35.5 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Οι Έλληνες της Κριμαίας / Η γενοκτονία των Ποντίων

Στην Κριμαία διαμορφώθηκαν τρεις κατηγορίες Ελλήνων : α) οι Έλληνες που διατηρούσαν με ζήλο τους πνευματικούς και συναισθηματικούς δεσμούς με την Ελλάδα, β) οι Έλληνες της υπαίθρου, που ονομάζονται “Ρωμιοί” και μιλούν ποντιακά ελληνικά και γ) οι αυτοαποκαλούμενοι “Γκρεκ”, που έπαψαν πλέον να μιλούν ελληνικά ή ποντιακά ελληνικά και απλά θυμούνται την ελληνική τους καταγωγή. Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, διαμορφώνεται ένας ποντιακός πολιτισμός με θέατρο, λογοτεχνία και ποίηση. Και κάποια στοιχεία που θα διαβάσετε τώρα, ίσως σας βοηθήσουν να κατανοήσετε κάποιες “αντιδράσεις”…κάποιων! Οι Πόντιοι, λαός κατεξοχήν αντιεξουσιαστικός, παράγει έναν αιρετικό λόγο, γνήσια λαϊκό. Σατιρίζουν, με τόλμη μάλιστα, τη σταλινική εξουσία, τη γραφειοκρατία, τη φορολογία, το πάθος για τον Στάλιν, με τραγούδια και ανέκδοτα. Την εποχή αυτή, οι κυρίαρχες απόψεις για την τέχνη, όπως αυτές εκφράζονται στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη μορφή και το περιεχόμενο της ποντιακής λογοτεχνικής παραγωγής που είναι πράγματι πάρα πολύ αξιόλογη. Οι διανοούμενοι Πόντιοι προχωρούν το 1925 στην πρώτη, τεράστιας σημασίας, μεταρρύθμιση της ελληνικής γλώσσας με την καθιέρωση του 20γράμματου αλφαβήτου : καταργούνται δηλαδή τα θεωρούμενα “περιττά” γράμματα, δηλαδή τα πολλά ε, ι, ο, καθώς και οι δίφθογγοι, ενώ χρησιμοποιείται το “υ” σαν “ου” και το “ς” σαν “σ”. Η επαναστατική, ας μου επιτρέψετε την έκφραση, και πρωτοποριακή αυτή μεταρρύθμιση παραμένει σχετικά άγνωστη. Το 1932 ο ελληνικός εκδοτικός οίκος “Κομμουνιστής” κυκλοφορεί τη “Γραμματική της Ποντιακής Γλώσσας” του Κώστα Τοπχαρά. Η αρχή της μεταρρύθμισης γίνεται το 1926, όταν, σε πανσυνδεσμική σύσκεψη εκπαιδευτικών, αποφασίζεται η καθιέρωση της φωνητικής γραφής στις εφημερίδες και στα σχολεία και η κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρεύουσας. Ας δούμε ένα μικρό δείγμα (από το έργο του Τοπχαρά) : “Σον τόπον ταττινέτερον ι ςίςκεπςι έβαλεν το φονιτικόν τιν ορθογραφίαν κε τιν διμοτικίν, διλαδί τιν γλόςα το οπίον ομιλύν ςιν Ελάδαν. Ι ςίςκεπςι λεν ςον κρεμόν κε ςον αγίριςτον το τεχνιτόν,το πςοφεμένον τιν καθερέβυςα κε εςένκεν ςον τόπο να θε τιν διμοτικίν, γλόςα ζοντανόν, αλ΄όμος ζοντανόν όχι για τεμέτερον τι μάζας, επιδί από τι γλόςαν εκαλάτςεβαν κε καλατςέβνε, όχι τα εργαζόμενα ρομέικα μάζας τι Σοβιετικί Σίδεσμυ, αλά ι κατομερίτ ι έλινες αφκά ςιν Ελάδαν”. Μεταφράζονται τότε στα ποντιακά ελληνικά (να αναφέρω ότι θεωρείται άμεση εξέλιξη της ιωνικής) έργα μαρξισμού, λενινισμού, αρχαίου ελληνικού δραματολογίου και κλασικοί Ρώσοι συγγραφείς. Επίσης, γράφονται σε αυτήν πολλά θεατρικά έργα. Περίτρανα αποδεικνύεται η εθνική αφύπνιση με την εμφάνιση ενός πλήθους ελληνικών εντύπων, αρχής γενομένης από τα τέλη του 19ου αιώνα. Από το 1880 ως το 1920 εκδόθηκαν 29 εφημερίδες (κάποια στιγμή είπαμε θα πούμε πολλά) που όμως έκλεισαν από τον Στάλιν, όπως έκλεισαν και τα πάμπολλα θέατρα και τα 140 (και άνω) δημοτικά ελληνικά σχολεία, 7 περιοδικά και μερικά ετήσια ημερολόγια. Βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στη Ρωσία επικρατούσε καθεστώς απαγόρευσης των εθνικών εφημερίδων και προληπτική λογοκρισία, αλλά ο απαγορευτικός νόμος περί Τύπου, που ψηφίστηκε το 1882, καταργήθηκε τελικά μετά την επανάσταση του 1905. Πάντως, οι εφημερίδες της εποχής αποτελούν μόνο ψήγματα μέσα σε μια πανσπερμία δραστηριοτήτων που αποδεικνύει περίτρανα ότι η ελληνοποντιακή παροικία διατηρούσε μέσα της άσβεστη τη φλόγα της εθνικής συνείδησης. Ίσως η φλόγα αυτή εντεινόταν από το γεγονός ότι είχαν γίνει ανελέητοι διωγμοί και βίαιοι εξισλαμισμοί εις βάρος των Ποντίων, όμως πάντοτε η εθνική συνείδηση ήταν βασικό χαρακτηριστικό τους. Κάτω από τις μεθοδευμένες εκτοπίσεις, ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση που, έστω και για λίγο, θα διαβιούσαν στην ομόδοξη Ρωσία. Δεν αποθαρρύνθηκαν από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Όταν μάλιστα οι συγγενείς τους που είχαν παραμείνει στον Πόντο ζήτησαν από αυτούς βοήθεια, διέθεσαν μεγάλες ποσότητες υλικών αγαθών και τεράστια (για την εποχή) χρηματικά ποσά. Επιπλέον, διατήρησαν ήθη, έθιμα και παραδόσεις που χρονολογούνται για πρώτη φορά στην πρώτη εποίκιση του Πόντου από τους μακρινούς Αργοναύτες. Είχαν σταθερούς δεσμούς και με την ηπειρωτική Ελλάδα, δεσμούς που θεμελιώνονταν σε πράξεις πατριωτικού παλμού. Όπως κάθε πόλη και χωριό όπου ζούσαν Έλληνες, έτσι και εκεί υπήρχαν ελληνικά σχολεία. Επειδή όμως οι Ρώσοι φοβόντουσαν την εκπολιτιστική τάση των Ελλήνων, απαγόρευαν και τη διδασκαλία των ελληνικών σε όποιο σχολείο μπορούσαν, ενώ αντικαθιστούσαν Έλληνες δασκάλους με Ρώσους. Αυτά όμως δεν περιορίζονταν μόνο στη χερσόνησο της Κριμαίας. Όταν ήταν τσάρος ο Μέγας Πέτρος, οι Πόντιοι υπήρξαν μεταξύ των πρώτων βιομηχάνων στη Ρωσία. Πολλοί βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή των υπηρεσιών της Ρωσίας. Κατείχαν το προνόμιο της εκμετάλλευσης των περιώνυμων μεταλλείων αργύρου και μαγγανίου. Έλληνες Πόντιοι μετέφεραν σπόρους καπνού από τον Πόντο και δίδαξαν την καπνοκαλλιέργεια στην Κριμαία, όπου υπήρχαν χωριά και κωμοπόλεις που κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες μετανάστες από τον Πόντο. Στην ιστορία μνημονεύονται πάρα πολλά ονόματα επιχειρηματιών του τόπου που κρατούσαν τα σκήπτρα του εμπορίου και της βιομηχανίας αυτήν την εποχή. Ενδεικτικά να αναφέρουμε: Αρβανιτίδης, Ασλανίδης, Βοσταντζόγλου, Δουλγέρωφ, Καπαγιαννίδης, Κούλογλου, Λεοντίδης, Μακρίδης, Μανουηλίδης, Μαυρίδης, Μοσκώφ, Παυλίδης, Σαμουρίδης, Σιδερίδης, Σιφναίος, Τζουφλίδης κ.α. Η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία όφειλε πολλά στο επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ποντίων, το οποίο συνετέλεσε τα μέγιστα στην ευημερία του τόπου. Πολλοί από αυτούς πλούτισαν εκεί. Κατείχαν και σπουδαίες πολιτικές θέσεις, όπως πιθανώς να γνωρίζετε. Όσον αφορά στα στρατιωτικά πράγματα, ήταν περίφημα τα ελληνικά τάγματα της Κριμαίας. Ο επισκέπτης του ιστορικού μουσείου της Σεβαστούπολης διακρίνει μεταξύ των υπερασπιστών της Σεβαστούπολης και της Κριμαίας στρατιώτες με στολές του τότε ελληνικού τακτικού στρατού. Τέλος, το εμπόριο των σιτηρών και των οσπρίων της Νότιας Ρωσίας βρισκόταν εξ ολοκλήρου στα χέρια των Ελληνοποντίων του Ταϊγανίου, της Κριμαίας, της Οδησσού και του Ροστοβίου. Θα ήθελα να κάνω μια επιγραμματική αναφορά και στην πολύ σημαντική ελληνική κοινότητα της Γιάλτας. Το 1900 που ιδρύθηκε, αριθμούσε γύρω στους 10.000 κατοίκους. Ύστερα από εξαιρετικούς κόπους, το 1908 ιδρύθηκε το περίλαμπρο Κοινοτικό Μέγαρο, ιδιόκτητο κτίριο της κοινότητας. Το έργο, χάρη στην εργατικότητα και στη φιλοπατρία των Ελληνοποντίων, αποπερατώθηκε εντός μόνο έξι μηνών από τότε που θεμελιώθηκε. Η Κοινότητα έχτισε και Σχολή, τις δαπάνες για τη συντήρηση της οποίας κάλυψε με την ανέγερση σειράς καταστημάτων στην οδό Σεβαστουπόλεως. Διακόσμησε τη μεγάλη αίθουσα με σκηνή και με τα απαιτούμενα σκηνικά για θεατρικές παραστάσεις. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος κατέβαλε όλα τα έξοδα για τις ενδυμασίες του θεάτρου, ούτως ώστε ο θεατρικός όμιλος “Ορφεύς” να δίνει εκεί τις παραστάσεις του και τις χοροεσπερίδες. Η σχολή της κοινότητας Γιάλτας ήταν πλήρης εξατάξιος δημοτική, με οκτώ δασκάλους και περίπου 200 παιδιά. Μετά την επικράτηση του Μπολσεβικισμού, τα πάντα εκεί δημεύτηκαν, ενώ οι Έλληνες που δεν κατόρθωσαν να πάνε στην Ελλάδα εξορίστηκαν στο Τουρκεστάν…

Πηγή: FLORENTIA

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -