Της Μαρισόφης Αργυροπούλου
Δεν μπορώ να αγαπώ κάτι που δε γίνεται να το αγκαλιάζω.
Για μένα η αγκαλιά είναι λύτρωση. Λύτρωση από τα πάθη, τα λάθη, τα μίση, τη φυγή. Κουρνιάζω ανάμεσα στα χέρια σου κι αγγίζω μια ψυχή.
Έσπρωξα τη θάλασσα, την έσπρωξα, την έσπρωξα… όσο μπορούσα την έσπρωξα. Για να βρεθώ κοντά στο ποτέ σου και στο δικό μου πάντα αψήφησα κάθε εμπόδιο, μεγάλο και μικρό, φόβους των άλλων, φόβους δικούς μου, μεγάλους φόβους.
Άρχισαν να πετούν πεταλούδες… απεγκλωβίστηκαν κι αυτές που είχαν φυλακιστεί ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει μιας κοινωνίας φτηνής και σοβαροφανής.
Παραμονή του έρωτα αντίκρισα τα μάτια σου.
Ανήμερα σε ερωτεύτηκα και επετειακά λογάριασα τα λόγια σου για λόγια.
Ας ήταν να μην έγινε ποτέ. Ας ήταν ένα όνειρο γλυκό, μια ζεστή αγκαλιά φερμένη από αγγέλους…
Τουλάχιστον θα ήμουν ευτυχής.
Και τώρα που, να, καθώς γνωρίζεις θα ήθελα να κάνω ένα ταξίδι… εκείνο το ταξίδι…
σου είχα μιλήσει, θυμάσαι;
Με είχες πάει μια φορά σ’ ένα παγκάκι καταμεσής τους δάσους και μου εξιστορούσες τα όνειρα που δεν κατάφερες να ζήσεις.
“Είσαι μικρός”, σου έλεγα, “έχεις χρόνια μπροστά σου”. Με κοιτούσες γλυκά και χαμογελαστά “δεν έχω γλυκιά μου Ίριδα”…
Αλήθεια για πες μου, μυρίστηκες τον θάνατο;
Γιατί μονάχα τον δικό σου;
Εγώ ακόμη και τώρα θα έβαζα πλώρη για το χυμό του έρωτά σου.
Θα υπέμενα τα πάνδεινα για το δικό σου λίγο.
Λείπεις από παντού, μα πιο πολύ απ’ τους χειμώνες μου.
Τους χειμώνες που η βροχή σαπίζει κάθε ζωντανό μου κύτταρο.
Τις προάλλες σταμάτησα στο περίπτερό μας και ζήτησα AprilScott. Δεν ήξεραν τι είναι, δεν είχαν, έχουν πάψει εδώ και χρόνια να έχουν απ’ αυτό – είπαν…
Χρόνια; Μα σαν χθες…
Άλλαξε ο ιδιοκτήτης, άλλαξαν οι παραγγελίες, τα γούστα, τα θέλω, οι άνθρωποι…
Μόνο εσύ… –ήθελα να πω μόνο εγώ παραμένω στάσιμη. Ή σταθερή. Όπως θες πες το.
Με σένα όλα ήταν αλλιώς…
Τα χάδια μου πια τα μέτρησα ένα ένα να στα δώσω. Μετρούσα κι έδινα, έδινα και ξαναμετρούσα. Και ποτέ δε σου ζήλεψα τίποτα. Και ποτέ δε μετάνιωσα για κάτι σου. Ποτέ δε μέθυσα τόσο που να μην ξέρω τι σου δίνω.


