Ορέστης του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ. Η τραγωδία της σκληρότητας, της αγάπης και της ενοχής

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το πώς έφτασε ο άνθρωπος στη δημιουργία της δραματικής ποίησης δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Η ευημερία που υπήρχε στην Αρχαία Ελλάδα βοήθησε στην ανάπτυξη των τεχνών, οι οποίες αναπτύσσονταν συνεχώς όσο η χώρα ήταν στην ακμή της.

Το θέατρο με την κωμωδία και την τραγωδία, τη σάτιρα αλλά και το σατυρικό δράμα, ήταν στις πρώτες επιλογές του κοινού. Ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που με τον ύμνο του στην αρχαία τραγωδία ανέλυε τι ακριβώς ήταν η τραγωδία και πώς θα έπρεπε να μεταφέρεται από τους ηθοποιούς στο κοινό: «Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Η αρχαία τραγωδία είναι μία υπέρτατη μορφή θεατρικής τέχνης, που ενώνει το σήμερα με το χθες και δίνει τη βάση και την τεχνική, για την εξέλιξη των άλλων ειδών θεάτρου που άντλησαν τη γνώση για πολλούς αιώνες μέσα από τον σκελετό του αρχαίου θεάτρου. Το αρχαίο δράμα αλλά και το αρχαίο ελληνικό θέατρο στο σύνολό του έχει εμπνεύσει και πάντα θα εμπνέει Έλληνες αλλά και ξένους δημιουργούς.

Ενορχηστρωμένη ομάδα

Πρόσφατα ο Γιάννης Αναστασάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, σκηνοθέτης και ηθοποιός, στην πρώτη του προσέγγιση στο αρχαίο δράμα χτύπησε φλέβα. Έπιασε το νόημα του Ευριπίδη στον «Ορέστη» και μέσα από τη δημιουργία ενός δικού του κώδικα – φόρμας παιξίματος, ο σκηνοθέτης και οι άξιοι ηθοποιοί του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας μάς το μετέφεραν, αποφεύγοντας την ευκολία και τον άσκοπο -γι’ αυτά τα αρχετυπικά έργα- απόλυτο ρεαλισμό. Οι ερμηνείες που είδαμε στο θέατρο της αρχαίας Επιδαύρου βρίσκονταν σε υψηλό επίπεδο και αυτό που ειδικά μας μάγεψε ήταν το πάθος και η ομαδικότητα της άψογα ενορχηστρωμένης ομάδας. Εξαιρετικές και γεμάτες ουσία οι παράλληλες δράσεις, έξυπνες οι συμπυκνώσεις και οι επιβραδύνσεις στη ροή του έργου, εξαίρετη η εκφορά του λόγου και η θεατρική εστίαση που μαζί με τη δυναμική μουσική και το νεοκλασικής έμπνευσης σκηνικό δημιούργησαν μια ζωντανή παράσταση, ένα σοβαρό, ώριμο και εγκρατές παιχνίδι που φώτισε τη σημασία αυτού του δύσκολου έργου.

 

(Με ένα «κλικ» επάνω σε κάθε μία από τις μικρές φωτογραφίες μπορείτε να τις δείτε σε μεγάλο μέγεθος).

 

 

Έργο σκληρό

Ο «Ορέστης» του Ευριπίδη θεωρείται ότι είναι το τελευταίο έργο του ποιητή που παραστάθηκε στην Αθήνα πριν απ’ την αναχώρησή του, το 408 π.Χ., για τη Μακεδονία. Το έργο έχει ιδιοτυπίες, είναι ένα έργο σκληρό κι επαναστατικό. Τρεις νέοι άνθρωποι προσπαθούν να σώσουν τη ζωή τους και ο αγώνας τους στρέφεται εναντίον ενός κόσμου που δεν διακρίνεται για το υψηλό του φρόνημα και είναι ανελέητος.

Ο ερειπωμένος οίκος των Ατρειδών, οι δεσμοί της αδελφικής αγάπης και της πιστής φιλίας είναι τα θέματα που πραγματεύεται. Οι ήρωες με τα πάθη, τις αδυναμίες και τις ενοχές τους προσπαθούν να σώσουν τις ζωές τους μέσα σ’ έναν κόσμο ανασφάλειας και παρακμής. Ο Ορέστης, η Ηλέκτρα κι ο Πυλάδης κολυμπούν μέσα στη δίνη του αίματος που τους παρασύρει. Θεοί και άνθρωποι έχουν στήσει μια πλεκτάνη μίσους κι εκδίκησης, όπου η αδελφική αγάπη γίνεται συνενοχή, η φιλική σχέση συναυτουργία, η λαϊκή ετυμηγορία θανατική ποινή.

Ο μύθος

Στην ελληνική μυθολογία, ο Ορέστης ήταν γιος του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, αδερφός της Ηλέκτρας και της Ιφιγένειας. Μετά τη δολοφονία του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, η Ηλέκτρα τον φυγάδευσε στη Φωκίδα, στο βασιλιά Στρόφιο, που ήταν θείος του. Ύστερα από χρόνια, ο Ορέστης επέστρεψε στις Μυκήνες με το φίλο και ξάδελφό του Πυλάδη, και εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της.

Σύμφωνα με τον Ευριπίδη ο μητροκτόνος θα ταλαιπωρηθεί, μέχρις εξαντλήσεως, από τις Ερινύες. Η Ηλέκτρα του συμπαραστέκεται, χωρίς όμως να μπορεί να απαλύνει την επίθεση που δέχεται ο Ορέστης από τις τύψεις του. Τη φυσική αποστροφή των Αργείων για τον φόνο της μητέρας συνδαυλίζει ο παππούς του Ορέστη και πατέρας της Κλυταιμνήστρας, Τυνδάρεως. Η πιθανή τιμωρία που θα τους επιβληθεί από το δικαστήριο που θα τους δικάσει είναι θάνατος με λιθοβολισμό, ώστε κανένας Αργείος να μη μολυνθεί από την επαφή με τα δύο αδέλφια, τα οποία εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον θείο τους Μενέλαο, ο οποίος μόλις είχε προσαράξει με τα πλοία του στο Ναύπλιο. Πρώτη μέριμνα του Σπαρτιάτη βασιλιά είναι νύχτα να στείλει την Ελένη στο παλάτι του Αγαμέμνονα, για να την προφυλάξει από την πιθανή εκδικητική μανία κάποιου πατέρα που θα ήθελε να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του στην Τροία εξαιτίας της. Στις ικεσίες των δύο αδελφών στέκεται διστακτικός, πόσω μάλλον που σκέφτεται ότι με τον παραμερισμό του Ορέστη μπορεί να επεκταθεί η εξουσία του και στο Άργος. Υπόσχεται μόνο να ζητήσει την επιείκεια των Αργείων, κάτι όμως που, την κρίσιμη ώρα της δίκης, δεν πράττει. Οι Αργείοι αποφασίζουν τον θάνατο των δύο αδελφών, όμως με το δικό τους χέρι.

Ακολουθώντας την πρόταση του Πυλάδη, και στη συνέχεια ακόμη μία πιο ριψοκίνδυνη της Ηλέκτρας, ο Ορέστης αποφασίζει να μπουν στο παλάτι και να σκοτώσουν την Ελένη ή να βάλουν φωτιά στο παλάτι. Στη συνέχεια, προτείνει να πιάσουν αιχμάλωτη την Ερμιόνη και να απειλήσουν τον πατέρα της, ώστε αυτός με τη σειρά του να ζητήσει από τους Αργείους να τους αφήσουν ελεύθερους.

 

Ο από μηχανής θεός

Ο Απόλλωνας, με προσταγή του Δία, είναι αυτός που σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας. Ο Απόλλωνας, πάλι, θα δώσει λύση στο αδιέξοδο, καθώς οι δύο φίλοι και η Ηλέκτρα κρατούν αιχμάλωτη την Ερμιόνη, εκβιάζοντας τον Μενέλαο για τη μεσολάβησή του στους Αργείους, και αποφασίζουν να κάψουν το παλάτι. Ο θεός ανακοινώνει την τύχη της Ελένης, προστάζει τον Ορέστη να μείνει εξόριστος στην Αρκαδία για ένα χρόνο, μετά να πορευτεί στην Αθήνα, όπου θα δικαστεί από τους θεούς και θα αθωωθεί. Η τελική εντολή αφορά τον γάμο του Ορέστη και του Πυλάδη, του πρώτου με την Ερμιόνη και του δεύτερου την Ηλέκτρα. Έτσι, ο ένοχος εντάσσεται και πάλι στο κοινωνικό σύστημα, καθαρμένος από το έγκλημα αλλά και προσφέροντας απογόνους, επομένως συνέχεια, στην κοινότητα.

Μια ταραχώδης περίοδος

Ο βίος και το έργο του Ευριπίδη συμπίπτουν με την πιο θριαμβευτική, αλλά και την πιο ταραχώδη περίοδο της αθηναϊκής ιστορίας. Η πόλη επεκτείνεται κι αναπτύσσεται, φτάνει στο αποκορύφωμα της πολιτικής και οικονομικής της δύναμης, επηρεάζοντας την τύχη των άλλων ελληνικών πόλεων, αλλά και τόπων απομακρυσμένων από την Ελλάδα. Φυσικά, η ακμή αυτή, το άνοιγμα προς τον κόσμο, η οικονομική ευεξία επιδρούν και στην ίδια την Αθήνα. Η τέχνη, η ποίηση, ο φιλοσοφικός στοχασμός δίνουν τον σφυγμό της περιόδου που θέτει σε δεινή δοκιμασία τα παλαιά ήθη, τον παραδοσιακό τρόπο ζωής και την ανάλογη νοοτροπία.

Με το όψιμο αυτό δράμα του, ο ποιητής αποχαιρετά τους συμπολίτες του, αφήνοντας πίσω του τον απόηχο των ιδεών και της δραματουργικής του τέχνης. Το θέμα του Ορέστη είναι περίπου το ίδιο με αυτό των Ευμενίδων του Αισχύλου. Όλα όμως τώρα γίνονται πιο οικεία, πιο προσιτά. Από τον κόσμο των θεών και των ηρώων μεταφερόμαστε στον κόσμο των ανθρώπων με τις αδυναμίες και τις ενοχές τους. Οι ήρωες, σχεδόν υπεράνθρωποι και άριστοι, που γνωρίσαμε στις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή, δεν έχουν θέση στα έργα του Ευριπίδη και στο τέλος του 5ου αιώνα. Ο αγώνας για τα ιδανικά έχει μετατραπεί σε αγώνα για την επιβίωση. Κύριο μέλημά τους είναι τώρα η επιβίωση μέσα σ’ έναν κόσμο ανασφάλειας και παρακμής.

 

Στα ανθρώπινα μέτρα

Ο Ευριπίδης αναλύει την ανθρώπινη φύση, τα ένστικτά της, τα πάθη της, τα κίνητρά της με ρεαλισμό. Αμφιβάλλει, ανησυχεί, αναρωτιέται για τα πάντα, χωρίς να εξαίρει το αλάνθαστο των θεών και παλαιών ηθικών αρχών.

Ο Ορέστης γίνεται μητροκτόνος υπακούοντας στη θεϊκή βούληση. Η πράξη του, ανίερη, διασαλεύει την ηθική τάξη των πραγμάτων και τον βυθίζει στην παραφροσύνη. Όμως δεν εγκαταλείπει. Παλεύει για την επιείκεια των συμπολιτών του, αγωνίζεται για την ίδια του τη ζωή και διεκδικεί τη σωτηρία του. Λίγο πριν η Αθηναϊκή Δημοκρατία καταρρεύσει, σε μια εποχή αμφιβολίας και αλλαγών, ο Ευριπίδης κρατά την παραδοσιακή φόρμα της τραγωδίας αλλά φέρνει το μύθο πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα.

Τη λύση δίνει τελικά ο από μηχανής θεός, προηγουμένως όμως το έργο θα φωτίσει εύστοχα πολυσήμαντα θέματα ανθρώπινης ηθικής, πολιτικής πρακτικής αλλά και μεμονωμένης και συλλογικής ευθύνης.

Είναι ένα έργο σφοδρό και τραχύ, αν και τελειώνει με τον κατευνασμό των παθών που κυριαρχούν στην εξέλιξή του. Οι χαρακτήρες του, με λίγες εξαιρέσεις, είναι αλύγιστοι. Στην «υπόθεση» του έργου μάλιστα τονίζεται ότι είναι «χείριστον τοις ήθεσι, πλην Πυλάδου πάντες φαύλοι ήσαν».

Οι συντελεστές

Η παράσταση του Γιάννη Αναστασάκη χαρακτηρίζεται από μια αγνή και αυθεντική δημιουργική παρόρμηση. Μια καλλιτεχνική παρόρμηση στην οποία οι έγνοιες του ανταγωνισμού και της αναγνώρισης δεν παρεμβαίνουν.

Εμπνευσμένη η σκηνή όπου οι δύο φίλοι -Ορέστης και Πυλάδης- ανταλλάσσουν ρούχα, σπαρακτικό το φιλί της Ηλέκτρας και του Ορέστη, καταλυτική η εμφάνιση του Τρώα. Δυνατές εικόνες που μένουν στη μνήμη.

Για το ρόλο του Ορέστη ο σκηνοθέτης επέλεξε τον Χρίστο Στυλιανού. Έναν Κύπριο ηθοποιό που έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και είναι αριστούχος απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ με μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Σαφώς ο σκηνοθέτης είχε διαγνώσει τα προτερήματά του διότι ο Χρίστος Στυλιανού έδωσε με καλλιτεχνική ωριμότητα μια ερμηνεία αξιώσεων.

Στο ρόλο της Ηλέκτρας η Ιωάννα Κολλιοπούλου, που τιμήθηκε φέτος με το θεατρικό βραβείο Μελίνα Μερκούρη, έδειξε ότι έχει τη στόφα τραγωδού και ότι σε μερικά χρόνια θα διαπρέπει στο είδος. Η ερμηνεία της ήταν καθάρια, με αμεσότητα και θεατρική αθωότητα. Πυρετική και οξύτατη, φλογερή και εγκληματική, παθιασμένη και ανεπιτήδευτα τρυφερή, βάναυση και στοργική χωρίς ούτε στιγμή να προδώσει την αρχοντιά της.

Η Δάφνη Λαμπρόγιαννη ως Ελένη είχε πειστικότητα κι έδειξε ζήλο και συναίσθηση του καθήκοντός της.

Ο Νικόλας Μαραγκόπουλος στο ρόλο του Αγγελιοφόρου ξεχώρισε για τη φυσικότητα και τη λαϊκότητά του. Μια ωραιότατη θεατρική φιγούρα.

Ο Δημήτρης Μορφακίδης υποδύθηκε τον Πυλάδη με μια θέρμη που μας ξάφνιασε ευχάριστα.

Λιτός και συγκλονιστικός ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ως από μηχανής θεός Απόλλωνας από το κοίλον. Παρόλο που δυσκολευτήκαμε αρχικά να τον ανακαλύψουμε ανάμεσα στο κοινό, μας αποζημίωσε με την πνευματικότητα και την ποίηση της υποκριτικής του.

Η Μαριάννα Πουρέγκα στο ρόλο της Ερμιόνης είχε μια επιτυχημένη, προσεγμένη και πειθαρχημένη εμφάνιση.

Ο πολύτιμος Κώστας Σαντάς ήταν ο Τυνδάρεως της παράστασης. Χαιρόμαστε πάντα όταν τον βλέπουμε στην Επίδαυρο γιατί είναι ηθοποιός άξιος και απλός. Κι αυτή τη φορά σημάδεψε την παράσταση με την τεχνική και την πείρα του.

Ο πιο ιδιότυπος αγγελιοφόρος στο αρχαίο θέατρο είναι ο Τρώας (Φρύγας). Ο πολυσύνθετος Χρήστος Στέργιογλου, που το 2010 είχε επιτυχημένα υποδυθεί τον Τυνδάρεω σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά (Εθνικό Θέατρο), ως Τρώας ήταν ανυπέρβλητα λαμπρός. Σε ένα δύσκολο κι απαιτητικό ρόλο έδειξε την υψηλή του κλάση. Έπαιξε με ποιότητα, αξιοπρέπεια, τηρώντας τις ισορροπίες και κρατώντας το ιδανικό μέτρο.

Κλασικός, με παλμό και χωρίς κάμψεις και περιττές πόζες ο Χριστόδουλος Στυλιανού στο ρόλο του Μενέλαου.

Ο Χορός, που αποτελείτο από τις Ελευθερία Αγγελίτσα, Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Αναστασία Εξηνταβελόνη, Παυλίνα Ζάχρα, Μαρία Κωνσταντά, Χριστίνα Παπατριανταφύλλου, Μαρία Πετεβή, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαρμή, Χριστίνα Χριστοδούλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη, ήταν ένα ζωντανό δείγμα του ταλέντου και του κάλλους που έχει στα αποθεματικά του το θέατρό μας.

Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα σύγχρονη και ποιητική. Ένα κείμενο που έχει τη δική μας ανάσα, που μιλά τη γλώσσα μας.

Απ’ την άποψη της σκηνογραφίας, όλο το έργο παίζεται μπροστά σ’ ένα παλάτι, ένα νεοκλασικό σπίτι υπό ανακατασκευή, με επιβλητική πύλη, απαγορευτικές κορδέλες, σωριασμένα υλικά οικοδομών, εγκαταλελειμμένα εργαλεία και σκαλωσιές παντού και μπροστά ένα μαύρο χαλί υποδοχής. Απόλυτοι οι συμβολισμοί και εύγλωττοι οι συνειρμοί από τον Γιάννη Θαβώρη.

Ωραιότατα και τα κοστούμια του ιδίου με τις γαιώδεις φθινοπωρινές αποχρώσεις, τα λευκά και μαύρα των πρωταγωνιστών, τα ματαιόδοξα λιλά με τα χρυσά πέδιλα της Ελένης. Βέβαια, η στολή ναυάρχου του Μενέλαου θεωρώ ότι «έριχνε» το σύνολο.

Μελωδική και άγρια, ρυθμική και οργισμένη η μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου τόνιζε τη σκηνοθετική προσέγγιση.

Εξαιρετική η κίνηση του Αλέξη Τσιάμογλου καθώς και η μουσική διδασκαλία του Νίκου Βουδούρη.

Με φίνα αρμονία οι φωτισμοί του κορυφαίου στο είδος του Λευτέρη Παυλόπουλου.

 

Τα ερωτήματα

Ο Ορέστης είναι ένα έργο που μιλάει για το σήμερα. Πώς και κατά πόσο ως πολίτες ενηλικιωνόμαστε πραγματικά. Πόσο ως πολίτες, με λόγο και με φρόνηση, πράττουμε υπηρετώντας το καλό της πόλης, διότι μέσα σε αυτήν -και μόνο- είναι δυνατό να αναπτύξουμε την προσωπικότητά μας και να αυτοπραγματωθούμε. Και θέτει τα ερωτήματα: Έχουμε ως πολίτες ολοκληρωμένη άποψη και κοινωνική ταυτότητα; Μπορούμε να ελέγξουμε τα πάθη και τα λάθη μας; Μπορούμε να αντιληφθούμε το συλλογικό καλό; Μπορούμε να σταματήσουμε τη βία, όποια μορφή κι αν έχει αυτή; Μπορούμε να ταυτιστούμε σ’ έναν κοινό σκοπό;

Ο «Ορέστης» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη, αποτελεί μια σύγχρονη ματιά στο μύθο των Ατρειδών. Ένας Ορέστης της εποχής του Ευριπίδη αλλά και της σημερινής. Μια παράσταση όµορφη, αυθεντική και συγκινητική.

***

Σημείωμα σκηνοθέτη

Ο Ευριπίδης γράφει τον «Ορέστη» σε μια αντιηρωική εποχή και το μυθικό περιβάλλον του έργου αντανακλά αυτή τη συνθήκη.

Σήμερα ζούμε μια αντίστοιχη περίοδο – και δεν εννοώ μονάχα στην Ευρώπη και δεν εννοώ μονάχα στα τελευταία χρόνια της κρίσης.

Σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου οι αξίες κλονίζονται και η ανάγκη για επιβίωση βγάζει στο φως τη θνητή μας φύση, ανεβαίνει σήμερα ο «Ορέστης». Τα πρόσωπα αγριεύουν, οι ψυχές ταράζονται, οι σκέψεις μας θολώνουν. Πώς να είσαι ψύχραιμος και από πού να κρατηθείς όταν το αίμα βράζει μέσα μας και γύρω μας, όταν το Τέλος πλησιάζει καλπάζοντας;

Τη θέση του πολίτη σε μια πολιτεία που κλυδωνίζεται, θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε με την παράστασή μας. Αλλά και τη θέση μιας πολιτείας που αυτοτιμωρείται τιμωρώντας. Κι αν κάτι μας διαφοροποιεί από το Μύθο του Ορέστη είναι πως όλοι μας ξέρουμε ότι «από μηχανής θεοί» δεν υπάρχουν πια. – Γιάννης Αναστασάκης

 

Περιοδεία

Η τραγωδία «Ορέστης» του Ευριπίδη, σε νέα μετάφραση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα και σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, Γιάννη Αναστασάκη, συνεχίζει την περιοδεία της σε όλη την Ελλάδα, μετά την παρουσίασή της στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

-Σάββατο 18 Αυγούστου 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων – Καβάλα

-Τετάρτη 22 Αυγούστου 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης – Ιωάννινα

-Σάββατο 25 Αυγούστου 21:00 στο Αρχαίο Θέατρο Δίου – Δίον

-Τετάρτη 29 Αυγούστου 20.30 Ελευσίνα, Παλαιό Ελαιουργείο – Φεστιβάλ Aισχύλεια.
-Παρασκευή 31 Αυγούστου 21:00 στο Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου – Παπάγου

-Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 21.00 – Βύρωνας, Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
-Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 21:00 στο Δημοτικό θέατρο του Άλσους – Ηλιούπολη

-Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 21:00 στο Άλσος Βεΐκου – Γαλάτσι

 

***

«Ορέστης» του Ευριπίδη – Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Θαβώρης

Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος

Κίνηση: Αλέξης Τσιάμογλου

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Μουσική Διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Σαμψών Φύτρος

Βοηθός Σκηνογράφου: Ελίνα Ευταξία

Φωτογράφισηπαράστασης: Τάσος Θώμογλου

Οργάνωση Παραγωγής: Marleen Verschuuren

ΔΙΑΝΟΜΗ (με αλφαβητική σειρά):

Ιωάννα Κολλιοπούλου: Ηλέκτρα

Δάφνη Λαμπρόγιαννη: Ελένη

Νικόλας Μαραγκόπουλος: Αγγελιοφόρος

Δημήτρης Μορφακίδης: Πυλάδης

Δημοσθένης Παπαδόπουλος:  Απόλλωνας

Μαριάννα Πουρέγκα: Ερμιόνη

Κώστας Σαντάς: Τυνδάρεως

Χρήστος Στέργιογλου: Τρώας

Χριστόδουλος Στυλιανού: Μενέλαος

Χρίστος Στυλιανού: Ορέστης

Χορός: Ελευθερία Αγγελίτσα, Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Αναστασία Εξηνταβελόνη, Παυλίνα Ζάχρα, Μαρία Κωνσταντά, Χριστίνα Παπατριανταφύλλου, Μαρία Πετεβή, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαρμή, Χριστίνα Χριστοδούλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη.

 

 

***

Ο Ευριπίδης γεννήθηκε το 480 π.Χ., τα χρόνια των θριάμβων της πόλης στις Θερμοπύλες και τη Σαλαμίνα. Η Αθήνα έχει αρχίσει την πορεία της προς τη δόξα, εξελίσσεται σε κλεινόν άστυ, λαμπρή κι ένδοξη πόλη. Εδώ, στην ατμόσφαιρα αυτή της οικονομικής άνεσης και της αμφισβήτησης των μέχρι τότε πνευματικών αξιών, ο ποιητής θα δώσει τα πρώτα δείγματα της δημιουργικής του μεγαλοφυΐας. Είχε κιόλας συμπληρώσει 40 χρόνια συγγραφικής δραστηριότητας, όταν η Αθήνα γνωρίζει την τραγική κατάληξη της εκστρατείας της στη Σικελία. Ο θάνατος έρχεται να προφυλάξει τον Ευριπίδη από θλιβερά γεγονότα, που θα τραυματίσουν ανεπανόρθωτα το υψηλό φρόνημα των συμπολιτών του: ταπείνωση της Αθήνας στις Αργινούσες, βαριά καταστροφή στους Αιγός ποταμούς.
Ο Ευριπίδης ήταν από αριστοκρατική οικογένεια με αρκετά μεγάλη περιουσία και, πράγμα σπάνιο για την εποχή εκείνη, διέθετε μια εξαιρετικά πολύτιμη βιβλιοθήκη. Εμφανίζεται ως δραματουργός σε εποχή σκληρού ανταγωνισμού στο χώρο αυτό. Ο Αισχύλος είχε μόλις πεθάνει ύστερα από μια αδιάλειπτη και επιτυχημένη σχέση με το κοινό για 45 χρόνια. Ο Σοφοκλής είχε κιόλας δεκαετή παρουσία στο θέατρο και θα συνέχιζε να γράφει για τα επόμενα 50 χρόνια. Υπήρχε ακόμα πλήθος άλλων δραματουργών που τώρα είναι ξεχασμένοι, επειδή δεν διασώθηκαν ακέραια έργα τους, αλλά τότε γνώριζαν μεγάλες επιτυχίες, κερδίζοντας πολλά βραβεία δραματικών αγώνων. Ήταν δύσκολο λοιπόν για ένα νέο ποιητή να καθιερωθεί ανάμεσα σε τόσους καλά δοκιμασμένους ανταγωνιστές. Επιπλέον, ο Ευριπίδης δεν περιοριζόταν στο να κερδίσει απλώς μια θέση ανάμεσα στους άλλους δραματουργούς ακολουθώντας τις δοκιμασμένες μεθόδους της δραματικής τέχνης. Προτίμησε διαφορετικούς τρόπους και ιδέες.
Έγινε ο νεωτεριστής της τραγωδίας: μεταχειρίστηκε τα θρησκευτικά και ηθικά θέματα των παλαιών μύθων με πρωτοτυπία, χωρίς να διστάσει να τους παραλλάξει, προκειμένου να πετύχει το δραματουργικό ή ιδεολογικό του στόχο. Εισήγαγε καινοτομίες στη σκηνική παρουσίαση των έργων του. Όπως είναι φυσικό, η πρωτοτυπία του αντιμετώπισε τη συντηρητικότητα και τις προκαταλήψεις των συγχρόνων του προκαλώντας άλλοτε τη χλεύη και άλλοτε την απόρριψη, πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι παρά τη μεγάλη συγγραφική του παραγωγή κέρδισε πρώτο βραβείο σε θεατρικούς αγώνες μόνο πέντε φορές για ολόκληρη τη δραματουργική του δραστηριότητα.
Ο αριθμός όμως των επίσημων αυτών διακρίσεων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική δημοτικότητα του Ευριπίδη, στην απήχηση που είχε, όχι μόνο στους συμπατριώτες του, αλλά και σε όλους όσοι μιλούσαν ή καταλάβαιναν την ελληνική γλώσσα. Μετά τον θάνατό του έγινε, και παραμένει, ο πιο δημοφιλής από τους τρεις τραγικούς. Είναι ο δραματουργός με τη μεγαλύτερη επιρροή στο θέατρο του καιρού του, αλλά και στη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή θεατρική παραγωγή. Τον πρόσκαιρο παραγκωνισμό του έργου του τον 19ο αιώνα ακολούθησε η αναγνώριση από την παγκόσμια κριτική, αλλά και από τους λογοτέχνες του καιρού μας, ότι αποτελεί μια από τις σπάνιες και βαθιές μελέτες των αντινομιών του ανθρώπινου χαρακτήρα.
Σε ηλικία 73 ετών αφήνει την Αθήνα και τους θορυβώδεις αντιπάλους του για την αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας. Εκεί, ως τιμώμενο πρόσωπο, μακριά από τις μικρότητες, τις κακίες, τις πικρόχολες κριτικές, τις πολιτικές αναταραχές και τα επερχόμενα δεινά που απειλούσαν την Αθήνα, έγραψε ελεύθερα, με βάθος, διανοητική ζέση και απαστράπτοντα λόγο. Ποτέ δεν είχε αγγίξει αυτό το υψηλότατο επίπεδο γραφής στα έργα του. Πέθανε το 406 π.Χ. Όλη η Αθήνα μετανιωμένη για τη στάση της απέναντί του, άφησε τώρα να εκδηλωθεί ο θαυμασμός και η αγάπη της γι’ αυτόν. Όπως και τον Σοφοκλή, τον θρήνησε όλη η πόλη. Λίγο μετά το θάνατό του ανέβηκαν τέσσερα από τα έργα που είχε γράψει κατά τη διαμονή του στη Μακεδονία και τιμήθηκαν με το πρώτο βραβείο παρά το γεγονός ότι λίγους μήνες πριν ο Αριστοφάνης είχε επιχειρήσει στην κωμωδία του Βάτραχοι να μειώσει τη μεγάλη του αξία και να ειρωνευτεί τον τρόπο γραφής του.
Τα χαρακτηριστικά του ως τραγικού, συγκρινόμενα με εκείνα των δύο άλλων μεγάλων συναδέλφων του, μπορούν να περιγραφούν συνοπτικά ως εξής: Ο Αισχύλος είναι ο δραματουργός των μεγάλων, αμετάβλητων και θείων αρχών. Τα έργα του διακατέχει η έννοια της σταθερής και τιμωρού θείας Δίκης. Κινείται στο χώρο της θεολογίας. Ο Σοφοκλής παριστά τους μεγάλους και υπέροχους ανθρώπινους χαρακτήρες. Για τον Σοφοκλή ο άνθρωπος είναι κυρίαρχος της μοίρας του. Πιστεύει χωρίς ουσιαστικές αμφιβολίες. Ο Ευριπίδης αναλύει την ανθρώπινη φύση, τα ένστικτά της, τα πάθη της, τα κίνητρά της με ρεαλισμό. Αμφιβάλλει, ανησυχεί, αναρωτιέται για τα πάντα, χωρίς να εξαίρει το αλάνθαστο των θεών και παλαιών ηθικών αρχών. Από τα 90 έργα που έγραψε έχουν σωθεί οι τίτλοι των 81, και από αυτά υπάρχουν ακέραια μόνο τα 19, ένα σατυρικό δράμα, ο Κύκλωψ και 18 τραγωδίες: Άλκηστις, Ανδρομάχη, Βάκχαι, Εκάβη, Ελένη, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Ηρακλής Μαινόμενος, Ικέτιδες, Ιππόλυτος, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Ίων, Μήδεια, Ορέστης, Ρήσος, Τρωάδες, Φοίνισσαι.