Cat Is Art

Συναντήσαμε τις “Μάγισσες του Σάλεμ” στα Βριλήσσια

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

“Κόλαση και παράδεισος είναι εδώ. Αυτό είναι. Η Θεία Πρόνοια. Είμαστε όλοι αυτό που είμαστε πάντα. Μα τώρα γυμνοί. Ολόγυμνοι. Και ο παγωμένος βοριάς, ο βοριάς του Θεού, θα φυσήξει…”.

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε, στο θέατρο “Αλίκη Βουγιουκλάκη” (Νταμάρι) των Βριλησσίων, τη θεατρική παράσταση “Οι μάγισσες του Σάλεμ”, βασισμένη στο έργο “Δοκιμασία” του Άρθουρ Μίλερ, από τα μέλη του Α΄ Θεατρικού Εργαστηρίου του Δήμου Βριλησσίων, σε σκηνοθεσία Τώνιας Σταυροπούλου.

Το βραβευμένο έργο του Άρθουρ Μίλερ είναι από τα έργα που άφησαν εποχή στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Αναφέρεται στην καταδίκη κατοίκων του αποικιακού χωριού Σάλεμ στη Μασαχουσέτη το 1692 με την κατηγορία της μαγείας και αποτελεί μια διαχρονική καταγγελία των δεισιδαιμονιών, των προκαταλήψεων και του φανατισμού.
Πρόκειται για έργο δραματικά επίκαιρο γιατί αναφέρεται στα στερεότυπα, τον σκοταδισμό, τον δογματισμό και τη μισαλλοδοξία, θέματα που δυστυχώς επανέρχονται επικίνδυνα και σήμερα. Ο Μίλερ έγραψε τη «Δοκιμασία» το 1953 αναφερόμενος στο τραγικό κυνήγι των μαγισσών το 1692 στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης. Στην ουσία το έγραψε για να καυτηριάσει την αντικομμουνιστική υστερία του Μακαρθισμού στην Αμερική του ’50, αλλά σαν «εξόριστος ποιητής στον αιώνα του» είδε πολύ μακριά το «κυνήγι των μαγισσών» να επανέρχεται όχι σαν φάρσα, αλλά σαν μια κακοφορμισμένη μετάλλαξη.

Στις ΗΠΑ το 1952-53 βασιλεύει ο μακαρθισμός και η δραστηριότητα της Επιτροπής Αντι-Αμερικανικών Δραστηριοτήτων. Επηρεασμένος από τον αντικομμουνισμό και το «κυνήγι μαγισσών», που ακολούθησε εναντίον εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου, ο Άρθουρ Μίλερ γράφει και παρουσιάζει το αλληγορικό έργο – κατηγορητήριο «Δοκιμασία», το οποίο, αν και δεν γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία ούτε έγινε δεκτό με εγκωμιαστικές κριτικές, του απέφερε ένα Βραβείο «Τόνι» το 1953 κι αργότερα έγινε ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του, παρουσιαζόμενο, κατά το συγγραφέα, κάθε φορά που σε κάποια χώρα έμπαιναν σε κίνδυνο οι πολιτικές ελευθερίες. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Μίλερ: «Εν μέρει ήταν πολιτικό θέμα και πολύς κόσμος το φοβόταν. Επίσης, το κόστος του ανεβάσματος ήταν υψηλό γιατί είναι μεγάλη παραγωγή. Υπήρχαν και μερικοί που έλεγαν ότι η γλώσσα του έργου δεν θα γινόταν κατανοητή από όλους. Δεν υπήρξε όμως τέτοιο πρόβλημα. Όλοι κατάλαβαν τη γλώσσα που χρησιμοποίησα».

Ο Μίλερ με έναν αριστοτεχνικό τρόπο παραθέτει σχεδόν ατόφια αποσπάσματα από τα τραγικά γεγονότα του Σάλεμ αλλά και τονίζει θεατρικά πανανθρώπινες φιλοσοφικές και κοινωνικές θέσεις που αποτελούν τους πυλώνες της δημοκρατίας. Ο υπέρμετρος θρησκευτικός ζήλος, η λογοκρισία, η καταπίεση, η αμάθεια, το τυφλό πάθος και η εμπάθεια έρχονται σε αντίθεση με την αποδοχή και την αξιοπρέπεια του άλλου και του διαφορετικού. Ο συγγραφέας αποφεύγει όμως να γράψει ένα πολιτικό δοκίμιο. Οι ιδέες του Μίλερ δεν περνάνε μέσα από ήρωες και αντιήρωες αλλά από ανθρώπους με προτερήματα και ελαττώματα. Όλα τα πρόσωπα κουβαλούν μέσα τους και τον Θεό και τον διάβολο.

Αποτελώντας μια νοητή «συνέχεια» των κυνηγιών μαγισσών της μεσαιωνικής Ευρώπης, οι δίκες μαγισσών ανήκουν στην προτεσταντική διωκτική παράδοση και το περιστατικό αυτό έχει χρησιμοποιηθεί έκτοτε ως γλαφυρό παράδειγμα, σε τομείς όπως η πολιτική αλλά και η λογοτεχνία, για τους κινδύνους που κρύβει ο θρησκευτικός φανατισμός, οι ψευδείς κατηγορίες και η κυβερνητική παρείσφρηση στις προσωπικές ελευθερίες του ατόμου.

Παρόλο που ο Μίλερ είναι λάτρης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, γράφει (όπως και σ’ όλα του τα έργα εξάλλου) σύγχρονο ρεαλιστικό έργο όπου οι χαρακτήρες μεταφέρουν ανάμικτα τα αιώνια ανθρώπινα χαρακτηριστικά: αίμα, σπέρμα, ψέμα, φόβο, εκμετάλλευση, αμφισβήτηση, παλινωδία. Κουβαλούν όμως και πνεύμα με γνώση, δέος, αμφιβολία, αξιοπρέπεια, αξίες και ενστικτώδη ή συνειδητό ηρωισμό.

Η «Δοκιμασία» – “Μάγισσες του Σάλεμ” του Μίλερ είναι η δοκιμασία των αξιών του Ανθρώπου όλων των εποχών.

 

 

“Ο ρόλος του θεάτρου, τελικά, είναι να αλλάξει τους ανθρώπους, να τους κάνει να αποκτήσουν μεγαλύτερη συνείδηση για το τι μπορούν να κάνουν”. Αυτή η βασική αρχή καθόρισε το έργο του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ, το όνομα του οποίου ήταν πρώτο στον κατάλογο «υπό επιτήρηση καλλιτεχνών» που είχε καταρτίσει, την εποχή του Μακαρθισμού, το Κογκρέσο για τους καλλιτέχνες που θεωρούσε ότι ασκούσαν «κομμουνιστική επιρροή επί των τεχνών».

Επί σκηνής του ωραίου θεάτρου “Αλίκη Βουγιουκλάκη”, μέσα στο παλιό νταμάρι των Βριλησσίων, ξεδιπλώθηκε η πορεία των ανατριχιαστικών γεγονότων που ταλάνισαν τις ζωές αυτών των πολύπαθων φτωχών πλασμάτων, τα οποία οδηγήθηκαν είτε σε φρικιαστικό θάνατο, είτε σε προδοσία για να σώσουν τις ζωές τους, είτε σε πολυετή κράτηση σε απερίγραπτα μπουντρούμια.

Η παράσταση υποστήριξε εύστοχα το κείμενο και ζωντάνεψε τους χαρακτήρες, τονίζοντας ανάγλυφα την ιδιαιτερότητα του καθενός. Οι ρόλοι αποδόθηκαν από όλους τους ηθοποιούς με προσοχή και ολοφάνερη μελέτη. Οι δύσκολες εναλλαγές έγιναν με μέτρο και ρυθμό.

Απλότητα από τη μια στη χρήση των υλικών και απεριόριστη φαντασία από την άλλη έδεσαν σε ένα εντυπωσιακό σύνολο. Η στοιχειωμένη ατμόσφαιρα, οι κραυγές, οι υπόκωφοι ήχοι και οι σκιερές γωνιές, η υποβλητικότητα των σκηνών έκαναν τη φαντασία του κοινού να καλπάζει.

Η σκηνοθεσία χειρίστηκε με άνεση τις ομαδικές σκηνές και τα ντουέτα, δημιουργώντας εικόνες ψυχολογικού ρεαλισμού, διανθίζοντάς τες με σκηνές μιούζικαλ.

Στην παράσταση θίχτηκαν επίσης καίρια ζητήματα όπως η φιλία και η απομυθοποίησή της, η απομόνωση του ανθρώπου, η γενναιοδωρία, η διαφθορά, η υποκρισία και η αχαριστία.

Η φροντισμένη διασκευή της σκηνοθέτιδας Τώνιας Σταυροπούλου συνέβαλε στην κατανόηση του κειμένου.

Ιδιαίτερα σημαντικά ήταν τα ευφάνταστα σκηνικά της Βίκυς Μπακάλου και τα κοστούμια εποχής της Δήμητρας Χίου -κάποιες όμορφες σκηνές παρέπεμπαν σε ζωγραφικούς πίνακες. Η σαγηνευτική ατμόσφαιρα του χωροχρόνου που δημιούργησαν με τις μουσικές του συνθέσεις ο Νίκος Βασιάδης και με τις χορογραφίες της η Μαργαρίτα Πέτροβα στάθηκε επίσης ικανή να κρατήσει το ενδιαφέρον μας.

Οι ηθοποιοί (Μαργαρίτα Ανδριανού, Θοδωρής Σκληρός, Παρασκευή Συρσελούδη, Κατερίνα Χαραυγή, Νίκος Σιδεράκης, Άννα Αλεξανδράκη, Κατερίνα Σταθάτου, Κώστας Τσιαπαρίκος, Έφη Καλαμπόκα, Γιάννης Κανιάρης, Δόξα Γκλαβά, Τζένη Στολιδάκη, Γιάννης Αλευρόπουλος, Αλέξανδρος Γεωργίου, Ντίνα Κυριακού, Κική Καραγιάννη, Πηνελόπη Πουλή, Αλέκος Θεοδόσης, Αντιγόνη Διαμαντή, Μαρκέλλα Διγενή, Νικολέττα Μακρυγιάννη, Δήμητρα Χίου, Λουκία Λυπημένου) υπηρέτησαν πιστά και πειθαρχημένα τις εντολές της εξαίρετης σκηνοθεσίας.

Μια κλασικότροπη παράσταση έντιμη, καθαρή και προσεγμένη στη λεπτομέρειά της, που ομόρφυνε τη βραδιά μας στους πρόποδες της Πεντέλης αλλά και μας προβλημάτισε.

 

 

Ταυτότητα παράστασης

Διασκευή-σκηνοθεσία: Τώνια Σταυροπούλου
Σκηνικά: Βίκυ Μπακάλου
Κοστούμια: Δήμητρα Χίου
Μουσική: Νίκος Βασιάδης
Στίχοι τραγουδιών: Αντώνης Παπαϊωάννου
Χορογραφίες: Μαργαρίτα Πέτροβα
Εκτέλεση σκηνικών: Αχιλλέας Ζερβός

Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Μαργαρίτα Ανδριανού, Θοδωρής Σκληρός, Παρασκευή Συρσελούδη, Κατερίνα Χαραυγή, Νίκος Σιδεράκης, Άννα Αλεξανδράκη, Κατερίνα Σταθάτου, Κώστας Τσιαπαρίκος, Έφη Καλαμπόκα, Γιάννης Κανιάρης, Δόξα Γκλαβά, Τζένη Στολιδάκη, Γιάννης Αλευρόπουλος, Αλέξανδρος Γεωργίου, Ντίνα Κυριακού, Κική Καραγιάννη, Πηνελόπη Πουλή, Αλέκος Θεοδόσης, Αντιγόνη Διαμαντή, Μαρκέλλα Διγενή, Νικολέττα Μακρυγιάννη, Δήμητρα Χίου, Λουκία Λυπημένου

Η παράσταση δόθηκε στο πλαίσιο του 30ου Φεστιβάλ Βριλησσίων 2019.

 

«Εξέταση μίας μάγισσας» στο Σάλεμ. Πίνακας του 1853, από τον Τόμπκινς Χάρισον Μάτεσον

 

Η ιστορία

H δίκη των μαγισσών του Σάλεμ είναι ένα περιβόητο περιστατικό της αποικιακής ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο οδήγησε στην καταδίκη και εκτέλεση κατοίκων του χωριού Σάλεμ στη Μασαχουσέτη το 1692 με την κατηγορία της μαγείας.

Αν και το γεγονός έχει μείνει στην Ιστορία μνημονεύοντας τις μάγισσες του Σάλεμ, οι ακροαματικές διαδικασίες έλαβαν χώρα σε διαδοχικές πόλεις της επαρχίας της Μασαχουσέτης: Σάλεμ Βίλατζ, Σάλεμ Τάουν, Ίπσουιτς, Άντοβερ, Βοστόνη και Τσαρλς Τάουν.

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από το κυνήγι και τη δίκη των μαγισσών του Σάλεμ, πρέπει να δώσει προσοχή στο χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι κατηγορίες για εξάσκηση μαγείας. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας.

Τα γεγονότα στο Σάλεμ

Αρχή και υποψίες

Το χειμώνα του 1692, περίπου 200 χρόνια μετά την έναρξη του κυνηγιού των μαγισσών στην Ευρώπη και την έκδοση του Malleus Maleficarum, η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), 9 ετών, και η Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, 11 ετών, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει, μέχρι που ένας εξ αυτών, o Γουίλιαμ Γκριγκς, απεφάνθη ότι τα κορίτσια ήταν δαιμονισμένα.

Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις, ενώ και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου».

Ο αιδεσιμότατος Πάρις άρχισε να υποψιάζεται την Τιτούμπα, Ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του από την Καραϊβική (νησιά Μπαρμπάντος), γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα για να τους πει το μέλλον ή να τη συμβουλευτούν για ό,τι άλλο τις ενδιέφερε, γνωρίζοντας όμως πως αυτό απαγορευόταν αυστηρά τότε, καθώς στο πουριτανικό περιβάλλον όπου ζούσαν, οποιαδήποτε θρησκευτική εκδήλωση πέραν του καθιερωμένου θεωρούνταν ως μαγεία, άρα συνεργασία με το Διάβολο.

Σύμφωνα με τις ιστορίες, ο Πάρις κάποια στιγμή την είδε να βγάζει κάτι από τις στάχτες στο τζάκι, απαίτησε να του εξηγήσει τι ήταν αυτό κι εκείνη του απάντησε ότι ήταν το «γλυκό των μαγισσών» και ότι το έφτιαξε στοχεύοντας τη θεραπεία των κοριτσιών. Ο Πάρις δεν την πίστεψε και, χτυπώντας την, εκείνη αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Έπειτα, ζήτησε από την Ελίζαμπεθ, την κόρη του, να αποκαλύψει τι πραγματικά συμβαίνει κι εκείνη τα ομολόγησε όλα, ενώ και η ανιψιά του, Άμπιγκεϊλ, βεβαίωσε πως κάποια άτομα στην πόλη είχαν συνάψει συμφωνία με τον Διάβολο.

Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δράσεων (HUAC)

Η δεκαετία του 1950 μένει χαραγμένη στην αμερικανική ιστορία για τις εξονυχιστικές έρευνες που διενεργεί η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δράσεων (HUAC) υπό την καθοδήγηση του Τζόσεφ ΜακΚάρθι. Κάθε ύποπτη κομμουνιστική δράση που μπορεί να κριθεί βλαπτική για τον αμερικανικό τρόπο ζωής οφείλει να αποκαλύπτεται και να διώκεται.

Επηρεασμένος προσωπικά και κατόπιν διεξοδικής ιστορικής αναζήτησης, ο Άρθουρ Μίλερ γράφει και παρουσιάζει το 1953 το «The Crucible» (Η Δοκιμασία). Στο έργο αναπαρίστανται οι δίκες των μαγισσών του Σάλεμ του 1692 με φανερή την κεκαλυμμένη κριτική στις δράσεις της ΕΑΔ. Η μεγάλη σημασία του έγκειται στην ικανότητα του Μίλερ να μην αρκεστεί σε μια απλή ιστορική αναπαράσταση των γεγονότων. Αντίθετα, περνά στην εξέταση των αιτιών που γεννούν παρόμοιες τραγωδίες με αυτή του Σάλεμ. Στη «Δοκιμασία» εκτίθεται η άνεση των ανθρώπων να επικαλούνται ανά πάσα στιγμή την παρουσία του «Κακού» προς ίδιον όφελος. Προκειμένου να παραγκωνίσουν όποιον διαφωνεί με τη φωνή της εξουσίας σε ζητήματα τόσο θρησκευτικά όσο πολιτικά και κοινωνικά. Σε αυτό το πλαίσιο επιστρατεύεται συχνά και μια μεροληπτική δικαιοσύνη.

Μεταξύ άλλων, η οξεία κριτική που ασκεί η αλληγορία του για τον Μακαρθισμό φέρνει τον Μίλερ στο εδώλιο της ΕΑΔ. Η Επιτροπή τού ζητά να κατονομάσει ανθρώπους των οποίων η πολιτική δραστηριότητα να αντιβαίνει στα αμερικανικά συμφέροντα. Εκείνος αρνείται να συνεργαστεί, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί πρόστιμο και ποινή φυλάκισης με αναστολή. Επιλέγοντας να μην αποδεχτεί την καταδίκη αμαχητί, ασκεί έφεση και ένα χρόνο αργότερα το δικαστήριο τον αθωώνει.

«Κυνήγι μαγισσών»

Από εκεί και πέρα θα ξεκινήσει μια μανία καταδίωξης στο Σάλεμ εναντίον πιθανών ατόμων που ασχολούνταν με τη μαγεία. Οι πρώτες γυναίκες για τις οποίες βγήκε ένταλμα σύλληψης στις 29 Φεβρουαρίου 1692 ήταν η Τιτούμπα, η Σάρα Γκουντ και η Σάρα Όσμπορν. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα. Η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πάτναμ.

Την επόμενη μέρα, έφτασαν στην πόλη δύο δικαστές, ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν. Η Σάρα Γκουντ αρνήθηκε ότι έχει σχέση με τη μαγεία. Ωστόσο, κατά την απολογία της, μια από τις κοπέλες άρχισε να καταλαμβάνεται από σπασμούς και οι υπόλοιπες, ακολουθώντας το παράδειγμά της, ούρλιαζαν πως το πνεύμα της Σάρα τους επιτίθετο. Μια γυναίκα στον τόπο της δίκης, η Μάρθα Κόρι, σηκώθηκε και έβαλε τα γέλια βλέποντας τα κορίτσια να παίζουν θέατρο απροκάλυπτα (αργότερα κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε κι η ίδια σε θάνατο). Το ίδιο επαναλήφθηκε και κατά την απολογία της Σάρα Όσμπορν και της Τιτούμπα, η οποία ήταν η μόνη από τις τρεις που ομολόγησε ότι την είχε επισκεφτεί ο Σατανάς και ζήτησε να τον υπηρετήσει, ενώ αποκάλυψε ότι δεν ήταν μόνο εκείνη στην πόλη που συνεργαζόταν με το Σατανά. Η ομολογία της αυτή έσπειρε πανικό και υστερία στο Σάλεμ, και άρχισε ένα «κυνήγι μαγισσών».

Οι τρεις αυτές γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και την 1η Μαρτίου οδηγήθηκαν στη φυλακή. Από εκείνη τη στιγμή, όποιος καταγγέλλεται από τα κορίτσια συλλαμβάνεται και περνά από δίκη με μηδαμινές πιθανότητες επιβίωσης, ενώ και άλλα μέλη της κοινωνίας κατηγορούν συμπολίτες τους για επίθεση. Μέχρι τον Ιούνιο, πάνω από 100 άτομα έχουν καταγγελθεί. Οι δίκες επεκτείνονταν και σε γειτονικές πόλεις, πέραν των αρχικών Σάλεμ Βίλατζ και Σάλεμ Τάουν. Καθώς όμως οι φυλακές του Σάλεμ, της Βοστόνης και των γύρω περιοχών γέμιζαν, προέκυψε ένα νέο πρόβλημα, καθώς όλοι οι κρατούμενοι δεν ήταν δυνατόν να δικαστούν. Ήταν λοιπόν ευκαιρία να αρχίσουν να εφαρμόζονται ποινές.

Τον Ιούνιο του 1692, στο Σάλεμ στήθηκε δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία. Η πρώτη που δικάστηκε και καταδικάστηκε ήταν η Μπρίτζετ Μπίσοπ, η οποία εκτελέστηκε στις 10 Ιουνίου στο Γκάλοους Χιλ. Ακολούθησε η δίκη της Ρεμπέκα Νερς και 40 άλλων γυναικών, ανάμεσα στις οποίες και η Σάρα Γκουντ (η Σάρα Όσμπορν είχε ήδη πεθάνει πριν την τελική της δίκη). Όταν όμως ξαναπέρασαν από δίκη, το δικαστήριο δίστασε να καταδικάσει τη Ρεμπέκα Νερς, καθώς επρόκειτο για μια ευυπόληπτη κάτοικο του Σάλεμ, η οποία δεν είχε δώσει καθόλου δικαιώματα για αμφισβήτηση. Επενέβη ο δικαστής Στάουτον, ο οποίος ζήτησε επανεξέταση της υπόθεσης και τελικά την οδήγησε στην εκτέλεσή της στις 19 Ιουλίου.

Τον Αύγουστο, πραγματοποιήθηκε μια τρίτη μεγάλη δίκη με έξι κατηγορούμενους, οι οποίοι καταδικάστηκαν και αυτοί σε θάνατο εκτός της Ελίζαμπεθ Πρόκτορ, η οποία ήταν έγκυος, γεγονός που καθυστέρησε την εκτέλεσή της και τελικά της έσωσε τη ζωή. Το Σεπτέμβριο το δικαστήριο συνεδρίασε για τελευταία φορά και ανήγγειλε ακόμα 15 καταδίκες.

 

 

“…Μου είπανε πως αν δεν ομολογούσα, θα με κλείνανε μέσα στο μπουντρούμι και θα κατέληγα στην κρεμάλα, αλλά αν ομολογούσα θα έσωζα τη ζωή μου”. Μάργκαρετ Τζέικομπς

Μόνο όσοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους και κατέδωσαν άλλους γλίτωσαν την εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, εκτελέστηκαν συνολικά 19 άτομα, μεταξύ των οποίων ένας υπουργός κι ένας πρώην αστυνομικός, που αρνήθηκε να συνεχίσει τις συλλήψεις υποτιθέμενων μαγισσών. Από αυτούς, μόνον οι πέντε ήταν άνδρες. Εκτός από τους εκτελεσθέντες, υπήρχαν και κατηγορούμενοι, οι οποίοι τελικά πέθαναν μες στη φυλακή: οι ιστορικές πηγές δε συμφωνούν μεταξύ τους για τον ακριβή αριθμό αυτών των ατόμων.

 

Το μουσείο του Σάλεμ

 

Οι επιπτώσεις

Κάποια στιγμή, η κοινότητα άρχισε να αμφιβάλει για την εγκυρότητα και την αλήθεια των λεγομένων των κοριτσιών, καθώς σε κάποιο σημείο έφτασαν να καταγγείλουν και κάποιους δικαστές, κάτι που επέφερε μεγάλη αμφισβήτηση και αμφιβολίες, καθώς κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι οι δικαστές προστατεύονταν από τον ίδιο το Θεό. Τον Οκτώβριο του 1692, ο Τόμας Μπρατλ σε επιστολή του ασκούσε κριτική στις δίκες των μαγισσών, επιστολή που είχε μεγάλο αντίκτυπο στον κυβερνήτη Φιπς, ο οποίος στις 29 Οκτωβρίου έπαυσε τη λειτουργία του δικαστηρίου και τον Στάουτον ως προεδρεύοντα και συνέθεσε ένα καινούργιο, δίνοντας χάρη στους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Τελικά, στις 13 Ιανουαρίου 1693, δόθηκε αμνηστία σε όλους τους τελευταίους κατηγορούμενους που είχαν απομείνει.

Οι δίκες μαγισσών είχαν σημαντικές επιπτώσεις σ’ όλη την περιοχή. Οι σοδειές αφέθηκαν στα χωράφια και τα ζώα χωρίς φροντίδα και όσοι φοβούνταν μήπως συλληφθούν εγκατέλειψαν την περιοχή με τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στη Νέα Υόρκη.

Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, οι κατηγορούμενες δεν κάηκαν στην πυρά. Αν και κάποιοι νόμοι στην Ευρώπη πρότειναν την καύση στην πυρά ως τελετουργικό μέσο εξαγνισμού από τη μαγεία, κάτι τέτοιο απαγορευόταν στην Μασαχουσέτη, επειδή το δικαστικό σύστημα λειτουργούσε υπό τον αγγλικό νόμο. Σαν αποτέλεσμα, όλοι οι κατηγορούμενοι που καταδικάστηκαν σε θάνατο πέθαναν δι’ απαγχονισμού στην πλαγιά του Γκάλοους Χιλ, εκτός από τον Τζιλ Κόρεϊ, ο οποίος δε δέχτηκε το κατηγορητήριο και πέθανε αφού τον έθαψαν κάτω από βαριές πέτρες.

 

Το μνημείο

 

Καταθέσεις

Η Άμπιγκεϊλ Γουίλιαμς ενεπλάκη σε 41 νομικές κατηγορίες και έδωσε επίσημη κατάθεση σε 7 από αυτές. Δεν έχει καταστεί σαφές γιατί προέβη στην κατηγορία τόσων σεβαστών μελών της κοινωνίας του Σάλεμ. Οι ιστορικοί Νόρτον και Ρόουτς θεωρούν ότι το έκανε λόγω της προσοχής που απολάμβανε, καθώς τα νεαρά κορίτσια στην πουριτανική κοινωνία της εποχής δεν λαμβάνονταν σοβαρά υπόψιν και η Άμπιγκεϊλ, απομακρυσμένη από τα στενότερα οικογενειακά της μέλη, καθώς την είχε δεχτεί σχεδόν ως ανάδοχο ο αιδεσιμότατος Πάρις, απολάμβανε την ασυνήθιστη αυτή προσοχή και εξουσία που είχε απέναντι στο ενήλικο περιβάλλον της. Αν και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πρώτες δίκες από το Μάρτιο μέχρι το Μάιο, έδωσε την τελευταία της κατάθεση στις 3 Ιουνίου 1692 κι έπειτα απλά «εξαφανίζεται» σύμφωνα με τα δικαστικά πρακτικά και καμία πηγή δεν μαρτυρεί τι απέγινε μετά τα τα γεγονότα του 1692.

Η Τιτούμπα, αν και ήταν η πρώτη που ομολόγησε ότι συνεργάστηκε με το Σατανά, δεν εκτελέστηκε ως «μισητή μάγισσα», αλλά παρέμεινε στη φυλακή για δεκατρείς μήνες. Τελικά αποφυλακίστηκε, όταν ένα άγνωστο πρόσωπο πλήρωσε το αντίτιμο για την αποφυλάκισή της και την πήρε μακριά από το χωριό. Δεν υπάρχει κάτι σχετικό για τη ζωή της εκτός του Σάλεμ.

Μετά τη διάλυση του δικαστηρίου από τον κυβερνήτη Φιπς, ο δικαστής Γουίλιαμ Στάουτον ακολούθησε πολιτική σταδιοδρομία με επιτυχία και ποτέ δεν μετανόησε ή απολογήθηκε για το ρόλο που διαδραμάτισε στις δίκες του Σάλεμ.

Η Αν Πάτναμ, 12 χρονών κατά τις δίκες του Σάλεμ, ήταν από τα πρώτα κορίτσια που εκδήλωσαν συμπτώματα παρόμοια με την Ελίζαμπεθ Πάρις και την Άμπιγκεϊλ Γουίλιαμς, κατηγορώντας στη συνέχεια για μαγεία κατοίκους του χωριού και με τη μαρτυρία της καταδίκασε πολλούς από τους συλληφθέντες. Ωστόσο, διαφοροποιήθηκε από τις υπόλοιπες κοπέλες, καθώς ήταν η μόνη που 14 χρόνια αργότερα παραδέχτηκε ενώπιον του εκκλησιάσματος της πόλης και ύστερα από έγγραφη μεταμέλεια προς τον τότε πάστορα, ότι είχε πει ψέματα κατά τις δίκες του 1692, «παρασυρμένη από το Σατανά».

Η Σάρα Γκουντ, μια από τις πρώτες τρεις γυναίκες που κατηγορήθηκαν για μαγεία, αρνούνταν συνεχώς την ενοχή της, ενώ ο αιδεσιμότατος Νίκολας Νόις την πίεζε να ομολογήσει, δηλώνοντας ότι ήταν πράγματι μια μάγισσα. Ο αιδεσιμότατος αργότερα μετανόησε για τη συμμετοχή του στις δίκες του 1692 και έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει τις οικογένειες όσων είχαν καταδικαστεί και εκτελεστεί. Ωστόσο, τα τελευταία λόγια της Σάρα Γκουντ κατά τραγική ειρωνεία προέβλεψαν το θάνατό του: «Όσο είμαι εγώ μάγισσα, άλλο τόσο είσαι μάγος κι εσύ. Αν μου πάρεις τη ζωή, ο Θεός να δώσει να πιεις αίμα». Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ο αιδεσιμότατος λέγεται ότι πέθανε από εσωτερική αιμορραγία, καθώς πνίγηκε στο ίδιο του το αίμα.

 

Ο τάφος της Σουζάνα Μάρτιν

 

Πρόσωπα
Καταδίκη και απαγχονισμός

10 Ιουνίου – Μπρίτζετ Μπίσοπ
19 Ιουλίου – Ρεμπέκα Νερς, Σάρα Γκουντ, Σουζάνα Μάρτιν, Ελίζαμπεθ Χάου, Σάρα Γουάιλντς
19 Αυγούστου – Τζορτζ Μπάροους, Μάρθα Κάριερ, Τζον Γουίλαρντ, Τζορτζ Τζέικομπς Τζούνιορ, Τζον Πρόκτορ
22 Σεπτεμβρίου – Μάρθα Κόρι, Μαίρη Ήστι, Αν Πουντέιτορ, Άλις Πάρκερ, Μαίρη Πάρκερ, Γουίλμοτ Ρεντ, Μάργκαρετ Σκοτ, Σάμιουελ Γουόρντγουελ

Καταδίκη και αμνηστία

Ελίζαμπεθ Πρόκτορ
Άμπιγκεϊλ Φώκνερ
Μαίρη Ποστ
Σάρα Γουόρντγουελ
Ελίζαμπεθ Τζόνσον Τζούνιορ
Ντόρκας Χορ

Διαφυγή

Μαίρη Μπράντμπερι
Μέρεντιθ Ανδριανού
Τζον Άλντεν
Έντουαρντ Μπίσοπ
Σάρα Μπίσοπ
Γουίλιαμ Μπάρκερ
Έντουαρντ Φάρινγκτον
Κάθριν Κάρι
Φίλιπ Ίνγκλις
Μαίρη Ίνγκλις

Φυλάκιση και αμνηστία

Μαίρη Λέισι
Ρεμπέκα Ημς
Άμπιγκεϊλ Χομπς

Θάνατος διά λιθοβολισμού

Τζιλ Κόρι

Θάνατοι στη φυλακή

Σάρα Όσμπορν
Ρότζερ Τούθεϊκερ
Λίντια Ντάστιν
Ανν Φόστγουθ

Αθώωση

Άμπιγκεϊλ Μπάρκερ
Μαίρη Μπάρκερ
Γουίλιαμ Μπάρκερ Τζούνιορ
Μαίρη Μπρίτζες Τζ.
Μαίρη Τάιλερ Μπρίτζες
Σάρα Μπρίτζες
Σάρα Μπάκλεϊ
Σάρα Κόουλ
Σάρα Ντάστιν
Γιούνις Φράι
Σάρα Χωκς
Μάργκαρετ Τζέικομπς
Ρεμπέκα Τζέικομπς
Ελίζαμπεθ Τζόνσον
Μαίρη Λέισι
Μαίρη Μάρστον
Χάνα Ποστ
Σουζάνα Ποστ
Μαίρη Τέιλορ
Τζούλι Κίλνταν
Μαίρη Τούθεϊκερ
Χάνα Τάιλερ
Μαίρη Τάιλερ
Μέρσι Γουόρντγουελ
Μαίρη Γουίδεριτζ

Δικαστικοί

Γουίλιαμ Στάουτον
Τζον Ρίτσαρντς
Ναθάνιελ Σάλτονσταλ
Γουέιτστιλ Γουίνθροπ
Μπαρτόλομιου Γκέντνι
Σάμιουελ Σιούαλ
Τζον Χάθορν
Τζόναθαν Κόργουιν
Πίτερ Σέρτζαντ
Τόμας Ντάνφορθ

Κληρικοί

Κότον Μάθερ
Ίνκρις Μάθερ
Τζον Χέιλ
Νίκολας Νόις
Σάμιουελ Πάρις
Φράνσις Ντέιν
Σάμιουελ Γουίλαρντ

Κατήγοροι

Μπέτι Πάρις
Άμπιγκεϊλ Γουίλιαμς
Μέρσι Λιούις
Ανν Πάτναμ Τζ.
Μπέτι Χάμπαρντ
Μαίρη Γουάλκοτ
Σουζάνα Σέλντον
Μαίρη Γουόρεν
Τζέσικα Τάιτους
Ανν Πάτναμ

Επιρροές στη σύγχρονη τέχνη

Ο Άρθουρ Μίλερ ανέβασε τo 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομμουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου. Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)».

Επιρροές υπάρχουν τόσο στη μουσική, όσο και στη λογοτεχνία, στο χώρο των κόμικς, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Στη λογοτεχνία παρουσιάζονται διάφορες ιστορίες από τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ (1890-1937). Διαδραματίζονται στη φανταστική πόλη Άρκαμ στη Μασαχουσέτη που λέγεται ότι έχει ιδρυθεί από τους πρόσφυγες των δικών του Σάλεμ. Παραδείγματος χάριν, στα «Όνειρα στο Σπίτι της Μάγισσας», η μάγισσα Κεζάια Μάσον, από το σπίτι της οποίας προέρχεται ο τίτλος, λέγεται ότι έχει φύγει από το Σάλεμ. Στον κινηματογράφο, πολλές ταινίες έχουν εμπνευστεί από τις δίκες και τις μάγισσες στο Σάλεμ, όπως οι: «Maid of Salem (1937)», «Bell Book and Candle (1958)», «Three Sovereigns for Sarah (1985)», «Hocus Pocus (1993)» κ.ά. Το 1996, σε διασκευασμένο σενάριο του ίδιου του Άρθουρ Μίλερ παρουσιάστηκε η ταινία «The Crucible» (ελλ. τίτλος «Οι Μάγισσες του Σάλεμ»), με πρωταγωνιστές τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουινόνα Ράιντερ. Νωρίτερα το 1957, το θεατρικό έργο του Μίλερ είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε ομώνυμη ταινία («The Crucible»), με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν και τη Σιμόν Σινιορέ, σε διασκευασμένο σενάριο Άρθουρ Μίλερ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

 

 

Το χωριό σήμερα

Το χωριό των μαγισσών είναι πλέον πόλη και το Σαββατοκύριακο του Χάλογουιν δέχεται πάνω από 300.000 τουρίστες, ενώ ετησίως, ο αριθμός αγγίζει και πολλές φορές ξεπερνάει το ένα εκατομμύριο. Οι θλιβερές και ανατριχιαστικές μέρες του παρελθόντος αποτελούν πόλο έλξης για τους τουρίστες, που εκτός από τα μουσεία και τα αξιοθέατα, μπορούν να επισκεφτούν πάνω από εξήντα εστιατόρια, καφετέριες και μαγαζιά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως το 2012, το Σάλεμ τιμήθηκε με το βραβείο ‘Best Shopping District’ από ένωση μικροπωλητών της Μασαχουσέτης. Μια ακόμη διάκριση για την πόλη ήρθε το 2013, όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, με σχετική νομοθεσία, αναγνώρισε το Σάλεμ ως τη γενέτειρα της Εθνικής Φρουράς. Εν έτει 2016, η πόλη συνδυάζει με περίτεχνο τρόπο το μυστήριο που την περιβάλλει, τις σκοτεινές μέρες της πουριτανικής της ιστορίας και τη διασκέδαση. “Still making history”, με πολλούς και ποικίλους τρόπους όπως σωστά αναγράφεται στην επίσημη σελίδα του Σάλεμ.

 

To νεκροταφείο

 

Το μνημείο

“Ο Θεός ξέρει ότι είμαι αθώος” είναι το πρώτο που θα δει κανείς μόλις φτάσει στο μνημείο που αφορά τις δίκες των μαγισσών. Το μνημείο αυτό σχεδιάστηκε από τους Τζέιμς Κάτλερ και Μάγκι Σμιθ. Πάνω στους γρανιτένιους πάγκους υπάρχουν τα ονόματα όλων όσων κατηγορήθηκαν και εκτελέστηκαν. Η τοποθεσία μπορεί να χαρακτηριστεί ως άριστη, αφού πίσω από το μνημείο βρίσκεται το παλαιότερο νεκροταφείο του Σάλεμ, το The Burying Point, που έχει θαφτεί ένας εκ των δικαστών των περίφημων “Witch Trials”, Τζον Χάθορν.

 

Ο τάφος της Μάργκαρετ Σκοτ

 

Άρθουρ Μίλερ

Το όνομα του Άρθουρ Μίλερ συνοδεύεται από το χαρακτηρισμό του “γίγαντα του αμερικανικού θεάτρου”. Τα έργα του ασκούσαν κριτική στην αμερικανική κοινωνία, την κυβέρνηση και τον τρόπο ζωής των πολιτών, αποτύπωναν τα ψεγάδια του “Αμερικανικού Ονείρου”. Ταυτόχρονα καθρέφτιζαν ή επανερμήνευαν στοιχεία της ζωής του μεταξύ των οποίων τη πτώχευση της οικογένειάς του, τους αταίριαστους γάμους του και τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν επί Μακαρθισμού.

Ο Άρθουρ Άσερ Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915 στη Νέα Υόρκη από εβραϊκή οικογένεια με πολωνική καταγωγή. Προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια που όμως μετά το Κραχ του 1929 στις ΗΠΑ καταστράφηκε οικονομικά. Λόγω αυτού αναγκάστηκε από νεαρή ηλικία να εργαστεί σε διάφορες δουλειές όπως οδηγός φορτηγού, τραγουδιστής σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, υπάλληλος σε κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων και άλλες. Έως τότε είχε ελάχιστη επαφή με τη λογοτεχνία πέρα από τα έργα του Κάρολου Ντίκενς, ενώ η ώθησή του να ασχοληθεί με αυτήν, ήρθε από το έργο του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι “Αδερφοί Καραμαζώφ”.

Το 1935 θα ξεκινήσει τις δημοσιογραφικές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Αργότερα θα εργαστεί ως δημοσιογράφος στη φοιτητική εφημερίδα “Michigan Daily” και το το 1936. Με το θεατρικό έργο “No Villain” – έπειτα από επεξεργασία του ίδιου του συγγραφέα θα παρουσιαστεί με τίτλο “They too Arise” – κέρδισε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό Χόπγουντ και το το 1937 με το έργο “Honors at Done”. Από το 1938 ως το 1943 ακολούθησαν ακόμα 5 θεατρικά έργα χωρίς όμως ιδιαίτερη ανταπόκριση.

Αρθρογραφούσε στους New Υοrk Times, καταγγέλλοντας την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη λογοκρισία και υπερασπιζόταν τους διωκόμενους καλλιτέχνες. Έγραφε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και ισραηλινοπαλαιστινιακή διαμάχη, και πιο πρόσφατα για τον πόλεμο στο Ιράκ. Αν και ποτέ δεν υπήρξε θρησκευόμενος, κράτησε την συνείδηση της εβραϊκής του ταυτότητας, στάθηκε εναντία στον αντισημιτισμό και στο Ολοκαύτωμα.

 

 

Εργογραφία και Διακρίσεις

Η αναγνώριση του Μίλερ ήρθε με το έργο “Ο θάνατος του Εμποράκου” που παρουσιάστηκε το 1949 στο Μπρόντγουεϊ. Αποτέλεσε θεατρικό σημείο αναφοράς του 20ού αιώνα. Πραγματεύεται τη ζωή μιας μικροαστικής αμερικανικής οικογένειας που συνεθλίβη υπό το βάρος του αμερικανικού καπιταλισμού. Το έργο στηρίζεται στον χαρακτήρα του Γουίλι Λόμαν, ο οποίος δεν έχει την επιτυχία που περιμένει από αυτόν ο κοινωνικός του περίγυρος, καθώς απολύεται κι αρχίζει να στοιχειώνεται από αναμνήσεις του παρελθόντος. Τελικά, αποφασίζει να αυτοκτονήσει με το αυτοκίνητό του, έτσι ώστε η οικογένειά του να καρπωθεί τα χρήματα της ασφάλειας. Οι κριτικοί διαφωνούσαν αν η πράξη αυτή του κεντρικού ήρωα ήταν μια πράξη δειλίας ή μια αυτοθυσία στο βωμό του Αμερικάνικου Ονείρου. Ο Μίλερ απάντησε στις κριτικές αυτές ότι “ήθελε να υπογραμμίσει πως η τραγικότητα ενός ήρωα έγκειται στο κατά πόσο είναι πρόθυμος να θυσιαστεί για να προστατέψει την προσωπική του αξιοπρέπεια”.

Την ίδια χρονιά θα γίνει ο πρώτος που θα κερδίσει τρία βραβεία: το βραβείο Πούλιτζερ, το βραβείο Τόνι και το βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης.

***

“Εξειδικεύεσαι σε κάτι, μέχρι που μια μέρα συνειδητοποιείς ότι αυτό εξειδικεύεται σε σένα”, Άρθουρ Μίλερ

***

Ακολούθησαν τα έργα “Ήταν όλοι τους παιδιά μου”, “Μετά την πτώση”, “Πάνω από τη γέφυρα”, “Οι μάγισσες του Σάλεμ” που γνώρισαν διεθνή επιτυχία και διασκευάστηκαν για τον κινηματογράφο. Μόνο τη δεκαετία του ’90, έγραψε τέσσερα θεατρικά έργα “Κατρακυλώντας από το όρος Μόργκαν”, “Σπασμένο γυαλί”, “Ο τελευταίος Γιάνκι” και “Οι σχέσεις του κυρίου Πίτερς”.

Το 1990 έγραψε τα σενάρια “Everybody wins”, με τον Νίκ Νόλτε και την Ντέμπρα Γουίνγκερ και το 1995 τη νουβέλα “Ένα κοινό κορίτσι”. Το 1987 έκδωσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο “Στη δίνη του Χρόνου”.

Τιμήθηκε το 1984 με το βραβείο Kennedy Center Honors για την προσφορά του στο αμερικανικό και παγκόσμιο θέατρο, το 2002 με το “Βραβείο Πρίγκιπας των Αστουριών και το 2003 το “Βραβείο Ιερουσαλήμ” για τη συγγραφική του πορεία.

Δικαστήριο

Το 1954 του αφαιρείται το διαβατήριο και οδηγείται για κατάθεση, κατηγορούμενος για διασυνδέσεις με αριστερούς. Ο ίδιος αρνείται να δώσει ονόματα υπόπτων για κομμουνιστική δράση, καταδικάζεται από το Κογκρέσο το 1957 και αθωώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο ένα χρόνο μετά.

Παρά την υιοθέτηση ιδεών της αριστεράς και συσχέτισής του με άτομα του Κομμουνιστικού Κόμματος, αρνήθηκε ότι ήταν ποτέ μέλος του. Ο ίδιος ο Μίλερ κατηγόρησε ανοιχτά και αποξενώθηκε από τον φίλο και συνεργάτη του Ελία Καζάν για τη κίνησή του να κατονομάσει κατηγορούμενους συναδέλφους του.

Ο βιογράφος του Μάρτιν Γκότφριντ, αναφέρει πως “σπάνια ένας καλλιτέχνης έχει δεχτεί τόσες πολλές επιθέσεις και συκοφαντίες στην πατρίδα του και ταυτόχρονα έχαιρε βαθιάς εκτίμησης σε όλον τον κόσμο”.

Στις 10 Φεβρουαρίου 2005 θα φύγει από τη ζωή από καρδιακή ανεπάρκεια έπειτα από μάχη με τον καρκίνο. Δύο χρόνια μετά το θάνατό του αποκαλύφθηκε ότι εκτός από τα τρία του παιδιά από την πρώτη και τρίτη του σύζυγο, είχε αποκτήσει κατά τη δεκαετία του ’60 άλλο ένα γιο με την Ίνγκε Μόρατ, τον Ντάνιελ, ο οποίος έπασχε από Σύνδρομο Ντάουν. Ο Ντάνιελ είχε μεγαλώσει σε ιδρύματα και ανάδοχες οικογένειες, καθώς ο Μίλερ αρχικά τον είχε απορρίψει, ωστόσο τον δέχτηκε σταδιακά κατά τη δεκαετία του ’90 και τον συμπεριέλαβε στη διαθήκη που υπέγραψε έξι εβδομάδες πριν πεθάνει.

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΣυναντήσαμε τις “Μάγισσες του Σάλεμ” στα Βριλήσσια

Related Posts