Το σπίτι του ποιητή Νίκου Καββαδία στο Φισκάρδο

 

  • Αποκλειστικές φωτογραφίες για το catisart.gr: Σοφία Παπαδάτου

Ένα αστικό μέγαρο εποχής 19ου αιώνα βρίσκεται στο Φισκάρδο με χαρακτηριστικό τον τεράστιο φίκο στην αυλή του. Είναι το σπίτι που πέρασε τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας ο ποιητής Νίκος Καββαδίας. Το κτίσμα είναι κατοικήσιμο και φροντίζεται από κληρονόμους της οικογένειας, όμως χρειάζεται επειγόντως αναπαλαίωση την οποία οφείλει να αναλάβει η πολιτεία. Πρόκειται για ένα παλατάκι, με χρονολογία κατασκευής 1874.

 

Ο Νίκος Καββαδίας (1910 – 1975) ήταν παιδί του Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας Αγγελάτου. Η Δωροθέα ήταν γόνος του Γρηγόρη Αγγελάτου και της Σταμούλας Γιαννουλάτου αμφότερες οικογένειες εφοπλιστών. Ο Χαρίλαος εκ Φισκάρδου ήταν μεγαλέμπορος και τροφοδότης του τσαρικού στρατού κάτοικος Μαντζουρίας (Manchuria) τότε. Το όνομα του Καββαδία βρισκόταν ανάμεσα στις 219 αρχοντικές οικογένειες της Κεφαλονιάς, τις εγγεγραμμένες στη Χρυσή Βίβλο (Λίμπρο ντ’ Όρο) του έτους 1799.

O Nίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας στην περιοχή του Χαρμπίν, κοντά στον ποταμό Ουσούρ, που ήταν στρατιωτική βάση.

Η Χαρμπίν (Harbin) που έμενε και εργαζόταν ο Χαρίλαος Καββαδίας (κινέζικα: 哈爾濱 / 哈尔滨, Πινγίν: Hā’ěrbīn) είναι πόλη στη βορειοανατολική Κίνα και πρωτεύουσα της επαρχίας Χεϊλογκγιάγκ. Με 4 εκατομμύρια κατοίκους και πάνω από 9 εκατομμύρια στη μητροπολιτική περιοχή. Ιδρύθηκε το 1898 από Ρώσους ως σταθμός ενός σημαντικού σιδηροδρόμου και το εμπόριο της πόλης με τη Ρωσία είχε καθοριστικό ρόλο στην οικονομία της.

Ο πατέρας του, έχοντας ρώσικη υπηκοότητα, διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών – εξαγωγών και μεταφορών, διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων τροφίμων και άλλων καταναλωτικών ειδών. Τα πολιτικά δρώμενα ωστόσο δεν ευνόησαν τις οικονομικές επιχειρήσεις του και η επιδείνωση της κατάστασης τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη Μαντζουρία και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αρχικά εγκατέστησε την οικογένεια στο πατρικό σπίτι στην Άσσο (των Αγγελάτων) και στο Φισκάρδο (των Καββαδία) και αργότερα στο Αργοστόλι. Ο Νίκος μεγάλωσε με άνεση σ’ ένα αστικό περιβάλλον. Στο Αργοστόλι η οικογένειά του έμενε σ’ ένα μεγάλο σπίτι με περιβόλι.

Η μητέρα του ήταν μια ευγενέστατη αρχοντόθωρη δέσποινα και η αδελφή του η Τζένια (Ευγενία) Καββαδία ήταν μια εξαίρετη διανοούμενη, που εκτός από την πλατιά και βαθιά της καλλιέργεια, διέθετε και ένα ταλέντο συγγραφικό όχι συνηθισμένο, που δείγματά του είχαν φανεί στα διηγήματα που δημοσίευε εκείνη την εποχή, κυρίως στο λογοτεχνικό περιοδικό του Πειραιά “Ρυθμός”, στου οποίου τον εκδοτικό κύκλο ανήκε. Είναι κρίμα το ότι δεν έδωσε συνέχεια στο συγγραφικό έργο της. Προτίμησε, ίσως, να μείνει στη σκιά του εμπνευσμένου αδερφού της, θεματοφύλακας του έργου και της μνήμης του. Είχε και δύο μικρότερους αδερφούς (Δημήτρη-Μίκια και Αργύρη).

 

 

“Τὸ 1914, στὴν ἀρχὴ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ὁ πατέρας ἀποφάσισε νὰ φέρει τὴν οἰκογένεια στὴν Ἑλλάδα, καθὼς πλανιόταν στὸν ἀέρα ἡ ἐπερχόμενη ἀνατροπή. Ταξίδεψαν μὲ τὸν Ὑπερσιβηρικὸ σιδηρόδρομο δεκαπέντε ὁλόκληρες μέρες διασχίζοντας τὰ Οὐράλια Ὄρη κι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐνδοχώρας. Φτάσανε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βρήκανε τ᾿ ἀδέρφια τῆς μάνας ποὺ εἶχαν ναυτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ μὲ κάποιο καράβι τους, τοὺς περάσανε στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος. Φτάσανε στὴν Ἀθήνα ὅπου ἔμειναν στὸ ξενοδοχεῖο «Διάνα». Τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ εἶδαν γιὰ πρώτη φορὰ θέατρο – Τὰ «Παναθήναια» μὲ τὴ Μαρίκα Κοτοπούλη. Καταλήξανε στὴν Κεφαλονιὰ στὰ πατρικὰ σπίτια μὲ τὶς γιαγιάδες καὶ τοὺς παπποῦδες, τῆς μάνας στὴν Ἄσσο, τοῦ πατέρα στὸ Φισκάρδο. Δὲν ἔμειναν πολύ. Ἦρθαν στὸ Ἀργοστόλι ὅπου νοικίασαν ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ περιβόλι στὸ δρόμο τῆς Λάσσης, καὶ γράψανε τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ στὸ Νηπιαγωγεῖο τῆς σχολῆς Ἑλένης Μαζαράκη, «Παρθεναγωγεῖο αἱ Μοῦσαι». Ὁ πατέρας γύρισε στὴ Ρωσία γιὰ νὰ τακτοποιήσει τὶς ἐπιχειρήσεις του καὶ τὰ μικρὰ ἀπομεῖναν ξαφνιασμένα στὸ ἀνύποπτο ὡς τότε καὶ ἥσυχο Ἀργοστόλι, ποὺ ἄρχιζε νὰ τὸ τραντάζει ὁ ἀπόηχος τοῦ πολέμου. Ὑδροπλάνα, ὁπλιταγωγά, ἀτμάκατοι, συμμαχικὸς στρατός, Ἄγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι. Τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειας βρίσκονταν κάθε ἀπόγευμα μὲ τὴν νταντὰ στὴν πλατεία. Ὁ Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατὰ τὴ συνήθειά του γιὰ νὰ κάνει φιλίες μὲ στρατιῶτες τοῦ συμμαχικοῦ στρατοῦ, κατὰ προτίμηση τοὺς Σενεγαλέζους ποὺ τὸν ἐντυπωσίαζαν μὲ τὸ χρῶμα τους καὶ τὸ μπόι τους καθὼς τὸν σήκωναν ψηλὰ στὰ χέρια τους καὶ τοῦ χαρίζανε ταινίες ἀπὸ τὰ καπέλα τους καὶ ἄλλα ἀντικείμενα. Ἡ οἰκογένεια ἀποκλείστηκε στὴν Κεφαλονιὰ καὶ ὁ πατέρας ἀποκλείστηκε στὴ Ρωσία. Ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια χάθηκαν τὰ ἴχνη του. Διώχθηκε, φυλακίστηκε, ἔχασε ὡς τὸ τελευταῖο του ρούβλι. Γύρισε τὸ 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικὸς, ἄρρωστος -καὶ τὸ τραγικότερο, ξένος καὶ ἀνένταχτος. Μετακομίσαμε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁ Καββαδίας τελείωσε τὸ Δημοτικὸ στὴ σχολὴ ἀδελφῶν Μπάρδη. Συμμαθητές του ὁ Γιάννης Τσαρούχης καὶ ὁ πάπα-Πυρουνάκης” – Διήγηση της Τζένιας Καββαδία από το μπλογκ Υδροναύτες. (Πηγή: lifo.gr)

 

 

Το βάπτισμα της θάλασσας ο Καββαδίας το πήρε σε ηλικία 11 χρόνων με το επιβατηγό καράβι «Πολικός» των Αγγελάτων, των αδελφών της μητέρας του, όπου ο πατέρας του ήταν τροφοδότης. Τον έπαιρνε μαζί του τα καλοκαίρια ταξιδεύοντας στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Σ’ εκείνα τα πρώιμα ταξίδια, που τον έκαναν ν’ αγαπήσει το υγρό στοιχείο, γνώρισε Ρώσους πρόσφυγες, στρατηγούς, ναυάρχους και όμορφες μεθυσμένες Ρωσίδες, γεμάτες κοσμήματα. Κάποια μέρα «κοιμήθηκε στα γόνατα κάποιες ανασαίνοντας τ’ άρωμά της».

Ο Καββαδίας, στη “Βάρδια”, θα γράψει: “Ο πατέρας μου… ο λαθρέμπορος του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίκτης του Τιεν Τσιν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του, ο πιο ανελέητος άνθρωπος που γνώρισα”.

Στα 19 του χρόνια, πριν μπαρκάρει, δημοσιεύει το ποίημα του «Αγαπάω» στο Περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Παύλου Δρανδάκη, το 1929, όπου είναι εμφανής η αλληλεγγύη του για τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους, τους αδικημένους και τους απόκληρους της γης.

