Cat Is Art

Το χρυσό δαχτυλίδι του Μίνωα, ένα από τα μεγαλύτερα και σπανιότερα χρυσά σφραγιστικά στον κόσμο

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πρωτοανακαλύφθηκε το 1928 σ’ ένα χωράφι στην Κνωσό. Εξαφανίστηκε μυστηριωδώς επί 73 χρόνια, για να παραδοθεί τελικά από έναν ιδιώτη το Μάιο του 2001 στο Μουσείο Ηρακλείου, όπου εκτίθεται σήμερα.

Ο λόγος για το περίφημο χρυσό δαχτυλίδι του Μίνωα, σπάνιο κόσμημα του 15ου αιώνα π.Χ. Πάνω στη σφενδόνη του εμφανίζονται σκηνές από τα Θεοφάνεια, την εμφάνιση της μεγάλης θεάς των Μινωιτών στους πιστούς.

Βασιλείς-θεοί

Στη μινωική Κρήτη δεν υπήρχαν ναοί και ήταν γενικώς αποδεκτό ότι ακόμα και οι άνθρωποι μπορούσαν να ενσαρκώνουν μια θεότητα. Συχνά οι βασιλείς και οι πρίγκιπες υποδύονταν στις τελετές τις θεότητες και δέχονταν προσφορές από τους πιστούς. Μια τέτοια σκηνή αναπαριστά και το περίφημο δαχτυλίδι του Μίνωα.

 

 

Οράματα

Στα οραματικά Θεοφάνεια οι ιερείς έπεφταν σε έκσταση κι έβλεπαν τη μεγάλη θεά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να κάθεται στον υπαίθριο βωμό της. Οι Μινωίτες αντιμετώπιζαν τη θεότητα ως κάτι μυστηριακό που εμφανιζόταν στιγμιαία στους πιστούς με τη μορφή ανθρώπου ή ζώου. Η αντίληψη αυτή για το θείο αντικατοπτρίζεται σε μεταγενέστερους μύθους στους οποίους αναβιώνουν προελληνικές δοξασίες, όπως ο μύθος της αρπαγής της Ευρώπης από τον Δία μεταμορφωμένο σε ταύρο, ιερό ζώο στη μινωική Κρήτη.

Το δαχτυλίδι είναι τόσο εντυπωσιακό που πολλοί γνωστοί αρχαιολόγοι, αρχικά, πίστεψαν πως δεν είναι αληθινό, όμως το περίφημο δαχτυλίδι του Μίνωα, ένα από τα μεγαλύτερα και σπανιότερα χρυσά σφραγιστικά στον κόσμο, είναι τόσο γνήσιο όσο και ο Μινωικός Πολιτισμός που κατάφερε να δημιουργήσει ανεπανάληπτης ομορφιάς αντικείμενα.

Το «Δαχτυλίδι του Μίνωα» θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα της κρητομυκηναϊκής σφραγιδικής και κοσμεί σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου στην προθήκη με τα δαχτυλίδια.

Στην επιφάνειά του φέρει σύνθετη θρησκευτική παράσταση, που απεικονίζει μορφές της κρητομυκηναϊκής θεματολογίας, δηλαδή δεντρολατρεία με καθιστή θεά, ουρανό, γη και θάλασσα αλλά κι ένα ιερό πλοίο που έχει μορφή ιππόκαμπου.

Το εν λόγω κόσμημα, που ο Εβανς βάφτισε δαχτυλίδι του Μίνωα, απασχόλησε ευρύτερα την αρχαιολογική έρευνα. Ο Σερ Άρθουρ Τζον Έβανς ήταν Άγγλος αρχαιολόγος. Αποκάλυψε στο σύνολό του τον πολιτισμό που ονόμασε “Μινωικό”, ο οποίος ήταν στην εποχή του μόνο μια αμυδρή μυθική ανάμνηση. Ήταν γιος του Τζον Έβανς, ενός χαρτοβιομηχάνου και ερασιτέχνη αρχαιολόγου ουαλικής καταγωγής.

Τα πρώτα χρόνια ανεύρεσης του δαχτυλιδιού πολλοί ερευνητές δεν ήταν σίγουροι για τη γνησιότητά του, κυρίως εξαιτίας της εικονογραφίας του.

Όμως όσο περνούσαν τα χρόνια ήρθαν στο φως άλλα ευρήματα που είχαν πολλές συγγένειες με τις παραστάσεις του συγκεκριμένου δαχτυλιδιού κι έτσι άρχισε να αποκρυσταλλώνεται η εικόνα της γνησιότητάς του.

Ποια είναι όμως η ιστορία αυτού του εκπληκτικού δαχτυλιδιού, που βρέθηκε πολύ παλιά για να χαθεί στη συνέχεια και να ξαναβρεθεί χτισμένο σ’ ένα τζάκι, μέσα σε ένα βαζάκι;

Tο περίφημο δαχτυλίδι, βρήκε λοιπόν πρώτη φορά, το 1928, ένα μικρό αγόρι, ο Μιχάλης Εμμ. Παπαδάκης, κοντά σε τάφο ιερού στην Kνωσό. Ο πατέρας του το παρέδωσε στον ιερέα του χωριού, Νικόλαο Πολάκη (υπάρχει μια εκδοχή πως ο παπα-Πολάκης αγόρασε το δαχτυλίδι ύστερα από πολλές προσπάθειες από την οικογένεια Παπαδάκη για να το μεταπουλήσει έναντι εξωφρενικού ποσού στον Έβανς).

Το σίγουρο είναι πάντως πως ο Νικόλαος Πολάκης επιχείρησε να πουλήσει το δαχτυλίδι στον ανασκαφέα της Κνωσού, ο οποίος με τέτοια τιμή που ζητούσε δεν μπορούσε να το αγοράσει αλλά έφτιαξε δύο αντίγραφα, από χρυσό και ήλεκτρο, που βρίσκονται στο μουσείο της Oξφόρδης.

O παπα-Πολάκης πήγε μερικά χρόνια μετά, το 1933 ή το 1934, στο Mουσείο του Hρακλείου, όπου υπηρετούσαν οι διαπρεπείς αρχαιολόγοι Nικόλαος Πλάτωνος και Σπύρος Mαρινάτος. O πρώτος το θεώρησε γνήσιο και πρότεινε να το κρατήσουν, ενώ ο Mαρινάτος το απέρριψε ως κίβδηλο.

Λόγω της διαφωνίας του, το δαχτυλίδι επιστράφηκε στον ιερέα, όμως και ο Πλάτωνος κράτησε ένα αντίγραφο σε πλαστελίνη, το οποίο βρέθηκε στο προσωπικό του αρχείο.

Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ο Nικόλαος Πλάτωνος ενδιαφέρθηκε ξανά για το δαχτυλίδι, ο ιερέας είπε ότι το είχε δώσει στη σύζυγό του για να το φυλάξει και εκείνη το έχασε.

Από τότε, κανείς δεν ξαναείδε το μοναδικό αυτό δαχτυλίδι ενώ πολλοί αρχαιολόγοι έγραψαν μελέτες γι’ αυτό, με βάση τα αντίγραφα που είχαν διασωθεί.

Tελικά το δαχτυλίδι του Mίνωα δεν είχε χαθεί και παραδόθηκε στο Mουσείο από τον κληρονόμο του παπα-Πολάκη, Γ. Καζαντζή, συνταξιούχο αστυνομικό, κάτοικο Αθήνας.

Ο ίδιος είχε δηλώσει τότε πως είχε μεν ακούσει οικογενειακές ιστορίες για το χαμένο δαχτυλίδι αλλά δεν πίστευε ότι θα το έβρισκε τυχαία ανακαινίζοντας το σπίτι που κληρονόμησε.

Η πρώτη του κίνηση δεν ήταν πάντως να το παραδώσει στο Μουσείο Ηρακλείου αλλά να ειδοποιήσει φίλο του που γνώριζε τον τότε υπουργό Πολιτισμού Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος και τους παρέπεμψε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία όπου και τελικά παρεδόθη.

Για την ιστορία να πούμε πως η αγοραία αξία του εκτιμήθηκε στις 400.000 ευρώ, τιμή που ωστόσο διευκρινίστηκε πως δεν αφορά στην επιστημονική αξία του αντικειμένου που είναι ανυπολόγιστη.

 

 

Γνώσεις και απεικονίσεις

Πολύ σημαντική η απεικόνιση του ιππόκαμπου στο σφραγιστικό δαχτυλίδι. “Ιππόκαμπος” λέγεται σήμερα ο ανατομικός σχηματισμός του εγκεφάλου που παρεμβαίνει στη συναισθηματική σφαίρα του ατόμου. Η παρουσία του ιππόκαμπου στις θρησκευτικές παραστάσεις των μινωικών δαχτυλιδιών δείχνει γνώσεις ανατομίας του ανθρώπου αλλά και των φυσικών δυνάμεων, ανώτερες από τις σημερινές.

Παρατηρούμε τρία ιερά. Σε όλα τα ιερά παρατηρούμε πως υπάρχουν τρεις πέτρες. Χαρακτηριστικό στοιχείο του Μινωικού πολιτισμού και της Μινωικής λατρείας το 3. Ο αριθμός 3 εμφανίζεται στο δακτυλίδι 7 φορές.

Η θάλασσα εικονίζεται δημιουργώντας ένα μοτίβο σκάλας, τρόπο που τον συναντάμε συχνά στη μινωική τέχνη. Στο κέντρο στο πάνω μέρος του βουνού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κυκλοτερής κατασκευή η οποία είναι σπάνια ως απεικόνιση. Μόνο άλλη μία υπάρχει σε ένα άλλο δαχτυλίδι (στο “σφράγισμα του Αφέντη” που βρέθηκε στα Χανιά).

Όπως βλέπουμε το βουνό στο κέντρο του δαχτυλιδιού, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ανεβαίνουν από τα ανατολικά. Τον Γιούχτα (ιερό βουνό των Μινωιτών) μόνο από τα ανατολικά μπορείς να τον προσεγγίσεις. Από την άλλη μεριά είναι ο γκρεμός.

Οι 27 κοκκιδώσεις του δαχτυλιδιού πιθανόν υποδηλώνουν τα 27 Ιερά της Κρήτης. Ενώ οι εσωτερικές που είναι 41 + 56 = 97 υποδηλώνουν τις πόλεις στην Κρήτη, 41 μεγάλες και 56 μικρές.

Αυτός που έφερε το δαχτυλίδι θα μπορούσε να σφραγίζει εκ μέρους όλων των Ιερών της Κρήτης και των πόλεων. Προφανώς ανήκε σε έναν Μεγάλο Άνακτα (Ηγέτη, Βασιλιά).

Δύο Ιερά Δέντρα που βρίσκονται σε δοχεία πάνω σε βωμούς ή λίθινες στήλες, πλαισιώνουν την παράσταση του δαχτυλιδιού.

Η ένωση της γης, του ουρανού και του ανθρώπου είναι ολοφάνερη, ενώ τα δέντρα αντιπροσωπεύουν αυτόν τον γήινο κόσμο και την αδιάκοπη ανανέωσή του που τελικά είναι η ίδια η αιώνια ζωή.

Το Κοσμικό δέντρο γίνεται το στήριγμα αυτού του κόσμου και όργανο Θεών, Δαιμόνων και Ηρώων.

Το δαχτυλίδι περιγράφει με λεπτομέρειες και ο Έβανς στο βιβλίο του “Palace of Minos”.

Η μινωική Κρήτη

Στη µινωική Κρήτη υπήρχαν πολλές πόλεις. Οι µεγαλύτερες ήταν η Κνωσός, η Φαιστός, τα Μάλια και η Ζάκρος. Σε όλες αυτές τις πόλεις υπήρχαν μεγάλα ανάκτορα. Όµως το µεγαλύτερο και πιο λαµπρό ανάκτορο ήταν της Κνωσού.

Σύµφωνα µε την παράδοση ήταν έργο του µυθικού Αθηναίου αρχιτέκτονα Δαίδαλου. Έµοιαζε µε µικρή πολιτεία. Ήταν τεράστιο και κτισµένο γύρω από µια πολύ µεγάλη αυλή. Είχε πολλά κτήρια µε τέσσερις και πέντε ορόφους και χίλια πεντακόσια δωµάτια.

Είχε απέραντους διαδρόµους, σκάλες, µεγάλες αποθήκες κι αµέτρητα εργαστήρια. Ήταν πολύπλοκο, πραγµατικός λαβύρινθος. Στο ανάκτορο υπήρχαν και πολλά ιερά, στολισµένα µε πέτρινα κέρατα ταύρου και διπλούς πελέκεις που ήταν τα σύµβολα της µινωικής Κρήτης. Υπήρχε υδραγωγείο, που έφερνε νερό στα ανάκτορα από µακριά και σύστηµα αποχέτευσης.

Τα δωµάτια είχαν βεράντες και οι τοίχοι τους ήταν στολισµένοι µε θαυµάσιες τοιχογραφίες, που απεικόνιζαν λουλούδια και πουλιά, ψάρια, δελφίνια, πρίγκιπες και αρχόντισσες. Ένα από τα οµορφότερα δωµάτια του ανακτόρου ήταν η αίθουσα του θρόνου.

Στο ανάκτορο ζούσε ο βασιλιάς µε την οικογένειά του κι άλλα πεντακόσια άτοµα: ιερείς, υπηρέτες, αποθηκάριοι, καλλιτέχνες και τεχνίτες.
Στις τεράστιες αποθήκες του ανακτόρου, µέσα σε ψηλά αγγεία, αποθήκευαν δηµητριακά, µέλι, λάδι, κρασί, όσπρια και άλλα γεωργικά προϊόντα. Στα εργαστήρια αµέτρητοι τεχνίτες εργάζονταν καθηµερινά κι έφτιαχναν αγγεία, κοσµήµατα, υφάσµατα, εργαλεία.

Όλων αυτών αρχηγός ήταν ο βασιλιάς. Αυτός κανόνιζε ποια προϊόντα έπρεπε να πουληθούν και τι θα έφερναν τα εµπορικά καράβια από τις άλλες χώρες.

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΤο χρυσό δαχτυλίδι του Μίνωα, ένα από τα μεγαλύτερα και σπανιότερα χρυσά σφραγιστικά στον κόσμο

Related Posts