31.9 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Τζακ Κέρουακ: Ας πιούμε στην υγειά των τρελών

“Ας πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών. Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη… Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. Ίσως, πρέπει να είναι τρελοί. Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν έναν άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες. Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ό,τι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν”. Τζακ Κέρουακ

 

O Τζακ Κέρουακ (Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac, όπως έγινε αργότερα γνωστός) γεννήθηκε στο Λόουελ της Μασαχουσέτης στις 12 Μαρτίου του 1922, γιος του Λέο-Αλσίντ Κέρουακ ή Κερουάκ και της Γκαμπριέλ – Ανζ Λεβέκ.

Σε πολύ νεαρή ηλικία, βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Κέρουακ, αποτελώντας επιπλέον την αφορμή για τη μετέπειτα έκδοση του μυθιστορήματος “Visions of Gerard”.

Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρή ηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του.

Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε καλό αθλητή του μπέιζμπολ και κυρίως του αμερικανικού ποδοσφαίρου, τόσο ικανό ώστε με το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών να λάβει αθλητική υποτροφία για να σπουδάσει δωρεάν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εκεί, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά, με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπιτ γενιάς, μεταξύ αυτών ο Άλεν Γκίνσμπεργκ και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ.

Η φοίτησή του στο Κολούμπια δεν διήρκεσε πολύ, γιατί στο πρώτο έτος σπουδών του, έσπασε το πόδι του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα φούτμπολ. Παράλληλα, η κακή σχέση και οι διαφωνίες με τον προπονητή της ομάδας του, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και επέστρεψε στη γενέτειρά του Λόουελ, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Λόουελ Σαν (Lowell Sun). Ύστερα από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε στο Λόουελ και στη Βοστόνη, όπου έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, στις αρχές του 1942, εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας μακρινά ταξίδια.

Τον επόμενο χρόνο, κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αμερικανικό Ναυτικό, από όπου απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επίσημη αιτιολογία της απόλυσής του, αναφερόταν στην ψυχολογική του κατάσταση και έκανε λόγο για αδιαφορία του. Είναι γεγονός πως δεν τηρούσε αυστηρή υπακοή στις εντολές των ανωτέρων του. Αργότερα, του επετράπη να ξαναεπιταχθεί στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens.

 

 

Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Κέρουακ μαζί με τη φίλη του Έντι Πάρκερ (Edie Parker), συνδέθηκε στενά με τους Λουσιέν Καρ (Lucien Carr) και Άλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον συγγραφέα Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ (William S. Burroughs) καθώς και με τον Νιλ Κάσαντι (Neal Cassady).

Εκείνη την εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζον Κλέλον Χολμς (John Clellon Holmes), ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά τη γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με τη ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα “ήττας” (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο “Beat Generation”.

Παντρεύτηκε την Έντι Πάρκερ το 1944, λίγο μετά τη φυλάκιση του Λουσιέν Καρ για ανθρωποκτονία, για την οποία μάλιστα ο Κέρουακ θεωρήθηκε συνένοχος. Ο γάμος του κράτησε μόλις μερικούς μήνες, χώρισε το 1945 και τον ίδιο χρόνο συνέπεσε ο θάνατος του πατέρα του.

 

 

Λίγο μετά τον θάνατό του, ο Κέρουακ άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, “Η Κωμόπολη και η Πόλη” (“The Town and the City”), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950. Το 1949 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί με τον φίλο του Νιλ Κάσαντι και την πρώην σύζυγο τού Κάσαντι, Λουάν (Luanne).

Την επόμενη δεκαετία, ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον Κάσαντι, κι άλλοτε κάνοντας ότο-στοπ. Η περιπλάνησή του θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του “Στο Δρόμο” (“On the Road”).

Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Τζόαν Χάβερτι (Joan Haverty). Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μια ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Κέρουακ.

 

 

Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα “Στο Δρόμο” (“On the Road”) βασισμένο στα ταξίδια του, τα “Οράματα του Κόντι” (“Visions of Cody”), το “Ντόκτορ Σακς” (“Dr. Sax”), το “Μάγκι Κάσιντι” (“Maggie Cassidy”), τους “Υποχθόνιους” (“The Subterraneans”) και άλλα έργα.

Περίπου το 1955, άρχισε να μελετά το Βουδισμό, επηρεασμένος αρχικά από το έργο του Dwight Goddard “A Buddhist Bible”, ενώ ασχολήθηκε έντονα με το διαλογισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Μεξικό, ολοκλήρωσε την ποιητική του σειρά “Μπλουζ του Μέξικο Σίτι” (“Mexico City Blues”) καθώς και το μυθιστόρημα “Τριστέσα” (“Tristessa”) γραμμένο για μια κοπέλα που γνώρισε εκεί.

Το 1956 άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα “Τα Οράματα του Ζεράρ” (“Visions of Gerard”) γραμμένο για τον αδελφό του, “Γραφές της αιωνιότητας” (“The Scripture of the Golden Eternity”) καθώς και πολλά ποιήματα. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του “Στο Δρόμο” το 1957, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα “Οι Αλήτες του Ντάρμα” (“The Dharma Bums”).

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του “On the Road”, ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Επίσης, αρθρογράφησε στα περιοδικά “Playboy”, “Swank”, “Holiday”, “Escapade” και “Esquire”.

Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ (Big Sur) της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα “Μπιγκ Σερ” (“Big Sur”). Το 1966, παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη, Στέλλα Σάμπα, από τη γενέτειρά του, Λόουελ, κι εγκαταστάθηκε στο Σεντ Πίτερσμπεργκ της Φλώριδα, μαζί με τη μητέρα του.

Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών, στις 21 Οκτωβρίου 1969, από εσωτερική αιμορραγία, λόγω κίρρωσης τού ήπατος. Η σύζυγός του Στέλλα και η μητέρα του Γκαμπριέλ, τέλεσαν μια μικρή κηδεία στο Σεντ Πίτερσμπεργκ, καθώς και μία στο Λόουελ, στην εκκλησία του St. Jean Baptiste, όπου παρακολουθούσε τη λειτουργία όταν ήταν μικρός. Η ταφή του έγινε στον οικογενειακό τάφο των Σάμπα στο Λόουελ.

 

  • Ο Τζακ Κέρουακ από την παιδική του ηλικία έτρεφε μεγάλη αδυναμία στις γάτες.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -