Renée Vivien​: Αγάπησε τη Σαπφώ, έζησε έντονα στο Παρίσι της Belle Époque και έσβησε στα 32 της χρόνια

Από όλα τα λουλούδια, η Renee Vivien αγαπούσε όλως ιδιαίτερα τις βιολέτες, σε ανάμνηση της καλύτερης παιδικής της φίλης Violette Shillito, νεαρής πιανίστριας και προικισμένης μαθήτριας, με την οποία η Renee μοιραζόταν το ίδιο πάθος για τον Δάντη και την ποίηση. Οι βιολέτες αναφέρονται επίσης στο έργο της Σαπφούς που η Renee λάτρευε. Γι’ αυτό άλλωστε το βιολετί χρώμα έγινε εμβληματικό της γυναικείας ομοφυλόφιλης κοινότητας.

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Πώς να ξεχάσω τη βαρειά πτυχή
Των ήρεμων ωραίων γοφών σου,
Τον έβενο της σάρκας όπου τρέχει
Γαλάζιο ένα τρέμουλο φλεβών σου;

Δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά,
Πως από μάταιες αγωνίες μεθυσμένη,
Στράφηκε η ψυχή μου παθιασμένη
Στ’ απόμακρά σου χείλη τ’ ακριβά;

Και πως ποτέ να ξαναβρώ
Την ίδια άγρια έκσταση αυτή
Να σε ξεχάσω, ξαναζήσω κι ονειρευτώ
Όπως πάνω στο στόμα σου έχω ονειρευτεί;

RENEE VIVIEN
(1877-1909)

(Από το βιβλίο: Δεν είμαι δική σου, είμαι εσύ. Ερωτική ποίηση: Γυναίκα προς γυναίκα (1650-2000) – Μετάφραση: Κώστας Ιωάννου.

 

Με τη Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϊ

Η Renee Vivien, ψευδώνυμό της Pauline Mary Tarn, πεθαίνει 32 ετών στα 1909.

Γεννήθηκε στη Βρετανία το 1877, έγραψε ποιήματα και νουβέλες (Το Πάθος της Λαίδης Σλαίην).

Έγραψε στα γαλλικά, στο ύφος των συμβολιστών και των Παρνασσιστών. Έζησε ως διάσημη και πλούσια λεσβία στο Παρίσι της Belle Époque.

Μετέφρασε Σαπφώ και είχε μια ταραχώδη σχέση με την πάμπλουτη Αμερικανίδα διανοουμένη ονόματι Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϊ.

Είναι αξιοσημείωτη η ποίησή της και η δουλειά της, η οποία προκάλεσε ενδιαφέρον μετά την πρόσφατη αναβίωση του σαπφικού στίχου.

Πολλά από τα ποιήματά της είναι αυτοβιογραφικά, αντανακλώντας μια ζωή ακραίου ηδονισμού και καταχρήσεων, που οδήγησε σε πρόωρο θάνατο.

Ἐξάντληση

Θὰ κοιμηθῶ ἀπόψε ἕναν πλατύχωρο ὕπνο καὶ γλυκό.

Κλεῖστε τὶς κουρτίνες τὶς βαριές, κρατῆστε κλειστὲς τὶς θύρες,

Προπαντός, μὴν ἀφήσετε νὰ τρυπώσει μέσα ὁ ἥλιος.

Τὸ βράδυ βάλτε τριγύρω μου, τὸ ποτισμένο ρόδα.

Ἀποθέστε, ἐπάνω στὴ λευκότητα ἑνὸς ἀφράτου μαξιλαριοῦ,

Αὐτὰ τὰ ἄνθια τὰ νεκρικὰ ποὺ τὸ ἄρωμά τους σὲ στοιχειώνει.

Βάλτε τα μὲς στὰ χέρια μου, ἐπάνω στὴν καρδιά μου, στὸ μέτωπό μου

Πάνω,

Αὐτὰ τὰ ἄνθια τὰ ὠχρά, ποὺ εἶναι σὰν ἕνα κερὶ ἀναιμικό.

Καὶ θὰ πῶ ψιθυριστά: «Τίποτα δὲν ἀπέμεινε ἀπὸ μένα.

Ἀναπαύεται ἐπιτέλους ἡ ψυχή μου. Λυπηθεῖτε τὴν λοιπόν!

Τὴν ἀνάπαυσή της στὴν αἰωνιότητα σεβαστεῖτε».

Θὰ κοιμηθῶ ἀπόψε τὸν θάνατο τὸν πιὸ ὄμορφο.

Ἃς μαραθοῦνε τὰ λουλούδια, τεμπέρια* καὶ κρίνα,

Κι ἃς σωπάσει, τελικά, στὸ κατῶφλι τῶν κλειστῶν θυρῶν,

Ἡ ἐπίμονη ἠχὼ τῶν ἀλλοτινῶν των ἀναφιλητῶν…

Ἄχ! Τὸ βράδυ τὸ παντοτινό! Τὸ βράδυ τὸ ποτισμένο ρόδα!

(*τὸ τεμπέρι εἶναι φυτὸ μὲ ἄσπρα λουλούδια καὶ ἄρωμα βαρύ…)