24.9 C
Athens
Τρίτη 21 Μαΐου 2024

«”Πλούτος” είναι οι άνθρωποι να είναι μαζί»

Του Παναγιώτη Μήλα

Η φετινή πρεμιέρα του Φεστιβάλ έκρυβε μια έκπληξη. Την Παρασκευή, 1η Ιουλίου 2016, το Αρχαίο Θέατρο είχε τόσο κόσμο που δεν είχε ξαναδεί εδώ και δεκαετίες σε πρώτη παράσταση. Την δε επομένη, 2 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε το πρώτο αυθεντικό -και όχι εικονικό- sold out. Ο μαγνήτης που συγκέντρωσε τους θεατές λέγεται Γιώργος Κιμούλης. Όμως υπήρχαν και δύο μαγνητικοί πόλοι που λειτούργησαν το ίδιο δυναμικά: Ο Γιάννης Μπέζος και ο Πέτρος Φιλιππίδης.

Κάνοντας μια εισαγωγή στο έργο ο σκηνοθέτης Γιώργος Κιμούλης γράφει: «Στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το χρήμα αποτελεί πλέον το θεμέλιο ολόκληρου του συστήματος αξιών, η συγκεκριμένη παράσταση επικεντρώνει την ερμηνεία αυτής της Αριστοφανικής κωμωδίας, σ’ ένα γεγονός που σχεδόν τις περισσότερες παραβλέπεται: στο ότι ο ποιητής στο τέλος του έργου εγκαθιστά το θεό Πλούτο στο ίδιο το κράτος, δίδοντας έτσι στους πολίτες τη δυνατότητα, απ’ τη στιγμή που όλα τα αναγκαία αγαθά θα είναι δημόσια, να αναζητήσουν τον πραγματικό πλούτο στις ιδέες και στις αξίες, που ίσως έχουν ξεχάσει».

Σύγχρονος του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404), που σήμανε την πτώση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ο κορυφαίος κωμωδιογράφος της αρχαιότητας Αριστοφάνης πραγματεύεται με διεισδυτικότητα και ακρίβεια την έκπτωση των αξιών. Κεντρική θέση στα 11 σωζόμενα έργα του κρατά η σφοδρή κριτική στην πολιτική, κοινωνική, ηθική και οικονομική κρίση κατά τη διάρκεια της αθηναϊκής δημοκρατίας που είχε ήδη καταρρεύσει, με λόγο σύγχρονο και τολμηρό – σε σημείο ενοχλητικό για τα δεδομένα της εποχής. Γεγονός που εξισορροπούσε έντεχνα με την εκλεπτυσμένη παράλληλη χρήση της γλώσσας και τα συμπυκνωμένα νοήματα που απομακρύνονταν από τους κώδικες της κωμωδίας, αγγίζοντας βαθιά το συναίσθημα των θεατών, κατορθώνοντας έτσι να εμποτίσει το κοινό του με τα μηνύματα που επιδίωκε να περάσει μέσω των έργων του.

Ο «Πλούτος» παρουσιάστηκε το 388 π.Χ., στο τέλος περίπου του Κορινθιακού Πολέμου. Η Αθήνα είχε πολλές ελπίδες να ανακτήσει την αίγλη της – μάταια όμως, αφού η πολιτισμική κρίση ήταν βαθιά, η έκπτωση των ηθών έπληττε βάναυσα τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο και η οικονομία κατέρρεε επιτρέποντας την επικράτηση των επιτηδείων, με την ανοχή βεβαίως της διεφθαρμένης πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Κι εδώ παρεμβαίνει με το έργο του ο Αριστοφάνης. Απογυμνώνει τους ηγέτες του και επαναφέρει το αίτημά του για δίκαιη πολιτεία, αναπτύσσοντας έναν προβληματισμό πάνω στην άδικη κατανομή του πλούτου και στην έκρηξη της διαφθοράς.

Η αρχή από το Μαντείο των Δελφών

Ο Χρεμύλος, πνιγμένος στα χρέη, αναζητά στο Μαντείο των Δελφών χρησμό για τον σωστό τρόπο να μεγαλώσει το γιο του: τίμιο και φτωχό ή πλούσιο και απατεώνα; Η Πυθία, όπως πάντα ομιχλώδης, τον προτρέπει να πάρει σπίτι του τον πρώτο που θα συναντήσει αποχωρώντας από το Μαντείο. Αυτός είναι ένας τυφλός γέρος, ο θεός Πλούτος, τιμωρημένος από τον Δία για να μη βλέπει πού μοιράζει τα πλούτη, ο οποίος αρνείται να θεραπευτεί γιατί φοβάται την οργή του Θεού. Μεταπείθεται ωστόσο από τον Χρεμύλο και τον υπηρέτη του, Καρίωνα, ώστε να διαθέτει τον πλούτο σε όσους τον αξίζουν και όχι στους φαύλους ρήτορες και τους απατεώνες. Η θεά Πενία παρεμβαίνει και προσπαθεί να πείσει πως ο πλούτος θα καταστρέψει τους πολίτες, μιας και οι φτωχοί θα επαναπαυθούν, με αποτέλεσμα να γίνουν τεμπέληδες. Εξανίστανται επίσης όλοι οι επιτήδειοι -των ιερέων μη εξαιρουμένων- οι οποίοι χάνουν τα προνόμιά τους.

Η παράσταση στην Επίδαυρο

Η εικόνα του σκηνικού στην ορχήστρα με κέρδισε με την πρώτη ματιά. Η «μπούκα» μου θύμισε το ερείπιο της σκηνής του θεάτρου που υπάρχει ακόμη και σήμερα στην αρχή του πεζόδρομου της Ηρώδου του Αττικού, ακριβώς πίσω από την προτομή της Μελίνας Μερκούρη. Πάνω στην αυλαία η χρονολογία 1830, τότε που το ελληνικό κράτος έκανε τα πρώτα του βήματα. Το ζεστό κόκκινο χρώμα, τα πεταμένα κόκκινα βελούδινα μαξιλάρια από διαλυμένες πολυθρόνες, η παραλληλόγραμμη ξύλινη σκηνή πάνω από τη θυμέλη, τα μικροέπιπλα, το πιάνο με το πορτατίφ και δεξιά το ξεραμένο δένδρο δημιουργούσαν τις κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί η παράσταση. Κι επειδή, καθώς ξέρουμε, το μπεκετικό θέατρο αναδιαπραγματεύεται τον αρχαιοελληνικό ορισμό του τραγικού και συνθέτει έναν καινούργιο ορισμό του τραγικού, η έναρξη και μέρος του σκηνικού με τη γυμνότητα της σκηνής και το μοναχικό δέντρο μας παρέπεμπε άμεσα στο “Περιμένοντας τον Γκοντό”, φέρνοντας κάτι από ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο χώρο, κάτι από διάλυση και αποσύνθεση. Μόλις τώρα που γράφω είδα πως το σκηνικό έχει την υπογραφή του Γιώργου Πάτσα. Μια εξαιρετική –όπως πάντα– δουλειά του περίφημου σκηνογράφου που είχε την πρώτη του παρουσία στην Επίδαυρο το 1972 με την «Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.

Σε εκείνη την «Ηλέκτρα» άλλος ένας δημιουργός είχε την πρεμιέρα του. Ήταν ο Κ. Χ. Μύρης που είχε υπογράψει τη μετάφραση όπως έκανε και τώρα στον Πλούτο. Και εδώ ο Μύρης είχε τη δυνατότητα να μας προσφέρει όμορφο λόγο. Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο έμεινε απείραχτη η μετάφρασή του. Βέβαια οι βωμολοχίες σήμερα είναι -δυστυχώς- στον καθημερινό λόγο ακόμη και στις παιδικές χαρές. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα έπρεπε να γίνεται κατάχρηση και στο θέατρο, το οποίο έχει άλλο σκοπό.

Ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη είναι το μικρότερο σε έκταση έργο του, έτσι εδώ μια αρχική παράβαση και ένας επίλογος -από τον Κιμούλη- του έδωσαν την απαραίτητη χρονικά «φεστιβαλική» διάρκεια.

Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα μια ντουζίνα νέων ανέβηκαν από τις σκάλες ανάμεσα στα διαζώματα και κάθισαν στις κερκίδες ανάμεσα στους θεατές.

Η παράσταση άρχισε με ήχους από τον γκιώνη, από τον γρύλο, από τα τριζόνια. Ήχους από τα ηχεία που όμως είναι τόσο οικείοι και αγαπημένοι. Οι επόμενοι ήχοι, τουλάχιστον εμένα, με ενόχλησαν αφού ήταν από τα μικρόφωνα – ψείρες που μεγεθύνουν ακόμη και την ανάσα του ηθοποιού σε ένα θέατρο που δεν έχει καμία ανάγκη τέτοιας υποστήριξης. Η αρχή έγινε το 1987 με τον Γεωργιανό σκηνοθέτη Ρόμπερτ Στούρουα. Ανέβαζε τότε τον «Οιδίποδα Τύραννο» με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Κόντευαν να τον… κρεμάσουν στο Σύνταγμα κάποιοι θεατρικοί κριτικοί και γι’ αυτόν τον λόγο. Όμως σήμερα το μικρόφωνο – ψείρα έχει γίνει σχεδόν ένα με το σώμα των ηθοποιών. Κάτι όμως που στην πράξη –από άλλους θιάσους– αποδεικνύεται εντελώς περιττό. Το δε τσιγάρο που άναψε ο Γιώργος Κιμούλης καθισμένος στο πιάνο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με μικρό γραφείο, ήταν μια ευθεία αναφορά σ’ εκείνον τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Στούρουα όταν η Αννα Μακράκη, ακολουθώντας τις οδηγίες του σκηνοθέτη, άναψε τσιγάρο επί σκηνής. Τα σχόλια «σβήστο», «αίσχος», «ντροπή» ήταν αρκετά για να αφαιρεθεί η σκηνή τη δεύτερη ημέρα. Τελείως άδικα, κατά τη γνώμη μου, τότε.

Όλα αυτά όμως δεν με εμπόδισαν στο να χαρώ τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Πρώτα τον Γιάννη Μπέζο, που τον απολαύσαμε και το 2015 στις «Εκκλησιάζουσες», μετά τον Πέτρο Φιλιππίδη, που (δυστυχώς) μας έλειψε πέρυσι όταν ακύρωσε τις «Νεφέλες» του. Τέλος, τον Γιώργο Κιμούλη που μας καθήλωσε ως «Βασιλιάς Ληρ» στην Πειραιώς 260. Δεν σας κρύβω ότι χάρηκα ιδιαίτερα με τις… ευκολίες του Κιμούλη. Με τη μανιέρα του, που σε κάνει να ξεχνιέσαι. Ήταν χάρμα οφθαλμών.

Το πρώτο μέρος, ο πρόλογος, τρέχει με γρήγορους επιθεωρησιακούς ρυθμούς. Το έναυσμα, όμως για την έντονη πολιτική χροιά της παράστασης, δίνουν τα βίντεο που πέφτουν με το που ανοίγει η αυλαία και μας θυμίζουν τα πάντα, από το Καστελόριζο του 2010 μέχρι τις εκλογές του 2015.

Είναι εντυπωσιακό το πάρε-δώσε που γίνεται μεταξύ ηθοποιών και θεατών. Είναι στα μεγάλα «συν» της παράστασης το ότι κατάφερε να κερδίσει τον κόσμο «άμα τη εμφανίσει». Ήταν έντονη και συνεχής η συμμετοχή της κερκίδας με επιφωνήματα και χειροκροτήματα.

Η βασική τριάδα των πρωταγωνιστών είχε και τη συμπαράσταση άλλων δύο εξαιρετικών ηθοποιών.

– Ο ένας είναι ο Αλμπέρτο Φάις, που δεν μπορούσα εύκολα να τον φανταστώ σε αριστοφανική κωμωδία. Όμως «κέντησε» και ως Συκοφάντης και ως Ιερέας.

– Ο άλλος ήταν ο τυχερός της παράστασης: Ο Τάσος Γιαννόπουλος που υποδύθηκε τον Βλεψίδημο, τον Δίκαιο, τη Γριά και τον Ερμή. Ο Γιαννόπουλος πήρε τη θέση του Παύλου Χαϊκάλη που αποχώρησε πολύ νωρίς από το σχήμα. Τυχερός ο Κιμούλης που είχε αυτόν το εξαιρετικό ηθοποιό στην ομάδα του. Τυχεροί κι εμείς που τον χαρήκαμε σε τέσσερις διαφορετικούς και δύσκολους ρόλους.

– Η βασική πεντάδα είχε και ως συνεργάτες και τρεις διακεκριμένους δημιουργούς: Τη Σοφία Νικολαΐδη που έντυσε τους ηθοποιούς με τρόπο απόλυτα ταιριαστό στο γενικό κλίμα. Και με λάμψη και με κάποιες υπερβολές, πάντα όμως στο πλαίσιο της ευπρέπειας.

Η μουσική του Γιώργου Ανδρέου οδηγούσε τα βήματα του θιάσου με συνθέσεις αλλά και με επιλογές που σεβάστηκαν τον χώρο και οπωσδήποτε μας συγκίνησαν πολλές φορές. Σε αυτό βοήθησαν και οι στίχοι του Ισαάκ Σούση.

Δεν πρέπει να παραβλέψω τις χορογραφίες με την υπογραφή της Ελπίδας Νίνου και του Θανάση Γιαννακόπουλου. Δουλειά που ανέδειξε τις δυνατότητες όλου του θιάσου.

Τέλος τι να πει κανείς για τους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου; Αξίζει να παρακολουθεί κανείς και την τελευταία αχτίδα φωτός που ρίχνει στη σκηνή.

Κάποιοι “διαφωνούν κάθετα”

Παρασύρθηκα όμως και μπορεί να λέω αυτά τα όμορφα για τους συντελεστές τη στιγμή που υπάρχουν αρκετοί που «διαφωνούν κάθετα». Και όχι μόνο διαφωνούν αλλά έχουν και επιθετική διάθεση όταν καταθέτουν τη διαφορετική τους άποψη.

Αυτό μάλιστα έγινε και κατά τη διάρκεια της παράστασης όταν κάποιοι “αγανακτισμένοι” θεατές παραλίγο να τη διακόψουν. Από κάθε γωνιά του θεάτρου ακούστηκαν φωνές διαμαρτυρίας για όσα διαδραματίζονταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς η ψυχραιμία του Κιμούλη έσωσε την κατάσταση. Τους ζήτησε -πολύ σωστά- να κατέβουν στην ορχήστρα και να καταθέσουν την άποψή τους. Και πράγματι έτσι έγινε…

Κατέβηκαν και είπαν τα παράπονά τους και έξω από τα δόντια και μετά μουσικής.

Οι νέοι που «τα χώσανε» στους παλιούς δεν ήταν άλλοι από τον Χορό του Πλούτου. Δώδεκα παιδιά, επτά κορίτσια (Χριστέλα Γκιζέλη, Βερόνικα Δαβάκη, Κατερίνα Μαούτσου, Χριστίνα Σπατιώτη, Ντένια Στασινοπούλου, Ειρήνη Τσαβά, Ελένη Τσιμπρικίδου) και πέντε αγόρια (Ευθύμης Ζησάκης, Αλέξανδρος Ζουγανέλης, Παναγιώτης Κατσώλης, Γιώργης Τσουρής και Χάρης Χιώτης) που αλώνιζαν τη σκηνή. Ήταν ο έκτος πρωταγωνιστής, το ίδιο σημαντικός όπως οι πέντε πρώτοι.

Ευτυχής πρέπει να είναι ο Γιώργος Κιμούλης με αυτή την ομάδα. Ο κάθε ένας ξεχωριστά ήταν ένα ιδιαίτερο θεατρικό εργαλείο. Όλοι χάρισαν απλόχερα το ταλέντο τους ενώ οι νότες από το «Χάρτινο το φεγγαράκι» συγκίνησαν τους θεατές δίνοντας τη θέση τους σε παρατεταμένο χειροκρότημα στο φινάλε.

Μια όμορφη νύχτα, που ασφαλώς θα τη θυμόμαστε για πολύ καιρό. Όμως όλα τα παραπάνω τι σχέση μπορεί να έχουν με τον τίτλο αυτού του έργου;

Πλούτος συναισθημάτων; Υπάρχει χωρίς αμφισβήτηση. Ακόμη και με τις νότες του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι.

Πλούτος ιδεών; Ασφαλώς ναι. Η σκηνοθετική προσέγγιση το αποδεικνύει.

Πλούτος αξιών αλλά και αξίων; Και μόνο η επιλογή των συντελεστών είναι από μόνη της άξια θαυμασμού.

Πλούτος προτάσεων; Δεν θα έλεγα ότι συνέβη κάτι τέτοιο.

– Όσο κι αν το επιτρέπει ευγενώς ο Αριστοφάνης, όσο κι αν έχουμε συνηθίσει την ελευθεροστομία, όσο κι αν πιστεύουμε πως τίποτα δεν είναι εξ ορισμού αισχρό ή βλάσφημο, η αισθητική ενός έργου τέχνης που παρουσιάζεται στην Επίδαυρο οφείλει να διαφέρει σε ποιότητα από την αισθητική μιας επιθεώρησης.

– Όταν σχολιάζεις τα της Εκκλησίας -και όταν έχει προηγηθεί ο Κουν το 1959 με τον εμβληματικό ιερέα στους «Όρνιθες»- δεν μπορείς να έρχεσαι σήμερα, το 2016, και να συρρικνώνεις το πρόβλημα μόνον στον γραφικό Αμβρόσιο. Αν θέλεις, και κυρίως αν μπορείς, μίλησε καθαρά για το θέμα της Εκκλησίας. Διαφορετικά μην το αποφεύγεις τόσο φανερά κάνοντας χρήση μόνο στο παρατραβηγμένο (και σε χρόνο) σκετσάκι, κάτι που ίσως θα έκανε και ένα περιφερειακό μπουλούκι.

– Όταν κάνεις πολιτική κριτική σε μια εποχή σαν αυτή που ζούμε δεν είναι πολιτικώς ορθό να μιλάς γενικά και εντελώς αόριστα για τους κυβερνώντες, ενώ αναφέρεις με ονοματεπώνυμο (ή μάλλον με το υποκοριστικό του ονόματος) τον αρχηγό της αντιπολίτευσης. Δεν είναι δυνατόν να ξεχνάς επιμελώς τη χαώδη διάσταση υποσχέσεων και πράξεων, δεν είναι λογικό να κρύβεις το διπλό μνημόνιο και να προβάλλεις τη… γρουσουζιά (;) του “Κούλη”. Μάλιστα αυτό το τελευταίο αστείο ήταν από τα λίγα που «δεν πέρασαν» από την ορχήστρα στο κοίλον. Το κοινό ούτε καν αντέδρασε στην πρεμιέρα, όταν και παρακολούθησα την παράσταση. Ούτε ως αστείο δεν το αποδέχτηκε. Αυτό είναι ενδεικτικό. Ίσως να μην είχε καν το κουράγιο να γελάσει με ένα χαρακτηρισμό παλαιάς κοπής, όταν τα παρόντα προβλήματα καίνε τόσο πολύ.

Πλούτος ανατροπών; Εδώ υπάρχει μια και βασική ανατροπή. Αυτή που διαφοροποιεί την αναφορά του σκηνοθέτη στα περί αναζήτησης του πραγματικού πλούτου στις αξίες και στους άξιους. Εδώ στο φινάλε του έργου, ακολουθώντας τη γενική γραμμή «να χαϊδεύουμε τα αυτιά των νέων», απευθυνόμενος στους δώδεκα του Χορού, τους ανάβει το πράσινο φως και τους καλεί να αναλάβουν εκείνοι. Ξεχνάει αυτό που ο ίδιος είπε στην αρχή, ότι «πλούτος, είναι οι άνθρωποι να είναι μαζί». Αντί λοιπόν να τους καλέσει, ώστε όλοι μαζί να βρουν λύσεις και να χαρούν το αποτέλεσμα της κοινής τους προσπάθειας, εκείνος κάνει την ανατροπή της δικής του, πολύ σωστής άποψης, και περιορίζεται σε ένα λαϊκίστικο επικοινωνιακό χάιδεμα…

Τι είπε ο Αριστοτέλης στους νέους

Να θυμίσω εν τέλει κάτι που είμαι σίγουρος πως γνωρίζει ο Γιώργος Κιμούλης. Παραθέτω, λοιπόν, όσα έγραψε ο Αριστοτέλης για τους νέους στη «Ρητορική» του. Ασφαλώς ο φιλόσοφος δεν χαϊδεύει αυτιά. Δεν το έχει ανάγκη…

«Εἰδέναι ἅπαντα οἴονται καὶ διισχυρίζονται, τοῦτο γὰρ αἴτιόν ἐστιν καὶ τοῦ πάντα ἄγαν».

Καλύτερα όμως διαβάστε τι σημαίνει η παραπάνω φράση στην τελευταία αράδα του αποσπάσματος που παραθέτω σε μετάφραση του Η.Φ. Ηλιού, 1984. (Η Ρητορική του Αριστοτέλη. Αθήνα: Κέδρος).

Λέει λοιπόν ο Αριστοτέλης: «Οι νέοι αισθάνονται σφοδρές επιθυμίες και μπορούν να εκπληρώσουν εκείνο που επιθυμούν. Είναι ευμετάβλητοι και γρήγορα χορταίνουν με κείνα που επιθύμησαν και γι’ αυτό πολύ γρήγορα αδιαφορούν. Έχουν ροπή προς την οργή, παραφέρονται εύκολα και ακολουθούν εκείνο που αποφάσισαν πάνω στο θυμό τους, χωρίς να μπορούν να συγκρατηθούν. Αγαπούν τις τιμές κι ακόμα πιο πολύ τη νίκη, επειδή τα νιάτα θέλουν να υπερέχουν και η νίκη είναι ένα είδος υπεροχής. Δεν τους ενδιαφέρει το χρήμα ολότελα, επειδή ακόμα δεν έχουν δοκιμάσει τι θα πει φτώχεια. Είναι ευκολόπιστοι, επειδή ακόμα δεν τους έχουν εξαπατήσει συχνά. Είναι γεμάτοι ελπίδες κι αυτό συμβαίνει επειδή η φύση τούς έχει προικίσει με κάποιο είδος θέρμης. Η ιδιότητά τους αυτή οφείλεται και στο ότι δεν έχουν ακόμα δοκιμάσει πολλές αποτυχίες. Ζούνε κυρίως με την ελπίδα, επειδή η ελπίδα αφορά το μέλλον, ενώ η ανάμνηση το παρελθόν. Προτιμούν να κάνουν ό, τι τους φαίνεται ωραίο παρά ό, τι τους συμφέρει, επειδή οι πράξεις τους υπαγορεύονται πιο πολύ από την καρδιά παρά από τον ψυχρό υπολογισμό, κι ενώ αυτός, λογαριάζει το συμφέρον, η αρετή λογαριάζει το ωραίο. Όλα τα σφάλματά τους προέρχονται από την υπερβολή, επειδή οι νέοι δεν τηρούν το λόγο του Χίλωνα (μηδέν άγαν). Αλήθεια, υπερβάλλουν σε όλα. Αγαπούν υπερβολικά, μισούν υπερβολικά και το ίδιο συμβαίνει και για όλες τις άλλες πράξεις τους. Πιστεύουν πως ξέρουν τα πάντα κι ανακατεύονται στα πάντα και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι υπερβολικοί».

Κλείνοντας, αν με ρωτήσετε αν θα έβλεπα ξανά αυτή την παράσταση ύστερα από όσα έγραψα, θα σας απαντούσα πως «ναι» θα την έβλεπα με πολλή χαρά γιατί αξίζει αυτή η δουλειά. Αξίζουν όλοι τους και μπροστά στην προσπάθειά τους η γνώμη μου περιττεύει.

Πληροφορίες για την παράσταση

«Πλούτος» του Αριστοφάνη

Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης

Σκηνοθεσία – Διασκευή: Γιώργος Κιμούλης

Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας

Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδη

Μουσική: Γιώργος Ανδρέου

Στίχοι: Ισαάκ Σούσης

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Χορογραφίες: Ελπίδα Νίνου, Θανάσης Γιαννακόπουλος

Μουσική διδασκαλία: Παναγιώτης Τσεβάς

Παραγωγή: Αφοί Τάγαρη

Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί

Γιώργος Κιμούλης (Πλούτος και Πενία), Γιάννης Μπέζος (Χρεμύλος), Πέτρος Φιλιππίδης (Καρίων), Τάσος Γιαννόπουλος (Βλεψίδημος, Δίκαιος, Γριά, Ερμής), Αλμπέρτο Φάϊς (Συκοφάντης και Ιερέας)

Στον χορό οι ηθοποιοί

Χριστέλα Γκιζέλη, Βερόνικα Δαβάκη, Ευθύμης Ζησάκης, Αλέξανδρος Ζουγανέλης, Παναγιώτης Κατσώλης, Κατερίνα Μαούτσου, Χριστίνα Σπατιώτη, Ντένια Στασινοπούλου, Ειρήνη Τσαβά, Ελένη Τσιμπρικίδου, Γιώργης Τσουρής και Χάρης Χιώτης.

Ο «Πλούτος» σε περιοδεία

Ιούλιος

Δευτέρα 11, Λευκάδα

Τρίτη 12, Πάτρα

Τετάρτη 13, Αρχαία Ολυμπία

Παρασκευή 15, Πειραιάς Βεάκειο

Σάββατο 16 και Κυριακή 17, Παπάγου

Δευτέρα 18, Θέατρο Πέτρας

Τρίτη 19, Αίγιο

Πέμπτη 21, Βύρωνας

Παρασκευή 22, Σαλαμίνα

Σάββατο 23, Πόρτο Ράφτη

Δευτέρα 25 και Τρίτη 26, Ηράκλειο

Τετάρτη 27, Ρέθυμνο

Πέμπτη 28 και Παρασκευή 29, Χανιά

Κυριακή 31, Σπάρτη

Αύγουστος

Δευτέρα 1, Μεσσήνη

Τρίτη 2, Ήλιδα

Τετάρτη 3, Οινιάδες

Πέμπτη 4, Δελφοί

Παρασκευή 5, Μουδανιά

Σάββατο 6, Δίον

Κυριακή 7, Κασσάνδρα

Δευτέρα 8 και Τρίτη 9, Αλεξανδρούπολη

Τετάρτη 10, Κομοτηνή

Πέμπτη 11, Αμφίπολη

Παρασκευή 12 και Σάββατο 13, Καβάλα

Πέμπτη 25, Νέα Μάκρη

Παρασκευή 26, Κατράκειο

Σάββατο 27, Χαλκίδα

Δευτέρα 29, Λαμία

Τρίτη 30, Βόλος

Τετάρτη 31, Θεσσαλονίκη

Σεπτέμβριος

Πέμπτη 1, Θεσσαλονίκη

Παρασκευή 2, Σέρρες

Σάββατο 3, Κοζάνη

Κυριακή 4, Πτολεμαΐδα

Δευτέρα 5, Καρδίτσα

Τρίτη 6, Αιγάλεω

Πέμπτη 8, Γαλάτσι

Παρασκευή 9, Κορυδαλλός

Σάββατο 10, Μενίδι

Δευτέρα 12 και Τρίτη 13, Ηλιούπολη

Πέμπτη 15, Νέα Σμύρνη

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -