ttps//wboukad.tdithadataa.iragspotgr/?2010/11/iraggio
Σε κάθε πdrend�μύθι όλd�ι d�dre�ά βάθος ξέρουμε το τέλd�ς του, d�υτό πd�υ βρίσκεταd� πd�ρα d�πό τα d�πd�σιωe�ητικά του “κι d�μείς d�drλύτερα”, πd�ρα d�ι d�π’ τον d�πόηχο του άλφα του τέλd�υς πd�υ δονείταd� αd�όμcr γι�r λίγο στο d�υτί σαν d�νοχλητικό ζουζd�ύνισμcr. Δεν υπd�d�νίσσομcrι ότι όλd� τα πdrend�μύθι�r έχουν d�drκό τέλd�ς. Όχι, d�drθόλd�υ. Όλd� τα πdrend�μύθι�r, όπωe� d�drι η ζωή, δι�rθέτουν d�ίdr d�ρχή, το d�ενό, d�ι d�να τέλd�ς, το d�ενό, πd�υ είναd� ο χώρος της δημc�d�υ�nd�ίdre� τους. Δε λέμc� πdrend�μύθιcr γι�r νcr γεμίσουμε το d�ενό, drλλά γι�r νcr το d�d�τend�ψουμε, νcr το d�ναd�είξουμε, βdrθύτατα d�ιδdrκτικά, ως την ύψιστη όψη της ύπdrend�ης: εκεί όπd�υ εκκολάπτεταd� κάθε ίνα της αφήγησής μdre�, αd�όμcr κι όταν d�εν είμd�στε εμείς d�ι d�φηγητέe�, αd�λά το d�φήγημcr.Μι�r φοend� d�ι d�ναν d�drιρό λd�ιπόν ζούσε d�νας d�άw.c�ς. Αυτό τον d�άw.c� τον d�έγd�νε Χd�υ, γι�rτί μόλd�ς d�βd�επε τον d�πd�c�d�d�ήπd�τε, άνοc�d�ε το στόμcr του, άνοc�d�ε d�drι τιe� d�όρες των μdre�ιe�ν του, κι d�λεd�ε “Χd�υ!” d�είχνοc�τας τα -π�nd�d�μdre�ι- μυτερά του δόντι�r. Μι�r φοend�, την ίδι�r αυτή φοend� πd�υ υπd�ρχε ο γάw.c�ς, υπd�ρd�ε d�ι d�να κορίτσι, ούτε μικρό, d�ύτε μεd�άλd�, μεσαίd�, θ�r λέγd�με, πd�υ συνάντησε τυχαίd� τον d�ου κdrι προσπd�θησε να αδι�rφοend�σει d�ι�r το d�w.c�μό του. Αυτός όμως “Χd�υ!” d�drι “Χd�υ!”, d�εν την άφηνε σε ησυχί�r. Στεd�όταν d�προστά τηe� d�drι δεν την άφηνε να προχωend�σει. Στεd�όταν πd�σω τηe� d�drι δεν την άφηνε ούτε να πd�σωπdre�d�σει. Είδε d�ι d�πόειδd� το d�ορίτσι κdrι σκέφτηκε: “Ας ταΐσω d�υτόν τον τρομcrγμd�νο γάw.c�, d�πας d�drι σταμdre�d�σει να χουχίζει!”. d�ι άρχισε να τον τdre�ζει, ελπd�ζοc�τας ότι d�άποc�d� στιγμd� ο Χd�υ θ�r σταμd�ταγε να κάνει “Χd�υ!” d�drι θcr γινόταν d�νας d�υτυχισμd�νος χουρχουριστός γάw.c�ς, σαν d�d�τι d�d�λους πd�υ ήd�ερε εκεί τριγύρω. d�άθε μd�ρα, πρωί-πρωί, το d�ορίτσι γέμc�ζε το πd�άw.c� του Χd�υ φαγητό, d�νώ ο Χd�υ την υπd�δd�χόταν d�ε d�να “Χd�υ!”. Μόλd�ς d�φευγε εκείνη, πd�ησί�rζε d�υτός στο φαΐ d�ι d�τρωγε.
Πd�ρασαν d�ι d�d�ρες, πd�ρασαν d�ι d�d�νεe� d�drι εd�ώ νιe�θω τώρα τον υπd�ψιασμd�νο αναd�νώστη ότι d�χει αρχίσει να αδημc�νεί να μάθει πότε κdrι πώς ο Χd�υ ημc�ρεψε d�ι d�ρχισε να χουρχουρίζει. Θα d�πορούσε να είναd� π�nd�d�μdre�ι d�υτό το τέλd�ς τηe� d�στορίας: το d�μc�ρεμcr του Χd�υ. Προειδd�πd�c�ώ βd�βd�ι�r τον d�ναd�νώστη ότι το τέλd�ς τηe� d�στορίας d�εν είναd� αυτό. Θα του ικdrνd�πd�c�d�σω όμως την περιc�ργεια. Χρειάw�τηκαν d�όλd�ς d�βd�ομc�c�τα d�d�ρες, δύο d�βd�ομc�δd�ς, δώd�εκα ώρες, τριάc�τα d�επτά d�drι εd�d�οσι οκτώ δd�υτερόλd�πτ�r γι�r νcr ημε�nd�ψεd� ο Χd�υ. Γι�r νcr μάθει να πd�ριc�d�νει το πρωινό του γεύμcr με τα d�υτιά όρθι�r, αd�ίνηw.c�ς σαν d�λυπτό, d�d�χρι να ανοc�ξει η πόρτα d�drι να ακούσει τον d�χο του κουταd�ιd�ύ στο d�υάλd�νο πd��re�άd�ι. Με το d�νοc�d�μcr της πόρτας d�ρχιζε d�α κινείταd�, d�είχνοc�τας τα δόντι�r του καd� κάνοc�τας πάc�τα “Χd�υ!” -d�ι συνήθειεe� d�εν κόβοc�ται εύκολα- drλλά κd�τι d�ίχε drλλάξει. Η ουρά κυμάτιζε όρθι�r d�drι τα d�προστινά του πόδι�r ζύμωναν το πd�τωμ�r, ενώ, αd� d�σκυβεe� d�ίγο το d�υτί σου, θcr άκουγες d�υτό το υπd�ροχο μηχάνημ�r, άd�νωw�της d�d�όμcr τεχνοc�d�γίdre�, τον χουρχουρωw�d�ρd�, νcr δονεί το d�d�ιc�d�υδάd�ι του εν πλd�ρd�ι λεd�του�nd�ίdr.
Τcr β�nd�d�ι�r ο d�ου κd�c�d�όταν d�d�τω d�πό το πdrend�θυ�nd� του κοριτσιd�ύ d�drι το πρωί ξύπd�αγε μ�rζί του. Με την ευαίσθηw.c� όσφρηση d�drι την d�κd�c� του μπορούσε να ξc�ρει πότε αd�ριc�ώς ξυπd�άει το κορίτσι, πότε απd�c�αd�ρύνεταd�, πότε τον πd�ησιάc�ει, πότε του ετοιμάζει φαΐ, πd�c�d� στιγμd� θα ανοc�ξει την πόρτα d�drι θ�r φανεί μπροστά του γι�r νcr τη χαιρετd�σει μ’ d�να “Χd�υ!”.
Πd�ρασε ο κdrιρός d�drι το d�ορίτσι του έβd�λε d�να c�αd�ιλdrend�κι d�άτω d�πό το πdrend�θυ�nό της, στην d�υλή, d�ι�rτί κdre�άd�d�βc� πωe� d� γάw.c�ς αυτός d�ίχε drποφασίσει ότι d�δώ θα ήταν d�πό δω κι d�μπρόe� το σπd�τι του κι ότι, πdren’ όλd� τον d�κd�c�d�e�νηw.c� χαend�κw�d�ρd� του, είχε d�ιe�σει κάπως προστατευμd�νος d�d�σd� στον πd�c�ταχόθεν εχθρικό κόσμd�.
Μι�r μd�ρα το d�ορίτσι γύρισε σπd�τι της α�nd�ά τη d�ύχτα, πd�c�ύ d��nd�ά, πd�ρα πd�c�ύ d��nd�ά. Τόσο α�nd�ά πd�υ ήταν πd�d� σχd�δόν νωend�e� το πρωί. d�ανείe� d�εν ήταν στο d�ρόμc�, d�όνο σιωe�ή d�drι τα φώτα του δήμου αναd�μd�να. Είδε στην d�d�ρη του δρόμc�υ τον d�ου ξdrπλωμένο κd� αd�ίνηw.c�. Πd�ησί�rσε κρατe�ντας την d�ναπd�οc� τηe� d�drι διαπd�στωσε ότι d� γάw.c�ς ήταν d�εd�ρόe�. Τc� χέρι του λίγο d�νασηκωμένο, το d�εφάλd� του κάτω d�ε τα d�άτια ανοc�χτά, αd�όμcr σχd�δόν λd�μπd�ρά. Μόλd�ς d�α είχε πd�d�άνει. Προσπd�θησε, κρατe�ντας την ψυχend�ιd�ίdr της, d�α καταd�άβc�ι τι του είχε συμd�c�ί. Η γd�ύνα του έμd�c�d�ζε d�ρεμc�ένη d�drι λd�μπύριζε d�άτω d�πό τα φώτα του δρόμc�υ. Δεν ήταν d�ε�nό όμως η υγρασί�r αυτή, ήταν d�ίμd�. Τc� εd�d�ε να γλd�στράει από το στόμcr του καd� κάπd�υ από την d�d�ιλd�ά του. Έκdrνd� d�υλάκιcr το d�ίμcr καd� κυλούσε α�nd�ά στην d�d�τηφοend�ά του δρόμc�υ. Το d�ορίτσι λυπd�θηd�ε πd�c�ύ d�drι θύμωσε. Πd�c�d�e� το ‘κdrνd� d�υτό; Γι�rτί; Έπρεπε νcr μάθει, d�α καταd�άβc�ι. Ανασήκωσε το d�ουφάρι του γάw.c�υ κι d�ίδε ότι το d�ορμάd�ι του d�ταν d�ατατρυπd�μένο. Στην d�d�ιλd�ά, στα πd�ευρά, πd�c�τού. d�άπd�υ μαd�ριc� άκουσε γd�υγίσμdre�α. Γύρισε κι d�ίδε δυο σκύλd�υς να κυνηγιe�νται τ�nd�χοc�τας στον d�c�τιd�ριc�ό δρόμc�. Αδd�σπd�τα; Μπd�! Είχαν περιc�d�ίμc�ο κdrι τα δυc�. Κάποc�d�ι d�διοκw�d�τες τ�r αφd�νουν d�ξω τα σκυλιά τους τ�r β�nd�d�ι�r, d�ίχε drκούσει να λd�νε τιe� προd�d�λεe� d�υο περαστικd�ί.
“Ώστε αυτή ήταν όλd� η μικρή ζωή του Χd�υ;”, d�ναρωw�d�όταν το πρωί κdrθώe� τον d�θd�βc�. Έσκαβc� d�να c�αγούμc�. Μοσχd�μυριστό το χe�μcr κέc�τρισε μια ηδονή ανεξήγητη μέσd� της. Βάθαd�νε το σκάμμcr κι d� ηδονή τηe� d�άθαd�νε d�ι d�υτή μd�σd� σε σιωe�ή. Δεν άκουγε την τσάπα, d�εν άκουγε τα πd�υλιά στα δέc�τρα, d�εν άκουγε τα μdre�σd�ρίσμdre�α στο d�ρόμc�. Άκουγε d�όνο το “Χd�υ!” πd�υ τηe� d�λεd�ε ο Χd�υ τόσον d�drιρό. Τότε, μόλd�ς τον d�πόθεσε στο φρεσd�οσκαd�μd�νο χe�μcr κι d�ριc�ε drπό πd�c�ω την πρώτη φτυαριc�, κdre�άd�d�βc�:
“Αχ, Χd�υ, καd�μενούλd�”, σκέφτηκε. “Δεν έλεd�ες ‘Χd�υ’ τόσον d�drιρό. ‘Χd�υς!’ έλεd�ες, καd�d� μου Χd�υ! ‘Χd�υς!’. Αυτό το d�ουβεe�τάd�ι, το χe�μdre�άd�ι πd�υ σε σκεπάζει ονομάτιζες!”.
Σκέπ�rσε με χe�μcr το d�άw.c� d�drι μπd�κε μd�σ�r νcr γυρίσει τον τροχό τηe� d�drθημε�nd�νής ρουτίνας.* Η Γεωend�ίdr Δεληγι�rννοπd�ύλd�υ){.trong> σπd�ύδdrσε Νεοελληνικd� Φιc�d�c�d�γίdr στο d�Πd�, θέατend� στο d�ΘΒΕ d�drι μουσικd�. Ε�nd�άw�τηκε d�ι�r χρόνd�d� σε φροd�τιw�τή�nd�α μd�σης d�κπd�c�δd�υσης, d�νώ πdrend�λληλcr δουλεύει κdrι γράφει d�ι�r πd�d�διc�, εμψυχe�νοc�τας τd�ς d�εατend�κές d�drι μουσικd�e� τους d�κφράσεις. Έχει εκδe�σει το d�ιc�λίο-cd “Μι�r Ριγέ Γαρίδdr Ροζ”, d�κδe�σεις “Κάw�τωen” (πd�d�διc�ά τend�γd�ύδd��r), τη συλλd�γή διηγημc�των «Ανασαίνεd� ο κήπd�ς», d�κδe�σεις “Κέd�ρd�ς” d�drι τη d�ουβέλcr “Το d�έc�τρο τηe� d�μαd�ίdre�”, d�κδe�σεις “Γd�βend�ηd�ίd�ηe�”. Το d�ιήγημc� τηe� “Το d�εd�ρό πd�d�δί” συμπεριc�d�μd�άνεταd� στη συλλd�γή “11 γράμμcrτα”, d�κδe�σεις “Καλd�ντηe�” (2013). Από τις d�κδe�σεις “Λd�γd�υδd�ρα” κυκλd�φοend�ί το d�εατend�κό τηe� d�ργο γι�r μικρά πd�d�διc� “Η επιστροφή τηe� d�αρούλd�e�” (2014).mnptslp .tdi_-tt:center}.t db_m;">
mnptslp .tdi_-tt:center}.t db_m;">