«Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου»

Αν φυλλομετρήσουμε το Συναξάρι της Ημέρας θα δούμε ότι στις 2 Νοεμβρίου εορτάζονται οι Άγιοι Μάρτυρες: Ακίνδυνος, Αφθόνιος, Πηγάσιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος.

Οἱ Ἅγιοι Ἀκίνδυνος, Ἀφθόνιος, Πηγάσιος, Ἐλπιδοφόρος (ἢ Ἐλπιδηφόρος) καὶ Ἀνεμπόδιστος Ἦταν ἀξιωματοῦχοι τοῦ Πέρση βασιλιᾶ Σαπὼρ τοῦ Β΄.
Ἐπειδή, ὅμως, ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι χριστιανοί, συνελήφθησαν καὶ μαστιγώθηκαν σκληρά. Ἔπειτα, τοὺς ἔριξαν στὶς φλόγες μίας μεγάλης φωτιᾶς. Ἀλλὰ οἱ θερμὲς δεήσεις τους πρὸς τὸ Θεὸ προκάλεσαν φοβερὴ θύελλα μὲ βροχή, ποὺ ἔσβησε τὴν φωτιά.
Αὐτὸ προκάλεσε φόβο στοὺς Πέρσες, καὶ τὸν ἴδιο τὸ Σαπώρ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναβάλει τὸ θάνατο τῶν γενναίων χριστιανῶν. Ἀλλὰ μετὰ μερικὲς μέρες, τοὺς ἔφερε καὶ πάλι στὸ κριτήριο.
Ἀφοῦ εἶδε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὸ χριστιανικό τους φρόνημα, ἀποκεφάλισε πρῶτο τὸν Ἀφθόνιο. Ἔπειτα, ἀπευθυνόμενος στὸν Ἐλπιδοφόρο, τοῦ εἶπε νὰ φανεῖ λογικός, σὰν ἐγγράμματος ποὺ ἦταν καὶ μποροῦσε νὰ διακρίνει τὸ ψέμα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.
Ὁ Ἐλπιδοφόρος του ἀποκρίθηκε ὅτι γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς πιστεύει στὸ Χριστό, διότι Αὐτὸς εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Δηλαδὴ ὁ σωστὸς δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια καὶ στὴν πραγματικὴ καὶ πηγαία ζωή, ποὺ ἀξίζει κανεὶς νὰ πεθάνει γι᾿ αὐτή.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἐλπιδοφόρου ἐξαγρίωσε τὸν Σαπὼρ καὶ ἀμέσως τὸν ἀποκεφάλισε. Οἱ θυσίες αὐτὲς ἐνθάῤῥυναν ἀκόμα περισσότερό τους ὑπόλοιπους, καὶ ἔμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Τότε ὁ Σαπὼρ διέταξε νὰ τοὺς ῥίξουν μέσα σὲ ἀναμμένο καμίνι. Ἔτσι, μαρτυρικὰ καὶ ἔνδοξα, παρέδωσαν ὅλοι τὴν μακάρια ψυχὴ τους στὸ ζωοδότη Χριστό.

Αυτά συνέβησαν το 341 μ.Χ.

Για τη μνήμη τους γράφτηκε το παρακάτω απολυτίκιο σε ήχο δ’.

«Ακίνδυνον μέλψωμεν, συν Αφθονίω ομού, κλεινόν Ανεμπόδιστον, Ελπιδοφόρον στερρόν, Πηγάσιον ένδοξον ούτοι γαρ ακινδύνως, εξαφθόνου κρατήρας, πηγάζουσι τοις ελπίδι, αρραγεί προσιούσι, χαρίτων ανεμποδίστων, κρήνην θεόβρυτον».

***

Για τη μνήμη τους όμως γράφτηκε και ένα ποίημα από τον Οδυσσέα Ελύτη [Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979]. Αυτό το ποίημα είναι το πρώτο που περιέχεται στο βιβλίο «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», που κυκλοφόρησε το 1991 από τις «Εκδόσεις Ίκαρος».

Τίτλος του;

«Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου».
Ο Ελύτης αφιέρωσε αυτό το ποίημα στη μνήμη τους επειδή η 2α Νοεμβρίου ήταν η ημέρα των γενεθλίων του. Θυμίζουμε ότι γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911, στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Αξίζει λοιπόν να το διαβάσουμε…

***

«Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου»

«Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω• σ’ έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα ‘ναι νύχτα και Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ’ τη γραμμή του ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα

Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο-

Εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
Στα δίκαια μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας
Θα ‘ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες πού και πού θ’ ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μεσ’ από τη μαυρίλα
Θ’ αρχίσει ν’ αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου οι αγάπες: τόσα
Του βράχου ή τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου ή φρικαλέα ραγισματιά: δυο φορές τόσα

Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ’ όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ’ αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε ανεκμυστήρευτα
Σαν μεσ’ από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη

Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα ή γη με μια βάρκα μαύρη κι άδεια χαμένη στα πελάγη της».