Cat Is Art

Βλέποντας το «Ρίττερ, Ντένε, Φος»: Η δύσκολη κατάβαση στην ανθρώπινη ψυχή

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Το “Ρίττερ, Ντένε, Φος” γράφτηκε το 1984 και είδε για πρώτη φορά το φως της σκηνής στις 18 Αυγούστου του 1986, στο φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, με τους κορυφαίους ηθοποιούς της σύγχρονης γερμανικής σκηνής Ilse Ritter, Kirsten Dene και Gert Voss.

“Έξυπνους ηθοποιούς” τους αποκαλεί ο συγγραφέας του και τους τιμά δίνοντας στο έργο το όνομά τους. Εν συνεχεία το έργο παρουσιάζεται στο Burgtheater της Βιέννης, κι ανεβαίνει με την αρχική διανομή κάθε δύο χρόνια για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1991 από τη “νέα ΣΚΗΝΗ” σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή, με τον ίδιο στο ρόλο του Λούντβιχ και τις Όλια Λαζαρίδου και Λυδία Κονιόρδου ως αδελφές του.

Έχει παρουσιαστεί επίσης το 2008, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, στο Θέατρο Δημήτρης Ποταμίτης και το 2011 στο θέατρο “Σφενδόνη” σε σκηνοθεσία Άννας Κοκκίνου, Δημήτρη Καταλειφού, Ράνιας Οικονομίδου, Πάνου Παπαδόπουλου.

 

 

Η υπόθεση

Τρία αδέλφια, ο Λούντβιχ και οι δύο κόρες, γόνοι μιας μεγαλοαστικής οικογένειας της Βιέννης, είναι οι ήρωες του έργου του πολυβραβευμένου Αυστριακού συγγραφέα Τόμας Μπέρνχαρντ.

Τρία πρόσωπα. Τρεις ηθοποιοί. Ένα αιμομικτικό τρίο σε γεύμα. Μία κωμικοτραγική ιεροτελεστία. Απορίες που ψάχνουν απαντήσεις. Σαν χορωδία από παράφρονες, τρία αδέλφια αποπειρώνται ενάντια στην αφασία, στην παράλυσή τους, στο μηδενισμό, με όπλο τον μηδενισμό. Παγιδευμένοι στο οικογενειακό τους σύμπαν και σχολιάζοντας τις αντιφάσεις του πολιτισμού μας και τη σχέση της ταξικής καταγωγής με το ηθικό ζήτημα, αναζητούν το νόημα της ζωής και της ελευθερίας. Ναρκισσισμός, παράδοξα και αλληγορίες.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στο αρχοντικό της βαθύπλουτης οικογένειας Βόρρινγκερ σ’ ένα προάστιο της Βιέννης στη διάρκεια μιας ημέρας. Τα πρόσωπα είναι τα τρία αδέρφια, Ρίττερ, Ντένε και ο Λούντβιχ/Φος. Οι δύο αδελφές είναι ηθοποιοί. Είναι η ημέρα που η μεγάλη αδερφή Ντένε έχει φέρει για μόνιμη εγκατάσταση στο σπίτι τον φιλόσοφο αδερφό τους, Λούντβιχ, ύστερα από την παραμονή του επί είκοσι χρόνια σε πανάκριβο ιδιωτικό ψυχιατρείο.

Η Ντένε είναι ένα πρόσωπο απόλυτα προσκολλημένο στις αρχές και το πνεύμα της οικογένειας Βόρρινγκερ, που προσδοκά να εντάξει και πάλι τον αδερφό της στο σπίτι και στα ιδανικά του.

Η Ρίττερ είναι μια γυναίκα εντελώς αδιάφορη για τα ιδανικά αυτά αλλά και για οτιδήποτε άλλο. Είναι τελείως αντίθετη με την επιστροφή του “άσωτου” αδερφού τους στο σπίτι, τον οποίο θεωρεί τέρας εγωισμού και καταπιεστή τους.

Ο Λούντβιχ είναι πρόσωπο απελπιστικά απορροφημένο από τις σκέψεις του και βασανιστικά εξαρτώμενο από την οικογένεια αυτή και το σπίτι -την “κόλαση των Βόρρινγκερ”, όπως το αποκαλεί. Ο αγώνας του να εξουσιάσει τη σκέψη του είναι εξουθενωτικός για τον ίδιο και για τους άλλους. Η σύγκρουση μεταξύ των τριών είναι γεμάτη εντάσεις και δίχως έλεος.

 

 

Ο συγγραφέας

O Μπέρνχαρτ είναι είναι από τους συγγραφείς που το ελληνικό κοινό αγαπά, παρά τη στριφνότητά τους. Προσωπικά η πρώτη φορά που είδα το “Ρίττερ, Ντένε, Φος” στη σκηνή, ένα έργο στατικό κι όμως εντελώς ξεσηκωτικό, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, θα μείνει καρφωμένη στη μνήμη μου. Η αντιφατική ζωή του και η προσωπικότητά του πάντα ήταν ένα αίνιγμα κάπως δυσεπίλυτο και τελικά τόσο οικείο που δεν δέχεται αμφισβήτηση.

Ο Τόμας Μπέρνχαρτ (1931-1989) ήταν Αυστριακός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφείς της μεταπολεμικής εποχής. Για το συγκεκριμένο έργο δανείζεται στοιχεία από την οικογενειακή ιστορία του συμπατριώτη του φιλόσοφου της Λογικής, Λούντβιχ Βίτγκενστάιν (1889-1951), του ανιψιού του Πολ Βίτγκενστάιν αλλά και από τις προσωπικότητες αγαπημένων του ηθοποιών της σύγχρονής του γερμανικής σκηνής, την Ίλζε Ρίττερ, την Κρίστεν Ντένε και τον Γκερτ Φος, σχηματίζοντας τον τίτλο με τα επίθετά τους.

Ο Μπέρνχαρντ δεν κουράστηκε σ’ όλη του τη ζωή να αφυπνίζει τις συνειδήσεις που ήταν βυθισμένες στο λήθαργο της κοινωνικής αμνησίας. Ποτέ δεν αποδέχτηκε τη στάση σιωπής που κρατούσε η χώρα του απέναντι στην ανάμιξή της στη ναζιστική εκστρατεία. Σε όλα του τα έργα, σε κάθε του λόγο, δεν έχανε ευκαιρία να τη χλευάζει και να της προσάπτει κατηγορίες. Το ίδιο έκανε και για τον αυστριακό λαό που δεχόταν αυτήν την κατάσταση και υποκρινόταν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί. Οι Αυστριακοί, σύμφωνα με τον Μπέρνχαρντ, έκρυβαν πίσω από την εκλέπτυνση και τις τέχνες την κτηνωδία τους.

Ενοχλημένοι από τα δημοσιεύματά του πολίτες τού στέλνουν γράμματα απειλητικά ή παρακλητικά, λέει στον “Αφανισμό” ο ήρωάς του Μουράου, περσόνα του ίδιου του Μπέρνχαρντ: «Ρίχνω διαρκώς την Αυστρία μέσα στη βρομιά, λένε οι άνθρωποι αυτοί, υποβιβάζω με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο την πατρίδα, προσάπτω στους Αυστριακούς μια ποταπή και χαμερπή καθολική – εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία, ενώ η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει καθόλου στην Αυστρία αυτή η ποταπή και χαμερπής εθνικοσοσιαλιστική νοοτροπία, γράφουν οι άνθρωποι αυτοί. Η Αυστρία δεν είναι ποταπή και δεν είναι χαμερπής, ήταν ανέκαθεν μόνο ωραία, γράφουν οι άνθρωποι αυτοί, και ο αυστριακός λαός είναι έντιμος. Τα γράμματα αυτά τα πετάω πάντοτε αμέσως στο καλάθι, το ίδιο έκανα και σήμερα».

 

 

“Ο άγνωστος Τ. Μπέρνχαρντ”

“Όλοι οι χαρακτήρες του Τόμας Μπέρνχαρντ παίζουν με τη ζωή το ίδιο παιχνίδι: Επιστρατεύουν την τέχνη για να πολεμήσουν την αρρώστια, πασχίζουν με τα χάχανά τους να τρομάξουν το θάνατο, η λεκτική τελειότητα είναι το δικό τους όπλο κατά της σωματικής αποσύνθεσης. Μία πολυκέφαλη, μυριόστομη χορωδία ταραχοποιών, παράφρονων, αναμορφωτών του κόσμου υψώνει τη φωνή της ως αντίδραση κατά της οριστικής αφασίας”, αναφέρει το βιβλίο “Ο άγνωστος Τ. Μπέρνχαρντ”. Ένα βιβλίο για τον άγνωστο Τόμας Μπέρνχαρντ, με κείμενα του ιδίου, φίλων του, κορυφαίων ομοτέχνων του και κριτικών, και ανθρώπων που τον γνώρισαν τυχαία σε διάφορες περιόδους της ζωής του. (Μετάφραση Θ. Λουπασάκη, εκδόσεις Νάρκισσος 2005).

 

 

Η σκηνοθέτις

“Με τον εμπρηστικό τρόπο αφήγησής του και με υπερβολή που αγγίζει το γκροτέσκ, ο Τόμας Μπέρνχαρντ χρησιμοποιεί ένα από τα σκληρότερα εφέ: το διφορούμενο της αθωότητας. Τα δικά του γερασμένα “παιδιά”, με τέλεια υποκρισία, κρύβουν το Καθαρό Κακό που έχουν μέσα τους, ενώ, ταυτόχρονα, αντιπαραθέτουν την πραγματική, αδιάφθορη παιδική τους αθωότητα στο Αυθεντικό Κακό των “Μεγάλων”, των προπατόρων τους. Με έναν αμφίσημο τρόπο καταγελάει την ανθρώπινη ανικανότητα να κατευθυνθεί προς την πραγματική ελευθερία της βούλησης, την ελευθερία που ανοίγει δρόμους για τη συμβιωτική συνύπαρξη. Στο βάθος, πρόκειται για μια αλληγορία που θίγει την υποκρισία των Αυστριακών, σχετικά με τη συμβολή τους στα εγκλήματα του Γ΄ Ράιχ κατά της ανθρωπότητας, ξεσκεπάζοντας αυτήν ακριβώς την αυταπάτη της αθωότητας, καθώς και τη βλακεία που διακρίνει το ανθρώπινο είδος εν γένει, το οποίο παραβλέποντας τα αίτια του φαινομένου της βίας, εξακολουθεί να διατηρεί την ψευδαίσθηση μιας υπαρξιακής ανωτερότητας”, αναφέρει η Μαρία Πρωτόπαππα στο σκηνοθετικό της σημείωμα.

 

 

Κωμωδία γεννημένη από την υπερβολή

«Το να πείθεις τους ανθρώπους», γράφει ο Λεβ Σεστόφ, «είναι βαρετό, δύσκολο και, σε τελική ανάλυση, ανώφελο». Το θέατρο και η τέχνη είναι για να ταράζουν τους ανθρώπους, κι όχι να τους καθησυχάζουν.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Μαρία Πρωτόπαππα, στο Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο), τα λόγια δεν αιωρούνται, σε κάθε αράδα οι λέξεις φωνάζουν, έχουν δύναμη, ορμή και οργή. Από τα χείλη των τριών ηρώων κρέμονται αυθάδικες απαιτήσεις που αν προσέξουμε καλύτερα θα μπορούσαν να είναι και αιτήματα συγγνώμης. Κι ενώ ο χρόνος κυλά και όλα τα αλλάζει, η κωμωδία του Μπέρνχαρντ, μια κωμωδία γεννημένη από την υπερβολή, μια υπερβολή που κάνει να ξεπετιούνται, όπως ο παλιάτσος από το κουτί, οι αλήθειες που, κατά το επικρατούν πνεύμα, δεν είναι καλό να λέγονται, έρχεται ξανά να μας ταράξει.

Ένα έργο ειρωνικό, μεγαλειώδες και αιχμηρό για την ηθική κατάσταση του κόσμου. Πραγματικά, το μεγαλείο της γλώσσας και ο εκπληκτικός τρόπος που ο συγγραφέας φωτίζει την ανθρώπινη ψυχή είναι ο λόγος της σπουδαιότητάς του.

Οι Αυστριακοί λογοτέχνες

Ο μεταφραστής Γιώργος Δεπάστας σημειώνει για τον Τόμας Μπέρνχαρντ: «Ο Μπέρνχαρντ μπορεί να θεωρηθεί η φυσική εξελικτική συνέχιση μιας αυστριακής συγγραφικής παράδοσης που ανιχνεύεται στον Άρθουρ Σνίτσλερ, στον Γιόζεφ Ροτ, στον Έντεν φον Χόρβατ, στον Ρόμπερτ Μούζιλ, στον Βέρνερ Σβαμπ και στη βραβευμένη με Νόμπελ Ελφρίντε Γέλινεκ: κορυφαίων χαρισματικών συγγραφέων που επίσης αντιμετώπισαν την εχθρότητα και την απόρριψη των συγχρόνων τους…».

Όντως η λογοτεχνική «αυστριακή ιδιοσυγκρασία» εκπροσωπείται από μια σειρά αξιόλογων συγγραφέων. Από το 19ο αιώνα και μετά, η Αυστρία συνεισέφερε με μερικά από τα βαρύτερα ονόματα στη σύγχρονη λογοτεχνία. Υπήρξε η πατρίδα των μυθιστοριογράφων και συγγραφέων διηγημάτων Άνταλμπερτ Στίφτερ, Άρτουρ Σνίτσλερ, Φραντς Βέρφελ, Στέφαν Τσβάιχ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μπέρνχαρντ, Γιόζεφ Ροτ και Ρόμπερτ Μούζιλ και των ποιητών Γκέοργκ Τρακλ, Ρόζε Αουσλάντερ, Φραντς Γκριλπάρτσερ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε και Πάουλ Τσέλαν. Διάσημοι σύγχρονοι συγγραφείς και μυθιστοριογράφοι είναι ο Ελφρίντε Γέλινεκ και ο Πίτερ Χάντκε και γνωστοί δοκιμιογράφοι είναι ο Ρόμπερτ Μενάσε και ο Καρλ-Μάους Γκάους. Είναι σχετικά δύσκολο να αναφερθούν λογοτέχνες της Αυστρίας πριν από την εν λόγω περίοδο.

Οι συγκεκριμένοι λογοτέχνες βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση με το βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν της χώρας τους, με μια πατριαρχική και καθολική κοινωνία, παράλληλα με μια απαισιόδοξη προδιάθεση και τις εμμονές που αναβλύζουν από την αυστριακή εσωστρέφεια.

Ο Claus Peymann

Ο Claus Peymann (Κλάους Πάιμαν) είχε πει για τον Μπέρνχαρντ: «Όπως από τις τρεις πρώτες μουσικές φράσεις αναγνωρίζει κανείς τον Μότσαρτ, έτσι αναγνωρίζει -δόξα τω Θεώ- και τον Μπέρνχαρντ». Να θυμίσουμε εδώ πως ο Πάιμαν, καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπούργκτεατερ, προσέγγισε τον Μπέρνχαρντ και του ζήτησε να γράψει το έργο, το οποίο θα ανέβαινε στη σκηνή του το φθινόπωρο του 1988, με αφορμή την επέτειο των εκατό χρόνων του ιστορικού θεάτρου. Ο Μπέρνχαρντ στην αρχή αρνήθηκε, με τη δικαιολογία ότι δεν γράφει ποτέ έργα κατά παραγγελία, τελικά όμως υπέκυψε στη φορτική πίεση του Πάιμαν και έγραψε το έργο Heldenplatz (Πλατεία Ηρώων).

Γνωρίστηκαν το 1969 και τον επόμενο χρόνο έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, Μια γιορτή για τον Μπόρις. Από τότε συνέγραψε δεκαπέντε θεατρικά έργα, τα περισσότερα εκ των οποίων σκηνοθέτησε ο Πάιμαν.

Πού πάνε οι θεατές όταν φεύγουν

Σε μια συζήτηση μαζί του για το πού πάνε οι θεατές του θεάτρου όταν φεύγουν ο Μπέρνχαρντ αναφέρει:

“Πουθενά. Παλεύουν να ξεφύγουν από κάτι κι αυτό το κουβαλούν μαζί τους. Η μανία, η απόγνωση κι αυτά όλα δεν αποφεύγονται. Άλλο η φυσική, σωματική απομάκρυνση και άλλο η πραγματική… Ίσως μάλιστα να μην υπάρχει και πραγματική απομάκρυνση. Μέσα σε κάθε άνθρωπο δίνουν το «παρών» όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συναντήθηκε, για μια στιγμή έστω, στη ζωή του. Καθένας μας αποτελεί το προϊόν όλων αυτών των ανθρώπων. Ό,τι βρίσκουμε στο δρόμο μας θρονιάζει μέσα μας, όπως ακριβώς θρονιαζόμαστε κι εμείς μέσα σε άλλους”. (Μίλερ, 2005, σ. 59)

 

 

Η παράσταση

Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος», ως παράσταση, έχει σφοδρή αλήθεια, πικρό χιούμορ και αμείλικτη σκληρότητα.

Ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν στην άνοδο του φασισμού τη δεκαετία του 1930, την εποχή της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης;

Πώς επηρεάζουν οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις τη ζωή των ανθρώπων;

Μοιραία υπάρχουν συγκλονιστικές αναλογίες με τη σημερινή εποχή, όπου το φάσμα του φόβου ξανα-προβάλλει οξύτατο;

Βέβαια, συγχρόνως πρόκειται και για μια δύσκολη, δριμύτατη παράσταση, επειδή εξίσου δύσκολος και δριμύς και δύσβατος είναι και ο Μπέρνχαρντ, ο οποίος υπήρξε μία ξεχωριστή λογοτεχνική προσωπικότητα: υπερόπτης, σαρκαστής της πολιτείας και της Εκκλησίας και, κυρίως, της αστικής κοινωνίας της πατρίδας του την οποία -και δικαίως- καθύβριζε στην εποχή του σαν μικροαστική και αναχρονιστική.

Οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Μπέρνχαρντ δείχνει μέσα από τους χαρακτήρες του πώς οι κοινωνικές επιδράσεις παράγουν ένα ευρύ φάσμα στάσεων, από την ενεργό ένταξη ή την υποταγή στον φασισμό ή την αντίσταση σ’ αυτόν.

Οι συντελεστές

Η Μαρία Πρωτόπαππα έκανε μια αξιοθαύμαστη δουλειά στη σκηνοθεσία. Καταδύθηκε στη ζωή της νοσηρής αδελφικής τριάδας, στο σύμπαν των εξαρτήσεων και της ψυχοφθόρας σχέσης μεταξύ εξουσιαστή και υποτελούς που αλλάζουν ρόλους. Ανέλυσε διεισδυτικά την απειλή του φασισμού και έδωσε μια βαθιά ρεαλιστική καλλιτεχνική – θεατρική αναπαράσταση του χαρακτήρα και των αιτίων της. Η ανάγνωση αυτού του ιδιοσυγκρασιακού άθλου μοιάζει με την απαρχή μιας μάλλον δύσκολης “κατάβασης” στον γκροτέσκο κόσμο του Μεσοπολέμου.

Εδώ, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, παραμονεύει η ειρωνεία και η υπονόμευση όλων σχεδόν των αρχικών εντυπώσεων. Επιφανειακά τουλάχιστον η σκηνοθέτις μας ξεναγεί στη σκοτεινή επικράτεια της οικογένειας Βόρρινγκερ, εν τούτοις κρατά δεξιοτεχνικά τις αποστάσεις και αφήνει την αφήγηση και τις ερμηνείες να προπορευτούν.

Ιδιαίτερα μάλιστα στον ρόλο του ψυχοπαθητικού αλλά μεγαλοφυή Λούντβιχ, ο οποίος επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι και στις δύο αδελφές του έπειτα από παραμονή σε πολυτελές ίδρυμα, διαπρέπει ο Αργύρης Ξάφης. Ένας ηθοποιός που ξέρει να χειρίζεται με μαεστρία παθολογικά ψυχωτικές καταστάσεις και να μεταδίδει ρίγη στο θεατή. Η τρέλα του Λούντβιχ υπήρχε στα μάτια του, σε όλο του το σώμα, σε κάθε του κίνηση και κάθε του έκφραση. Σε ανάγκαζε να τον παρακολουθείς και ήθελες να τον παρακολουθείς.

Εντυπωσιακά σωστές ήταν δίπλα του και οι δύο (ανύπαντρες) αδελφές του που τον καταπίεζαν με τη λατρεία τους. Η καθεμία με τον τρόπο της περιέβαλλαν τα πρόσωπα των αδελφών με τα χρώματα της υποκρισίας, της έπαρσης, της παγερότητας,

Η Λουκία Μιχαλοπούλου θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ο μετρ της παραλλαγής και της μεταμφίεσης. Είναι ασυναγώνιστη σε αυτό που κάνει και το κάνει καλύτερα από τον καθένα. Έχει τη φοβερή ικανότητα να ανιχνεύει τους πόθους και τις ανάγκες των ηρώων που υποδύεται αλλά και των περιστάσεων. Βρισκόταν μάλιστα σε εκπληκτική χημεία με την επίσης ξεχωριστή Στεφανία Γουλιώτη. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Θεού της Σφαγής» (σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη), οι δύο ηθοποιοί μοιράζονται ξανά την ίδια σκηνή. Η Στεφανία Γουλιώτη, γοητευτική, σουρεαλιστική, μάς κατακτά με την είσοδό της στη σκηνή, ή μάλλον ερχόμενη από τα παρασκήνια, αφού με την έναρξη της παράστασης μάς δίνει ένα έξοχο δείγμα υφολογικής υποκριτικής δεξιοτεχνίας και “αυτοσχεδιασμού”. Με την ερμηνεία της ψυχαναγκαστικής, εμμονικής αδελφής μάς προσφέρει επί σκηνής μια εικόνα του παρακμιακού και εκφυλισμένου κόσμου της μεσοπολεμικής Βιέννης.

Μπορεί στην επιφάνεια, η πλοκή του έργου να φαίνεται απλή υπόθεση αλλά η αντιπαλότητα μεταξύ των τριών προσώπων και οι καταπιεσμένες ψυχο-σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τους προσθέτουν πολλά επίπεδα σε ένα έργο που παρουσιάζει μια κλειστοφοβική οικογένεια και τις μεταξύ τους ανθρωποβόρες σχέσεις.

Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» μοιάζει περισσότερο με ένα σμήνος σκέψεων παρά με κανονικό διάλογο. Δεν χαρακτηρίζει απλώς τα άτομα αλλά εκφράζει όλες τις καταστάσεις που προκύπτουν από την αλληλεξάρτηση και την ανεκπλήρωτη ύπαρξή τους, αλλά και από μια συνύπαρξη που συνορεύει με το μίσος και την αιμομιξία.

Μέσα στην εύθραυστη, σαγηνευτική ατμόσφαιρα του παλιού αρχοντικού των Βόρρινγκερ με τους παλιούς πίνακες στους τοίχους, φυσάει μια σαθρή θύελλα σαρκασμού και θυμού που περιβάλλει το νωθρό μάτι της θλίψης. Τα πορτρέτα, οι άδειες κορνίζες για τους νεκρούς γονείς και οι παραμορφωμένες ζωγραφιές για τις δύο αδερφές, οι μεταλλικές κατασκευές στο σκηνικό, οι άψογες πορσελάνες, τα λαμπερά κρύσταλλα και τα αποτυπωμένα νούμερα ήταν ιδέες πολύ προσεκτικά δομημένες.

Τα σκηνικά (ένα εξαίσιο μαυσωλείο) και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα προσεγμένα αντικείμενα της Γεωργίας Μπούρα, τα απλά αλλά πολυτελή κοστούμια του Άγη Παναγιώτου, οι ιδιαίτεροι πίνακες της εικαστικού Νατάσας Πουλαντζά σαν σύνολο αποτελούν έναν δομικό συμβολισμό για το αδιανόητο του εγκλήματος (του Ολοκαυτώματος). Καταφέρνουν τη δημιουργία μιας αισθησιακής και συναισθηματικής αντίληψης της απομόνωσης, της καταπίεσης, της απειλής.

Με κριτική ικανότητα, φαντασία, συνδυαστική σκέψη, εμβάθυνση και αφομοίωση η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ο λόγος ρέει ορμητικός και το κείμενο μοιραία συντονίζεται με τη ροή του συγγραφέα.

Σαρωτικός ο ηχητικός σχεδιασμός του Λόλεκ, με νευρωτική ενέργεια η επιμέλεια κίνησης της Κατερίνας Φωτιάδη.

Περιμένοντας την επανάληψη

Η εμφανής επικαιρότητα του έργου του Μπέρνχαρντ συνετέλεσε τα τελευταία χρόνια στο να ανέβουν στις ελληνικές αίθουσες αρκετά θεατρικά του. Χωρίς καμία επιτήδευση όλα τα κείμενά του σε προκαλούν σε αφύπνιση, κυρίως όταν υπάρχει μια διαρκής πρόσκληση να ησυχάσεις.

Η κατάβαση ωστόσο στην ανθρώπινη ψυχή είναι δύσκολη τέχνη. Μπορεί στιγμές στιγμές να γίνει βαρετή ή αφόρητη. Γιατί το να μετουσιώσεις την απόγνωση που νιώθουμε μπροστά στα άλυτα ερωτήματα σε τέχνη που μιλά βαθιά και ανθρώπινα, είναι τελικά ένας σκοπός ανώτερος μεν, συχνά όμως άυλος και ανέφικτος.

Αυτό όμως που παρακολουθήσαμε ήταν μια έξοχη παράσταση, με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση του κωμικού, σαφήνεια και ξεχωριστό στυλ, έξοχη ακόμα και για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη ζωή και το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ ή του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν ή του Λούντβιχ Μπετόβεν. Ακόμα κι έτσι μπορείτε να την απολαύσετε και να αποκομίσετε πολλά από αυτήν.

Μαθαίνω ότι τελειώνουν οι παραστάσεις λόγω υποχρεώσεων των συντελεστών. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η υπέροχη, αληθινή, μεστή και βαθιά μαγνητική θεατρική δουλειά θα βρεθεί χρόνος να επαναληφθεί αργότερα…

_

Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς, θα πρέπει να σωπαίνει

_

Ταυτότητα παράστασης

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

ΤΟΜΑΣ ΜΠΕΡΝΧΑΡΝΤ
Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5 | Τηλ. 2103228706

Πρεμιέρα 18 Οκτωβρίου 2019

 

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Μαρία Πρωτόπαππα
Σκηνικά – Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Αντικείμενα – Props: Γεωργία Μπούρα
Κοστούμια: Άγις Παναγιώτου
Sound design: Λόλεκ
Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη
Βοηθός Σκηνοθέτη-Εκτέλεση Παραγωγής: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιουλία Σταμούλη
Βοηθός σκηνογράφου: Νατάσσα Τσιντικίδη
Βοηθός ενδυματολόγου: Στεφανία Σιαφλιούκα
Kομμώσεις: Θοδωρής Μπουρνέλης
Φωτογραφίες: Δομινίκη Μητροπούλου
Μακιγιάζ φωτογράφισης: Κατερίνα Μιχαλούτσου
Video Trailer παράστασης: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

 

  • Ερμηνεύουν: Λουκία Μιχαλοπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρης Ξάφης

***

Τους πίνακες στην παράσταση φιλοτέχνησε η εικαστικός Νατάσα Πουλαντζά

Μια συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και την Kart Productions

Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

***

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΒλέποντας το «Ρίττερ, Ντένε, Φος»: Η δύσκολη κατάβαση στην ανθρώπινη ψυχή

Related Posts