Στο άγαλμα της Ελευθερίας* που φωτίζει τον κόσμο
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ περιέχεται στη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες (1927) και είναι από τα λίγα ποιήματα του Καρυωτάκη που παρουσιάζουν, εκτός από τα κοινά χαρακτηριστικά της ποίησής του, και πολιτικό ενδιαφέρον. Για να κατανοήσουμε το ποιητικό κλίμα του Καρυωτάκη πρέπει να προσέξουμε, εκτός των άλλων, και τη μετρική του, για την οποία ο Τέλλος Άγρας παρατήρησε τα εξής: «Μειχτά μέτρα, παρατονισμοί, διασκελισμοί, μήτε ένας γνωμικός στίχος, μετάθεση της τομής, συνίζηση κακά τονισμένη, κενοί χρόνοι, χωλά μέτρα, χασμωδίες απροσδόκητες». Ερμηνεύοντας τους στιχουργικούς νεωτερισμούς του, ο Βάσος Βαρίκας παρατηρεί, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο στίχος του Καρυωτάκη διακρίνεται από κάτι το αυθόρμητο, το εντελώς ξένο από κάθε τεχνική επιτήδευση. Ξεπηδάει τέτοιος που είναι από μια βαθύτερη εσωτερική ανάγκη. Μοιάζει με τη χειρονομία, με την γκριμάτσα που, χωρίς να το θέλουμε, εντελώς ασυνείδητα σχηματίζεται».

|
Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει |
|
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν |
|
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε, |
άγαλμα της Ελευθερίας: πρόκειται για το κολοσσιαίο άγαλμα που υψώνεται στο νησάκι Μπέτλοου, απέναντι από το Μανχάταν της Νέας Υόρκης.
υπερούσιος: θεϊκός.
κονσόρτσια: προσωρινοί συνεταιρισμοί επιχειρήσεων για την πραγματοποίηση σκοπών αμοιβαίου συμφέροντος.
το πορτρέτο του Dorian Gray: στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ (1891), η διαφθορά, τα εγκλήματα και η ηλικία του ήρωα δεν αφήνουν τα ίχνη τους στην τέλεια μορφή του αλλά αποτυπώνονται σιγά σιγά στο πορτρέτο του.
καθιέρωσις: επίσημη αναγνώριση.
Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

Ο Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928) αναγνωρίστηκε από ποιητές και κριτικούς της γενιάς του, όπως ο Τέλλος Άγρας και ο Κλέων Παράσχος, ως ποιητής αντιπροσωπευτικός. Η αυτοκτονία του, που αναστάτωσε πολλές συνειδήσεις […], δεν μας αφορά ως τελική πράξη με την οποία τερματίζει οικειοθελώς την τραγική ύπαρξή του, αλλά ως απότομη ανακοπή μιας γόνιμης ποιητικής δραστηριότητας, ενώ άλλοι ομήλικοί του μπόρεσαν να συνεχίσουν το έργο και αξιώθηκαν να προχωρήσουν σε σημαντικότερα επιτεύγματα. Αρκεί να θυμηθούμε τον Μήτσο Παπανικολάου, τον Τέλλο Άγρα και τον Γιώργο Σεφέρη που συνεχίζουν τη γόνιμη παραγωγή τους μέχρι το 1943, το 1944 και το 1972.
Μετά τις νομικές του σπουδές, ο Καρυωτάκης διορίζεται υπάλληλος της νομαρχίας και ως υπάλληλος αντιμετωπίζει διάφορες μεταθέσεις. Στον Μεγάλο Πόλεμο στρατολογείται αλλά κατορθώνει να απέχει με συνεχείς άδειες. Στη διάρκεια του πολέμου τυπώνει την πρώτη του συλλογή και ένα σατιρικό εβδομαδιαίο φύλλο, τη Γάμπα (1919), που η αστυνομία θα το σταματήσει. Στο τελευταίο φύλλο είχε δημοσιεύσει το αντιμιλιταριστικό ποίημα «Μιχαλιός». […] Το 1927 εκλέγεται γραμματέας του συνδικάτου δημοσίων υπαλλήλων και τον Φεβρουάριο του 1928 δημοσιεύει ένα σκληρό άρθρο, ενυπόγραφο, καταγγέλλοντας τις πολιτικές σκευωρίες του υπουργού. Τα αντίποινα ήταν αναπόφευκτα: μετάθεση στην Πάτρα και από κει στην Πρέβεζα, όπου πρώτα δοκιμάζει να πνιγεί και ύστερα σημαδεύει την καρδιά με το πιστόλι.
Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 369-370.
Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης αναγορεύτηκε αμέσως μετά την αυτοκτονία του ως «ο αντιπρόσωπος μιας εποχής». Πρόκειται για ένα χαρακτηρισμό που, ενώ αρχικά χρησιμοποιείται με θετικό νόημα, προσλαμβάνει στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 αρνητική σημασία γιατί συνδυάζεται με την αντίδραση στη βαριά ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’20. Πράγματι «η εποχή του Καρυωτάκη» παρουσιάζει ένα πλέγμα από πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά προβλήματα: Εθνικός Διχασμός, Μικρασιατική Καταστροφή, προσφυγικό πρόβλημα, παγκαλική δικτατορία, πολιτική αστάθεια, κυβερνητική κρίση, ανεργία. Τον ορίζοντα της εποχής σκιάζουν οι εικόνες του θανάτου, της ήττας, της αρρώστιας, της προσφυγιάς και της φτώχιας. Η επιθυμία της γενιάς του ’30 να παραμερίσει αποφασιστικά αυτό τον ορίζοντα συμπαρασύρει και τους λογοτέχνες που δημιούργησαν το έργο τους μέσα στην γκρίζα ατμόσφαιρά του.
Οι ποιητές και οι πεζογράφοι της πρώτης μεσοπολεμικής δεκαετίας χαρακτηρίζονται ως εκφραστές της «παραίτησης», «της φυγής», «της απιστίας», της «εγωπάθειας», της «απαισιοδοξίας», της «παρακμής», της «μικροαστικής μιζέριας», «του «κοινωνικού περιθωρίου», της «παραδοσιακής στιχουργίας», αλλά και της «στρατευμένης τέχνης». […]
Το 1922, [ο Καρυωτάκης] είναι ήδη καταξιωμένος στο μικρό πνευματικό κύκλο της πρωτεύουσας. Αν με τον Πόνο του ανθρώπου και των πραμάτων το 1919 είχε ήδη ξεχωρίσει, με τα Νηπενθή (1921) αναγνωρίζεται πλέον ως ένας γνήσιος λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος. Η ποίησή του ωστόσο δεν ξεπερνά ακόμα τα όρια του εγχώριου νεοσυμβολισμού. Βρισκόμαστε δηλαδή μακριά από τα Ελεγεία και Σάτιρες (1927). Τι μεσολάβησε και η ποίηση του Καρυωτάκη, από λυρική, ελεγειακή και χαμηλόφωνη, έγινε, χωρίς να αποβάλει τη μουσική της υπόσταση, τραγική, ρεαλιστική και εντέλει ανατρεπτική; Μέσα από ποιους δρόμους αναδείχθηκε όχι μόνον ως «ο αντιπροσωπευτικός μιας εποχής», αλλά ως ένας ποιητής που ξεπέρασε την εποχή του;
Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα συνδέονται με ένα πλέγμα ισχυρών παραγόντων. Η δημοσιοϋπαλληλία, η σύφιλη, τα συναισθηματικά αδιέξοδα, η σοβαρή μαθητεία του στην περιοχή της ευρωπαϊκής και της εγχώριας ποίησης είναι στοιχεία προσωπικής ιστορίας που βρίσκουν τον τρόπο να μετουσιωθούν σε ένα έργο εξαιρετικής δραστικότητας, επειδή οι ρίζες τους απλώνονται στο συγκρουσιακό ιδεολογικό υπέδαφος του καιρού του: […]
Χριστίνα Ντουνιά, Κ.Γ. Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, 25-26 & 33-34.



