Θανάσης Δόβρης: Μετά από αυτή τη δίνη να είμαστε όλοι μαζί…

Με αφορμή αυτή τη δύσκολη – από κάθε άποψη – χρονιά, το Catisart.gr δίνει τον λόγο σε καλλιτέχνες που μιλούν για όσα έχασαν, για όσα κέρδισαν και για όσα περιμένουν.
Μας μιλούν για θέματα που τους ενόχλησαν ή τους συγκίνησαν, για γεγονότα που τους πίκραναν, τους εξόργισαν ή τους έδωσαν χαρά.
Εκμυστηρεύονται τις απογοητεύσεις ή τις ελπίδες τους και τέλος εκθέτουν διαφωνίες, σκέψεις, ιδέες και προτάσεις…

Γράφει ο Θανάσης Δόβρης

Αυτή τη χρονιά που πέρασε, ΚΕΡΔΙΣΑ την οικογένεια. Δηλαδή κατάλαβα ότι πριν από την πανδημία ήμουν σε ένα συνεχόμενο πανικό, συνεχόμενων δουλειών και παραστάσεων.
Ήταν πολύ μειωμένος, άστατος και σκληρός ο χρόνος που ήμουνα μαζί με την οικογένεια. Βέβαια και η Μαρία δουλεύει ταυτόχρονα οπότε κάπως είχε μάθει ας πούμε το σύστημα αυτής της οικογένειας να δουλεύει έτσι. Παρόλα αυτά όμως χρειαζόταν οπωσδήποτε μια ανάσα, καθώς εγώ τον μικρό τον έβλεπα για πολύ λίγο χρόνο.
Έτσι τώρα κέρδισα κάμποσο χρόνο μαζί του. Έγινε μια μεγάλη παύση με όλα αυτά που συνέβησαν και στο χώρο και στη χώρα και παγκοσμίως. Όλα αυτά σε επηρεάζουν έτσι κι αλλιώς σε ένα βαθμό που δεν θα σε επηρέαζαν αν δούλευες.
Κέρδισα λοιπόν χρόνο με τον εαυτό μου και τον Μιχάλη. Όμως με ένα περίεργο τρόπο κέρδισα και τους γείτονες.
Με το που σταμάτησαν τα σχολεία οι άνθρωποι που έχουμε τα παιδιά μας στο ίδιο σχολείο, εδώ στα Πετράλωνα, με ένα τρόπο συνασπιστήκαμε σε πολλά πράγματα και αυτό είναι πάρα πολύ συγκινητικό και πολύ σημαντικό.
Σε αυτή την παλιά αθηναϊκή γειτονιά αυτό βοήθησε πάρα πολύ όλους μας. Πολλούς ανθρώπους τους βλέπαμε χρόνια να περπατάνε γύρω μας και να λένε μόνο ένα γεια. Όμως σε περίπτωση που δεν υπήρχε η πανδημία δεν θα μιλούσαμε ποτέ και δεν θα έμπαινε ίσως ποτέ ο ένας μέσα στο σπίτι του άλλου. Όμως ξαφνικά αποκτήσαμε όλοι μας πάρα πολλούς φίλους.
Αυτό ήταν κάτι πολύ σημαντικό κυρίως για μένα που συνήθως ξέρω μόνο ανθρώπους της δουλειάς και σχετίζομαι μόνο στην καθημερινότητα μου. Κάτι άλλο που κέρδισα ήταν ο Λόφος του Φιλοπάππου. Μένεις σε μια μεγαλούπολη και ξαφνικά βλέπεις ένα καταπληκτικό λόφο που όμως τον προσπερνάς καθώς τον θεωρείς δεδομένο. Ενώ δεν είναι δεδομένος.
Δεν είναι δεδομένο να είσαι στο κέντρο της Αθήνας, στην Κυψέλη για παράδειγμα, και να συμβαίνει αυτός ο εγκλεισμός. Ενώ αν είσαι στα Πετράλωνα μπορείς και βγαίνεις στον Λόφο του Φιλοπάππου. Είναι πράγματα που νομίζεις ότι είναι ασήμαντα αλλά για μένα ξαφνικά γίνανε πολύ σημαντικά.
Δηλαδή σε μια κατάσταση με στιγμές δυστοπίας που αυξήθηκαν αυτόν τον χρόνο, το να μπορείς να πας να περπατήσεις σε έναν ίσκιο κάτω από δέντρα, τότε αυτό να παρήγορο και ζωογόνο.
Όλος ο λόφος έχει σημεία που μπορείς να συγκεντρωθείς και μάλιστα να και είσαι και πιο κοντά στη φύση του επαγγέλματός μας. Ξαφνικά μπορείς να ακούσεις τη φωνή σου σε ένα θεατρικό λόγο, κάτι που κάπως το είχαμε ξεχάσει.
Ίσως και να είναι μια αρχή στα πράγματα το πιο λαϊκό και εξωστρεφές θέατρο, στη σχέση με το προστατευμένο θέατρο σε ένα κλειστό χώρο…
Και βέβαια αυτό που έχασα ήταν η δουλειά αλλά κυρίως έχασα την ιδιότητα μου ως δημιουργού. Αυτή άρχισε σιγά σιγά να εξαϋλώνεται, να εξαφανίζεται… Σταδιακά φθίνει…
Το θέατρο ακολουθεί μια πορεία η οποία είναι ενάντια στη φύση του. Πάει να γίνει προϊόν που έχει να κάνει πάρα πολύ με την ανθρώπινη εγγύτητα, με τον ανθρώπινο χρόνο και με την μεταφυσική. Το θέατρο πηγαίνει να γίνει κυριολεκτικό ένα προϊόν που πηγαίνεις, το βλέπεις, τελειώνει και πας παρακάτω…
Δεν είναι όμως έτσι. Σε αυτό βέβαια μπορεί να φταίει και το ίδιο το θέατρο. Ένιωσα ότι δεν υπάρχει και κάποια μέριμνα από την Πολιτεία και όχι σε σχέση με τη συγκεκριμένη Κυβέρνηση ή με την άλλη Κυβέρνηση και τα λοιπά. Έχει σχέση με μια γενικότερη κουλτούρα.
Δηλαδή υπάρχει μια γενικότερη κουλτούρα της ανθρωπότητας η οποία έχει να κάνει με το ότι σημασία έχει να ζεις.
Το ζήτημα είναι όμως ότι για να ζεις, να υπάρχεις, να κλαις, να…, να…, χρειάζεται ενός είδους ελευθερία και ένα είδος μεταφυσικής στα πράγματα.
Δεν αρκεί μόνο η προσπάθεια απλώς για να φυλάξουμε την υγεία μας. Χρειάζεται και μια …αγάπη. Είναι αυτό που λέει η Αντιγόνη: «Δεν θέλω να ζω, δεν γεννήθηκα για να είμαι ένα με το μίσος»…

***

 

 

Γεννήθηκα για να ενωθώ με την αγάπη, δηλαδή πηγαίνουμε πια στον πυρήνα της πολιτικής. Φεύγουνε αυτά που γράφτηκαν για να εμπλουτίσουνε, για να τονώσουνε αυτές τις δυο βασικές αρχές.
Δηλαδή υπάρχει μια επικράτηση ας πούμε του ανθρώπου και των γύρω ή μια επικράτηση της μεταφυσικής και δεν μιλάω για τη θρησκεία.
Αισθάνομαι λοιπόν ότι και το θέατρο μέσα σε αυτή δίνη – η οποία για μένα είναι η δυστοπία – δίνει έναν αγώνα για κέρδος, λες και το κέρδος το ανθρώπινο είναι ένα αθάνατο πράγμα που πρέπει συνεχώς να καλπάζει προς την αθανασία ας πούμε.
Οπότε πρέπει συνεχώς να καταναλώνει, να καταναλώνει, να καταναλώνει και να πηγαίνει παρακάτω.
Νομίζω λοιπόν και ο μικρόκοσμος του θεάτρου και ακόμη περισσότερο του ελληνικού θεάτρου πηγαίνει προς μια τέτοια κατεύθυνση η οποία είναι τελείως αντικαλλιτεχνική.
Αυτά, ήθελα να σου πω ότι ΕΧΑΣΑ. Δεν έχει να κάνει ούτε με το τι συνέβη με τους συναδέλφους ούτε αυτά είναι απόνερα…
Πιστεύω ότι είναι μοιραία απόνερα αυτής της κατάστασης. Δυστυχώς προσωπικά γνωρίζοντας κάποιους ανθρώπους στεναχωριέμαι με αυτό που συνέβη και που έγινε σε σχέση με όλους τους ανθρώπους που σχετίστηκαν. Δηλαδή γύρω από αυτούς τους ανθρώπους και το πώς η ίδια μας η κοινωνία – η θεατρική κοινωνία – άφησε τέτοιου είδους συμπεριφορές να υπάρχουν και να εξελίσσονται.
Καλό λοιπόν είναι στο μέλλον να προσέξει η θεατρική κοινότητα.
Είναι επικίνδυνο με τέτοιο καλπασμό, που πηγαίνουμε σε μια τεχνοκρατική κατάσταση η οποία δεν έχει σχέση με τη μεταφυσική – εγώ έτσι το λέω – και κάποιοι θα πούνε ότι αυτό, η λέξη τεχνοκρατία μιλάμε για τη δεξιά, η λέξη μεταφυσική και αγάπη μιλάμε για την αριστερά, αυτά δεν ισχύουν τόσο…
Έχει να κάνει με την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Απλά πηγαίνουμε σε κάτι που ο άνθρωπος νομίζει ότι συνέχεια μπορεί να το νικάει. Και αυτό έχει να κάνει με τον εγκλεισμό. Με την έννοια, δηλαδή με το ότι εμείς πρέπει να μπαίνουμε μέσα για να ζήσουμε, να παράξουμε και μετά να καταναλώσουμε.
Να καταναλώσουμε προϊόντα και …εμβόλια. Να γίνουν όλα έτσι, γιατί έτσι πρέπει να συνεχίσει ο άνθρωπος.
Εδώ τέλος πάντων, ωραία εντάξει στο βαθμό που η Πολιτεία μπορεί να προφυλάξει τους ανθρώπους να τους προφυλάξει από πανδημίες, από αρρώστιες που σε τελική ανάλυση είναι και αρρώστιες ίσως που τις παρήγαγε με ίδιο τρόπο της ζωής των ανθρώπων. Αλλά, αλλά πρέπει αυτή η ένταση στη διεκδίκηση στων ατομικών δικαιωμάτων πια των ανθρώπων να μην είναι εις βάρος μιας συλλογικότητας.

***

Τώρα, ΠΕΡΙΜΕΝΩ, αυτή η κατάσταση να εξελιχθεί και να φτάσει σε ένα τέλος. Μετά από αυτή τη δίνη να είμαστε όλοι μας και να προσπαθούμε να επιβιώσουμε και δούμε τι είναι αυτό το νέο που έρχεται. Μπορεί να μην είναι καθόλου ευχάριστο. Αλλά αισθάνομαι συρρίκνωση της δημιουργίας Ο άνθρωπος μπορεί πια να συνηθίζει να τρώει το φαγητό του ή να πίνει το ποτό του χωρίς μουσική, δεν ξέρω τι είναι αυτό ακριβώς ή το να μην έχει καμία σημασία αν θα πας σε μια παράσταση ή όχι.
Ή αν θα την δεις από τον καναπέ, ή αν είναι ένα αριστούργημα τηλεοπτικό αλλά να το δεις στο κινητό σου.
Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα πράγματα. Αν όμως όντως έχουνε συμβεί, έχουμε και εμείς ένα μερίδιο γιατί εμείς οι καλλιτέχνες χάσαμε την επαφή μας με το κοινό.
Δηλαδή πάψαμε να είμαστε – σε εισαγωγικά – λαϊκοί καλλιτέχνες.
Πάψαμε να έχουμε κοινό. Με αυτό πια και οι παραστάσεις δεν σημαίνουν τίποτα. Είτε παίξεις στην Επίδαυρο, είτε παίξεις στο Bios δεν σημαίνουν τίποτα, δεν έχουνε χρόνο. Τελειώνει ο χρόνος τους, είναι όσο το δεις. Λέγαμε παλιά «Θυμάσαι ρε Παναγιώτη τι παράσταση του Δόβρη τότε; Ακόμα τη θυμάμαι». Έμπαινες στο θέατρο ξέρω εγώ υπήρχε μια μεταφυσική, υπήρχε μια κατάσταση, είχε χρόνο η παράσταση πριν και μετά. Δεν μιλώ για το επικοινωνιακό κομμάτι. Μιλάω για το ποιος το έκανε. Μιλάω για μια ατμόσφαιρα. Μετρούσε αλλιώς ο χρόνος. Τώρα δεν έχει σημασία τίποτα.

 

Ο Θανάσης Δόβρης με το Μιχαλιό. [Έργο του Ηλία Δόβρη].

Ένα με δύο χρόνια πριν την πανδημία, άρχισα να νιώθω ότι πια μεγαλώνεις μέσα σε μια δουλειά και προσπαθείς να αποδεχτείς ότι ξέρεις πως έχει τα πάνω και τα κάτω της η δουλειά…
Μπαίνει και αυτό το κομμάτι μέσα που λες ας πούμε: «Βρε μήπως εγώ τα βλέπω αλλιώς;». Νομίζω πως όχι τελικά μετά από πολύ έτσι συνδιαλλαγή με τον εαυτό μου.
Ναι, έτσι κι αλλιώς ο καλλιτέχνης ας πούμε είναι ένα εργαλείο για να επικοινωνήσει ο άνθρωπος με το μεταφυσικό. Είναι μια άλλου είδους «εκκλησία» έτσι κι αλλιώς. Όσο ο καλλιτέχνης προσωποποιείται και λατρεύεται ως Θεός εκεί τα πράγματα δεν ξέρω πως γιατί νομίζω κιόλας ότι λατρεύεται ως προϊόν, όχι ως Θεός. Γιατί ως Θεός είναι καλό να λατρεύεσαι ας πούμε όταν είσαι ο Marlon Brando ή όταν είσαι ξέρω ‘γω ο Bob Dylan ή ο John Lennon…
Αλλά τότε και πάλι καταλαβαίνεις ότι η ποιότητα του έργου τους είναι αυτά τα πράγματα που σε οδηγούνε στο πρόσωπο.
Εδώ μιλάμε τώρα για απλώς μια λαγνεία της εικόνας σε σχέση με την εικόνα την ίδια.
Δηλαδή ρε παιδί μου – πως να το πω – σχεδόν, υποσυνείδητα φτιάχνονται παραστάσεις για το facebook, για την εικόνα. Έτσι χάνεται η πρόβα, στο πως θα βγει μια ωραία φωτογραφία, πράγμα αδιανόητο πριν από 4-5 χρόνια….
Κατάλαβες δηλαδή; Εκεί που κάνεις την πρόβα σταματάει και λέει ο σκηνοθέτης:
«Πάμε λίγο φωτογραφίες παιδιά»…
Και οι φωτογραφίες ξαφνικά γίνονται ένα τρομερό ζήτημα.
Γίνονται ένα τρομερό ζήτημα οι φωτογραφίες οι οποίες είναι καταπληκτικές…
Χάνεται η ώρα της πρόβας, πάει μετά ο σκηνοθέτης να δει τον πυρήνα του λόγου αν έχει ας πούμε να ανεβάσει Ευριπίδη ή Σοφοκλή και υπάρχει μια τεράστια αμηχανία στην πρόβα.
Και δεν βλέπεις καν παράσταση, βλέπεις ένα τίποτα.
Αυτά λοιπόν. Οπότε περιμένω…