35.5 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Το “Τσάι στη Σαχάρα” και ο έρωτας της Ντέμπρα Γουίνγκερ για τον “προστάτη ουρανό” της Ταγγέρης

 

Το 1947 ένας Αμερικανός μουσικός και η συγγραφέας σύζυγός του ταξιδεύουν στη Βόρεια Αφρική, αναζητώντας την έμπνευση και νέες εμπειρίες. Όμως, όσο περισσότερο ψάχνουν το διαφορετικό τόσο πιο πολύ βυθίζονται στην απόγνωση.

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι διασκευάζει για την οθόνη ένα πυρετικό μυθιστόρημα, προσπερνώντας αναγκαστικά κάποια γοητευτικά μυστήριά του, τις ναρκωτικές του αναθυμιάσεις και τους αυτοβιογραφικούς αντίλαλους, επιλέγοντας επίσης μια κατακλείδα διαφορετική.

Πίσω από τα μυσταγωγικά τοπία, απόκοσμης ομορφιάς, τη συναισθηματική μουσική, τη νωχελική αφήγηση, την Ντέμπρα Γουίνγκερ και τον Τζον Μάλκοβιτς όμορφους μέσα στην ελκυστική αυτοκαταστροφή τους, υπάρχει αυτούσια κι απελπισμένη η υπαρξιακή περιπέτεια που συνέλαβε ο Πολ Μπόουλς για θαρραλέους αναχωρητές και αδαείς τουρίστες εξίσου.

 

 

Πανέμορφο, ελεγειακό ρόουντ-μούβι, γύρω από το ταξίδι ενός ζευγαριού Αμερικανών στο Μαρόκο, σε αναζήτηση του αφανισμένου τους έρωτα, λίγο μετά το τέλος του τελευταίου μεγάλου πολέμου. Ελεγειακό αριστούργημα με εικαστικά υπέροχες, βουτηγμένες σ’ έναν έντονο αισθησιασμό, εικόνες. Εξαιρετικό το πρωταγωνιστικό δίδυμο Μάλκοβιτς – Γουίνγκερ αλλά και όλοι οι ηθοποιοί.

O Πολ Μπόουλς και ο Μπερνάντο Μπερτολούσι το 1990, στα γυρίσματα της ταινίας.
Η ταινία Τσάι στη Σαχάρα, κλείνει με τον ίδιο τον Μπόουλς σε καφέ στην Ταγγέρη, όπου μονολογεί για το πεπερασμένο της ζωής και την αξία της κάθε στιγμής.

«Ο προστάτης ουρανός»

Ο αυθεντικός τίτλος του βιβλίου του Πολ Μπόουλς, πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, είναι “Sheltering Sky” –«Ο προστάτης ουρανός», σε ελεύθερη μετάφραση. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε δηλώσει ότι ο τίτλος αναφέρεται στο γαλάζιο χρώμα του ουρανού, που μας δίνει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, κρύβοντας από τα μάτια μας το μαύρο χρώμα του σύμπαντος. Μια ανάλογη ψευδαίσθηση ζουν και οι ήρωες της ταινίας.

Η ιστορία αρχίζει με την άφιξη τριών νεαρών Αμερικανών στο μεταπολεμικό Μαρόκο. Ο Πορτ και η Κιτ είναι ζευγάρι και ταξιδεύουν σε μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατήσουν ζωντανό τον έρωτά τους. Μαζί τους ταξιδεύει και ένας πλούσιος φίλος τους. Ο τελευταίος είναι ο μόνος που παραδέχεται πως είναι τουρίστας, αφού ο Πορτ και η Κιτ δηλώνουν ταξιδιώτες.

Τουρίστες και ταξιδιώτες

«Ο τουρίστας σκέφτεται εξαρχής την επιστροφή, ενώ ο ταξιδιώτης ίσως και να μην επιστρέψει ποτέ», εξηγούν.

Στο πρώτο μέρος της ταινίας, η ροή κυλά σαν ένα ταξιδιωτικό ερωτικό δράμα. Στο δεύτερο, όμως, τα πάντα αλλάζουν. Καθώς οι ήρωες εισχωρούν όλο και πιο βαθιά στην έρημο, όλες οι ψευδαισθήσεις σταθερότητας και ασφάλειας, αρχίζουν να διαλύονται. Η Κιτ θα χάσει τη «δυτική» ματιά της και θα βυθιστεί στην άγνωστη κουλτούρα των λαών της ερήμου. Κάπως έτσι θα συνειδητοποιήσει την πραγματική φύση της ζωής -εκείνη που κρύβεται πίσω από το γαλάζιο χρώμα του ουρανού- και θα οδηγηθεί στην πλήρη παραίτηση.

