25.4 C
Athens
Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022
 

Τσιμάρας Τζανάτος: Μέσω της Τέχνης και του Έρωτα ο άνθρωπος γίνεται ορατός στον Κόσμο

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ο άνθρωπος που έχει την αίσθηση ότι δεν υπήρξε ποτέ παιδί, όντας παιδί, σαν να μην είχε ποτέ παιδική ηλικία, είναι παιδί. Ένα ψηλόλιγνο, ευκίνητο, μεγάλο, τολμηρό και νέο παιδί. Ένα παιδί με κίνηση αιλουροειδούς, οικειότητα στη συμπεριφορά και οικουμενικό μυαλό. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τίτλο «Δεσποινίς Δυστυχία».

Από την παράσταση “Άγριες Νότες” της Νίνας Ράπη σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη. Photo Zoe Manda

Ωστόσο ο ίδιος είναι ένας άνθρωπος που φεγγοβολά ευτυχία και μοσχοβολά αισιοδοξία. Θα τον συναντήσετε κάπου στα θέατρα ως θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό, ή στα βιβλία του. Ακόμα και κάπου στις φυλακές όπου παρέχει τέχνη, στήριξη και δροσιά. Ένας τζέντλεμαν. Ένας άνδρας από εκείνους που σέβονται το λόγο τους. Από εκείνους που έχουν κώδικα τιμής. Ορατός και πλήρης, ευχάριστος και γλυκομίλητος, με συναίσθημα και ευαισθησία. Διαχειρίζεται με εμβρίθεια και διακριτικότητα τις πληροφορίες του κόσμου μας.

Ως ενδιάμεσος. Τις καταγράφει και τις αποκαλύπτει. Ζωές, μνήμες, καταστροφές, γεγονότα, μικρόκοσμοι. Ο Τσιμάρας Τζανάτος εμφανίστηκε στα γράμματά μας το 2004 με τον θεατρικό μονόλογο «Έξοδος», δείχνοντας με μια διεισδυτική και αναλυτική ματιά την απόγνωση της μοναξιάς μας, το έλλειμμα επικοινωνίας μας, την απομόνωσή μας. Αυτή τη στιγμή κρατώ στα χέρια μου τη «Δεσποινίδα Δυστυχία»,  το μεθοδικό απόσπασμα της ιστορίας ενός κατακλυσμού. Με τις δίνες του, τις αρχιτεκτονικές του και τις προφητείες του.

Με τον τρόμο των μυθολογιών και τον ψίθυρο των μυστικών του. Με τις φήμες των γλωσσών του. Με ωκεανούς ερώτων. Με τη Δυστυχία παρούσα. Το πρόσωπό της ένα σκοτεινό κύμα. Ολόγυμνη και κατάμονη. Καταμεσής ενός άδειου δωματίου. Με διεσταλμένα γατίσια μάτια γύρω της. Τα βιβλία του Τσιμάρα Τζανάτου θαρρείς πως αποτελούν έργο μιας μυστικής εταιρείας φιλοσόφων, βιολόγων, μηχανικών, μεταφυσικών, ποιητών, ζωγράφων, ηθοποιών και γεωμετρών. Υποτάσσει τις επινοήσεις του σε ένα αυστηρό, συστηματικό, λιτό και αποστασιοποιημένο σχέδιο. Αρχισυντάκτες, δημοσιογράφοι, πελάγη ειδησεογραφίας, μέταλλα, στοιχεία, εμπειρίες, έντομα, πουλιά, ψάρια, ζώα των δασών και της αστικής πανίδας παρελαύνουν από τις αλληγορικές και λογοτεχνικές διαμάχες του. «-Κ-» (2013), «Πόσα ζώα χωράει ένας άνθρωπος;!» (2012), «Δεσποινίς Δυστυχία-Το αφήγημα» (2011), «Εκκρεμότητα» (2010), «Μαζί Ποτέ» (2009), «Έξοδος/Ονείρου Οδύσσεια» (2004).

Μια ικανότατη παραγωγή μέσα σε δέκα χρόνια. Κι όλα αυτά καταστρωμένα με ειρμό, δίχως καμία προφανή διάθεση διδακτισμού ή παρωδίας. Η διαδικασία τους, και με τη χρήση συντμήσεων, είναι κυριολεκτικά άπειρη. Ποιητικά αντικείμενα, αποφθέγματα, παράδοξα γλωσσικά παράγωγα. Μπορούμε να μιλήσουμε με ενθουσιασμό για την κλασική παιδεία του συγγραφέα και τις ψυχολογικές διεργασίες στη γραφή του. Για τη συνάφεια των ιδεών και τους αναρίθμητους συλλογισμούς. Για τις ανατροπές της πλοκής των έργων του, τους στροβιλισμούς και τα δαιδαλώδη περάσματα. Για την αντίληψη ενός σύννεφου στον ορίζοντα, μιας αχνής ρόδινης ανταύγειας που βλέπουμε όταν έχουμε τα μάτια κλειστά, της αίσθησης που μας κατακλύζει όταν αφηνόμαστε να μας παρασύρει το υδάτινο ρεύμα αλλά και το όνειρο.

Γνώρισα τον Τσιμάρα από κοντά πριν από κάμποσο καιρό σε ένα από τα αγαπημένα θεατρικά μας στέκια, το «Αγγέλων Βήμα». Είναι ένας καλλιτέχνης που σε κατακτά αμέσως, με το χαμόγελό του, τη φιλικότητα που τον διακρίνει, την αβρότητα, την αμεσότητα, τη θερμότητα της προσωπικότητάς του. Έκτοτε συναντώ συχνά αυτό τον ευφυέστατο, αυθόρμητο και καλλιεργημένο άνθρωπο με τους κοφτερούς ορίζοντες και την παλλόμενη καρδιά. Πάντα με ολοκάθαρη χαρά και τη βεβαιότητα του ευγενούς εκατέρωθεν ενδιαφέροντος.

Στις 12 Ιουνίου, θα παρουσιαστεί το “-Κ-” σε μια διημερίδα με θέμα «Θέατρο στη Φυλακή και Επανένταξη» που διοργανώνει η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και συμμετέχει και η ΜΚΟ Τεχνοδρομώ, από τη συνεργασία με την οποία προέκυψε το έργο,  το οποίο παίχτηκε στις φυλακές Κορυδαλλού από τους ίδιους τους κρατουμένους πέρυσι. Προηγείται στις 28 Μαΐου η παρουσίαση του αφηγήματος «Δεσποινίς Δυστυχία». Το αφήγημα ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σοκόλη».

Ετοιμάζεται δε και η μετάφρασή του στα αγγλικά από την Αναστασία Ρεβή με τον τίτλο «Miss Misery». Το φθινόπωρο και το χειμώνα ακολουθούν νέα δημιουργικά σχέδια, όπως εκμυστηρεύεται και στη συνέντευξη που με γενναιοδωρία μου παραχώρησε. Τσιμάρα, σ’ ευχαριστώ πολύ για την ειλικρίνειά σου, τα λόγια σου που με τιμούν και τις ακριβές σου εξομολογήσεις.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

* Έχω την αίσθηση ότι δεν υπήρξα ποτέ παιδί, όντας παιδί. Σαν να μην είχα παιδική ηλικία. Παιδική ηλικία απέκτησα μεγάλος πια. Κυριολεκτώ. Ό, τι θυμάμαι είναι εγώ να είμαι παιδί μεν, αλλά με αισθήματα ενήλικα. Εν ολίγοις μάλλον μεγάλωσα ανάποδα από ότι οι άλλοι.

Έντονες «παιδικές» αναμνήσεις: Θυμάμαι έντονα κάτι καβγάδες των γονιών μου, κι εγώ να πετάγομαι «παιδάκι» να σώσω κάποιον. Ότι κάποιος κινδύνευε… Μη φανταστείτε κάτι τρομερό στην ουσία. Μια χαρά άνθρωποι οι γονείς μου. Απλώς δεν ήξεραν να αγαπηθούν. Και αυτή η άγνοια αγάπης, τους έσπρωχνε να δαγκώνουν ό ένας τον άλλον για να φανερώσουν τα αισθήματά τους. Είναι η «αγάπη του καρχαρία» όπως τη λέω πια: οι καρχαρίες έχουν τους αισθητήρες και την «αφή» τους στα δόντια. Δαγκώνουν για να αισθανθούν το αντικείμενο που βρίσκεται μπροστά τους, και όχι για να το κομματιάσουν. Αγνοούν πως αυτός ο «έρωτας δια των οδόντων», είναι θανατηφόρος για τον άλλον. Συμβαίνει και στο ανθρώπινο είδος, ενίοτε.

Χτίστηκαν πολιτισμοί έτσι. Υπήρξα αυτόπτης μάρτυς πολλάκις στη ζωή μου σαρκοφαγικής αγάπης. Και έτσι αντιλήφθηκα πώς υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγαπήσει κάποιος. Και όλοι μας κάποτε, καλούμαστε να επιλέξουμε ποιαν αγάπη αντέχουμε, ποια θέλουμε και ποιαν όχι.
Παρόλα αυτά οι γονείς μου μεγάλωσαν εμένα και τις δύο μεγαλύτερές μου αδελφές με ιδιαίτερη προστασία από τον έξω κόσμο, αν και μας άφησαν απροστάτευτους από τον μέσα κόσμο. Ευτυχώς από μια άποψη, γιατί έδωσαν την ευκαιρία σε εμένα και τις αδελφές μου να αγαπηθούμε πολύ μεταξύ μας. Με τρυφερή αγάπη που διαρκεί. Με παρασύρατε με την ερώτηση ομολογώ. Αλλά επιβάλλεται όταν μιλάει κανείς δημόσια, να είναι πιο ειλικρινής από ότι εάν μιλούσε ιδιωτικά.

Ποια ήταν τα αναγνώσματα των πρώτων σας χρόνων;

* Στην οικογένειά μου το βιβλίο και το διάβασμα ήταν απόντα σχεδόν. Είχαμε βιβλία και βιβλιοθήκη στο σπίτι, αλλά εγκυκλοπαίδειες μόνο. Τέλη δεκαετίας του ’60 και αρχές του ’70 οι εγκυκλοπαίδειες έπαιζαν τον ρόλο μιας νεοαφιχθείσας μικροαστικής διακόσμησης του σπιτιού, όπως τα σκρίνια και οι σαλοτραπεζαρίες. Υπήρχαν ως δερματόδετες κατασκευές σελίδων χαρτιού που προσέδιδαν στους κατόχους τους μιαν επίφαση πνευματικότητας αλλά και ευμάρειας. Αλλά μόνο η ανάγνωση μετατρέπει ένα «βιβλίο» -που δεν είναι παρά σελίδες που έχουν συρραφτεί μεταξύ τους- σε βιβλίο κανονικό. Από αυτή την άποψη ανοίγοντάς τα για να διαβάσω, μάλλον πρώτος εγώ στην οικογένεια, μετέτρεψα αυτά τα τούβλα χαρτιού, σε ζώντες οργανισμούς. Υπήρχαν και τα βιβλία του σχολείου βεβαίως, αλλά εκπροσωπούσαν τον εξαναγκασμό μιας άχρηστης μάθησης που σε συρρίκνωνε σαν άτομο για να σε «κοινωνικοποιήσει» στρεβλά, και όχι για να σε εκτινάξει στον κόσμο απελευθερωτικά.

Συναντήθηκα μόνος μου με την ανάγνωση διαβάζοντας για συγγραφείς και αναζητώντας τα έργα τους: Καζαντζάκη, Καβάφη, Ντοστογιέφσκι, τη «Μαντάμ Μποβαρύ» και τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ» αρχικά αλλά και τη «Δίκη» του Κάφκα. Σε αυτά αισθάνθηκα πώς υπήρχε ένας δρόμος που οδηγούσε στον κόσμο που μου κρύβανε και προς έναν εαυτό που αγνοούσα. Αφού «εαυτός» είναι εν τέλει το «εν δυνάμει» μας ως προσωπικότητες και όχι μια ακίνητη ψευδής σταθερότητα, όπως κατάλαβα αργότερα. Καθοριστική συνάντηση στην όψιμη εφηβεία ήταν ο Σεφέρης και μετά η επαφή μου με τον Γιώργο Χειμωνά που ο λόγος του λειτούργησε σαν πνευματικός μου γεννήτορας. Κοιμόμουν με τα βιβλία του. Τον φέρω στο ασυνείδητό μου πια. Εκλογικεύοντας το τώρα, το συνειδητοποιώ.

Πότε αντιληφθήκατε την κλίση σας στο γράψιμο;

* Στην ηλικία των 15 – 16 χρονών περίπου συνέβη το εξής: Αντί μιας έκθεσης που μας είχε ζητηθεί στο τυπικό πλαίσιο του Γυμνασίου/Λυκείου εγώ έγραψα ένα ποίημα που μίλαγε ανατρεπτικά για το θέμα που μας είχε ζητηθεί. Το σημαντικό είναι πώς η φιλόλογος αντί να το απορρίψει, το διάβασε στη τάξη ως έναν άλλο τρόπο να εκφραζόμαστε θαρραλέα. Και στο τι λέμε και στο πώς το λέμε. Συνέχισα να το κάνω συχνά έπειτα από αυτή την προτροπή της. Έχοντας την αίσθηση πως μου «μου είχε δοθεί ο λόγος».

Και το «δικαίωμα λόγου». Δημόσια. Γιατί το γράψιμο ή όποια άλλη καλλιτεχνική έκφραση, είναι ένας «λόγος» στην ουσία που από προσωπικός γίνεται δημόσιος. Με όποιον τρόπο. Και «λόγος» δεν είναι τα λόγια, οι λέξεις όπως νομίζουμε. Λόγος είναι η διατύπωση του «μέσα μας» προς τα έξω με οποιονδήποτε κώδικα μπορούμε. Η καταγωγή του λόγου είναι η σκέψη και ο προφορικός λόγος. Η γραπτή έκφρασή του είναι ένα μετέπειτα στάδιο. Και πολιτισμικά αν το δούμε αλλά και ιστορικά.

Τηρείτε κάποια προστατευτική ρουτίνα στην καθημερινότητά σας, προκειμένου να αφοσιωθείτε στο γράψιμο; Γράφετε με πρόγραμμα;

* Τα τελευταία χρόνια ναι. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να χειραγωγώ την τρομακτική αγωνία που μου προκαλούσε το γράψιμο, που το βίωνα σαν αφόρητη γέννα και σαν αρρωστημένο έρωτα, ταυτόχρονα. Τόσο, που επί χρόνια, απέφευγα να γράφω. Έχτισα μια προστατευτική ρουτίνα όπως πολύ σωστά το λέτε, ένα μηχανισμό καθημερινού γραψίματος που σταδιακά κράτησε τον έρωτα και τη δημιουργία και αφαίρεσε την καταστροφικότητα που έφερε – γράφοντας έστω κάτι σύντομο κάθε φορά. Το Διαδίκτυο και η δυνατότητα επικοινωνίας, με βοήθησε σε αυτό. Και με βοηθάει ακόμα. Γράφω και δημοσιεύω καθημερινά, χτίζοντας ανά τόσο μια περσόνα, για να κρατώ απόσταση από μένα και να μην εισπράττονται σαν προσωπικά εξομολογητικά σχόλια. Συχνά υπογράφω ως ΑΓΝΩΣΤΟΥ τα κείμενα αυτά λ.χ. στο Facebook. Αν και όλοι καταλαβαίνουν ότι είναι δικά μου. Είναι ένα τρυφερό κλείσιμο του ματιού, σαν παιχνίδι. Που καταργεί την ιδιοκτησία και το copyright. Αφού ανήκουν σε όποιον τα διάβασε.

Ως συγγραφέας θεωρείτε καλό να έχετε κενό, ελεύθερο χρόνο;

* Το να έχω ελεύθερο χρόνο είναι ζητούμενό μου ως άνθρωπος πρωταρχικά. Ανέκαθεν ήταν. Αυτός ο ελεύθερος χρόνος εξάλλου παρήγαγε τον συγγραφέα. Και εν τέλει ο ελεύθερος χρόνος είναι τρομερή εργασία ζωής. Πιο πολύ και από τη δεσμευμένου χρόνου ζωή μας. Στον ελεύθερο χρόνο γεννάμε και τον πραγματικό εαυτό μας θεωρώ. O ελεύθερος χρόνος είναι η εκδίκηση του χρόνου. Οι κοινωνίες πάντα έτρεμαν τον ελεύθερο χρόνο. Εξ ου και σήμερα ζούμε τη βιομηχανοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Αποζητώ λοιπόν τον χρόνο που θα ξοδέψω και θα ξοδευτώ, προσωπικά. Και ως συγγραφέας: δεν επενδύω στο χρόνο. Γράφω για να ξοδέψω τον χρόνο. Και κυρίως για να ξοδευτώ. Στον χρόνο.

Από πού αντλείτε υλικό για να γράφετε; Μήπως από προσωπικά βιώματα; Υπάρχει ο εαυτός σας μέσα στα έργα σας;

Το “Δέντρο

* Με την «Εκκρεμότητα» έχει τύχει κάποιες φορές είτε έμμεσα είτε άμεσα να μου πουν πως το νιώθουν ένα πολύ «αυτοβιογραφικό» έργο. Καλοπροαίρετα το λένε. Χαμογελάω όταν το ακούω. Γιατί δεν ξέρω ποιο στοιχείο θεωρούν οι άλλοι ως αυτοβιογραφικό σε αυτή την ιστορία ενός ανθρώπου -άντρα εν προκειμένω- που διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη και φτάνει στο μηδέν. Και φτάνει στην παρενδυσία ξεπερνώντας τα όρια και τις συμβάσεις. Αν εννοούν την παρενδυσία και τη σεξουαλική επαφή με έναν άντρα «αυτοβιογραφικά», όχι δεν είναι. Ασχέτως αν έχω ερωτικές σχέσεις με άντρες στη ζωή μου. Αυτοβιογραφικό είναι το σημείο μηδέν αυτού του ανθρώπου. Το κοινωνικό και υπαρξιακό μηδέν του. Και μάλιστα σε σημείο που δεν φαντάζονται όσοι με γνωρίζουν. Γιατί το λέω αυτό φέρνοντάς το ως παράδειγμα; Για να φωτίσω αλλιώς αυτό που «θεωρούμε» προσωπικό και βιωματικό, που συχνά μπορεί να δείχνει ενώ δεν είναι.
Το πιο συχνό μου υλικό ξέρετε είναι οι άλλοι. Όχι εγώ. Αλλά εγώ, από παιδί, έβλεπα στους άλλους εμένα. Στους άλλους με αναγνώριζα. Σαν να κοιταζόμουν σε καθρέφτη. Συχνά οι ιστορίες τους με περιείχαν. Όχι εξωτερικά. Εσωτερικά, ως αίσθημα. Ο Άμλετ ήταν, π.χ., για μένα πολύ βαθιά αυτοβιογραφικός. Όχι ως ιστορία. Αλλά ως αυτή η περιπέτεια του αισθήματος που μετέφερε μέσω της ιστορίας. Τα προσωπικά μου βιώματα υφείρπαν αρχικά στη διαδικασία του γραψίματος. Εκ των υστέρων και πολύ συνειδητά αντλούσα από αυτά. Σαν να ήταν αλλουνού όμως. Οπότε ο εαυτός μου υπάρχει ούτως ή άλλως μέσα στα έργα μου και στις δυο περιπτώσεις. Αλλά κυρίως σε αυτό που συνδέει «εμένα» και τους «άλλους» και που είναι κάτι το ασυνείδητο που σπρώχνει να βγει. Αυτό το «ασυνείδητο» είμαι. Και δεν εννοώ τα «εσώψυχά» μου. Δεν το υποτιμώ το να καταθέτεις το προσωπικό. Κάθε άλλο. Το «ενοχικά» προσωπικό με ενοχλεί. Το απελευθερωτικά -μέχρι πρόκλησης κιόλας- προσωπικό ναι με έλκει και με αφορά. Είναι θέμα στάσης απέναντι στα πράγματα για μένα. Κοινωνικής στάσης. Και πολιτικής.

Πιστεύετε πως το θεατρικό κοινό στις μέρες μας έχει περισσότερο ανάγκη να διασκεδάσει ή να προβληματιστεί;

* Το θεατρικό «κοινό» είναι μια αφηρημένη ομάδα ανθρώπων ενίοτε χωρίς τίποτα κοινό. Δεν το λέω αρνητικά. Το «κοινό» είναι πολλά διαφορετικά κοινά-ομάδες ανθρώπων με διαφορετικά ζητούμενα και ανάγκες. Ειδικά σήμερα. Και στο καθένα από αυτά, αντιστοιχεί και το θέατρο που αναζητεί. Άλλοτε διασκεδάζει, άλλοτε προβληματίζεται. Ή και τα δύο. Η αίσθησή μου είναι ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση ο θεατής να προβληματιστεί διασκεδάζοντας. Η διασκέδαση με την έννοια του ελαφρού ή του ανάλαφρου μάλλον έχει υποχωρήσει. Ούτως ή άλλως του προσφέρεται αφειδώς μέσω της τηλεόρασης. Και το κοινό αυτό προτιμάει να πάει σε ένα μπαρ παρά στο θέατρο. Έχει αναπτυχθεί από την άλλη ένα πιο θεατρόφιλο κοινό, με πιο ανοικτούς ορίζοντες και προσλαμβάνουσες. Σε αυτό έχει παίξει ρόλο και το Φεστιβάλ Αθηνών και η Στέγη. Ανεξαρτήτως αν αυτό γίνεται καμιά φορά ένα νέο life style του σοβαροφανούς. Που είναι μια άλλη ελαφρότητα.

Πρόσφατα υποδεχτήκαμε το τελευταίο βιβλίο σας «Δεσποινίς Δυστυχία». Θέλετε να μας μιλήσετε για τα επόμενα σχέδιά σας;

* Bρισκόμαστε ήδη σε πρόβες με μια ομάδα 25 ατόμων συνολικά για την παρουσίαση του έργου “-Κ-“, που θα είναι μια ημίωρη περφόρμανς που θα φιλοξενηθεί στις 12 Ιουνίου σε μια διημερίδα με θέμα «Θέατρο στη Φυλακή και Επανένταξη» που διοργανώνει η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και συμμετέχει και η ΜΚΟ Τεχνοδρομώ που από τη συνεργασία μου μαζί της προέκυψε το -Κ- το οποίο γράφτηκε από μένα και παίχτηκε στις φυλακές Κορυδαλλού από τους ίδιους τους κρατούμενους πέρυσι. Προηγείται στις 28 Μαΐου η παρουσίαση του αφηγήματος «Δεσποινίς Δυστυχία» που ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σοκόλη» που θα διαβάσει ο Αργύρης ο Ξάφης με τη συμμετοχή της τσελίστριας Ίρινας Δημάκη και ετοιμάζεται και η μετάφρασή του στα αγγλικά από την Αναστασία Ρεβή με τον τίτλο «Miss Misery». Έπεται μια πρώτη μας συνεργασία με την Έλλη Παπακωνσταντίνου για μια ήδη υπάρχουσα δουλειά της που ξαναδουλεμένη θα παρουσιαστεί στη Βιέννη και στο Βερολίνο το φθινόπωρο. Και εκκρεμεί από τη μια η «Εκκρεμότητα» αν συνεχιστεί για δεύτερη χρονιά και από την άλλη η παράσταση του «Δεσποινίς Δυστυχία» ως θεατρικό έργο, που ήδη δοκιμάστηκε στα Αναλόγια 2014 στο Θέατρο Τέχνης, για την επόμενη χειμερινή σεζόν. Ήδη τρόμαξα κι εγώ ο ίδιος…

Για ένα διάστημα είχατε αποσυρθεί από το θέατρο. Με τι ασχοληθήκατε;

* Έκανα επί χρόνια, σχεδόν μια εικοσαετία, ραδιόφωνο. Παράλληλα στην αρχή τουλάχιστον με το θέατρο. Σαν παραγωγός και παρουσιαστής μουσικών και κοινωνικών εκπομπών αλλά και σαν μουσικός επιμελητής. Ασχολήθηκα και με τα έντυπα γράφοντας κατά περιόδους. Είτε χρονογραφήματα, είτε μουσικοκριτικές, είτε συνεντεύξεις. Μετά το 2000 πέρασα στην τηλεόραση πίσω από τις κάμερες κάνοντας αρχισυνταξία κυρίως ή ως συντάκτης/κειμενογράφος σε εκπομπές ψυχαγωγικού τύπου, όπως «Ο πιο Αδύναμος Κρίκος», «Ο Εκατομμυριούχος» κ.ά.

Η αποχή αυτή είχε κόστος για σας;

* Η αποχή αυτή είχε «πίστωση». Εντέλει. Ζωής. Με βοήθησε να βρω ισορροπίες. Ενηλικιώθηκα. Επώδυνη μεν, αλλά σωτήρια ενηλικίωση. Αυτοκαταργήθηκα και με έφτιαξα πάλι εκ του μηδενός. Η διαδικασία αποκοπής μου από το θέατρο είχε κόστος ψυχικό. Ήθελε δύναμη, λέω τώρα. Αν και από αδυναμία ίσως έφυγα τότε.
Έτυχαν και κάποια πράγματα που με ματαίωσαν: μια ταινία μεγάλου μήκους που θα κρατούσα τον κεντρικό ρόλο και ασχολήθηκα πολύ καιρό αλλά έγινε χωρίς εμένα και το έμαθα από τις εφημερίδες, μια μεσαίου μήκους δική μου ταινία σαν σκηνοθέτης που για οικονομικούς λόγους τελευταία στιγμή ακύρωσα τα γυρίσματα εγώ και άλλα τέτοια φυσικά και ανθρώπινα όπως τα βλέπω τώρα. Η ουσία ήταν μία: ήμουν πολύ ευάλωτος σαν άνθρωπος και το πάθος μου για το θέατρο, με έκανε δυστυχή. Ήταν τόσο, που και λόγω εποχής και εγώ δεν «χώραγα» αλλά και δεν μπορούσα να το διαχειριστώ ως επάγγελμα. Ως τέχνη με ενδιέφερε. Αποφάσισα λοιπόν να κόψω μόνος μου το χέρι μου, αφού δεν μπορούσα να αφήσω αυτό που κρατούσε. Άφησα εκεί το χέρι μου, αλλά σώθηκε το υπόλοιπο σώμα με αυτή την αποκοπή. Ευτυχώς…

Πώς άρχισε η επαφή σας με τους κρατουμένους οροθετικούς και χρήστες των φυλακών Κορυδαλλού και τη Μ.Κ.Ο. ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΩ;

* Με τον Γιάννη Νικολόπουλο, πρόεδρο του ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΩ, αλλά και την επί 30ετία φίλη Άννα Χατζηχρήστου που ήταν μέλος της νεοσύστατης ΜΚΟ, συζητούσαμε καιρό κάτι τέτοιο. Και ανεξαρτήτως αυτού, λόγω της φιλίας που μας έδενε, πάντα υπήρχε από μεριά τους το αίτημα «να κάνουμε κάτι». Πάντα σε σχέση με το θέατρο και με αφορμή ό, τι εγώ έγραφα. Όταν ξεκίνησε η επαφή του ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΩ με τις φυλακές Κορυδαλλού, μου το πρότειναν πολύ σοβαρά αμέσως μετά την παρουσίαση της «Εκκρεμότητας» στις Αναγνώσεις 2013 του Εθνικού Θεάτρου. Έτσι ξεκίνησε η επαφή. Με στόχο να γραφτεί ένα έργο για τους κρατούμενους, με τους κρατούμενους και να παιχτεί καταρχήν εντός φυλακής. Η Άννα Χατζηχρήστου ήδη δούλευε μαζί τους, μπήκα και εγώ στην ομάδα και σε δύο μήνες, όπως είχαμε προαποφασίσει, το έργο ολοκληρώθηκε και άρχισε η δουλειά πάνω στο -Κ- όπως ονομάστηκε το έργο τελικά. Για να φτάσει να γίνει παράσταση χρειάστηκαν 6 μήνες τελικά. Πολύ δύσκολο εγχείρημα. Από πολλές πλευρές. Ήθελε καθαρό μυαλό, ξεκάθαρους στόχους και αμεσότητα επαφής χωρίς να χάνονται τα όρια. Η θεατρική ομάδα των οροθετικών και χρηστών κρατουμένων, ήταν η πιο παραμελημένη και στιγματισμένη. Και η πιο δύσκολη. Μας εμπιστεύτηκαν και τους εμπιστευτήκαμε από την αρχή, με μεγάλη πίστη. Και κατάφεραν κάτι που θεωρείτο από πολλούς ακατόρθωτο: να περάσουν ένα δυνατό μήνυμα προς τα έξω υπερβαίνοντας τους εαυτούς τους. Οφείλω πολλά στην εμπειρία μου αυτή και στη δυνατότητα που μου δόθηκε μέσω του ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΩ να κάνω μια χειρονομία που για μένα αποτελεί την πιο ουσιαστική πολιτική μου πράξη.

Όσο ασχολείστε με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τι διαπιστώνετε;

* Πως τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι πάντα ένα αίτημα ανοικτό και διαρκές. Δεν παραχωρούνται. Διεκδικούνται και κατακτούνται. Ο πολιτισμός ο ανθρώπινος χτίστηκε έως τώρα με τον περιορισμό των δικαιωμάτων. Τόσο που να θυμίζει εκατόμβη. Ο πολιτισμός είναι ένα Νταχάου, πριν από το Νταχάου. Το αίτημα σήμερα είναι ο πολιτισμός να περιέξει με μέτρο τον άνθρωπο. Μπορεί να έχουμε περάσει, στον Δυτικό Κόσμο τουλάχιστον, σε μια πιο ανθρώπινη εποχή, αλλά συχνά αυτό είναι μια επίφαση. «Στον σύγχρονο πολιτισμό απλώς τρώμε ό ένας τον άλλον με μαχαιροπίρουνο, αντί με τα χέρια…», όπως λέει και ένα από τα πρόσωπα ενός ακυκλοφόρητου έργου μου με τον τίτλο «Πόσα ζώα χωράει ένας άνθρωπος;!».

Πόσο εύκολα κατηγοριοποιούμε συνανθρώπους μας;

* Ο πυρήνας της κοινωνίας μας βασίζεται στις κατηγοριοποιήσεις. Αποτελούν δομικό της στοιχείο. Αυτός είναι και ο λόγος που δείχνει τη «φασίζουσα» πλευρά της ανά τόσο. Η ίδια η γλώσσα έχει δομηθεί έτσι. Μιλάμε και άθελά μας, κατηγοριοποιούμε. Και η πρώτη μεγάλη κατηγοριοποίηση είναι τα φύλα και τα γένη. Τι εξανάγκασε τον άνθρωπο ως είδος, να θέσει τα φύλα λόγου χάριν, πάνω από το είδος του; Γιατί όταν λέμε μια φράση χρειάζεται να δηλώνεται το γένος ανά πάσα στιγμή; Γιατί θεωρούμε δεδομένη αυτή την κατηγοριοποίηση που διαιρεί τους ανθρώπους. Δεν αφορά τη βιολογία ούτε εκπορεύεται από αυτήν. Έχει σχέση με έναν κόσμο «αντρικό». Πατριαρχικό. Που παραμένει τέτοιος. Το φέρνω ως παράδειγμα για να σας μεταφέρω τη σκέψη μου, πως ζούμε σε κοινωνίες που βασίζονται στον διαχωρισμό. Όχι στην ένωση. Τρέφεται από τις διαφορές ο πολιτισμός και όχι από τις ομοιότητες. Προήλθαμε από πολιτισμούς «έριδας» και πολέμου. Όχι «φιλότητας» και έρωτα.

Ο Κορυδαλλός είναι καθρέφτης του κόσμου μας;

Με τον Γιάννη Νικολόπουλο/ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΩ στη διάρκεια της παράστασης στον Κορυδαλλό

* Απολύτως. Η Φυλακή είναι η κοινωνία μας εν πυκνώσει. Ένας γυμνός πυρήνας με ορατό το ακριβές περιεχόμενό του χωρίς τις επικαλύψεις που μας εμποδίζουν να δούμε. Αυτό είναι που την κάνει να δείχνει τόσο σκληρή. Και αυτός είναι ο λόγος που μας τρομάζει: μας δείχνει ποιοι είμαστε καθαρά. Ο Κορυδαλλός και όποια φυλακή είναι το κατάλοιπο μιας βαρβαρότητας. Δεν εξυπηρετεί τίποτα κοινωνικά.
Είναι ένας Καιάδας. Πετάμε τα κομμάτια του εαυτού μας που δεν θέλουμε να ξέρουμε. Σήμερα που η συνθήκη στην κοινωνία είναι τόσο σκληρή, στον μέσο πολίτη υπάρχει ο τρόμος ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί εκεί και αυτός. Δια ασήμαντον αφορμή.

Το αρχαίο δράμα σας εμπνέει;

* Με εμπνέει και με ενδιαφέρει. Όχι η σοβαροφανής προσέγγισή του. Θαυμάζω στο αρχαίο δράμα την απλότητά της δομής του. Το θεωρώ το πιο απλό είδος θεάτρου, εν αντιθέσει με όσα διατείνονται οι περισσότεροι. Και θα τολμήσω να πω, πάρα τις όποιες φαινομενικές διαφοροποιήσεις, πως το αρχαίο δράμα απηχεί τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του. Είναι το mainstream. Όχι το underground. Απλώς έχουμε απομακρυνθεί από τον κώδικα και τους περιρρέοντες μύθους της εποχής του και αυτή η απόσταση δημιουργεί την αίσθηση του περίπλοκου και του «μεγαλειωδώς» ακατανόητου. Το αρχαίο δράμα είναι ένα λαϊκό είδος. Αντίστοιχο του λαϊκού τραγουδιού που έχουμε σήμερα. Κι όσο κι αν ακουστεί παράδοξο, αυθεντικά ψήγματα π.χ. των μονολόγων ή των χορικών και των κομμών του αρχαίου δράματος συναντάμε περισσότερο στο πάλκο των νυχτερινών μαγαζιών με τα «σκυλοτράγουδα» παρά στο θέατρο. Καθ’ υπερβολή μεν το λέω, αλλά μόνο δια της υπερβολής μπορείς να πεις αλήθεια. Και όπως έχει παραθέσει και ο Φρόυντ στην προμετωπίδα της «Ερμηνείας των Ονείρων» αν δεν απατώμαι: «Η αλήθεια είναι υπερβολική, για να φαίνεται». Και έτσι ας αναγνωσθεί ό, τι λέω…

Από πού έρχεται η δυστυχία;

Aπό την παράσταση “Το Δέντρο

* Η δυστυχία είναι η «πανταχού παρούσα» της ζωής. Δεν έχει συγκεκριμένο τόπο και δρόμο που εμφανίζεται. Αλλιώς θα την περιμέναμε να την εμποδίσουμε. Θα είχαμε διόδια, οδοφράγματα, κάτι. Η δυστυχία στον άνθρωπο είναι εγγενής. Όσο και η χαρά. Αλλά, όπως λέει και η ίδια προσωποποιημένη στο «Δεσποινίς Δυστυχία» αφοπλιστικά: «Δεν είμαι η αιτία. Είμαι το αποτέλεσμα». Ας το κρατήσουμε αυτό κάθε φορά που τη συναντάμε…

Οι ταυτότητές μας στην κοινωνία είναι αυστηρά καθορισμένες, κατά τη γνώμη σας;

 

* Οι ταυτότητες στην κοινωνία μας εμφανίζουν ως κοινωνικά όντα. Μέσω αυτών αποκτάμε κοινωνικό πρόσωπο. Μόνο που εδώ το πρόσωπο είναι παραμορφωμένο γιατί οι ταυτότητες παίζουν το ρόλο μιας κακοποίησης του ψυχισμού, ώστε να επιτευχθεί η κοινωνικοποίησή μας.

Οι ταυτότητες εμπεριέχουν έναν αόρατο σωφρονιστικό μηχανισμό προκρούστειας αγριότητας. Και το ονομάζουμε όλο αυτό «φυσικό» και «κανονικό». Δεν είναι. Ταυτότητα με αυτή την έννοια του αγκυλωμένα σταθερού είναι εκτός της φύσης του ανθρώπου. Η φύση του ανθρώπου είναι ρευστή και διαρκώς μεταλλασσόμενη. Πρέπει να περάσουμε σε «ταυτότητες» που περιέχουν την «ετερότητα» που είμαστε στην ουσία. Είτε αφορά στα φύλα, είτε στους κοινωνικούς ρόλους, είτε στη σεξουαλικότητα.

Η βία και η σκληρότητα είναι χαρακτηριστικό μας, είναι μέσα μας;

* Τρέμω τη βία και τη σκληρότητα. Είναι ό, τι με παγώνει και μου προκαλεί βαθύ τρόμο. Και οργή, ταυτόχρονα. Φοβάμαι τη στιγμή τον τελευταίο καιρό που θα βρεθώ μπροστά σε κάτι τέτοιο γιατί ξέρω πως θα αντιδράσω σύμφωνα με τη φύση μου: θα λειτουργήσω σαν ένα ζώο που γεννήθηκε να προστατεύει τους άλλους. Και δεν ξέρω αν θα επιζήσω αν λόγου χάριν έχω να κάνω με μια ομάδα ρατσιστών, χρυσαυγιτών ή με μεμονωμένο πρόσωπο που μπορεί να ασκεί βία σε άλλον.
Η βία και η σκληρότητα είναι εντός μας ως άμυνα και ανάγκη επιβίωσης. Αλλά ταΐζεται από την κοινωνία και έχει γίνει πια συνθήκη. Μας τρέφει καθημερινά. Την τρέφουμε καθημερινά. Ο φόβος παράγει θυμό. Και ο θυμός παράγει βία. Και η σκληρότητα σήμερα φοράει σμόκιν: ντύνεται «ψυχολογική» βία και σκοτώνει αναίμακτα. Για να μη φαίνεται το αίμα που θα την πρόδιδε.

Αναγνωρίζετε σήμερα άλλους συγγραφείς της γενιάς σας, που μαζί θα ήσασταν μια ομάδα ικανή να δημιουργηθεί μια δυνατή νεοελληνική δραματουργία;

* Με έχει προβληματίσει πολύ αυτό τον τελευταίο καιρό και λόγω του Φεστιβάλ Σύγχρονου Ελληνικού Έργου στο «Αγγέλων Βήμα», που με υπεύθυνη τη Λεία Βιτάλη συσπειρωθήκαμε και κάναμε έξι συγγραφείς. Η απάντηση είναι πως ναι υπάρχει ένα υλικό και μια δυναμική που θα εκπροσωπεί τον 21ο αιώνα που διανύουμε. Είναι μια γενιά που χρονικά έχει την αφετηρία της το 2000 και ξεπήδησε την τελευταία 15ετία. Δεν μιλώ σαν συγγραφέας. Μιλώ σαν άνθρωπος που προέρχεται από το θέατρο και σαν θεατής κυρίως. Και ανεξαρτήτως προσωπικών μου απόψεων ή αισθητικών συγγενειών, βλέποντάς το με ανοιχτό μυαλό, υπάρχει μια παλέτα που εκπροσωπεί διαφορετικά θεατρικά είδη και γραφές που ωριμάζει στο να δώσει το στίγμα μιας νέας γενιάς στη νεοελληνική δραματουργία. Προσωπικά θεωρώ τον Γιάννη Μαυριτσάκη ένα ξεκάθαρο δείγμα μιας δραματουργίας που δίνει αυτό το στίγμα. Και έχει παγκοσμιότητα. Ξεφεύγει από τις ηθογραφικές τυποποιήσεις. Αισθάνομαι συγγένεια καλλιτεχνική. Πέρα όμως από αυτό που είναι και προσωπικό, η παρουσία ανθρώπων με τα τελευταία έργα τους σαν την Ελένη Πέγκα, τη Νίνα Ράπη, τη Χρύσα Σπηλιώτη, τον Άκη Δήμου, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, τον Ανδρέα Φλουράκη, τους αδελφούς Κούφαλη, τον Βασίλη Κατσικονούρη, τη Λεία Βιτάλη και τους νεότερους συγγραφικά, τη Γλυκερία Μπασδέκη, τον Ευθύμη Φιλίππου, τον Δημήτρη Ζουγκό, τον Μανώλη Τσίπο, αλλά και τη Λένα Κιτσοπούλου, τον Βασίλη Μαυρογεωργίου και τον Γιάννη Καλαβριανό που η διπλή ή τριπλή τους ιδιότητα ως σκηνοθέτες ή ηθοποιοί μας κάνει να ξεχνάμε ότι είναι και συγγραφείς, συγκροτεί μια νέα γενιά. Και έχω ξεχάσει και κάποιους. Και εδώ θα προσθέσω κατ’ εξαίρεση τον Δημήτρη Δημητριάδη, που είναι της προηγούμενης γενιάς μεν, αλλά τώρα δείχνει τη θεατρική δυναμική του γράφοντας με τον τρόπο του 21ου αιώνα και όχι του προηγηθέντος. Αναφέρω ονόματα εσκεμμένα γιατί δυστυχώς είμαστε «στενόκαρδοι» στο να μοιραστούμε και να χωρέσουμε τους άλλους, μας τρώει ένας κακώς εννοούμενος εγωισμός. Προσωπικά χαίρομαι να βλέπω ένα έργο ενός άλλου συγγραφέα που έχει κάτι να πει και όποτε το συναντώ το επισημαίνω και δημόσια ή το στηρίζω αν μπορώ. Το «V.I.T.R.I.O.L.I.» του Γιάννη Μαυριτσάκη για μένα είναι ένα σπουδαίο έργο. Που δεν έγινε κατανοητή η σημασία του παραστασιακά. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχοντας ενεργοποιήσει την ιδιότητά μου ως ηθοποιός, στηρίζω στην πράξη συμμετέχοντας αυτά τα έργα και τους συγγραφείς: και με το «Δέντρο» της Μαρίας Λαϊνά -που είναι η ακριβώς προηγούμενη γενιά- και με τις Άγριες Νότες της Νίνας Ράπη που εντάσσεται στη νεότερη αλλά και στο «Φίλημα» της Άννας Καραμπά που είναι της πιο όψιμης. Και δεν το κάνω επειδή μου είναι εύκολο ή άνευ ρίσκου. Το κάνω επειδή είναι ανάγκη. Και το θεώρησα χρέος μου να τα υπερασπιστώ. Και θα το ξανακάνω.

Υπάρχει τόλμη στους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες σήμερα;

* Η τόλμη θέλει θάρρος. Και κοινωνίες τολμηρές και ανοιχτές στο καινούργιο να υποδεχτούν αυτή την καλλιτεχνική τόλμη. Το διαχωρίζω από την πρόκληση, που τη θεωρώ απαραίτητο στοιχείο μεν, αλλά από μόνο του εξατμίζεται εύκολα και έγινε marketing πια. Έχουμε τολμηρούς καλλιτέχνες, αλλά η τόλμη τους συχνά καταβροχθίζεται από την αγωνία ταυτότητας που έχουν. Εύλογη και κατανοητή κάποιες φορές, αλλά προβληματική. Δεν έχει την αγωνία της δημιουργίας αλλά το σαρκοφάγο άγχος της φιλοδοξίας. Πνίγεται σε έναν ναρκισσισμό που δεν μοιράζεται. Και η τόλμη θέλει και κάτι άλλο, βασικότερο, κατ’ εμέ: αυτογνωσία και ειλικρίνεια. Αν δεν έχεις επεξεργαστεί ποιος είσαι με την ησυχία που επιφέρει αυτό, πώς να επικοινωνήσεις επί της ουσίας ως καλλιτέχνης με τον άλλον και με τον εαυτό σου; Επικοινωνείς μεν, αλλά με το κοινωνικό ψεύδος και τα κοινωνικά κλισέ. Η Τέχνη είναι για να φανερώνει τον άνθρωπο, όχι για να τον αποκρύπτει.

Η Πολιτεία πόσο στηρίζει το χώρο του πολιτισμού και ποια είναι η βασική σας πρόταση για τη στήριξή του;

Η αφίσα/εξώφυλλο του βιβλίου του κειμένου «Έξοδος» στο συλλογικό έργο “Ονείρου Οδύσσεια

* Η Πολιτεία πέθανε. Δεν βρίσκεις κανείς τον (πολιτισμικό) σφυγμό της πια. Οι πολίτες ζουν. Προς το παρόν. Και προσπαθούν να κρατήσουν και να κρατηθούν – εν ζωή. Είμαι υπέρ μια πολιτείας με κοινωνικό πρόσωπο. Και αυτό τα τελευταία χρόνια κατέρρευσε. Ο πολιτισμός είναι παντελώς αστήριχτος. Πέρασε στα είδη πολυτελείας. Που δεν είναι. Ο πολιτισμός δεν είναι το χαβιάρι μιας κοινωνίας. Είναι το ψωμί της. Ο ηρωισμός και ο εθελοντισμός και η όποια συλλογικότητα ή και ιδιωτική πρωτοβουλία δεν σώζει τα πράγματα. Χρειάζονται θεσμοί -που αξιοποιούνται και δεν καταστρατηγούνται- και χρήματα. Το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό λ.χ. δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο τους, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, για να αναφερθώ στο θέατρο και να γίνω πιο συγκεκριμένος. Λυπάμαι που το λέω. Είναι κοινό μυστικό. Το εκφράζουμε μόνο ανάλογα με τις εκάστοτε συνδιαλλαγές μας ή όχι με αυτά. Που από μόνα τους αυτά, ούτως ή άλλως δεν επαρκούν, ακόμα κι αν στέκονταν στο ύψος τους. Θα πω το εξής ρισκάροντας να παρεξηγηθώ: η εξουσία δεν είναι οι άλλοι. Εμείς είμαστε. Μη βλέπεις την εξουσία μόνο στον άλλον, επειδή δεν την έχεις εσύ τώρα. Η εξουσία παράγεται παντού ανά πάσα στιγμή. Ας αναλάβουμε την ευθύνη έχοντας συνείδηση πως την ίδια στιγμή που κατακεραυνώνουμε την «κακή» εξουσία των άλλων, σε κάποιο άλλο σημείο λειτουργούμε εμείς οι ίδιοι ως «κακή» εξουσία. Κρυμμένοι κιόλας. Και αυτό μπορεί να είναι και πιο επικίνδυνο. Οι ιδεολογίες έγιναν ιδεολογήματα. Μπορεί και να ήταν πάντα ιδεολογήματα. Τελειώνει μια ασπρόμαυρη εποχή. Και επειδή το ξέρει, ανασυντάσσει τις δυνάμεις της. Το λέω αυτό γιατί οι πολιτικές γύρω από τον πολιτισμό, που επιστρατεύονται για να «σώσουν» τον πολιτισμό, δεν είναι παρά προσωπικός φιλοτομαρισμός που μεταμφιέστηκε σε ιδεολογία για να αποκτήσει οπαδούς. Που αλλιώς δεν θα τους είχε ποτέ. Ζούμε την εποχή μιας νέας οπαδικότητας και δεν είναι τυχαίο που ανά τόσο κυκλοφορεί μια «λίστα» που μας καλεί να πάρουμε θέση κι εμείς σε αυτήν ή να δηλώσουμε ότι δεν συμμετέχουμε. Σε όλο το φάσμα της κοινωνίας: πολιτικό, καλλιτεχνικό, πολιτιστικό κ.ο.κ. Η «λίστα» Λαγκάρντ, η «λίστα» Χατζάκη, η «λίστα» Καρατζά, η «λίστα» του Φεστιβάλ, του Λούκου, της Στέγης, η δική μου. Η «λίστα» με τα ψώνια. Στην αγορά. Είμαστε όλοι προς πώληση – στο καφάσι. Και με δική μας ευθύνη. Και ο καταχρηστικός όρος μόνο που κυριαρχεί τον τελευταίο καιρό στο ελληνικό θέατρο sold out έτσι όπως χρησιμοποιείται ένα καταλήγει να σημαίνει: Ξεπουλήσαμε. Και ξεπουληθήκαμε.

Τα σύγχρονα έργα που μας έρχονται από το εξωτερικό είναι πάντα και όλα τόσο καλά όσο τα θεωρούμε;

* Ούτε πάντα και όχι όλα. Και έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένα παραδείγματα ξένων έργων που παίχτηκαν φέτος που και μέτρια ήταν και φλύαρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κακώς ανέβηκαν. Αλλά με σιγουριά μπορώ να πω ότι ξέρω 2-3 έργα ελληνικά που ανέβηκαν ίδιου ύφους και θεματικής που ήταν καλύτερα. Το πλεονέκτημα των σύγχρονων ξένων έργων έναντι των ελληνικών, είναι η τόλμη στη θεματολογία τους και στην κοινωνική εγρήγορση που έχουν. Αυτό αφορά την κοινωνία από όπου προέρχονται και τις ζυμώσεις της. Αλλά ένα καλό έργο δεν έχει πατρίδα, να το πούμε και αυτό. Οι «Παραλλαγές θανάτου» του Γιον Φόσε π.χ. που ανέβασε ο Χουβαρδάς πέρυσι ανήκει σε αυτές τις περιπτώσεις. Το ίδιο θα έλεγα και για τον «Φαέθοντα» του Δ. Δημητριάδη όμως που ανέβηκε φέτος.

Υπάρχουν στην Ελλάδα ανθηροί εκδοτικοί οίκοι πρόθυμοι να εκδώσουν νέα θεατρικά έργα;

* Ανθηροί εκδοτικοί οίκοι φοβάμαι πως δεν υπάρχουν. Κάποιοι ανθεκτικοί, ναι. Και ειδικά στην έκδοση θεατρικών έργων που δεν είναι ευπώλητο είδος παρά μόνο αν συνοδεύει μια παράσταση. Σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό εκδοτικών οίκων συντηρείται από τους ίδιους τους συγγραφείς που πληρώνουν τα έξοδα οι ίδιοι προκειμένου να εκδοθεί το βιβλίο τους. Αυτό είναι ένα κοινό μυστικό που ο πολύς κόσμος αγνοεί και οι συγγραφείς το αποκρύπτουν. Ακόμα και μεταξύ τους. Αν και ελάχιστα έμπειρος στα των εκδόσεων στάθηκα τυχερός όσον αφορά την «Εκκρεμότητα» που κυκλοφόρησε δίγλωσση κιόλας από τον «Ηρόδοτο» και το «Δεσποινίς Δυστυχία» ως αφήγημα που μόλις βγήκε από τις εκδόσεις «Σοκόλη».
Δεν χρειάστηκε να το χρηματοδοτήσω. Και δεν μπορούσα και δεν ήθελα. Μπορεί από (ψωρο)περηφάνια, να «μην το επέτρεπα στον εαυτό μου»- και αν δεν συναντούσα τον Δημήτρη Σταμούλη και την Αθηνά Σοκόλη να μην είχε εκδοθεί κανένα τους. Από την άλλη δεν έχω αγωνία, γιατί δεν βλέπω την έκδοση ενός βιβλίου ως κοινωνική καταξίωση, παρά ως τρόπο επικοινωνίας και μόνο. Πιο πολύ χαίρονται οι φίλοι μου, παρά εγώ. Όχι πως δεν χαίρομαι.

Είστε αυστηρός με τη δουλειά σας;

* Είμαι πολύ αυστηρός και απαιτητικός αλλά και υπομονετικός. Αυτό το τελευταίο το θεωρώ το σημαντικότερο γιατί η όποια δουλειά, και δη καλλιτεχνική, είναι μια διαδικασία. Θέλει το χρόνο της. Τα πράγματα δεν παράγονται εν μια νυκτί. Και κάθε πράγμα για να γίνει ένα «όλον», χρειάζεται αμέτρητα «μέρη» για να δημιουργηθεί. Είτε πρόκειται για γράψιμο, είτε για θέατρο -ως ηθοποιός εννοώ- και γενικότερα στην Τέχνη. Η μεγαλύτερη αυστηρότητά μου πια είναι στο να με σπρώχνω στην ελευθερία της έκφρασης πέρα των ασυνείδητων αγκυλώσεων που φέρουμε ο καθένας μας. Η Τέχνη χρειάζεται τεχνική. Συχνά αυστηρή. Αλλά Τέχνη χωρίς την παρουσία του «ακατέργαστου» που είναι αυτό που εγώ ονόμασα και παραπάνω ως «ασυνείδητο» -καλλιτεχνικό, κοινωνικό και υπαρξιακό- δεν είναι τέχνη. Είναι διακοσμητική. Η Τέχνη και τα έργα που παράγουμε είναι η κυριότερη εγγραφή του ανθρώπου στον Κόσμο. Ο Κόσμος αγνοεί τον άνθρωπο. Μόνο μέσω της Επιστήμης ξέρει ή προσπαθεί να μάθει κάτι ο Κόσμος για τον Άνθρωπο. Συχνά με εργαλεία ατελή. Μέσω της Τέχνης και του Έρωτα ο άνθρωπος χύνεται στον κόσμο ανεμπόδιστα. Και γίνεται ορατός στον Κόσμο. Και για μένα αυτό το δικαίωμα πρέπει να υπερασπίζονται τα έργα. Το δικαίωμα του ανθρώπου στον Κόσμο.

Είστε ή υπήρξατε αυστηρός με τους συνεργάτες σας;

* Eίμαι αυστηρός. Αλλά ξέρω πια να συνεργάζομαι. Παλιότερα υπήρξα πολύ αυστηρότερος. Και ίσως δεν ήξερα να συνεργάζομαι. ΑΝ και νόμιζα ότι συνεργαζόμουν. Ευτυχώς το άλλαξα αυτό σε μένα. Έχοντας το άλλοθι του ότι έχω μια «δυναμική» προσωπικότητα –και δεν το λέω αξιολογικά καθόλου αυτό- που ήταν αποδεκτή στους άλλους γιατί είμαι υποστηρικτικός και δοτικός στις σχέσεις και στις συνεργασίες μου, παρέβλεπα το πόσο ευνουχιστικός μπορεί να γινόμουν. Όχι από πρόθεση. Ποτέ. Ομολογώ με έπνιγε και τον ίδιο. Αναλάμβανα συνεχώς τις ευθύνες των άλλων. Για να έχω πιο γρήγορο αποτέλεσμα. Όχι πως υπήρξα βίαιος, χειριστικός, ή ψυχαναγκαστικός. Έχω μια φυσική απέχθεια σε αυτά. Θεωρούμαι «καλός» συνεργάτης. Πια. Και σαν ηθοποιός και σαν συγγραφέας. Τόσο που συχνά καταπιέζομαι. Σαν ηθοποιός είμαι πιο «τζόρας», συνειδητά. Γιατί υπάρχει ένα κλίμα αυταρχισμού συχνά στο θέατρο, που δεν αφορά το προφασιζόμενο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ούτε τις ευθύνες του καθενός, αλλά μια «θεσμοθετημένη» εγωπάθεια που ισοπεδώνει. Ζούμε και το νέο βεντετιλίκι των σκηνοθετών, και σας το λέω εγώ που είμαι ηθοποιός που πιστεύει απόλυτα στο ρόλο του σκηνοθέτη. Σαν συγγραφέας είμαι πολύ πιο χαλαρός -μπορεί και να είμαι «η χαρά του σκηνοθέτη», όπως μου είπε προσφάτως μια φίλη και συνεργάτιδα. Πιθανόν και να ήταν λάθος αυτό κάποιες φορές.

Συχνά ακούγεται η φράση «δεν έχουμε λεφτά, δεν θα το κάνουμε». Εσείς τη χρησιμοποιείτε;

* Τώρα συχνότερα ακούμε τη φράση «δεν έχουμε λεφτά, δεν θα ζήσουμε» θα έλεγα. Δυστυχώς, πέρα από τη χιουμοριστική διάθεση, είναι μια πραγματικότητα αυτό.
Το «δεν έχουμε λεφτά, δεν θα το κάνουμε» το λέω και το λέμε. Αλλά -το κάνουμε. Έτσι κάνουμε όσα κάνουμε. Αλλιώς δεν θα είχε γίνει τίποτα. Και μπορούμε και μιλάμε αυτή τη στιγμή για όσα μιλάμε. Για όσα έγιναν. Μέτρια, καλά, κακά, δεν έχει σημασία. Έγιναν και γίνονται. Αλλιώς το τίποτα. Και έχω ζήσει πολύ με το «όλα» ή «τίποτα», με το «τίποτα» να κερδίζει πάντα. Και ξέρω πόσο σημαντικό είναι το «κάτι» πλέον. Δεν ξέρω πόσο κουράγιο θα έχουμε για παρακάτω με τόση ένδεια γύρω μας. «Χρειάζομαι χρήματα Πρίγκιπα, για να μεταμορφώσω έναν χερσότοπο, σε πανδαιμόνιο μουσικής», που λέει και ο Ν. Α. Ασλάνογλου.

Τι μάθατε γράφοντας και κάνοντας θέατρο;

* Έμαθα να εκφράζω τα συναισθήματά μου. Να τα επικοινωνώ. Όντας άτομο που κινδύνευα από το «πολύ» των συναισθημάτων μου. Γλίτωσα έτσι από έναν σίγουρο πνιγμό, θα έλεγα. Άλλοι χάνονται από απουσία συναισθημάτων, και άλλοι από υπερπληθώρα. Εγώ ανήκα στη δεύτερη κατηγορία. Και ευτυχώς σε μένα το θέατρο από ένα σημείο και έπειτα με έσπρωξε στη ζωή και στην πραγματικότητα.
Και δεν με εκσφενδόνισε στο φαντασιωτικό και στο πλασματικό, όπως άλλους που διαλύθηκαν από αυτό. Και οι πιο πολλοί δεν το ξέρουν κιόλας. Αγνοούν πως χάθηκαν…

Τι έχετε να πείτε για την Dame Blanche και τη Χρύσα Καψούλη με την οποία συνεργάζεστε;

Με τη Χρύσα Καψούλη στο “Φίλημα

* Με τη Χρύσα μας συνδέει φιλία χρόνων. Δεκαετιών. Από τα χρόνια της θεατρικής σχολής. Στη φιλία μας υπήρχε πάντα και εξαρχής μια καλλιτεχνική επικοινωνία. Όπως και με άλλους ανθρώπους. Με τη Χρύσα δεν διακόπηκε η ανταλλαγή απόψεων. Εμένα είναι και στη φύση μου η «συνομιλία». Το επιζητούσε και εκείνη και αυτό το κράτησε ενεργό. Πριν από μια δεκαετία όταν έφτιαξε την Dame Blance η δημιουργική σχέση που είχαμε έγινε πιο φανερή. Ακόμα κι όταν άτυπα συζητούσαμε πράγματα που θα έκανε. Αν και δοτικός πολύ στις σχέσεις μου, είμαι εγκρατής όταν μπαίνει το επαγγελματικό στη μέση. Γιατί ξέρω ότι μπορεί να διαταράξει τις υπάρχουσες φιλικές σχέσεις. Ιδιαίτερα αν δεν τις έχουμε επεξεργαστεί. Με τη Χρύσα την Καψούλη, μετά από πίεσή της έγραψα το πρώτο θεατρικό κείμενο το 2004, την «Έξοδο», για την παράσταση «Ονείρου Οδύσσεια» αλλά και το έργο – σπουδή για μένα που βασιζόταν στην ομότιτλη ταινία του Φατίχ Ακίν, το «Μαζί, Ποτέ» ήταν παραγγελία δική της. Και στην πορεία της Dame Blanche όπως μπορούσα στήριζα παντοιοτρόπως. Είναι τίμιος άνθρωπος. Δουλευταρού. Και με πίστη σε αυτό που κάνει θαυμαστή συχνά. Δεν εμπιστεύεται εύκολα όπως εγώ λόγου χάριν, και ίσως καλά κάνει, αλλά αν εμπιστευτεί είναι εκεί για τον άλλον. Πριν από ενάμιση σχεδόν χρόνο με δική της πίεση ενεργοποίησα την ιδιότητά μου ως ηθοποιού, αν και ήμουν κάθετος επί σχεδόν 20 χρόνια. Πάντα πίστευε πως ήταν λάθος μου που απείχα. Και έτυχε και μια συνθήκη που χρειαζόταν επειγόντως λύση θεατρική για το ανέβασμα του έργου της Μαρίας Λαϊνά «Το Δέντρο». Πιέστηκα πολύ. Τόσο που παρ’ ολίγον να κινδυνέψει και η σχέση μας. Καταφέραμε και το ξεπεράσαμε. Και μετά το επαναλάβαμε και με τις «Άγριες Νότες». Όλο αυτό με συνέδεσε με τον μηχανισμό του ηθοποιού που ουδέποτε είχε πεθάνει μέσα μου. Και της το οφείλω. Είναι ξεροκέφαλη όμως να ξέρετε και γι’ αυτό ανά τόσο της βάζω και μια φωνή να συνέρχεται. Και θα συνεχίσω να το κάνω. Το λέω για να το ξέρει τώρα που κάνουμε το “-Κ-“. (Θα το διαβάσει και θα γελάσει λέγοντας: Ρεζίλι με έκανες..!).

Με τι τρόπο συμπεριφερόμεθα οι Έλληνες στον τόπο μας, στο δημόσιο χώρο μας;

* Οι Έλληνες είμαστε διπλής ταυτότητας, σε όλα μας. Το προσωπικό και το δημόσιο είναι σαν ασύμβατες έννοιες. Γενικά. Συχνά άλλη ζωή ζει ο Έλληνας ιδιωτικά και άλλη δημόσια. Οπότε στον δημόσιο χώρο, αν και είμαστε του φαίνεσθαι λαός, συμπεριφερόμαστε βάναυσα. Φροντίζουμε το σπίτι μας, αλλά το έξω του σπιτιού μας και πέρα το αντιμετωπίζουμε σαν ξένο τόπο. Έχει σχέση με μια λάθος κουλτούρα που τροφοδοτεί έναν «περιβαλλοντικό» τραμπουκισμό. Κάτι πήγε να αλλάξει το 2004, αλλά η έκπτωση που επήλθε και η κρίση επανέφερε φοβάμαι παλιές συμπεριφορές. Για να είμαστε και δίκαιοι πάντως, η φτώχεια και η ένδεια συνηγορεί στη δημόσια επιθετικότητά μας. Γιατί περί επιθετικότητας πρόκειται. Προς το χώρο.

Θέλετε να σχολιάσετε τις λέξεις:

· Ξενοφοβία και ξενομανία

* Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος στην ουσία. Η φόβος για τον άλλον και η έλξη (υπό όρους όμως) προς τον άλλον. Η ξενομανία είναι μια καλυμμένη ξενοφοβία: απλώς έχει μετατρέψει τον «δικό» σε εχθρό με μια «εσωτερική» ξενοφοβία. Ο ξένος σε αυτή την περίπτωση, είναι ο πιο μέσα μας. Αλλά και στην ξενοφοβία, ο άλλος είναι ένας εαυτός που αρνιόμαστε αποκλείοντάς τον.

· Φόβος και θυμός

* Φόβος: εκ του ρήματος Φοβάμαι. Που θα πει: τρέπομαι εις φυγήν.
Άρα όταν βλέπω φόβο, ψάχνω ΤΙ κυνηγάει αυτόν που φοβάται.
Θυμός: Στα αρχαία ελληνικά ονομαζόταν η Ψυχή. Εξ ου και το «θυμικό» που λέμε.
Στον θυμό βλέπω την ψυχική τρικυμία της θάλασσας που είναι ο άλλος.

· Έρωτας και αγάπη

* Ο Έρωτας είναι ένα κάθετο συναίσθημα. Έχει κάτι το αστραπιαίο. Έχει βάθος μόνο, αλλά συχνά ελάχιστη επιφάνεια. Εν αντιθέσει με την Αγάπη που είναι οριζόντιο αίσθημα. Απλώνεται. Χρειάζεται έκταση. Αν και οι δύο είναι παραφορτωμένες λέξεις τόσο που θα έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν. Ή να τις αλλάξουμε. Γιατί στο όνομα του Έρωτα κάνουμε τους αγριότερους πολέμους, και στο όνομα της Αγάπης τα χειρότερα εγκλήματα.

· Συγγνώμη και συγχώρεση;

* Η συγγνώμη και η συγχώρεση έχουν κάτι κοινό: το «συν». Θέλουν δύο. Τη συγγνώμη πρέπει να τη θέτουμε ως ερώτημα και αίτημα στον άλλον. Που μπορεί και να απορριφθεί. Κατά κανόνα λέμε το «συγγνώμη» παίρνοντας σαν δεδομένο ότι μας δόθηκε. Όχι. Δεν μας δόθηκε. Και μπορεί και να μη δοθεί. Η συγχώρεση είναι πιο προσωπικό αίσθημα, είναι του ενός. Φαινομενικά. Γιατί στη συγχώρεση, πάλι δύο είναι. Απλώς εσύ έχεις αναλάβει την ευθύνη και του άλλου μέσω μιας υπέρβασης.

Αν σας πρόσφεραν ένα ταξίδι, πού θα θέλατε να είναι;

Στα χρόνια του ραδιοφώνου

* Κάπου που να έχει θάλασσα. Έχω ειδική σχέση με το νερό. Νομίζω είμαι αμφίβιο. Δεν εξηγείται αλλιώς. Και στη Λούτσα ή στον Άλιμο να μου έλεγαν να πάω θα είχα τη χαρά του κουταβιού. Αλλά στη Σαντορίνη να με πάτε καλύτερα.

Ανάμεσα στα έργα σας υπάρχει και μια κωμωδία στην οποία πρωταγωνιστούν μια κατσαρίδα και μια γάτα. Πώς το φανταστήκατε;

* Ήδη σας είπα εμμέσως μόλις ότι είμαι αρκετά σκύλος και ψάρι – αν και άνθρωπος. Συνδέομαι με τα ζώα. Ειδικά με τους σκύλους, ταυτίζομαι. Τους μιλάω. Όντως. Λέω: γεια σου σκύλε! Τι κάνεις; Δεν απαντάει αυτός βέβαια. Ούτε η γάτα απαντάει. Έχω πει μια φράση σε σκύλο που φιλοξενούσα και ζήλεψα την ηρεμία του: «Λουκ, άκου να ξέρεις για να το εκτιμήσεις που είσαι σκύλος. Στο λέω εγώ που είμαι άνθρωπος.
Είσαι ευτυχής. Εγώ όχι. Και η ευτυχία πρέπει να σου πω δεν είναι ανθρώπινη κατάσταση…» (την έχω βάλει στο «Δεσποινίς Δυστυχία» αλλιώς). Θα ήθελα να είχα γεννηθεί σκύλος. Έχω γράψει και ένα αφήγημα με αυτό τον τίτλο: Γεννήθηκα σκύλος. Και ένα με γάτα: Η γάτα χωρίς αιτία. Σε ό, τι έχω γράψει υπάρχει είτε ρεαλιστικά είτε ποιητικά κάποιο ζώο. Στην «Εκκρεμότητα» και στο «-Κ-« σκύλος, στο «Δεσποινίς Δυστυχία» ψάρια, στο «Μαζί Ποτέ» ένα ποντίκι. Λογικό λοιπόν που έγραψα το έργο που αναφέρεστε, το «Πόσα ζώα χωράει ένας άνθρωπος;!» με πρωταγωνιστή την Κάτσα, μια κατσαρίδα, και την Αμελί, μια γάτα. Και έναν άνθρωπο, τον Άνθρωπο. Είναι τρεις ισότιμοι ρόλοι και τρεις ισότιμες υπάρξεις στον κόσμο των ανθρώπων. Μιλάνε κιόλας κανονικά. Φιλοσοφούν, βρίζουν, σιωπούν, τραγουδούν, ζωγραφίζουν, γράφουν, ερωτεύονται, κάνουν σεξ. Παίζουν με όλους τους πιθανούς κώδικες επικοινωνίας. Αφού και το έργο διαπραγματεύεται τον φασισμό της ανθρώπινης γλώσσας και του πολιτισμού μας. Ευαγγελίζονται την ανατροπή του ανθρώπινου πολιτισμού όπως τον ξέρουμε και μας συνδέουν με το ζωικό στοιχείο του ανθρώπου που αποκλείσαμε. Και μετά το κάναμε «ταυτότητες», για να το συνδέσω με όσα συζητούσαμε πριν.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι στις μέρες μας και στη χώρα μας σέβονται τα ζώα;

* Σίγουρα τα σέβονται περισσότερο από ό, τι πριν από 20-30 χρόνια. Τα έχουμε «ανθρωποποιήσει» βέβαια. Τα βλέπουμε σαν προβολές του εαυτού μας και κτητικά. Δεν ξέρω αν είμαστε φιλόζωοι, παρά ιδιοκτήτες ζώων. Αγαπάμε το ζώο μας. Όχι τα ζώα. Και από την άλλη υπάρχει και μια υπερβάλλουσα μετάθεση ευαισθησίας προς τα ζώα, που κρύβει μια νεύρωση και έρχεται να υποκαταστήσει τις σχέσεις με τους ανθρώπους. Γιατί το ζώο μας δίνει την ευκολία να το χειριζόμαστε και δεν έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει και να σου πει: Φεύγω. Ή- χωρίζουμε. Θα μου πείτε και ο άνθρωπος δύσκολα το λέει το Φεύγω. Κι αν το πει ξαναγυρίζει πίσω. Αυτό είναι αποδεκτό. Αλλά φανταστείτε να πει το Φεύγω ο σκύλος;! Και πες πως ξαναγύριζε πίσω, ποιος θα δεχόταν έναν σκύλο που παράτησε άνθρωπο; «Φύγε ζώον! Έπρεπε να είχα καταλάβει ότι ζώο θα παρέμενες! Ξεκουμπίσου σκυλί μαύρο!!!». Κάτι τέτοιο δεν θα του λέγαμε; Εδώ το λέμε στον άνθρωπο…

Έχετε κατοικίδιο;

* Όχι δεν έχω. Εγώ είμαι το κατοικίδιό μου. Ξέρετε τι ευθύνη μού δημιουργώ; Δεν μπορώ να έχω και άλλο. Πόσα ζώα να χωρέσει ένας άνθρωπος;!

Ευχαριστώ πολύ.

* Εγώ ευχαριστώ εσάς για το κουράγιο σας. Που ξέρω πως έχετε πολύ. Και για την αγάπη σας για το θέατρο, που δεν περιέχει ίχνος τοξικότητας. Και να μην το σβήσετε αυτό σας παρακαλώ. Να το κρατήσετε…

* Ο Τσιμάρας Τζανάτος γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Σκηνοθεσία Κινηματογράφου (Σχολή Σταυράκου), Θέατρο (Δραματική Σχολή Αθηνών Γ. Θεοδοσιάδη) και Ιστορία της Τέχνης (Ε. Βακαλό).
Δούλεψε αρχικά σαν ηθοποιός στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Από τα μέσα του ’90 αποσύρθηκε για να επιστρέψει το 2012 -κατ’ εξαίρεση- επί σκηνής.
Παράλληλα, από το 1985 εργάστηκε ως ραδιοφωνικός παραγωγός μουσικών εκπομπών και λόγου (Ράδιο 5, Τικ-Τακ FM, ΕΡΑ 2, ΕΡα Sport, Planet) αλλά και ως δημοσιογράφος σε έντυπα και περιοδικά (Εξουσία, Κλικ, Metropolis Press, Music.gr, κ.ά). Ασχολήθηκε με το σενάριο και την στιχουργία/ποίηση. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε στην τηλεόραση είτε στην αρχισυνταξία εκπομπών είτε ως κειμενογράφος (Εκατομμυριούχος, Αδύναμος Κρίκος κ.ά.).
Ως θεατρικός συγγραφέας εμφανίστηκε το 2004 με το κείμενο “Έξοδος” στο έργο «Ονείρου Οδύσσεια» (Δ. Δημητριάδη, Ν. Δήμου, Μ. Πολιτοπούλου, Ε. Πέγκα) που ανέβηκε στο Κ.Θ.Β.Ε. (εκδ. Univercity Press) και το “Μαζί Ποτέ” το 2009 στο Κινητήρας Studio (βασισμένο στην ταινία του Φατίχ Ακίν, Gegen die Wand/Head On) και τα δύο σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη και την ομάδα Dame Blanche.
Tον Μάιο του 2013 παρουσιάστηκε στις «Αναγνώσεις» του Εθνικού Θεάτρου το έργο του “Εκκρεμότητα” σε σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα με την ομάδα Nova Melancholia.
Τον Δεκέμβριο του 2013 σε επαφή με κρατούμενους οροθετικούς και χρήστες των φυλακών Κορυδαλλού και τη Μ.Κ.Ο. ΤΕΧΝΟΔΡΟΜΩ, παρουσιάστηκε το έργο του “-Κ-“, που γράφτηκε για να παιχτεί από τους ίδιους τους κρατουμένους στο χώρο της φυλακής.
Τον Μάρτιο του 2014 η “Εκκρεμότητα” παρουσιάστηκε στο Λονδίνο από το Theater Lab Company της Αναστασίας Ρεβή σε μετάφραση Έλσης Σακελλαρίδου με τον τίτλο “Suspense” σε σκηνοθεσία Jason Warren, σε μορφή μονολόγου.
Το τελευταίο του έργο “H δεσποινίς Δυστυχία” παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο 2014 στις Αναγνώσεις του Θεάτρου Τέχνης – Κ. Κουν σε σκηνοθετική επιμέλεια Άσπας Τομπούλη.
Η “Εκκρεμότητα/Suspense” (εκδ. Ηρόδοτος) ανέβηκε ως ολοκληρωμένη παράσταση σε σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα/Nova Melancholia στις 17 Νοεμβρίου του 2014 στο “Αγγέλων Βήμα”.
* Εργογραφία
Δεσποινίς Δυστυχία,   2014
-Κ-,   2013
Πόσα ζώα χωράει ένας άνθρωπος;!, 2012
Δεσποινίς Δυστυχία-Το αφήγημα, 2011
Εκκρεμότητα, 2010
Μαζί Ποτέ, 2009
Έξοδος/Ονείρου Οδύσσεια, 2004

* Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Τσιμάρα Τζανάτου.

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
694ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art