Ο Καββαδίας ήταν φύση παράξενη και ιδιόρρυθμη. Τον χαρακτήριζε το ονειροπόλημα του ποιητή, το ταμπεραμέντο του ναυτικού και η καλοσύνη του μικρού παιδιού, του άφθαρτου, του αλώβητου, του παιχνιδιάρικου και αυτάρεσκου. Και όλ’ αυτά μαζί, συνέθεταν την ανεπανάληπτη προσωπική γοητεία του. Πέρα από το ποιητικό έργο του, μας κληροδότησε και την ανθρωπιά του, αναπόσπαστο στοιχείο για τη συναρμογή μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας που θα μείνει στη μνήμη μας άσβεστη και πάντοτε αξιαγάπητη.

 

Το Φισκάρδο

Ο περιηγητής Μίλερ κατά την επίσκεψή του στο βορειότερο λιμάνι του νησιού τον 19ο αιώνα έγραψε ότι το Φισκάρδο είναι μία από τις πιο γοητευτικές και πιο ενδιαφέρουσες γωνιές της Γης. Το παλιό ψαροχώρι του οποίου τα σπίτια έμειναν ανέπαφα από το σεισμό του 1953, σήμερα είναι ένα από τα πιο φημισμένα τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας.
Πήρε το όνομά του από τον Νορμανδό σταυροφόρο Robert Guiscard, όταν πέθανε εδώ, μετά την τελευταία του επιδρομή το 1085 και τα χρώματά του από τα πορτοκαλί παράθυρα, τα κόκκινα γεράνια, το πράσινο της πυκνής βλάστησης που το περιβάλλει και το γαλάζιο από το ανοιχτό του Ιονίου.
Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια από το κεντρικό πάρκινγκ θα συναντήσετε το ερειπωμένο σπίτι που πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Καββαδίας και μετά θα βρεθείτε στην προκυμαία με τα παλιά κτίσματα που έχουν μετατραπεί σε καφετέριες και εστιατόρια. Χαρακτηριστικά δείγματα τέτοιων σπιτιών είναι του Αμπατιέλου, του Γόμπου, του Τσελέντη. Τα περισσότερα αρχοντικά της περιοχής ανήκουν στην περίοδο της βενετικής κατοχής.
Από την προκυμαία θα ανεβείτε τα σκαλοπάτια για την εκκλησία της Παναγιάς της Πλατυτέρας του 17ου αιώνα. Από ολάνθιστα καντούνια θα επισκεφθείτε τη βυζαντινή εκκλησία του 6ου αιώνα στον φάρο στον Φουρνιά, μετά τα Χτούρια, τους αρχαίους πέτρινους λουτήρες και το θρόνο της θρυλικής βασίλισσας Φισκάρδας.

Το γνωστό αραξοβόλι, που κρατά την παραδοσιακή του αρχοντιά, είναι καταφύγιο και ορμητήριο πολλών σκαφών και από τους πλέον προσφιλείς χώρους θαλάσσιου τουρισμού, σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο. Διάσημο για την παραδοσιακή του ρυμοτομία, αλλά και για τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του. Πανέμορφα χωριά το πλαισιώνουν ολόγυρα, καταλήγοντας σε δαντελωτές πεντακάθαρες ακρογιαλιές, καθώς και τους υπέροχους κυπαρισσώνες της Ευρετής. Ανατολικά, οι οικισμοί μαρτυρούν αδιάψευστα την εξέλιξη στο χρόνο, κοιτώντας αγέρωχα την Ιθάκη, σε ένα διάβα αναμνήσεων και εικόνων από το παρόν και το μέλλον.

Αξίζει επίσης, να σημειωθεί πως η ευρύτερη περιοχή της Ερίσσου έχει επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Το Φισκάρδο αποτελείται από τις παρακάτω γειτονιές: Απολυτός (στην περιοχή της προβλήτας του φέρι-μποτ), Λαρνί (στην περιοχή προς τα Λαγκάδια και το Σπηλιόβουνο), Καμινάκια, Ζαβαλάτα, Φώκι. Στη γύρω περιοχή του Φισκάρδου. υπάρχουν πολλά παραδοσιακά και πανέμορφα χωριά, όπως τα Αντυπάτα, Γερμενάτα, Ψιλιθριάς, Μάγγανος, Κατσαράτα, Ματσουκάτα, Τσελεντάτα, Μπαρζουκάτα, Τζαμαρελάτα, Αγριλιάς, Χαλικερή κ.ά.

 

 

 

«Αγαπάω» / Νίκος Καββαδίας

Αγαπάω ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά τα ματάκια, του αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ΄ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ΄ όνειρό τους,
να φανεί απ΄ τα βάθη του απέραντου δρόμου.

Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ΄ ασπρόφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θά ΄ρθουν πίσω
αγαπάω, και θά ΄θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω.

Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτο τον κόσμο – ό,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ΄ εμένα.

 

  • Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου