Πάνω: Φωτογραφημένη από την Anni Libovits
Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου
Η αισθητική της σιωπής – 1
Σούζαν Σόνταγκ (1933-2004)
«Την Τέχνη δεν πρέπει να την προσεγγίζουμε ερμηνευτικά αλλά ερωτικά».
“Ο θεατής έτσι πρέπει να πλησιάσει την τέχνη όπως πλησιάζει κανείς ένα τοπίο. Ένα τοπίο δεν απαιτεί από το θεατή την “κατανόησή” του, την απόδοσή μιας σημασίας, τις ανησυχίες του και τις συμπάθειές του. Απαιτεί, μάλλον, την απουσία του, ζητάει απ’ αυτόν να μην του προσθέσει τίποτα. Η οραματική θέαση των πραγμάτων, για να μιλήσει κανείς επακριβώς, συνεπάγεται την ικανότητα εκ μέρους του θεατή να ξεχνάει τον εαυτό του: ένα αντικείμενο άξιο να κοιταχτεί μ’ αυτό τον τρόπο είναι ένα αντικείμενο που, στην πραγματικότητα, εκμηδενίζει αυτόν που το συλλαμβάνει”.
Από τη στιγμή που ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τη δουλειά του, βρίσκεται συνέχεια στον πειρασμό να διακόψει τον διάλογο με το κοινό του. Η σιωπή είναι η ακραία συνέπεια αυτής της απροθυμίας για επικοινωνία, της αμφιταλάντευσης του καλλιτέχνη ως προς το αν θα έρθει σε επαφή με το κοινό, που είναι και το κυρίαρχο μοτίβο της σύγχρονης τέχνης με την ακούραστη ένταξή της στο «νέο» και/ή στο «απόκρυφο»”. (…) Και ωστόσο δεν μπορεί κανείς παρά να δει σ’ αυτή την απάρνηση της «κοινωνίας» μια ιδιαίτερα κοινωνική χειρονομία. Οι ενδείξεις για την ενδεχόμενη απελευθέρωση του καλλιτέχνη από την ανάγκη να ασκεί το ταλέντο του προέρχονται από την παρατήρησή του των ομοτέχνων του και την αναμέτρηση μαζί τους. Μια παραδειγματική απόφαση αυτού του είδους μπορεί να παρθεί μόνο αφού ο καλλιτέχνης έχει αποδείξει ότι είναι ιδιοφυής και ότι έχει ήδη ασκήσει την ιδιοφυΐα του με κύρος. (…)
Η μορφή της “μελαχρινής κυρίας των Αμερικανικών Γραμμάτων” μας εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή που τη βλέπουμε σε φωτογραφία. Η ίδια έχει εξηγήσει, μάλιστα, αναλυτικά το πώς οι φωτογραφίες επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης μας.
«Η λειτουργία της κριτικής θα έπρεπε να είναι το να δείξει το πώς (ένα έργο τέχνης) είναι αυτό που είναι και όχι να επιχειρεί να δείξει αυτό που εννοεί το έργο».

* Η Σούζαν Σόνταγκ (1933-2004) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη αλλά μεγάλωσε στο Tuscon της Αριζόνα και πήγε γυμνάσιο στο Λος Άντζελες. Μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο του Σικάγο έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη θεολογία στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στο κολέγιο Saint Anne’s του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα (“The Benefactor”, “Death Kit”, “The Volcano Lover”, “In America”-τα δύο τελευταία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οδυσσέας), μια συλλογή διηγημάτων (“I, etcetera”), αρκετά θεατρικά έργα (“Alice in Bed”, “Lady From the Sea” κ.ά.) και οκτώ δοκίμια, από τα οποία γνωστότερα είναι τα “Ενάντια στην ερμηνεία” (ελλ. εκδ. Καφρέφτης), “Περί φωτογραφίας” (εκδ. περιοδικού “Φωτογράφος”), “Η ασθένεια ως μεταφορά” (εκδ. Ύψιλον), “Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων” (εκδ. Scripta) και “Where the Stress Falls”. Άρθρα και πεζά της εμφανίστηκαν τακτικά στα περιοδικά “New Yorker”, “The New York Review of Books”, “The Times Literary Supplement”, “Art in America”, “Antaeus”, “Parnassus”, “The Threepenny Review”, “The Nation”, “Granta” και πολλά άλλα, ενώ τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί, μέχρι σήμερα, σε 32 γλώσσες. Γύρισε, επίσης, τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους (“Duet for Cannibals”, 1969, “Brother Carl”, 1971-και τις δύο στη Σουηδία-, “Promised Land”, 1974, στο Ισραήλ, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Οκτωβρίου 1973, και “Unguided Tour”, 1983, στην Ιταλία) και σκηνοθέτησε πολλά θεατρικά έργα, ανάμεσα στα οποία το “Περιμένοντας τον Γκοντό”, το καλοκαίρι του 1993, στο πολιορκημένο Σεράγεβο, όπου πέρασε πολύ καιρό στο διάστημα μεταξύ 1993-1996 και ανακηρύχθηκε επίτιμη δημότης. Πολιτική ακτιβίστρια στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα για πάνω από δύο δεκαετίες, υπήρξε πρόεδρος του Αμερικανικού PEN Club μεταξύ 1987-1989 και έλαβε μέρος σε εκστρατείες για την ελευθερία της έκφρασης και την απελευθέρωση πνευματικών δημιουργών που διώχθηκαν για τις απόψεις τους.
Η Σούζαν Σόνταγκ υπήρξε πολυβραβευμένη, εν ζωή: τιμήθηκε με το National Book Critics Circle Award, to 1978, για το δοκίμιό της “Περί φωτογραφίας”, με το National Book Award, το 2000, για το μυθιστόρημα “Αμερική”, με το βραβείο Malaparte στην Ιταλία το 1992, με τον τίτλο τιμής “Διοικητής του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων” στη Γαλλία, το 1999, με το βραβείο Jerusalem, το 2001, για το σύνολο του έργου της και με το βραβείο Ειρήνης των Γερμανών βιβλιοπωλών, το 2003. Πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου 2004 στη Νέα Υόρκη.
* Παντρεύτηκε στα δεκαεφτά της, χώρισε στα είκοσι πέντε της, μητέρα ενός γιου, του David Rieff, συγγραφέα. Σεξουαλικές προτιμήσεις αμφίσημες και αμφίθυμες, ομολογημένες και σχολιασμένες, όπως και το πέρασμα του χρόνου, δημόσια από την ίδια, με αειθαλές χιούμορ και αντοχή. Σχολίασε τον κομμουνισμό των χωρών του ανατολικού μπλοκ της Ευρώπης με τη φράση «φασισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» και τη λευκή φυλή ως «τον καρκίνο της ανθρωπότητας». Φράσεις που ασφαλώς θορύβησαν και σχολιάστηκαν κι αυτές με τη σειρά τους.
* «Ξέρω τι θέλω να κάνω με τη ζωή μου… Θέλω να κοιμηθώ με πολλούς ανθρώπους, θέλω να ζήσω και όχι να πεθάνω, δεν θα διδάξω και δεν θα πάρω master’s… δεν σκοπεύω να αφήσω στο πνεύμα μου να με κυριεύσει και το τελευταίο πράγμα που θέλω να κάνω είναι να λατρέψω τη γνώση ή τους ανθρώπους που κατέχουν γνώση… Σκοπεύω να κάνω τα πάντα… θα περιμένω την απόλαυση παντού και θα τη βρω σίγουρα γιατί υπάρχει παντού… Είμαι ζωντανή… Είμαι όμορφη… Τι άλλο υπάρχει;», έλεγε στην εφηβεία της.
* Το 2001 γράφει στη “New Yorker” για την 11η Σεπτεμβρίου ότι “αυτό που συνέβη δεν ήταν μια “δειλή” επίθεση κατά του πολιτισμού, της ελευθερίας, της ανθρωπότητας ή του “ελεύθερου κόσμου” αλλά μια επίθεση κατά μιας αλαζονικής υπερδύναμης, ως συνέπεια της στρατηγικής της και των πράξεών της. Πόσοι πολίτες γνωρίζουν για τους συνεχιζόμενους βομβαρδισμούς στο Ιράκ; Και η λέξη “δειλία” θα ταίριαζε περισσότερο σ’ αυτούς που σκοτώνουν από απόσταση ασφαλείας παρά σ’ αυτούς που σκοτώνοντας άλλους, θυσιάζουν και τις δικές τους ζωές”.
Είπε:

“Ζηλεύω τους παρανοϊκούς. Έχουν πραγματικά την εντύπωση ότι οι άλλοι άνθρωποι τους δίνουν σημασία”.
“Οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας δεν έχουν να κάνουν με την επιστήμη. Έχουν να κάνουν με την καταστροφή, που είναι ένα από τα πιο παλιά θέματα της τέχνης”.
“Η επεξηγηματική ερμηνεία είναι η εκδίκηση που παίρνει ο διανοούμενος από την τέχνη”.
* Στο δοκίμιό της «Η γοητεία του φασισμού» (εκδ. Ύψιλον), η Σούζαν Σόνταγκ γράφει: «Θεωρείται γενικά ότι ο εθνικοσοσιαλισμός σημαίνει μόνο κτηνωδία και τρόμο. Αλλ’ αυτό δεν είναι αλήθεια. Ο εθνικοσοσιαλισμός –και γενικότερα ο φασισμός– σημαίνει επίσης και ένα ιδεώδες ή μάλλον κάποια ιδεώδη που επιβιώνουν σήμερα κάτω από άλλες σημαίες: το ιδεώδες της ζωής ως τέχνης, η λατρεία της ομορφιάς, ο φετιχισμός του θάρρους, η διάλυση της αποξένωσης σε εκστατικά αισθήματα κοινότητας· η απόρριψη της διανόησης· η ανδροκρατική οικογένεια (υπό την πατρική αιγίδα των ηγετών)».
* «Αυτό που με προσελκύει στο Μανχάταν είναι το γεγονός ότι έχει πολλούς ξένους. H Αμερική που ζω είναι η Αμερική των πόλεων. H υπόλοιπη χώρα είναι για να περάσεις με το αυτοκίνητο χωρίς να σταματήσεις».
Περί βραβείων
Όταν της απενεμήθη το γερμανικό Βραβείο Ειρήνης, στη διάρκεια της Έκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης, δήλωσε: “Πιστεύω ότι πάντα τα μεγάλα βραβεία έχουν πολλαπλούς λόγους ή πλαίσια για να απονεμηθούν, είτε για να εγκρίνουν είτε για να απορρίψουν. Δεν παραλαμβάνω αυτό το βραβείο και σας διαβεβαιώνω, ως μία ανταμοιβή για την κριτική μου στην πολιτική Μπους, δεν το θεωρώ έτσι και δεν το πιστεύω ότι είναι κάτι τέτοιο, μπορεί να είναι κατά νουν σε εκείνους που το απονέμουν. Εχει περισσότερο να κάνει με το γεγονός ότι είμαι «φιλοευρωπαία», είμαι ένα άτομο που αγαπά τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Θα με λυπούσε, αν οι άνθρωποι το έβλεπαν σε ένα πλαίσιο, επειδή είπα κάποια πράγματα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και εναντιώθηκα στον πόλεμο, την εισβολή στο Ιράκ. Σε ό, τι με αφορά προσωπικά, δεν πιστεύω πως η βράβευσή μου γίνεται σε σχέση με τις απόψεις μου για τον πόλεμο στο Ιράκ, αλλά μπορώ να καταλάβω ότι κάποιοι το βλέπουν με αυτήν την οπτική. Δεν είμαι τόσο μετριόφρων να πιστεύω ότι αν δεν είχα μιλήσει εναντίον του Μπους, δεν θα έπαιρνα το βραβείο.
Τα βραβεία αποτελούν μία αδικία, τρόπον τινά, είναι εντελώς μεσολαβητικά, εξισορροπητικά. Υπάρχουν άλλοι που θα μπορούσαν να βραβευτούν και πιθανόν δεν πρόκειται, γιατί δεν μπορείς να το απονείμεις σε όλους, υπάρχουν κάποιοι που δεν το αξίζουν, και αυτό συμβαίνει και με το βραβείο Νόμπελ”.
* Πνεύμα επαναστατικό και ανήσυχο, η Σόνταγκ δεν δείλιασε ούτε μια στιγμή, ακόμα και όταν δέχθηκε απειλές για την ίδια της την ζωή, τότε που στράφηκε εναντίον του Μπους στο θέμα του Ιράκ.
Νόμπελ Ειρήνης
“Το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης (σ.σ.: απονεμήθη από τη Νορβηγική Επιτροπή στην Ιρανή Σιρίν Εμπαντί) έχει σαφώς πολιτικά χαρακτηριστικά, σε αντίθεση με αυτό το βραβείο, που, νομίζω πως, επιμέρους μόνο, είναι πολιτικό. Οι επιλογές των Νορβηγών οδήγησαν στο παρελθόν συχνά σε κάποιες γελοίες απονομές, στη δεκαετία του ’70, επί παραδείγματι, στην περίπτωση του Χένρι Κίσινγκερ, ενός εγκληματία πολέμου κατά τη γνώμη μου, που το μοιράστηκε με τον πρωθυπουργό του Βιετνάμ, με την αιτιολογία ότι συνεργάστηκαν για τον τερματισμό του πολέμου. Αυτό μού φαίνεται πως γελοιοποιεί τον θεσμό, αλλά συμβαίνει συχνά προς ικανοποίηση και των δύο πλευρών σε μία σημαντική σύγκρουση ή, έστω, για να επιβραβεύσει κάποιον για το θετικό του έργο”.
Κόντρα στο ρεύμα
Ψηλή, όμορφη, επιβλητική, με κατάμαυρα μαλλιά που φωτίζονταν από μια ολόλευκη τούφα και φωνή ιδιαίτερα υποβλητική και βαθιά, η Σόνταγκ ήταν μια σπάνια γυναίκα. Γνωστή για την αριστερή της ιδεολογία, τις καινοτόμες απόψεις της για την πολιτική, τις πρωτοπόρες ιδέες της για την τέχνη, τη λογοτεχνία, την κριτική ανάλυση της δυτικής κοινωνίας. Φίλη του Ρολάν Μπαρτ -στον οποίο είχε αφιερώσει ένα από τα σημαντικά της βιβλία- καταξιωμένη μυθιστοριογράφος, δεν άντεχε τα στερεότυπα. Εθεωρείτο -όχι αδίκως- η πιο «Ευρωπαία» Αμερικανή διανοούμενη. H ίδια δεν κολακεύθηκε ποτέ από τους χαρακτηρισμούς και αυτοσαρκαζόταν αποκαλώντας τον εαυτό της «ψυχαναγκαστική ηθικολόγο» και «ζηλωτή της σοβαρότητας».
Την επομένη του θανάτου της Σούζαν Σόνταγκ, συγγραφείς και διανοητές προσδιορίζουν το μέγεθος της απώλειας. O Σαλμάν Ρουσντί αποχαιρετίζει «τη μεγάλη λογοτέχνιδα, την τολμηρή διανοούμενη, την ακαταπόνητη σύμμαχο σε πολυάριθμες μάχες». H συγγραφέας Μάργκαρετ Άτγουντ θρηνεί «τη θαρραλέα γυναίκα που τολμούσε πάντοτε να πηγαίνει ενάντια στο ρεύμα, του σκεπτόμενου ανθρώπου που σε παρακινούσε να βάλεις το νου σου να δουλέψει». Μια γυναίκα που το ‘λεγε η καρδιά της.