Ο Μπερτολούτσι γύρισε το «Τσάι στη Σαχάρα» αμέσως μετά τον «Τελευταίο αυτοκράτορα», θέλοντας να αποτοξινωθεί, κατά κάποιον τρόπο, από τις υπερπαραγωγές. Πήγε λοιπόν στην έρημο και στα χωριά των Βεδουίνων με ένα εξαιρετικά ολιγομελές συνεργείο και με μερικούς ηθοποιούς που δεν φοβούνταν την ταλαιπωρία. Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να επιδείξει για μια ακόμη φορά τον περφεξιονισμό του, τόσο στον τομέα της οπτικής και ηχητικής προσέγγισης όσο και σε εκείνον των ερμηνειών.

 

 

Ο διευθυντής φωτογραφίας Βιτόριο Στοράρο εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το μαγικό φως της ερήμου και δημιούργησε μια φωτογραφία που ακολουθεί τη συναισθηματική κατάσταση των ηρώων: στο πρώτο μέρος η οθόνη γεμίζει από κίτρινες αποχρώσεις και στο δεύτερο «βουλιάζει» στο βαθύ μπλε και το βιολετί.

Οι ερμηνείες του Τζον Μάλκοβιτς και της Ντέμπρα Γουίνγκερ μένουν πιστές στον εσωτερικό ρυθμό της ταινίας, ενώ η μουσική του Ρουίτσι Σακαμότο δημιουργεί το κατάλληλο ηχητικό περιβάλλον ώστε ο θεατής να απολαύσει μια από τις πιο καλαίσθητες ταινίες του σπουδαίου Ιταλού δημιουργού.

Η ταινία κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα για τη μουσική των Ryuichi Sakamoto – Richard Horowitz και το BAFTA φωτογραφίας για το Vittorio Storaro (1991).

Η πρωταγωνίστρια

Η Debra Winger υπάρχει ακριβώς για να αλλοιώσει την εικόνα που είχε διαμορφώσει στα 1980. Ερμηνεύει το θύμα της ερήμου, τον δυτικό που θα αποπλανηθεί από τη μαγεία του μυστηρίου χωρίς να το προμελετάει.

Το μεγάλο κεφάλαιο της ταινίας η Debra Winger, που η συγκλονιστική ερμηνεία της και το ταξίδι της στην ταινία, έμελλε να καθορίσει και τη μετέπειτα σταδιοδρομία της εφόσον μετά το τέλος των γυρισμάτων και συνεπαρμένη από την ταινία και το βιβλίο, αρνήθηκε να επιστρέψει στην Αμερική και παρέμεινε στην Ταγγέρη, για πολλά χρόνια ερωτευμένη όπως δήλωσε η ίδια με τον ογδοντάχρονο τότε συγγραφέα του βιβλίου Paul Bowles, ο οποίος βρισκόταν στα γυρίσματα και μάλιστα ως αφηγητής εμφανίζεται και στην αρχή της ταινίας. Η Winger βίωσε την ταινία και τα γυρίσματα στο έπακρο, παράτησε μια ανερχόμενη καριέρα στο Hollywood και προτίμησε να πίνει το δικό της τσάι στην Σαχάρα, κάνοντας μετέπειτα δηλώσεις για τον συμπρωταγωνιστή της John Malkovich πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ακόμη catwalk model.

Η σπουδαία ηθοποιός είχε την τύχη να συνεργαστεί με διακεκριμένους σκηνοθέτες, όπως με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι στο «Τσάι στη Σαχάρα» και τον σερ Ρίτσαρντ Ατέμπορο στο «Shadowlands». Έχει παίξει πλάι στους Σίρλεϊ ΜακΛέιν, Τζακ Νίκολσον («Σχέσεις στοργής»), Άντονι Χόπκινς («Στη χώρα της σκιάς»), ενώ την είχε ερωτευθεί – κινηματογραφικά – ο Ρίτσαρντ Γκιρ στην ταινία «Ιπτάμενος και τζέντλεμαν». Στο ενεργητικό της έχει τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ («Σχέσεις στοργής», «Ιπτάμενος και τζέντλεμαν», «Στη χώρα της σκιάς») και πορεία αξιοπρόσεκτη. Τι απέγινε όμως η (65άρα σήμερα) Ντέμπρα Γουίνγκερ; Το ’86 παντρεύτηκε τον Τίμοθι
Χάτον, απέκτησαν ένα αγόρι και τέσσερα χρόνια αργότερα χώρισαν. Εν τω μεταξύ απέρριψε την πρόταση να παίξει στην ταινία «Μοιραία έλξη» κι έτσι τον ρόλο πήρε η Γκλεν Κλόουζ. Το ’96 παντρεύτηκε τον συνάδελφό της Άρλις Χάουαρντ και ουσιαστικά αποτραβήχτηκε από τη σόουμπιζ και τα μεγάλα πλατό. Τι κάνει πια σήμερα; Δουλειές κυρίως για την τηλεόραση. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι η Γουίντερ έδωσε τη φωνή της στον εξωγήινο του κλασικού φιλμ Ε.Τ. του Σ. Σπίλμπεργκ. Πριν από την κινηματογραφική σταδιοδρομία της, όμως, είχε ξεκινήσει με επιτυχία από την τηλεόραση, παίζοντας στη σειρά Wonder Woman (1976-77)

