύ που όταν επέστρεψα έπειτα από το διάστημα που είχαμε μείνει στην Αγγλία και ήρθαμε στην Ελλάδα για να πάμε στη συνέχεια στη Ρωσία να κάνουμε την ταινία, όταν τέλειωσαν τα γυρίσματα και επέστρεψα στην Ελλάδα για κοντά ένα χρόνο είχα χάσει τελείως τον προσανατολισμό μου. Ένιωθα ότι με τίποτα δεν μπορώ να επικοινωνήσω. Ένιωθα μόνος μου γιατί είχε μπει το φάντασμα του Μπάιρον μέσα μου. Δεν είχα… ψωνιστεί. Κάτι χειρότερο. Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω. Νόμιζα ότι όλα είναι λίγα γύρω μου και πήγα και απομονώθηκα στην Κόρινθο. Έγινα ένα πλάσμα τραγικό. Αυτό είναι μεγάλη καταστροφή για τον άνθρωπο. (Σ.σ. Η ταινία «Μπάιρον: Μπαλάντα για ένα δαίμονα» σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου προβλήθηκε το 1992).
Τειρεσίας
Έχω αυτή την εμπειρία. Την εμπειρία να μπαίνω σε ένα μεγάλο ρόλο, όπως του Τειρεσία. Ήταν μια μαγική στιγμή της ζωής μου γιατί ο Τειρεσίας είναι το μοναδικό πρόσωπο στην ιστορία της τέχνης, των ηρώων σε έργο που είναι ολόκληρο χωρίς ενοχή. Έτσι δεν σου επιτρέπει βγάζοντας το ρούχο να τον φέρεις μαζί σου στη ζωή σου. Αλλά το αντίθετο. Να γίνεσαι μυητής. Άρα να σέβεσαι τον εαυτό σου και τον πλησίον σου. Είτε είναι ερωμένη σου, είτε εραστής σου, είτε οτιδήποτε… Αυτή είναι η βαθιά ατομική ελευθερία που γεννάει τη συνύπαρξη. Επιμένω σε αυτό με εμμονή. Γιατί χωρίς αυτό το στοιχείο το συνειδησιακό που έχει ο Τειρεσίας – που, όπως μου είπες, σου άρεσε – σημαίνει ότι το δούλεψα πολύ. Δούλεψα με τη Βενετία (σ.σ. Μοσχόβου). Με τον Μπάιρον δουλέψαμε επίσης… Μου έλεγε με αγγλική προφορά τα λόγια. Μου ψιθύριζε τη νύχτα τα λόγια. Υπέφερα κάθε μέρα. Όχι σαν ηθοποιός, σαν άνθρωπος. (Η παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου παίχτηκε στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 2010).
Εξυπνάδα και ψυχραιμία
Το αποτέλεσμα της προσέγγισης του ρόλου στον κινηματογράφο ή στο θέατρο έχει ένα κοινό. Ύστερα από ό, τι αποφασιστεί με τον σκηνοθέτη ζητείται η ίδια διαδικασία: αλήθεια, ψυχική αμεσότητα, η ίδια καταβύθιση. Τα ίδια πράγματα είναι απλά με διαφορετικό τρόπο προσέγγισης επειδή ο κινηματογράφος είναι πλάνα. Έχει σημασία και με ποιον δουλεύεις. Άλλος σκηνοθέτης παίρνει μια σκηνή που είναι τρία λεπτά και τη γυρίζει ολόκληρη. Οπότε εσύ πρέπει να έχεις μυηθεί σε όλο αυτό που έχουμε πάρει. Δεν διαφέρει λοιπόν σε τίποτα από το θέατρο. Η μόνη διαφορά τώρα του θεάτρου είναι ότι στο θέατρο συμβαίνουν όλα τώρα, ενώ στον κινηματογράφο συμβαίνουν όλα τώρα αλλά αν γίνει λάθος μπορείς να το ξαναγυρίσεις. Στο θέατρο δεν σου επιτρέπεται να κάνεις λάθος. Αλλά και λάθος να κάνεις στο θέατρο αν έχεις την εξυπνάδα και την ψυχραιμία το επιστρέφεις και το ξαναλές. Άρα είναι ίδιοι οι τρόποι. Αλλάζει η διαδικασία της τεχνικής. Στο σινεμά είπαμε είναι θέμα γεωμετρίας. Παίζει ρόλο η γωνία, ο φωτισμός του σκηνοθέτη, γίνεται μια ολόκληρη διαδικασία. Γνωρίζεις τοπία πολλά. Κάνεις μια περιπλάνηση. Ενώ στο θέατρο πρέπει να τα φαντασιωθείς τα τοπία.
Ο ηθοποιός δεν είναι φερέφωνο
Ναι, ο κινηματογράφος είναι του σκηνοθέτη. Γιατί αυτός αποφασίζει το τι θέλει να βγάλει από μια σκηνή. Εννοείται. Και στο θέατρο το ίδιο συμβαίνει. Του σκηνοθέτη είναι το όραμα. Δεν είναι του ηθοποιού. Ο ηθοποιός είναι εκείνος είπαμε ο σχοινοβάτης, που έξυπνος όντας κλέβει από το όραμα του σκηνοθέτη του και το κάνει δικό του για να υπάρχει και αυτός μέσα στο έργο του σκηνοθέτη. Να μην είναι φερέφωνο. Είτε έχουμε να κάνουμε με τον κινηματογράφο είτε έχουμε να κάνουμε με το θέατρο.
Πυροδότηση συναισθημάτων
Το κοινό έρχεται να πιει αίμα. Το κοινό είναι, αν πάρουμε ως παράδειγμα τις ταυρομαχίες, η αρένα που διψάει να δει κάτι ωραίο, κάτι ψυχαγωγικό, κάτι για να συγκινηθεί, οποιοδήποτε συναίσθημα και ο ηθοποιός καλείται να το οδηγήσει στην αρένα, ως ταύρος δηλαδή μεταμορφωμένος σε ηθοποιό και να παρουσιάσει ένα θέαμα που να συγκλονίσει τον θεατή, να τον προβληματίσει, να τον ψυχαγωγήσει καταρχάς, που είναι το σημαντικότερο για μένα, δηλαδή να του χαλαρώσει το νευρικό σύστημα και να βγούνε συναισθήματα συγκίνησης και όχι μόνο συναισθήματα φόβου. Γιατί αυτό είναι μια ολόκληρη συζήτηση. Υπάρχουν παραστάσεις που θέλουν να τρομάξουν τον θεατή και το καταφέρνουν και τρέχει ο κόσμος και βλέπει. Σ’ αυτό εγώ δεν είμαι σύμφωνος. Εγώ είμαι σύμφωνος στην αισθητική του αποτελέσματος, στο να δημιουργήσουν και μια προτροπή σε μια καινούργια αίσθηση του θεάματος και όχι μόνο των συναισθημάτων δηλαδή των ενστίκτων μας, όχι ένα μαχαίρι που σκοτώνει -χοντρά το λέω τώρα- αλλά ένα φιλί στο χέρι μιας κοπέλας ή ενός άντρα που να μπορεί να πυροδοτήσει συναισθήματα. Είναι δηλαδή του ηθοποιού ευθύνη και του σκηνοθέτη και της παράστασης να οδηγήσει την αρένα, γιατί κάτω μιλάμε για κόσμο, μιλάμε για ατομικότητες ξεχωριστές, που πρέπει ο ηθοποιός, η παράσταση, οι ηθοποιοί όλοι να οδηγήσουν το κοινό στη δική τους αισθητική. Αν λοιπόν δεν το οδηγήσουν θα έχουν χάσει εκείνη την ημέρα γιατί κάθε παράσταση είναι ζωντανή και θα έχουν χάσει το στοίχημα εκείνης της ημέρας.
Ρόλοι και συνεργασίες
Αυτή τη στιγμή συνεργάζομαι με την Έφη Θεοδώρου στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Το γλυκό πουλί της νιότης» και αμέσως παράλληλα ξεκινάω πρόβες με τον Γιώργο Λάνθιμο στο έργο του Τσέχοφ, “Πλατόνοφ”. Έχει ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση η συνεργασία. Υπάρχουν λοιπόν εποχές που με ενδιαφέρει η συνεργασία με ανθρώπους και υπάρχουν εποχές που γεννιέται μέσα μου η επιθυμία να παίξω ρόλους.
«Ριχάρδος ο Γ΄» και «Έμπορος της Βενετίας»
Όπως ας πούμε έπαιξα τον Λόρδο Μπάιρον. Ήταν μια εποχή μαγική και τύχη βέβαια. Να με επιλέξει ο Κούνδουρος. Από ‘κει και πέρα έχω παίξει ρόλους σπουδαίους στο θέατρο. Δεν έχω κάνει ξανά τέτοιο ρόλο στο σινεμά. Ασφαλώς και θέλω να παίξω ρόλους που νομίζω ότι κάτι φταίει σε μένα που δεν μου έχουν δοθεί ή εγώ δεν ξέρω να τους διεκδικήσω, όπως για παράδειγμα μπορώ να παίξω τον Ριχάρδο τον Γ’, όπως θα ήθελα να παίξω Έμπορο της Βενετίας. Κάτι φταίει και δεν έχω πείσει. Σαν ηθοποιός νομίζω ότι έχω τα εργαλεία να προσεγγίσω αυτούς τους ρόλους. Κάτι συμβαίνει και δεν το ‘χω ζητήσει. Πιστεύω ότι φταίω εγώ. Είναι η ατομικότητα που σου έλεγα νωρίτερα. Άρα εγώ λοιπόν φταίω που κάτι δεν κάνω ή κάτι δεν έχω κάνει ακόμα για να μου πει ο κύριος Χουβαρδάς: Μάνο, φέτος θα παίξεις τον Ριχάρδο με τη δική μου άποψη. Αυτό ακόμη δεν έχει συμβεί.
Οι δύο Οιδίποδες
Βέβαια μου δίνονται ρόλοι πολύ σπουδαίοι. Πέρυσι ήμουνα στον Θείο Βάνια. Έκανα τον πατέρα, ήταν συγκλονιστικός ρόλος. Παίζω λοιπόν σπουδαίους μεν ρόλους αλλά ξυπνάει μέσα μου η ματαιόδοξη – γιατί όχι – επιθυμία. Όπως με τους δύο Οιδίποδες της Ρούλας Πατεράκη. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία για μένα και οι δύο Οιδίποδες. Εκεί λοιπόν ήταν μια μοναδική εμπειρία όπου ερμήνευσα τον Κρέοντα. Άλλοτε λοιπόν συμβαίνει να παίζω ρόλους που επιθυμώ και άλλοτε με ενδιαφέρει η συνεργασία. Φυσικά υπάρχουν και φορές που το κάνω καθαρά για οικονομικούς λόγους. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση ξεπηδά πάλι ένα δώρο που είναι ο ρόλος. Γιατί δεν υπάρχει αυτό που λένε μερικοί πως αν πας να παίξεις εκεί θα χαλάσει η φάτσα σου, θα σε μάθει ο κόσμος έτσι. Αυτά είναι ψέματα. Ο ηθοποιός αν δεν είναι εύπλαστος, δεν είναι ηθοποιός. (Σ.σ. Η διπλή παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» και «Οιδίπους επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη παίχτηκε στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 2008).
Το Όνειρο
Όπως μου αρέσει πάρα πολύ να σκηνοθετήσω. Έχω κάνει δύο σκηνοθεσίες, σπουδή σκηνοθεσίας. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η σκηνοθεσία τι είναι; Τι θέλεις να πεις με το έργο; Ποιο είναι το δικό σου ζητούμενο; Βρίσκεις λοιπόν τους κατάλληλους συνεργάτες και συνοδοιπόρους για να το χτίσεις. Θα μου άρεσε πολύ να κάνω το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας. Θέλω να το σκηνοθετήσω ή και να παίξω ένα ρόλο, τον Κουκ ας πούμε, δεν με νοιάζει κάτι άλλο. Πολλές φορές έχει σημασία ποιος σκηνοθετεί, ποιο είναι το έργο. Άρα αυτό το έργο είναι σταθμός της παγκόσμιας ψυχαγωγίας και της φαντασίας. Αυτό το μεγάλο έργο του Σαίξπηρ, το Όνειρο. Αυτό το έργο είναι που εκπροσωπεί βαθιά την ψυχή και το σώμα μου. Το Όνειρο που σημαίνει το ον που βλέπει στο ξύπνιο του. Είσαι ξύπνιος; Παρατηρείς, βλέπεις, συνθέτεις και ζεις. Επιλέγεις την ήττα σου, τη χαρά σου, την απελπισία σου, την προσδοκία σου, τα όνειρά σου. Το ον που βλέπει. Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας ή Νυκτός. Δηλαδή ένα Όνειρο που το μεταμορφώνει ο ποιητής και μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε πολλά πρόσωπα.
Το ωραιότερο παιχνίδι της ζωής μας
Στη Σαντορίνη δεν υπήρχε ούτε κινηματογράφος, ούτε τίποτα. Κινηματογράφος ήταν τα φυσικά φαινόμενα. Η θάλασσα, οι σεισμοί, οι καταποντισμοί. Με απασχόλησαν αυτά. Και θεωρώ ότι είναι πολύ πιο σημαντικά αυτά. Να τα έχεις μέσα σου. Γιατί είμαστε απόσπασμα αυτών. Γιατί αυτοί είναι οι θεοί μας. Τα φυσικά φαινόμενα. Γι ‘ αυτό και παντού ακούς: Σώστε τα φαινόμενα. Σώστε τον άνεμο. Το οξυγόνο μας που το έχουμε μολύνει. Σημαντικό είναι αυτό. Το άπαν είναι το οξυγόνο. Αυτό δεν είναι ο θεός μας; Ποιος είναι ο θεός μας; Ένα φόβητρο; Είναι κάπου που δεν τον βλέπουμε; Κάπου που βλέπουμε; Δεν είναι δηλαδή μια ενέργεια; Τώρα που μιλάμε δεν είναι μια ενέργεια; Τα μάτια, η θάλασσα των ματιών, των μαλλιών, του προσώπου. Άρα δεν είναι το ζητούμενο να ανακαλύψουμε την άλλη υπαρκτή ύλη μας. Το άυλο να το κάνουμε υπαρκτό. Αφού είμαστε υπαρκτοί. Να το κάνουμε παιχνίδι. Το ωραιότερο παιχνίδι της ζωής μας. Διαφορετικά θα αρρωστήσουμε. Άμα μπει στο μυαλό μας θα πεθάνουμε. Άντε να βγάλουμε λεφτά. Αχ εκείνο. Όλες αυτές τις γελοιότητες που έχει κατασκευάσει η τράπεζα. Αυτή η τεράστια παγίδα που από την άλλη βεβαίως είναι χρήσιμη αλλά αν δεν έχει μέτρο αυτό, χαθήκαμε.
Καλλιτέχνες… του χρήματος
Mπαίνεις σε μια τράπεζα. Δεν υπάρχει χρήμα. Ψέμα. Βγάζουν εκείνη τη στιγμή και σου δίνουν, μετά στα παίρνουν και κάνουν ό, τι θέλουν οι άνθρωποι. Καλλιτέχνες είναι οι άνθρωποι. Καλλιτέχνες με την έννοια της αποθήκευσης. Παίρνεις ένα δάνειο, σε τοκίζουνε. Δεν έχεις λεφτά, σε δανείζουνε. Καλλιτέχνες, το λέω ειρωνικά βέβαια… Η τέχνη του χρήματος…
Θυσία, συναίσθημα ενοχικό
Νομίζω ότι η θυσία είναι ένα συναίσθημα ενοχικό. Νομίζω ότι έκανα κάτι άλλο για το θέατρο που μπορεί να έχει ενδιαφέρον. Αγάπησα αυτό που έκανα. Ό, τι έχω κάνει και ό, τι κάνω το αγαπάω γιατί αν πάψω να το αγαπάω ή θα πεθάνω ή θα αποσυρθώ ή θα κάνω κάτι άλλο. Νομίζω ότι μόνο αν νιώθεις ερωτική έλξη γι’ αυτό που κάνεις τότε προσφέρεις.
Το δώρο που προσφέρω
Αυτό που μου είπες, δηλαδή ότι σου άρεσα στον Τειρεσία, για μένα αυτό είναι το δώρο. Εγώ εργάστηκα έξι μήνες για τον Τειρεσία με τη Βενετία (σ.σ. Μοσχόβου) ερήμην του σκηνοθέτη Σπύρου Ευαγγελάτου, πήγαινα το υλικό και με επαινούσε. Ήρθατε και είδατε το έργο μας. Μέσα λοιπόν από αυτό το τεράστιο έργο, τον Οιδίποδα, είδαν και κάποιον ηθοποιό Μάνο Βακούση ή Βαμβακούση και είπαν κάποια ενέργεια μάς χάρισε αυτός ο άνθρωπος. Αυτή η ενέργεια είναι το δώρο που δίνω εγώ.
Μη φοβάσαι να φοβηθείς
Ποια πράγματα έχουν αξία στη ζωή για μένα; Η παρατήρηση. Η σιωπή. Να παρατηρήσεις, να σωπάσεις, να σωπάσει το σύμπαν σου και το… ήπαρ σου, το συκώτι σου, γιατί μόνον έτσι «τρώγεται» το άγχος. Για μένα αξία έχει η παρατήρηση, η σιωπή, ο ερωτισμός για καθετί. Να μη φοβάται κανείς να φοβηθεί. Να μη φοβάται να τρομάξει. Να μη φοβάται να κάνει λάθος. Να μη φοβάται να εκτεθεί. Να μη φοβάται γενικά να αφήσει τον εαυτό του να υπάρξει μέσα στον εαυτό του. Έτσι θα γεννοβοληθούν οι αισθήσεις, τα πράγματα… Αυτές είναι, πιστεύω, οι αξίες για μένα. Να μπορεί να ονειρεύεται, να ταξιδεύει. Να ταξιδεύει και μέσα του, να ταξιδεύει και έξω… Να κάνει ταξίδια. Να γνωρίζει ανθρώπους και πολιτισμούς. Όλος ο κόσμος έχει ενδιαφέρον για τον άνθρωπο μέσα μου. Και κάθε άνθρωπος έχει τη δική του αξία. Έχει ένα δικό του σύμπαν. Είναι ένα σύμπαν. Είναι τόσα όμορφα πράγματα. Ύστερα έχουμε τον άλλο κόσμο που υπάρχει γύρω μας. Υπάρχουνε τα πράγματα που ζουν ως δέντρα, ως ζώα, δηλαδή υπάρχει ένα θαύμα γύρω μας που πρέπει να το δούμε. Όλα αυτά έχουν για μένα αξία. Και άλλα τόσα που δεν μπορώ να τα εκφράσω. Ότι ζούμε και το τώρα μας και το τώρα που κανείς δεν υπογράφει ότι θα υπάρξει κι άλλο δευτερόλεπτο από το δευτερόλεπτο που πέρασε. Αυτές λοιπόν είναι οι αξίες που κανείς πρέπει να τις κοιτάξει με τρυφερότητα και σιωπή.
Παλεύω να ξεγελάω τον Εφιάλτη μου
Τι εφιάλτες έχει… ο ηθοποιός Μάνος Βακούσης; Η ερώτησή σου με πήγε αμέσως στην ιστορία του Εφιάλτη. Εκείνου που πρόδωσε τους τριακόσιους φίλους του μαζί και με τον Λεωνίδα. Αυτοί οι τριακόσιοι πολεμιστές αντηχούν μέσα μας. Ο Εφιάλτης λοιπόν υπάρχει και ζει μέσα μου. Ο Εφιάλτης, ναι, είναι ένας αγώνας καθημερινός, να παλεύω να μη με φάει. Όλα αυτά που σου είπα είναι σε μορφή σπουδής και εξέλιξης. Δεν έχω καταφέρει πολλά πράγματα παρά μόνο να παίζω. Στη ζωή πολλές φορές έχω τρομάξει. Έχω τρομάξει και τους άλλους. Φοβάμαι πράγματα αλλά παλεύω με αυτόν τον Εφιάλτη, κάθε φορά να τον μετατρέπω, να τον ξεγελάω, να τον γνωρίζω και να του λέω: Δεν θα μου τη σκάσεις… Αυτή τη φορά θα κάνεις τη δουλειά σου χωρίς εμένα. Άντε πήγαινε στο καλό… Και όταν ξανάρθει πάλι θα του μιλήσω ωραία γιατί είναι κομμάτι αναπόσπαστο της ύπαρξής μου η προδοσία. Η προδοσία λοιπόν απέναντι στον εαυτό μου, ναι, υπάρχει. Παλεύω όμως, την ξορκίζω. Τον χαϊδεύω, αγκαλιάζω τον Εφιάλτη μου, μιλάω μαζί του, του κάνω δώρα, τον ξεγελάω πολλές φορές και πολλές φορές με νικάει.
Ελένη Παπαδάκη
Σε αυτό τον μαγικό χώρο που είμαστε τώρα, σε αυτό το θείο θέατρο (σ.σ. Εθνικό Θέατρο) έχουν παίξει από τον Αιμίλιο Βεάκη μέχρι την Ελένη Παπαδάκη – που δυστυχώς όλοι θέλουν να την ξεχνάνε, επειδή ήταν αριστοκράτισσα την εποχή εκείνη και επειδή δυστυχώς ενοχλεί η ατομικότητα, την είπαν φασίστρια, την κατηγόρησαν κ.λπ. Την αναφέρω με συγκίνηση γιατί εδώ που μιλάμε καθόταν κι αυτή. Την αναφέρω γιατί, ενώ δεν την έχω δει, έχω μια ενέργεια ότι ήταν μάγισσα – ηθοποιός, αλλά και σαν άνθρωπος πρέπει να ήταν και ατελής. Γιατί όπως εγώ σου μίλησα για τον Εφιάλτη έτσι κι εκείνη νομίζω ότι δεν κατανόησε τα πολιτικά φαινόμενα της εποχής. Και μάλιστα βεβαίως όσα λέγονται είναι αμφιλεγόμενα, αφού άλλοι λένε ότι βοηθούσε τους Έλληνες καλλιτέχνες και άλλοι ότι πήγαινε με τους Γερμανούς. Μα είχε αυτή ανάγκη τους Γερμανούς; Παρ’ όλα αυτά η ζήλια και ο φθόνος είναι ένα ψυχικό φαινόμενο ασύλληπτο του ανθρώπου. Τη ζήλεψαν λοιπόν τόσο πολύ κάποιοι συνάδελφοι εκείνης της εποχής που την κατέδωσαν.
Η εστία που λέγεται πολιτεία
Για την καθημερινότητά μας, λοιπόν. Εδώ, στο Εθνικό Θέατρο, έχουμε μια καλή συγκυρία τύχης, ενώ απ’ έξω υπάρχει μια κακή συγκυρία ζωής με τους πρόσφυγες, με τους αλλοδαπούς – που υπήρξαμε και εμείς κάποτε – εδώ λοιπόν μπαίνουμε σε ένα μεγάλο θέμα. Στη μάχη του ανθρώπου για το τι θα επιλέξει. Πολλές φορές τα κοινωνικά και πολιτικά συστήματα, χωρίς να κατηγορώ κανέναν, γιατί είπαμε ως ηθοποιός εγώ, ως ασκητευόμενος πάντα στο ρούχο του ηθοποιού μπαίνοντας, έχω την τύχη να προστατεύομαι γι’ αυτό και δεν ανήκω σε κάποιο πολιτικό κόμμα. Δεν το κάνω από φόβο. Βεβαίως ανήκω σε κάποιο πολιτικό χώρο, αλλά δεν ανήκω στενά. Έχω μια τρυφερότητα για τους ανθρώπους. Πρέπει ο πολίτης για μένα να υποστηρίζει την πολιτική της κυβέρνησής του. Ακόμη κι αν δεν συμφωνεί πρέπει να δίνει τα πάντα, να βοηθάει στο καλύτερο της εστίας που λέγεται κράτος, που λέγεται πολιτεία.
Η πραγματικότητα χρειάζεται ποίηση
O κοινωνικός περίγυρος κατατρώγεται μεταξύ του και κάποιοι ανοργασμικοί γελάνε επειδή οι ίδιοι δεν μπορούν να απολαύσουν τη ζωή τους. Έτσι λοιπόν άνθρωποι χωρίς ατομικότητα γίνονται έρμαια πολιτικών συστημάτων και θρησκευτικών. Αν κοιτάξουμε με σεβασμό τον μουσουλμανισμό θα τρομάξουμε. Αν κοιτάξουμε τον χριστιανισμό – για μένα – θα τρομάξουμε. Με ποια έννοια, όχι ότι φταίει η φιλοσοφία του μουσουλμανισμού ή του χριστιανισμού, όμως τα άτομα βρίσκονται σε εξευτελισμό, σε μια άγνοια. Όπως και ο φασισμός. Δηλαδή τα ακραία συστήματα δεν δημιουργούν θαλπωρή. Όμως η καθημερινότητα είναι σε μια απίστευτη σύγχυση έξω από το θέατρο αυτό. ΄Eχουμε να κάνουμε με μιαν απίστευτη κοινωνική επιθετικότητα. Ο κόσμος, αυτή τη στιγμή, ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου, είναι χωρίς δουλειά. Το γεγονός ότι εγώ δεν είμαι ένας από αυτούς δεν σημαίνει ότι δεν με απασχολεί. Και δεν είμαστε όλοι καλά όσο και αν δεν έχουμε το ίδιο πρόβλημα. Γιατί αν δεν θέλουμε να έχουμε ψευδαισθήσεις η πραγματικότητα χρειάζεται ποίηση. Τώρα πώς θα δημιουργηθεί αυτή η ποίηση. Πρέπει πραγματικά να στραφεί ο πολιτικός, ο καλλιτέχνης να μιλήσουν…
Σύγχυση κι απελπισία
Θυμήθηκαν τώρα το πρόβλημα; Γιατί, φίλοι μου, το θυμηθήκατε τώρα; Γιατί δεν μιλάγατε τόσα χρόνια; Τώρα μας το φοράτε και έρχεστε και κόβετε τις συντάξεις; Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια σύγχυση. Προ ημερών χτύπησαν τον Νίκο τον Κούνδουρο, τον σάπισαν στο ξύλο. Έναν άλλο φίλο μου γέροντα τον έκλεψαν. Οι απελπισμένοι άνθρωποι οδηγούνται να λεηλατήσουν αυτόν που νομίζουν ότι έχει. Είτε ένα ευρώ πάρουν, είτε 1.000, είτε 5.000 χιλιάδες…
Ο παραλογισμός της άρχουσας τάξης
Και τώρα ερχόμαστε στο έργο που παίζουμε, “Το γλυκό πουλί της νιότης”. Ο Τένεσι Ουίλιαμς γι’ αυτό μιλάει. Για μια απίστευτη παρακμή με τον πόλεμο των Βορείων και των Νοτίων. Άρα θίγει το κοινωνικό θέμα, τον ρατσισμό. Μιλάει για την απελπισία του ανθρώπου που δεν έχει όνειρα. Χτυπάει και το Χόλιγουντ, από μια μεριά και τις τράπεζες, χτυπάει και τους Νότιους που εκμεταλλεύονται και βασανίζουν τους μαύρους – εγώ έναν τέτοιο ρόλο κάνω, κάποιου που πιστεύει ότι κάνει ένα έργο σπουδαίο (σ.σ. Μπος Φίνλεϊ). Μιλάμε λοιπόν για τον παραλογισμό της άρχουσας τάξης. Όταν μιλάμε για καθημερινότητα με αναγκάζεις να μιλήσω τη γλώσσα της αλήθειας που μιλά για μια φρικτή πραγματικότητα που δεν έχει όνειρα για όλους. Σε αυτό βέβαια ο κάθε άνθρωπος που θα θελήσει να συναντήσει πάλι το όνειρό του θα πρέπει να αφήσει την παρέα των ναρκωτικών και να μπει με τρόπο μέσα σε αυτή την εστία. Εκεί λοιπόν μπορεί να βοηθήσει η πολιτεία, πρέπει να βοηθήσει η θρησκεία.
Δεν υπάρχει ζώο που να μην το έχω παρατηρήσει
Τα ζώα τα λατρεύω. Ο άνθρωπος, που είναι ένα υπέροχο ζώο, είναι άδικο και έχει διάθεση για αφαίμαξη χωρίς λόγο. Είναι το μόνο ζώο στον πλανήτη που τρώει χωρίς να πεινάει. Το μόνο ζώο που σκοτώνει χωρίς να πεινάει. Ενώ το ζώο σκοτώνει γιατί πεινάει, γι’ αυτό και ο Μποντλέρ λέει: Θα σε χτυπήσω σαν τον χασάπη. Είναι το σοφότερο ζώο της φύσης. Φαίνεται όμως ότι το πολύ μυαλό κάνει κακό. Τα ζώα είναι ένα θαύμα. Τα ζώα μπορούν να μας μάθουν και πώς να ζούμε και πώς να χαιρόμαστε. Νιώθω μεγάλη αγάπη για τα ζώα. Δεν υπάρχει ζώο που να μην το αγαπάω. Δεν υπάρχει ζώο που να μην το έχω παρατηρήσει. Από τον πίθηκο μέχρι όποιο φαντάζεσαι.
* Τη φωτογράφιση πραγματοποίησε ο Αντώνης Ψαρράς.