Χρόνια αργότερα η Σίρλεϊ Μακ Λέιν (Σχέσεις Στοργής) έγραψε στην αυτοβιογραφία της ότι η Ντέμπρα Γουίνγκερ ήταν πάρα πολύ δύσκολη και αγενής κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων των “Σχέσεων στοργής”.

Η Ντέμπρα Γουίνγκερ και η Σίρλεϊ ΜακΛέιν είναι γνωστό πως δεν ήταν και οι πιο εύκολοι άνθρωποι στον κόσμο. Όταν οι δυο τους λοιπόν συναντήθηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Terms of Endearment», ήρθαν κυριολεκτικά στα χέρια. Και οι δύο πάντως προτάθηκαν για το Όσκαρ, το οποίο τελικά κέρδισε η ΜακΛέιν, κάνοντας έξαλλη τη συνάδελφό της.

Μυσταγωγία

To “Τσάι στη Σαχάρα” είναι μια ταινία που πρέπει να την αντιμετωπίσουμε σχεδόν μυσταγωγικά για να την κατανοήσουμε και όχι ως άλλο ένα κινηματογραφικό έπος. Είναι επίσης η ταινία που μας έμαθε πως η διαφορά του τουρίστα από τον ταξιδιώτη είναι πως ο τουρίστας σκέφτεται από την πρώτη στιγμή πως θα επιστρέψει πίσω, ενώ ο ταξιδιώτης μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ. Είναι μια ταινία που μίλησε για την ψευδαίσθηση του μόνιμου και της σιγουριάς, για άγνωστες κουλτούρες και για τη λυτρωτική έννοια της παραίτησης.

 

 

Είναι η ταινία που εξαφάνισε την Debra Winger από τον κινηματογράφο για πολλά χρόνια και μας κάνει να αισθανόμαστε και εμάς καθώς παρακολουθούμε την ταινία ξανά και ξανά πως ένα σύννεφο άμμου μας σκεπάζει προκειμένου να κάνουμε και εμείς ως θεατές ταξιδιώτες και όχι ως θεατές τουρίστες, το ταξίδι στη δική μας «κινηματογραφική έρημο».

 

 

Ο συγγραφέας

Τι να πούμε για τον Πολ Μπόουλς, τον Αμερικανό συγγραφέα που άφησε πίσω του τη Νέα Υόρκη για να ζήσει τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του στην Ταγγέρη; Γεννήθηκε το 1910. Στα είκοσί του, σκαστός από το σπίτι του, πήγε στο Παρίσι να σπουδάσει μουσική με τον Ααρόν Κόπλαντ. Έγραψε μουσική για θεατρικά και κινηματογραφικά έργα. Ήταν φίλος του Τένεσι Ουίλιαμς και του Όρσον Ουέλς. Στα τέλη της δεκαετίας του ’30, έχοντας κάνει πολλά ταξίδια, σταματάει στο Μαρόκο. Η Ταγγέρη είναι πια τόπος του. Της ζωής και του θανάτου του. Αρχίζει να γράφει. Το πρώτο του μυθιστόρημα το έγραψε το 1949. Λεγόταν Sheltering Sky. Έγινε πασίγνωστο το 1990 όταν ο Μπερτολούτσι το γύρισε ταινία. Στην Ελλάδα ήρθε με τον τίτλο “Τσάι στη Σαχάρα”.

Ο Πωλ Μπόουλς (1910-1999) ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 γράφοντας ποίηση, συνέχισε τη δεκαετία του 1930 συνθέτοντας μουσική και τη δεκαετία του 1940 μεταπήδησε στον πεζό λόγο. Η έκδοση το 1949 του πρώτου του μυθιστορήματος “Τσάι στη Σαχάρα” του χάρισε μεγάλη φήμη και η συγγραφική του δραστηριότητα επισκίασε όλες τις άλλες. Την επόμενη εικοσαετία ο Μπόουλς έγραψε τρία ακόμη μυθιστορήματα, “Καλώς να πέσει” (1952), “The Spider’s House” (1955) και “Ψηλά πάνω από τον κόσμο” (1966). Στη συνέχεια, αφιερώθηκε στα διηγήματα, τις μεταφράσεις και τα ταξιδιωτικά κομμάτια. Στο έργο του χαρτογραφεί τη σύγκρουση ανάμεσα στον “πολιτισμένο” Δυτικό και τις κοινωνίες που επισκέπτεται, τις οποίες δεν θα μπορέσει ποτέ του να καταλάβει. Σε μια συνέντευξή του είχε πει: “Πάντα ήθελα να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα από τον τόπο όπου γεννήθηκα”.

Απόσπασμα

«Το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου είναι προσωπικό
μόνο στον βαθμό που συμβαίνει να μοιάζει με αυτό που ήδη υπάρχει στη μνήμη του».
EDUARDO MALLEA

 

 

i

Μέσα στην απόλυτη αποχαύνωση, στην απόλυτη χαλάρωση, έμεινε για λίγο τελείως ακίνητος κι έπειτα αφέθηκε ξανά σε έναν από εκείνους τους φευγαλέους, ελαφριούς ύπνους που ακολουθούν έπειτα από έναν βαθύ και παρατεταμένο. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια πάλι και κοίταξε το ρολόι στον καρπό του. Ήταν απλώς μια ανακλαστική κίνηση, γιατί όταν είδε την ώρα δεν ένιωσε παρά σύγχυση.

 

 

Ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια του. Το δωμάτιο δεν του θύμιζε σχεδόν τίποτα∙ ήταν υπερβολικά βυθισμένος στην ανυπαρξία απ’ την οποία είχε μόλις επιστρέψει. Δεν είχε ούτε την ενέργεια να προσδιορίσει τη θέση του στον χρόνο και τον χώρο, αλλά ούτε και την επιθυμία για κάτι τέτοιο. Βρισκόταν κάπου και είχε γυρίσει εκεί από το πουθενά, διασχίζοντας αχανείς εκτάσεις∙ στον πυρήνα της συνείδησής του υπήρχε η βεβαιότητα μιας ατελείωτης θλίψης, αλλά η θλίψη ήταν καθησυχαστική, γιατί μόνο αυτή δεν του ήταν ξένη. Δεν είχε ανάγκη από άλλη παρηγοριά. Μέσα στην απόλυτη αποχαύνωση, στην απόλυτη χαλάρωση, έμεινε για λίγο τελείως ακίνητος κι έπειτα αφέθηκε ξανά σε έναν από εκείνους τους φευγαλέους, ελαφριούς ύπνους που ακολουθούν έπειτα από έναν βαθύ και παρατεταμένο. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια πάλι και κοίταξε το ρολόι στον καρπό του. Ήταν απλώς μια ανακλαστική κίνηση, γιατί όταν είδε την ώρα δεν ένιωσε παρά σύγχυση. Ανασηκώθηκε, κοίταξε γύρω το φτηνιάρικο δωμάτιο, έπιασε το μέτωπό του και, ξεφυσώντας βαθιά, έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Τώρα ωστόσο ήταν ξύπνιος∙ λίγα δευτερόλεπτα αργότερα συνειδητοποίη­σε πού βρισκόταν, κατάλαβε ότι ήταν αργά το απόγευμα και ότι είχε πέσει για ύπνο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Στο διπλανό δωμάτιο μπορούσε να ακούσει τη γυναίκα του να περπατάει με τα τακούνια της στο λείο πλακοστρωμένο πάτωμα, και ο ήχος αυτός τώρα τον ανακούφιζε, μιας και είχε φτάσει πια σε ένα άλλο επίπεδο συνειδητότητας όπου η απλή βεβαιότητα ότι ήταν ζωντανός δεν ήταν πλέον αρκετή. Πόσο δύσκολο ήταν όμως να αποδεχθεί το ψηλοτάβανο, στενό δωμάτιο με τις δοκούς στην οροφή, τα τεράστια, απαθή σχέδια που είχαν ζωγραφιστεί με αδιάφορα χρώματα στους γύρω τοίχους, το κλειστό παράθυρο με το κόκκινο και πορτοκαλί γυαλί. Χασμουρήθηκε: Δεν υπήρχε αέρας στο δωμάτιο. Αργότερα θα κατέβαινε απ’ το υπερυψωμένο κρεβάτι και θα άνοιγε το παράθυρο, και εκείνη τη στιγμή θα θυμόταν το όνειρό του. Μολονότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει καμία λεπτομέρεια, ήξερε ότι είχε ονειρευτεί. Στην άλλη πλευρά του παραθύρου υπήρχε ο άνεμος, οι στέγες, η πόλη, η θάλασσα. Ο βραδινός αέρας θα του δρόσιζε το πρόσωπο καθώς αγνάντευε, και τότε θα του ερχόταν το όνειρο. Τώρα μπορούσε απλώς να μείνει ξαπλωμένος, ανασαίνοντας αργά, έτοιμος σχεδόν να αποκοιμηθεί και πάλι, παράλυτος στο ασφυκτικό δωμάτιο, δίχως να περιμένει το σούρουπο, αλλά μένοντας ακίνητος μέχρι να έρθει.

ii

Στην ταράτσα του καφέ Εκμούλ-Νουαζό κάθονταν μερικοί Άραβες και έπιναν μεταλλικό νερό∙ μονάχα τα φέσια τους, σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου, τους διαχώριζαν απ’ τους υπόλοιπους στο λιμάνι. Τα ευρωπαϊκά τους ρούχα ήταν ξεφτισμένα και γκρίζα∙ θα ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς το αρχικό κόψιμο κάθε ενδύματος. Τα μισόγυμνα λουστράκια κάθονταν ανακούρκουδα στα κασελάκια τους κοιτάζοντας το πεζοδρόμιο, δίχως δύναμη ούτε να διώξουν τις μύγες που συνωστίζονταν στα πρόσωπά τους. Μέσα στο καφέ ο αέρας ήταν πιο δροσερός αλλά ασάλευτος, και μύριζε ξινισμένο κρασί και κάτουρο.

 

John Malkovich, Debra Winger, Bernardo Bertolucci. (Photo by Pool CAMHI/STEVENS/Gamma-Rapho via Getty Images)

 

Στο τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνία κάθονταν τρεις Αμερικανοί∙ δύο νεαροί και μια κοπέλα. Συζητούσαν χαμηλόφωνα και με τον τρόπο των ανθρώπων που έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους. Ο ένας από τους άντρες, ο αδύνατος με την ελαφρώς ειρωνική, αλαφιασμένη έκφραση, δίπλωνε κάτι μεγάλους, πολύχρωμους χάρτες, τους οποίους λίγο νωρίτερα είχε απλώσει στο τραπέζι. Η γυναίκα του παρακολουθούσε τις σχολαστικές του κινήσεις με ένα ανάμεικτο συναίσθημα αγανάκτησης και ευχαρίστησης∙ οι χάρτες την έκαναν να πλήττει, κι εκείνος δεν παρέλειπε ποτέ να τους συμβουλεύεται. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των σύντομων περιόδων που οι ζωές τους είχαν μια σταθερότητα, οι οποίες δεν ήταν πολλές από τον γάμο τους και μετά, εδώ και δώδεκα χρόνια, αρκούσε να εντοπίσει κάπου ένα χάρτη για να αρχίσει να τον μελετάει με πάθος κι έπειτα, ως συνήθως, ξεκινούσε να σχεδιάζει κάποιο καινούργιο, απίθανο ταξίδι, που ορισμένες φορές γινόταν τελικά πραγματικότητα. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του τουρίστα∙ ήταν ταξιδιώτης. Η διαφορά έχει να κάνει εν μέρει με τον χρόνο, εξηγούσε. Ενώ ο τουρίστας λαχταρά να γυρίσει σπίτι του έπειτα από μερικές εβδομάδες ή μήνες, ο ταξιδιώτης, καθώς δεν ανήκει σε ένα μέρος περισσότερο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, κινείται αργά, για χρόνια, από το ένα σημείο της γης στο άλλο. Και πράγματι, του ήταν δύσκολο να πει, ανάμεσα στους πολλούς τόπους όπου είχε ζήσει, πού ακριβώς είχε νιώσει περισσότερο σαν στο σπίτι του. Πριν από τον πόλεμο ήταν η Ευρώπη και η Μέση Ανατολή, στη διάρκεια του πολέμου οι Δυτικές Ινδίες και η Νότια Αμερική. Κι εκείνη τον συνόδευε, χωρίς να επαναλαμβάνει τα παράπονά της πολύ συχνά ή πολύ έντονα.

 

 

Σε αυτό το ταξίδι είχαν μόλις διασχίσει τον Ατλαντικό πρώτη φορά από το 1939, με αρκετές αποσκευές και την πρόθεση να μείνουν όσο το δυνατό πιο μακριά από τα μέρη που είχε περάσει ο πόλεμος. Γιατί, όπως υποστήριζε, άλλη μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον τουρίστα και τον ταξιδιώτη είναι ότι ο πρώτος αποδέχεται τον δικό του πολιτισμό δίχως να τον αμφισβητεί, ενώ ο ταξιδιώτης τον συγκρίνει πάντα με άλλους πολιτισμούς και απορρίπτει τα στοιχεία που δεν του ταιριάζουν. Και ο πόλεμος αποτελούσε μία όψη της μηχανοποιημένης εποχής που ήθελε να αφήσει πίσω του.

Στη Νέα Υόρκη είχαν ανακαλύψει ότι η Βόρεια Αφρική αποτελούσε ένα από τα λίγα μέρη στα οποία θα μπορούσαν να ταξιδέψουν με πλοίο. Στις προηγούμενες επισκέψεις του, κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων στο Παρίσι και τη Μαδρίτη, του είχε φανεί ότι θα μπορούσε να μείνει κάνα χρόνο εκεί∙ σε κάθε περίπτωση ήταν κοντά στην Ισπανία και την Ιταλία και μπορούσαν να περάσουν απέναντι αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Το μικρό φορτηγό πλοίο τούς είχε ξεράσει μέσα απ’ το ευρύχωρο στόμα του την προηγούμενη μέρα, αφήνοντάς τους στην καυτή αποβάθρα, ιδρωμένους και κατσούφηδες απ’ την ταραχή τους, και για αρκετή ώρα κανείς δεν τους είχε δώσει σημασία. Καθώς στεκόταν εκεί, κάτω από τον ζεματιστό ήλιο, είχε μπει στον πειρασμό να επιβιβαστεί ξανά στο καράβι και να συνεχίσει για Κωνσταντινούπολη, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο χωρίς να ρίξει τα μούτρα του, αφού ήταν εκείνος που τους είχε πείσει να πάνε στη Βόρεια Αφρική. Έτσι λοιπόν κοίταξε ανέκφραστος την αποβάθρα από πάνω ως κάτω, έκανε μερικά κάπως υποτιμητικά σχόλια για την τοποθεσία και άφησε το θέμα εκεί, παίρνοντας σιωπηρά την απόφαση να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό για την ενδοχώρα.

Ο άλλος άντρας στο τραπέζι, όταν δεν μιλούσε, σφύριζε αμέριμνα έναν σκοπό μέσα απ’ τα δόντια του. Ήταν λίγο νεότερος, πιο γεροδεμένος και εντυπωσιακά ωραίος, όπως του έλεγε συχνά η κοπέλα, σαν τους ηθοποιούς της τελευταίας γενιάς της Παραμάουντ. Συνήθως ελάχιστες εκφράσεις έπαιρνε το λείο πρόσωπό του, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν έτσι τοποθετημένα, ώστε να αποπνέουν μια ουδέτερη αίσθηση γενικής ικανοποίησης όταν ήταν ήρεμα.

 

 

Κοιτούσαν έξω, στον δρόμο, τη σκονισμένη αντηλιά του απογεύματος.

«Ο πόλεμος έχει αφήσει σίγουρα το σημάδι του εδώ». Μικρόσωμη, με ξανθά μαλλιά και καστανή επιδερμίδα, είχε μονάχα την ένταση του βλέμματός της για να τη σώζει απ’ την ταμπέλα της ωραίας. Όταν κοιτούσες τα μάτια της, το υπόλοιπο πρόσωπό της θόλωνε, και αν προσπαθούσες να το ανακαλέσεις αργότερα, απέμενε μονάχα η διεισδυτική, διερευνητική ματιά της.

«Ε, είναι φυσικό. Για έναν χρόνο ή και παραπάνω, στρατεύματα περνούσαν από εδώ».

«Θα έπρεπε ωστόσο να είχαν αφήσει ήσυχο κάποιο μέρος στον κόσμο» είπε η κοπέλα. Αυτό το είπε για να ευχαριστήσει τον σύζυγό της, γιατί είχε μετανιώσει που ενοχλήθηκε με τους χάρτες του πριν από ένα λεπτό. Αναγνωρίζοντας τη χειρονομία, αλλά δίχως να αντιλαμβάνεται την αιτία της, εκείνος δεν έδωσε σημασία.

Ο άλλος άντρας γέλασε συγκαταβατικά και μπήκε στη συζήτηση.

«Ειδικά για τη δική σου ευχαρίστηση, να υποθέσω;» είπε ο άντρας της.
«Για τη δική μας. Ξέρεις ότι το απεχθάνεσαι όλο αυτό όσο κι εγώ».
«Ποιο όλο αυτό;» ρώτησε θιγμένος. «Αν εννοείς το άχρωμο τούτο χάλι που αυτοαποκαλείται πόλη, τότε ναι. Αλλά και πάλι προτιμώ να είμαι εδώ, παρά πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Έσπευσε να συμφωνήσει. «Ω, μα φυσικά. Δεν εννοούσα όμως ετούτο το μέρος, ούτε κάποιο άλλο συγκεκριμένα. Εννοούσα όλο αυτό το φριχτό πράγμα που γίνεται μετά από κάθε πόλεμο, παντού».

«Έλα, Κιτ» είπε ο άλλος άντρας. «Δεν θυμάσαι και κανέναν άλλο πόλεμο».

Δεν του έδωσε σημασία. «Οι άνθρωποι σε κάθε χώρα γίνονται όλο και πιο όμοιοι μεταξύ τους. Δεν έχουν χαρακτήρα, ομορφιά, ούτε ιδανικά ή κουλτούρα – δεν έχουν τίποτα, τίποτα».

 

 

«Οι άνθρωποι σε κάθε χώρα γίνονται όλο και πιο όμοιοι μεταξύ τους. Δεν έχουν χαρακτήρα, ομορφιά, ούτε ιδανικά ή κουλτούρα – δεν έχουν τίποτα, τίποτα». Ο άντρας της της χάιδεψε το χέρι. «Έχεις δίκιο. Έχεις δίκιο» είπε χαμογελώντας. «Όλα γίνονται γκρίζα και θα γίνουν ακόμα περισσότερο. Κάποια μέρη ωστόσο αντιστέκονται σε τούτη την πάθηση περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Θα το δεις, εδώ στη Σαχάρα…».

Απέναντι απ’ τον δρόμο ένα ραδιόφωνο έστελνε παντού τις υστερικές κραυγές μιας σοπράνο κολορατούρα. Η Κιτ ρίγησε. «Ας βιαστούμε λοιπόν να πάμε εκεί» είπε. «Ίσως να καταφέρουμε να γλιτώσουμε από αυτό».

Άκουγαν συνεπαρμένοι την άρια, η οποία, πλησιάζοντας στο τέλος της, έκανε τις αναγκαίες προετοιμασίες για την αναπόφευκτη υψηλή νότα.

Τότε η Κιτ είπε: «Τώρα που τελείωσε, θα ήθελα ένα ακόμα μπουκάλι Oulmès».

«Θεέ μου, κι άλλο απ’ αυτό το ανθρακούχο! Στο τέλος θα απογειωθείς».

«Το ξέρω, Τάνερ» είπε εκείνη «μα δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου το νερό. Ό,τι κι αν κοιτάζω αμέσως μου φέρνει δίψα. Πρώτη φορά πιστεύω ότι θα μπορούσα να ανέβω στο τρένο και να μείνω εκεί. Δεν μπορώ να πίνω μέσα στη ζέστη».

«Ακόμα ένα Pernod;» είπε ο Τάνερ στον Πορτ.

Η Κιτ συνοφρυώθηκε. «Αν ήταν πραγματικό Pernod–»

«Δεν είναι κακό» είπε ο Τάνερ, καθώς ο σερβιτόρος άφηνε ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό στο τραπέζι.

«Ce n’est pas du vrai Pernod?»*

«Si, si, c’est du Pernod»** είπε ο σερβιτόρος.

«Ας πάρουμε κάτι άλλο» είπε ο Πορτ. Κοίταξε το ποτήρι του βαριεστημένα. Κανείς δεν μίλησε καθώς το γκαρσόνι απομακρυνόταν. Η σοπράνο ξεκίνησε ακόμα μια άρια.

«Να τη πάλι!» φώναξε ο Τάνερ. Ο θόρυβος από το τραμ και την κόρνα του, καθώς περνούσε έξω από την ταράτσα, έπνιξε για μια στιγμή τη μουσική. Κάτω απ’ την τέντα διέκριναν φευγαλέα το ανοιχτό όχημα να κλυδωνίζεται στη λιακάδα. Ήταν γεμάτο ανθρώπους ντυμένους με παλιόρουχα.

Ο Πορτ είπε: «Χτες είδα ένα παράξενο όνειρο. Προσπαθούσα να το θυμηθώ και τώρα μόλις τα κατάφερα».

«Όχι!» φώναξε η Κιτ. «Τα όνειρα είναι τόσο πληκτικά! Σε παρακαλώ!»

«Δεν θες να το ακούσεις!» γέλασε εκείνος. «Θα σου το πω όμως έτσι κι αλλιώς». Η τελευταία φράση ειπώθηκε με κάποια αγριάδα, η οποία έδειχνε προσποιητή στην επιφάνεια, όμως όταν η Κιτ τον κοίταξε, ένιωσε στην πραγματικότητα τη βιαιότητα που έκρυβε. Δεν ξεστόμισε λοιπόν τα κοροϊδευτικά λόγια που ήταν έτοιμη να πει.

«Θα είμαι σύντομος» είπε χαμογελώντας. «Ξέρω ότι μου κάνεις χάρη που το ακούς, αλλά δεν μπορώ να το φέρω στη μνήμη μου μονάχα με τη σκέψη. Ήταν μέρα κι εγώ βρισκόμουν σ’ ένα τρένο που επιτάχυνε συνεχώς. Είπα μέσα μου: ‘‘Θα καταλήξουμε στην αγκαλιά ενός μεγάλου κρεβατιού, με σεντόνια που θα υψώνονται σαν βουνά’’».

 

 

Ο Τάνερ είπε πονηρά: «Καλύτερα να συμβουλευτείς τον Τσιγγάνικο Ονειροκρίτη της Μαντάμ ΛαΧίφ».

«Σκάσε. Και σκέφτηκα ότι, αν ήθελα, θα μπορούσα να ξαναζήσω – να αρχίσω ξανά από την αρχή και να φτάσω πάλι στο σήμερα, ζώντας ακριβώς την ίδια ζωή μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια».

Η Κιτ έκλεισε τα μάτια της ενοχλημένη.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε εκείνος.
«Νομίζω ότι είναι εξαιρετικά άκομψο και εγωιστικό να συνεχίζεις, όταν γνωρίζεις πόσο πληκτικό είναι για μας».
«Μα αφού το διασκεδάζω τόσο πολύ». Χαμογέλασε πλατιά. «Και πάω στοίχημα ότι ο Τάνερ επιθυμεί να το ακούσει. Έτσι δεν είναι;»
Ο Τάνερ χαμογέλασε. «Τα όνειρα είναι η αδυναμία μου. Ξέρω απέξω τον Ονειροκρίτη».
Η Κιτ άνοιξε το ένα της μάτι και τον κοίταξε. Έφτασαν τα ποτά.
«Είπα λοιπόν μέσα μου: ‘‘Όχι! Όχι!’’. Δεν μπορούσα να διανοηθώ καν ότι θα αντιμετώπιζα ξανά όλους αυτούς τους φόβους και τους πόνους, με κάθε λεπτομέρεια. Κι ύστερα, χωρίς λόγο, κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο τα δέντρα και άκουσα τον εαυτό μου να λέει: ‘‘Ναι!’’. Γιατί ήξερα ότι ήμουν διατεθειμένος να τα ξαναπεράσω όλα από την αρχή, μονάχα για να οσφρανθώ τον ανοιξιάτικο αέρα έτσι όπως μύριζε όταν ήμουν παιδί. Τότε όμως συνειδητοποίησα ότι ήταν πολύ αργά, γιατί την ώρα που έλεγα μέσα μου “Όχι!” είχα βάλει το χέρι μου στο στόμα και είχα σπάσει τους κοπτήρες μου σαν να ήταν από γύψο. Το τρένο είχε σταματήσει κι εγώ κρατούσα τα δόντια μου στην παλάμη κλαίγοντας. Ξέρεις, με εκείνους τους φριχτούς λυγμούς των ονείρων που σε κάνουν να τραντάζεσαι σαν σεισμός».

Η Κιτ σηκώθηκε αδέξια απ’ το τραπέζι και κατευθύνθηκε προς μια πόρτα που έγραφε Κυρίες. Είχε βάλει τα κλάματα.

«Άσ’ την» είπε ο Πορτ στον Τάνερ, που το πρόσωπό του έδειχνε ανησυχία. «Είναι εξαντλημένη. Η ζέστη την πειράζει».

* Γαλλικά στο κείμενο: «Αυτό δεν είναι γνήσιο Pernod;»
** «Ναι, ναι, είναι Pernod».

 

 

* The Sheltering Sky. Βρετανία/Ιταλία, 1990. Σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Σενάριο: Πολ Μπόουλς, Μαρκ Πέπλοου, Μπερτολούτσι. Ηθοποιοί: Τζον Μάλκοβιτς, Ντέμπρα Γουίνγκερ, Κάμπελ Σκοτ, Τζιλ Μπένετ. 138′

* Το βιβλίο του Paul Bowles «Τσάι στη Σαχάρα» (μτφρ. Νίκος Α. Μάντης) κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -