Το διήγημα αναρτήθηκε από τον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη στο χρονολόγιό του στο F/B, στις 26 Δεκεμβρίου 2019, με τον εξής πρόλογο:
Δεν βρίσκω λόγια να ανταποδώσω τις ευχές σας. Σαν πουλιά τις φαντάζομαι που με σηκώνουν μαζί τους στον ουρανό.
Μοναδικό αντίδωρο – τι άλλο; ένα διήγημα. Με τίτλο επίκαιρο και περιεχόμενο αυστηρώς ακατάλληλο δια ανηλίκους. (Δηλαδή οι ανήλικοι να το διαβάσουν κρυφά από τους γονείς τους…).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Δεν θα τον πρόσεχα ποτέ αν δεν υπήρχε η Ελευθερία.
Περνούσαμε το μήνα του μέλιτος σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο στη νότια Κρήτη και -όπως οφείλουν να κάνουν όλοι οι νιόπαντροι- κινούμασταν μεταξύ κρεβατιού και παραλίας, με κάποιες ενδιάμεσες στάσεις στο μπαρ της πισίνας ή σε ένα από τα τρία εστιατόρια, που το καθένα τους ειδικευόταν σε διαφορετικού τύπου κουζίνα -ελληνική, ευρωπαϊκή και εξωτική- με συνταγές εκτελεσμένες από κορυφαίους, εννοείται, σεφ.
«Αυτός δεν είναι ο Χ.;» με ρώτησε ενώ δοκίμαζα ένα εξαιρετικό αυστραλιανό κρασί και μου ’δειξε στο παραδιπλανό τραπέζι έναν κοτσονάτο, ηλιοκαμένο ασπρομάλλη. «Ποιος Χ.;» «Για το Θεό, Ηλία!» αγανάκτησε. «Είπαμε να μην είσαι φίλαθλος αλλά δεν επιτρέπεται να μην αναγνωρίζεις ούτε το μεγαλύτερο ταλέντο που έχει ποτέ βγάλει το ελληνικό μπάσκετ! Την εποχή που οι συνομήλικοί σου είχαν την αφίσα του στις παιδικές τους κάμαρες, στον δικό σου τον τοίχο ποιος κρεμόταν;» «Ο Τσε Γκεβάρα!» της απάντησα με καμάρι. «Για αυτό και παραμένεις τόσο επαναστάτης!» μου έκανε περιπαικτικά. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια, ορμήσαμε καταπάνω στα μπαρμπούνια που μοσχομύριζαν αλμύρα, συμφωνήσαμε για πολλοστή φορά ότι είχαμε πράξει άγια που είχαμε αποφασίσει ο παράδεισός μας να βρέχεται από το λιβυκό πέλαγος κι ότι μονάχα οι νεόπλουτοι επιλέγουν ως γαμήλιους προορισμούς κάτι Μαλβίδες και κάτι Νησιά του Σολομώντα, εγώ τεντώθηκα ολόκληρος πάνω από τα εδέσματα για να τη φιλήσω στα χείλη μα το δικό της βλέμμα παρέμενε καρφωμένο στον Χ.
«Συγγνώμη αγάπη μου» απολογήθηκε «αλλά… καταλαβαίνεις… τον είχα είδωλο… κι ας τον έχω θαυμάσει μόνο σε κάτι παλιά βίντεο… και ας ολοκληρώθηκε ουσιαστικά η καριέρα του όταν εγώ πήγαινα στο δημοτικό…» «Ήσουν μήπως κι ερωτευμένη μαζί του;» ψευτοζήλεψα. «Με το παίξιμο του σίγουρα…» ομολόγησε. «Μην ξεχνάς ότι κι εγώ ανήκα σε ομάδα μπάσκετ στο γυμνάσιο…» «Ε, τώρα λοιπόν μπορείς να τον γνωρίσεις. Ας μην αφήσουμε την ευκαιρία να χαθεί!» είπα κι έκανα νόημα στον σερβιτόρο να πάει στον κύριο Χ. ένα κρασί σαν το δικό μας.
Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε στην αρχή μια έκφραση απορίας μα ύστερα έλαμψε από παιδικό ενθουσιασμό. Ανταπέδωσε κερνώντας μας τα γλυκά και όταν πια περάσαμε στους καφέδες και στις γκράπες, ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μου, σηκώθηκε και ήρθε στο τραπέζι μας. «Να μη σας ενοχλώ…» είπε διστακτικά, αφού συστηθήκαμε. «Τιμή μας και χαρά μας!» τον διαβεβαίωσα κι ύστερα από το πρώτο τέταρτο συζήτησης μαζί του, άρχισα ειλικρινά να το πιστεύω.
Από το βράδυ εκείνο, ο Χ. έγινε η αγαπημένη μου συναναστροφή. Απολάμβανα να μοιράζομαι μαζί του παρτίδες τάβλι και μεσημεριανά ούζα ή να ρουφάμε τζιν τόνικ με φόντο το ηλιοβασίλεμα. Η Ελευθερία είχε εκπλαγεί. «Κρέμεσαι από το στόμα του! Τι διάολο; Θεωρητικά μαθήματα καλαθοσφαίρισης σου παραδίδει;» «Ούτε για το δικό του άθλημα μιλάμε καθόλου ούτε για τις δικές μου επιχειρήσεις» «Τότε λοιπόν; Τι λέτε τόσες ώρες;» «Μου αρέσει ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα… Μου θυμίζει κάπως τον πατέρα μου…» «Μα ο πατέρας σου, άμα ζούσε, θα ήταν εβδομήντα πέντε χρονών! Ο Χ. μόλις που έχει περάσει τα πενήντα! Αν εξαιρέσεις δε τα άσπρα του μαλλιά, είναι νεανικότατος!» «Και όμως, έχει κάτι το πατρικό… Για να γίνω πιο σαφής, τα αντιμετωπίζει όλα με την ψυχραιμία -με τη σοφία- της απόστασης…» «Όντως, έχει ύφος απόμαχου… Σου εξήγησε γιατί κάνει διακοπές μόνος του;» «Περιμένει, λέει, τη γυναίκα του…» «Αλήθεια; Και πότε προβλέπεται η άφιξή της;» «Δεν μου ’χει πει ακριβώς…» «Ελπίζω να την προφτάσουμε. Είμαι περίεργη να δω με ποιες κατασταλάζουν οι παλιοί γόητες…».
Οι μέρες περνούσαν, η κυρία Χ. ωστόσο δεν έλεγε να εμφανιστεί στην Κρήτη. Καμιά-δυό φορές που τον ρώτησα «πότε, με το καλό;» απέφυγε να μου δώσει συγκεκριμένη απάντηση, για την ακρίβεια έσπευσε να αλλάξει κουβέντα. Φτάσαμε στην παραμονή της αναχώρησής μας. «Θα μου επιτρέψετε να σας προσφέρω το αποχαιρετιστήριο δείπνο…» είπε ο Χ. «Ασφαλώς! Να συναντηθούμε στην πισίνα στις δέκα;» «Δεν γίνεται νωρίτερα;» «Η Ελευθερία αποφάσισε να επισκεφθεί επιτέλους το πολυδιαφημισμένο σπα του ξενοδοχείου, έχει κλείσει ραντεβού για τις εφτάμισι…» «Ωραία, ας ξεκινήσουμε τότε οι δυο μας κατά τις οχτώ με κρασάκι και μεζέ κι ας έρθει να μας βρει όταν τελειώσει…».
Για πρώτη φορά, ένιωθα μια σκιά αμηχανίας να πέφτει ανάμεσά μας. Ο Χ. είχε βυθιστεί στην πολυθρόνα του, γέμιζε κι άδειαζε το ποτήρι, αγνάντευε το πέλαγος και έμοιαζε παραδομένος στους ρεμβασμούς του… Μάταια πάσχιζα να τον ζωηρέψω. «Φεύγουμε και δεν συναντήσαμε και τη σύζυγό σας…» είπα στο τέλος, μήπως και του κινήσω το ενδιαφέρον.
«Τη συνάντησες» απάντησε κοφτά κι αμέσως δαγκώθηκε σαν να ’χε μετανιώσει ακαριαία για τη φράση του. «Εγώ; Πότε; Πού;» Έστρεψε τότε όλο του το σώμα προς τη μεριά μου και μου ’ριξε ένα βλέμμα που η έντασή του σχεδόν με τρόμαξε. «Τη συνάντησες, Ηλία…» επανέλαβε. «Αν θες ειλικρινά να μάθεις πού και πότε, θα ακούσεις την ιστορία που θα σου διηγηθώ από την αρχή μέχρι το τέλος, δίχως να με διακόψεις στιγμή. Και ύστερα θα χωρίσουμε αποφεύγοντας τους μελοδραματισμούς. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι…». Παρήγγειλε ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου -για να μη βλέπω προφανώς τα μάτια του- και ξεκίνησε.
«Τον Μάιο του 1984 πρωταγωνίστησα στον αγώνα Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας και αποχώρησα θριαμβευτικά από τα γήπεδα, νομίζοντας ότι έχω κατακτήσει την κορυφή της μπασκετικής δόξας. Πού να προβλέψω ότι τρία μόλις χρόνια αργότερα, οι διάδοχοί μου θα σήκωναν το πανευρωπαϊκό τρόπαιο, θα γίνονταν εθνικοί ήρωες και θα έκαναν εμένα να φαντάζω σαν ένα γραφικό κομμάτι της προϊστορίας, ένα ταλέντο που δυστυχώς έλαμψε σε λάθος εποχή; Εν πάση περιπτώσει, ως κορυφαίος παίκτης της γενιάς μου, πριμοδοτήθηκα για να τελειώσω τη γυμναστική ακαδημία και έλαβα μια άδεια ταξί, δώρο από τον πρόεδρο της ομάδας μου. Το πτυχίο κρεμάστηκε από τη μάνα μου πλάι στο εικονοστάσι -απεχθανόμουν την ιδέα να το αξιοποιήσω δουλεύοντας ως γυμναστής- και το ταξί πουλήθηκε για να χρηματοδοτήσει τα επιχειρηματικά μου σχέδια. Πίστευα ότι ήμουν γεννημένος μπίζνεσμαν. Οι εμπνεύσεις μου, στην πραγματικότητα, ήτανε μάλλον απλοϊκές και η αντίληψη που είχα της πιάτσας παιδαριώδης. Μου έφαγαν διάφοροι συνεταίροι τα περισσότερα λεφτά, προσγειώθηκα ευτυχώς εγκαίρως και -με το κεφάλαιο που μου είχε απομείνει- άνοιξα ένα κατάστημα αθλητικών ειδών στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Μικρομάγαζο δηλαδή, στριμωγμένο ανάμεσα στις καφετέριες, ικανό πάντως να μου αποδίδει ένα αξιοπρεπές μεροκάματο.
Παντρεύτηκα και μια καλή κοπέλα, αισθητικό, από τη γειτονιά μου και φάνηκα να κατασταλάζω. Κατά βάθος ασφυκτιούσα σ’ εκείνη τη μικροαστική καθημερινότητα. Στον πέμπτο πάνω χρόνο του γάμου μου κι ενώ είχα καταντήσει πια αφόρητα γκρινιάρης, με τσάκωσε η γυναίκα μου να ζαχαρώνω μια φιλενάδα της και με έστειλε στον αγύριστο. Δεν λυπήθηκα ιδιαίτερα. Έπιασα μια γκαρσονιέρα πάνω από τα “αθλητικά είδη” κι εξακολούθησα την ίδια ζωή δίχως να δίνω πια λογαριασμό σε κανέναν.
Απρίλιος του 1990 ήταν, Μεγάλη Τετάρτη, όταν εμφανίστηκε πρώτη φορά η Ρούλα στο μαγαζί. Χαμογέλασε ντροπαλά και μου ζήτησε σορτς και φανέλα του μπάσκετ. “Παίζεις μπάσκετ;” τη ρώτησα. “Όχι φυσικά σαν κι εσάς…” μου έκανε κι εγώ φούσκωσα όχι επειδή ήταν πιτσιρίκα και νόστιμη αλλά επειδή είχα ανάγκη από τον θαυμασμό των αγνώστων και τον έβρισκα ολοένα και πιο σπάνια. Πιάσαμε την κουβέντα, έδειχνε πλήρως ενημερωμένη για την καριέρα μου, “ούτε ο Γκάλης δεν μετράει μπροστά σας!” μου είπε κι έγινα λιώμα κι άρχισα να της περιγράφω φάσεις από παλιά ματς μα εκείνη κοίταξε ξαφνικά το ρολόι της -“πω πω, έχω αργήσει!”- διάλεξε δυο-τρία κομμάτια από το εμπόρευμά μου και πήγε να τα προβάρει. Πέρασε κάνα τρίλεπτο – “έρχεστε μια στιγμή, παρακαλώ, να μου δώσετε μια γνώμη;” – και μόλις βρέθηκα μπροστά στην κουρτίνα του δοκιμαστηρίου, την τράβηξε και ήταν ξυπόλητη. Ξυπόλητη και ολόγυμνη.
Δεν μου ’χαν λείψει, όπως φαντάζεσαι, ως τότε οι γυναίκες. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες, είχαν επιθυμήσει να ζητωκραυγάσουν τις επιδόσεις μου όχι μόνο στο γήπεδο αλλά και στο κρεβάτι. Κι εγώ -ιδίως στα πρώτα νιάτα μου- συνήθιζα να κάνω το χατίρι σε όσες πρόφθαινα, έδειχνα ελάχιστη ομολογουμένως επιλεκτικότητα. Ακόμα όμως και την εποχή που ξεπετούσα και τις πιο ωραίες -πεπεισμένος ακράδαντα πως η επόμενη θα ’ναι πάντα καλύτερη από την προηγούμενη, αδημονώντας να αδράξω ό,τι είχε η ζωή να μου προσφέρει- και τότε ακόμα, πιστεύω, με τη Ρούλα θα κολλούσα.
Δεν ήταν τόσο τα χαρακτηριστικά της όσο οι συνδυασμοί ανάμεσά τους. Ο συνδυασμός εξυπνάδας και αφέλειας… Κοριτσίστικης σεμνότητας και προστυχιάς… Τα μεγάλα κι ελάχιστα γουρλωτά μάτια της αντίκριζαν τον κόσμο με παιδική απορία, ίσως και με φόβο. Το στόμα της, αντίθετα, με κατακόκκινα σαρκώδη χείλια και μυτερά δόντια, έδειχνε έτοιμο να χιμήξει και να τον καταβροχθίσει. Είχε εφηβικό στήθος -με μεγάλες ωστόσο σκούρες ρώγες- στενούς γοφούς, ψηλά πόδια με κάπως στραβές γάμπες και πεταχτό κώλο, που καλυπτόταν από ένα ελάχιστο ξανθό χνούδι.
Το πιο μαγνητικό όμως σημείο επάνω της ήταν, για μένα τουλάχιστον, το μουνί της. Μπορώ να σου το περιγράψω ως την παραμικρή του λεπτομέρεια. Να στο παρομοιάσω με ανοιχτό λουλούδι και με ανατολίτικο γλυκό που κολυμπάει μέσ’ στο σιρόπι, να σου μιλήσω για την παρθενική του ηλικία – πριν το εκπορθήσω πάνω στον πάγκο του μαγαζιού μου, με τη συγκίνηση ενός ιερέα της αρχαιότητας, που θυσιάζει στο βωμό ένα νεογέννητο αρνί… Να αναπολήσω τον καιρό που γονάτιζα εμπρός του και το ξύριζα, με χέρι σταθερό μα φυλλοκάρδια που ριγούσαν από ηδονή κι ύστερα το μαλάκωνα με τη γλώσσα μου κι αφού του απέδιδα όλες τις δυνατές ερωτικές περιποιήσεις και το αισθανόμουν προσωρινά χορτάτο, το έντυνα στα μεταξωτά και στις δαντέλες… Θυμάμαι που του αγόρασα ένα εξαιρετικής ποιότητας -κάπως παλαιομοδίτικο- εσώρουχο και μόλις σχεδόν του το φόρεσα, είδα το λευκό ύφασμα να λεκιάζεται από μια πορφυρή κηλίδα. Μια σταγόνα αίμα περιόδου, που την προσκύνησα σαν να ’ταν δάκρυ που ’χε τρέξει από τα μάτια της Παναγίας…».
Διέκοψε ξαφνικά τη αφήγησή του ο Χ. και χτύπησε μ’ εκνευρισμό το χέρι στο τραπέζι.
«Καταντάω γραφικός!» μούγκρισε. «Ξέχνα το παραλήρημά μου, επιστρέφω στα γεγονότα! Το 1992, εγώ κόντευα τα σαράντα και η Ρούλα δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκάξι. Η σχέση μας ήταν κυριολεκτικά παράνομη – άμα μας έπαιρναν χαμπάρι οι γονείς της, μπορούσαν να με χώσουν φυλακή. Τον πρώτο χρόνο δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ σε δημόσιο χώρο, δεν είχαμε καν μιλήσει στο τηλέφωνο. Ερχόταν και με έβρισκε σκαστή στο μαγαζί ή στην γκαρσονιέρα μου, παίρνοντας μύριες προφυλάξεις για να μην την υποψιαστεί ούτε η κολλητή της φίλη. Με πατέρα καθηγητή στο σχολείο που πήγαινε και μάνα γραμματέα του φροντιστηρίου, βρισκόταν -όπως καταλαβαίνεις- σε συνεχή ασφυκτικό κλοιό. Περνούσαν εβδομάδες δίχως να σμίξουμε για παραπάνω από δυο ώρες συνολικά κι αυτές συχνά τεμαχισμένες σε εικοσάλεπτα. Ό,τι στερούμασταν όμως σε χρόνο το κερδίζαμε σε ένταση… Αν με ρωτήσεις, εκείνη υπήρξε η χρυσή μας εποχή. Η Ρούλα είχε προφανώς διαφορετική γνώμη.
Στα δέκατα έβδομα γενέθλιά της, αποφάσισε να κλείσει τραπέζι σε ένα κλαμπ στην παραλιακή και να κεράσει την παρέα της. Μου το ανακοίνωσε πανευτυχής. “Καλά να περάσετε” της ευχήθηκα. “Γιατί, εσύ δεν θα ’ρθεις;” “Τι δουλειά έχω εγώ;” “Γκόμενός μου δεν είσαι; Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι, ο δεσμός μας δεν εμπίπτει πια στις διατάξεις του ποινικού κώδικα!” είπε με ύφος δικηγορίνας με ταγιέρ. “Μα τι δουλειά έχω με τα πιτσιρίκια;” “Κι εγώ πιτσιρίκα είμαι. Εκτός αν ντρέπεσαι για πάρτη μου. Ή για τον εαυτό σου…”. Καθώς την έβλεπα για πρώτη φορά εκνευρισμένη, δεν βρήκα το σθένος να επιμείνω στην άρνησή μου. Φόρεσα τζιν, αθλητικά παπούτσια και τι-σερτ και πέρασα, αρκετά τρακαρισμένος, στο πλευρό της την πόρτα του κλαμπ. Στην αρχή ένιωθα σαν καθηγητής-συνοδός σε σχολική εκδρομή. Μετά το τρίτο όμως ποτό, άρχισα να χαλαρώνω. Οι φίλοι της μου φαίνονταν ολοένα και πιο συμπαθείς: Τα αγόρια άγαρμπα και ψιλοεπιθετικά -όπως ήμουν κι εγώ στην ηλικία τους- πρόθυμα ωστόσο να θαυμάσουν και να συμβουλευτούν έναν θρύλο των γηπέδων, έστω και ξεθωριασμένο. Τα κορίτσια, με βλέμμα ασύγκριτα ψυχρότερο, με περιεργάζονταν και αναρωτιόνταν τι λογής κόλπα διδάσκω στη Ρούλα στο κρεβάτι, σε ποιες ενήλικες απολαύσεις τη μυώ. Όσο για εκείνην, τους κοιτούσε όλους αφ’ υψηλού μεσ’ απ’ την αγκαλιά μου και κάθε τόσο με χούφτωνε κάτω απ’ το τραπέζι – έσφιγγε το καβλί μου στην παλάμη της σαν σκήπτρο… “Η παρέα μου σε βρήκε τρομερό τυπά!” μου ανακοίνωσε ενθουσιασμένη την επαύριο, πράγμα που με ωφέλησε και οικονομικά, αφού έγιναν όλοι τους πελάτες μου.
Μπήκαμε έτσι στη “νόμιμη” φάση της σχέσης μας. Η Ρούλα εξασφάλισε την άδεια των γονιών της να δουλέψει το καλοκαίρι πωλήτρια στο μαγαζί μου. Η μαμά της πέρναγε κάπου κάπου για να ελέγχει αν ήμουν καλός εργοδότης, είχε καταλάβει -πάω στοίχημα- τα πάντα, έκανε όμως τα στραβά μάτια, κρίνοντας ότι το να προσδώσει διαστάσεις σε ένα κοριτσίστικο καπρίτσιο, θα έφερνε το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ήξερε πως ο χρόνος ήταν σύμμαχός της: Σύντομα η Ρούλα θα ξέφευγε από τα στενά πλαίσια της γειτονιάς και της εφηβικής ομάδας μπάσκετ και τότε θα με απομυθοποιούσε.
Εγώ άργησα ομολογουμένως να συνειδητοποιήσω τον κίνδυνο. Κύλησαν αρκετοί ξένοιαστοι μήνες, με βόλτες, σινεμά, άντε και σε κανένα κλαμπ τα σαββατόβραδα, όπου συναντούσαμε βέβαια περισσότερους δικούς της γνωστούς παρά δικούς μου. Τα μαλλιά μου άσπριζαν με εντυπωσιακή ταχύτητα, δεν σκοτιζόμουν όμως. Όταν ο κουρέας μού πρότεινε να τα περάσω ένα χέρι μπογιά, τον κοίταξα έκπληκτος, “για να ταιριάζουν με τον τρόπο της ζωής σου…” μου εξήγησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, “μη νοιάζεσαι, αρέσω κι έτσι!” τον έκοψα θιγμένος – ευχαρίστως εκείνη τη στιγμή θα τον έσπαγα στο ξύλο ή θα ’βαζα κάτω τη γυναίκα και την κόρη του μαζί και θα τους πέταγα τα μάτια έξω για να του αποδείξω πόσο καλά κρατιόμουν. Κρατιόμουν άψογα, φίλε Ηλία, το πρόβλημα δεν ήταν πως εγώ γερνούσα. Αλλά ότι η Ρούλα μεγάλωνε και άλλαζε.
Από τα μέσα περίπου της τρίτης Λυκείου, άρχισε να συναναστρέφεται κάτι τυπάκια από το φροντιστήριο με καλλιτεχνικές ανησυχίες, που σύχναζαν σε εκθέσεις ζωγραφικής και σε πειραματικά θέατρα. Τη συνόδευσα δυο-τρεις φορές με βαριά καρδιά. Εγώ έπληττα -ήταν ολοφάνερο- κι εκείνη αισθανόταν άβολα να αναπτύσσει εμπρός μου τις αφελείς κουλτουριάρικες απόψεις της. Στις δε καινούργιες της παρέες καμιάν εντύπωση δεν έκανε το αθλητικό μου παρελθόν – έτσι λυμφατικοί κι αγύμναστοι που περιφέρονταν, ανάθεμα αν είχαν πιάσει ποτέ τους μπάλα. Όταν μου πρότεινε να την ακολουθήσω σε μία πρωτοποριακή παράσταση χορού σε μια πρώην αποθήκη, εγώ προφασίστηκα κάποια επαγγελματική υποχρέωση και η Ρούλα με δυσκολία έκρυψε την ανακούφισή της. Μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί, σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται σφυρίζοντας, λες και θα πήγαινε στο πιο κεφάτο πάρτι.
Απόμεινα μόνος μου. Ποτέ άλλοτε δεν μου ’χε φανεί η γκαρσονιέρα τόσο πνιγηρή. Άνοιξα τέντα τα παράθυρα και ύστερα -μολονότι ήταν Μάρτιος με ψοφόκρυο- άρπαξα το μπουκάλι με το ουίσκι και βγήκα στο μπαλκόνι. Το έβλεπα πλέον καθαρά ότι είχα ημερομηνία λήξης. Σε λίγους μήνες το αργότερο, η Ρούλα θα έπαιρνε ένα μελαγχολικό ύφος και θα μου ζητούσε να χωρίσουμε, θα μου ’δινε όρκους αγάπης και θα τους τηρούσε, πράγμα τελείως άχρηστο σε μένα. Το να επιβιώσω μέσα της ως τρυφερή ανάμνηση -σαν κάτι παραπάνω από το παιδικό της αρκουδάκι- μού φαινόταν εφιάλτης. Πώς θα μπορούσα, από την άλλη, να αντιδράσω; Να καταντήσω θλιβερά πιεστικός ώσπου να με διαολοστείλει ή μήπως να τη ζητήσω από τον πατέρα της σε γάμο; Η θέση μου ήταν δεινή όσο ακριβώς και ο παράφορος έρωτάς μου. Μοναδικό μου πλεονέκτημα, το γεγονός πως ήξερα την προδιαγεγραμμένη μοίρα μου. Ότι μπορούσα, χάρη στην πείρα της ηλικίας, να δω λίγο πιο μακριά από τη Ρούλα. Σε αυτό ακριβώς βασίστηκα κι εφάρμοσα τη μέθοδο της ομοιοπαθητικής και πέτυχα αποτελέσματα υπεράνω προσδοκίας.
“Με πόσους άντρες έχεις πάει;” τη ρώτησα, την επομένη κιόλας. “Μ’ εσένα μόνο!” μου απάντησε, θιγμένη σαν να αμφισβητούσα την πίστη της. “Πρέπει, το συντομότερο, να το κάνεις και με κάποιον άλλον!” “Γιατί; Αφού περνάμε τέλεια μαζί!” “Δεν με έχεις επιλέξει συνειδητά, μικρή. Πρέπει να με συγκρίνεις για να με εκτιμήσεις.” “Εγώ εσένα γουστάρω…” “Κι εγώ εσένα! Τι φοβάσαι; Ότι ψάχνω τρόπο για να σε ξεφορτωθώ; Όσο με θέλεις, θα βρίσκομαι κοντά σου. Η ζωή όμως μας προσφέρει τόσες ευκαιρίες… Δεν έχεις περιέργεια να φλερτάρεις, να φιληθείς, να νιώσεις ένα άλλο χέρι να σε εξερευνά, μιαν άλλη γλώσσα να σου γλείφει το μουνάκι, έναν πούτσο διαφορετικό από τον δικό μου να σκληραίνει μεσ’ στο στόμα σου; Σκέψου μονάχα πόσα παλληκάρια σε βλέπουν κάθε μέρα να περνάς κουνιστή και λυγιστή από μπροστά τους και καβλώνουν και ύστερα μαλακίζονται στη σκέψη σου! Δεν σε φτιάχνει η ιδέα να τα δεις να χύνουν για το χατίρι σου;” “…”
Δεν ξέρω πόσο γόνιμος υπήρξε ο σπόρος ή πόσο εύφορο το χώμα. Το γεγονός είναι ότι η Ρούλα, ενώ με κοίταζε στην αρχή φρικαρισμένη, σιγά σιγά άρχισε να ψήνεται. “Εγώ είμαι εδώ!” της επαναλάμβανα σαν επωδό στην προπαγάνδα μου. “Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι…”.
Ξέρω τι σκέφτεσαι, Ηλία. Ότι εκμεταλλεύτηκα τη νεανική της –πώς να την πω; αφέλεια; ευπιστία; Ότι κατηύθυνα τις πράξεις της, διαστρέβλωσα τη βούλησή της, διέφθειρα την ψυχή της… Κι εγώ γιατί να μην ισχυριστώ πως απλώς την απελευθέρωσα; Πως της παρείχα την ψυχική ασφάλεια που χρειαζόταν για να εξερευνήσει τη μέσα ζούγκλα της και για να δοκιμάσει κάθε απαγορευμένο καρπό; Θα προτιμούσες δηλαδή να έχει εξελιχθεί όπως οι περισσότερες κοπέλες της γενιάς της, να ’χει περάσει τη νιότη της με ανώδυνα φλερτ, συμβατικούς έρωτες, ανάλατες αμαρτίες;».
Ο Χ. έβγαλε τα σκούρα γυαλιά και με κοίταξε με ένταση κατάματα. Εγώ παρέμεινα τελείως ανέκφραστος. Με είχε βάλει να του υποσχεθώ πως δεν θα τον διέκοπτα, τώρα όμως με ικέτευε να νομιμοποιήσω, με μία έστω κουβέντα κατανόησης, τη συμπεριφορά του. Δεν επρόκειτο να το κάνω. Κατέβασε ένα ακόμα ποτήρι κρασί για να πάρει δύναμη και εξακολούθησε την ιστορία.
«Δεν είχε περάσει μια βδομάδα όταν η Ρούλα μου αποκάλυψε δειλά ότι την πολιορκούσε ένας συμμαθητής της από το φροντιστήριο. “Εσένα σου αρέσει;” Δίστασε. “Αν ήταν διαφορετικές οι συνθήκες…” μου ομολόγησε στο τέλος. “Χέσε τις συνθήκες και κάνε παιχνίδι!”.
Συναντήθηκαν απόγευμα για καφέ στην πλατεία, εγώ καθόμουν σε ένα παραδιπλανό τραπέζι και τους παρακολουθούσα… Δεν καλοάκουγα τι έλεγαν μα από τη στάση των σωμάτων τους ήτανε φανερό πώς πήγαινε το πράγμα. Εκείνος ίδρωνε για να την εντυπωσιάσει, φλυαρούσε και χειρονομούσε, δίχως να σταματάει καλά καλά ούτε για να πάρει ανάσα. Μου θύμιζε διαρρήκτη της συμφοράς, ο οποίος -αγνοώντας τελείως το μηχανισμό του χρηματοκιβωτίου- βαράει νευρωτικά κλωτσιές στην πόρτα του μπας και την ανοίξει. Η δικιά μου ρούφαγε νωχελικά τον φραπέ της και τον παρατηρούσε με απόλυτη ψυχραιμία. Ο πιτσιρικάς έχανε ταχύτατα έδαφος, η Ρούλα είχε αρχίσει να αφαιρείται, κάποια στιγμή τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν και αντιλήφθηκα πως ήταν ζήτημα ελάχιστης ώρας να τον ευχαριστήσει για το κέρασμα και να τον αποχαιρετήσει με εκείνο το αόριστο “τα λέμε”, που σκοτώνει κάθε ελπίδα. Εγώ πλημμύριζα από σαδιστική ικανοποίηση. Μα ξαφνικά… ξαφνικά θυμήθηκα ότι σκοπός μου δεν ήταν ένας αναίμακτος θρίαμβος. Εάν η Ρούλα επέστρεφε άσπιλη στην αγκαλιά μου, θα είχε απορρίψει απλώς τον συγκεκριμένο επίδοξο εραστή. Εάν όμως έπεφτε μαζί του στο κρεβάτι, υπακούοντας στη δική μου παρότρυνση, τότε θα είχα αποκτήσει έλεγχο επάνω και στις απιστίες της! Σηκώθηκα και της έγνεψα διακριτικά να με ακολουθήσει στις τουαλέτες της καφετέριας. “Πολύ ωραίο παιδί! Συγχαρητήρια για το γούστο σου!” της είπα με ενθουσιασμό, τσιμπώντας της τον κώλο. “Τον βρίσκεις όμορφο;… Είναι όμως εντελώς ανώριμος…” “Τον έχεις απλώς κομπλάρει. Δώσ’ του μιαν ευκαιρία να χαλαρώσει…” “Θέλει να με πάει βόλτα με τη μηχανή του αδελφού του…” “Όρμα! Και μην ανησυχείς: Ούτε να σε βιάσει κινδυνεύεις ούτε να σε σκοτώσει. Τον τσέκαρα εγώ καθώς ερχόταν. Οδηγεί καλά…”
Δεν διανοείσαι, Ηλία, με πόση ανυπομονησία την περίμενα να επιστρέψει για να μου διηγηθεί πως ο τυπάκος την είχε τρέξει στην παραλιακή μέχρι τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, εκεί σταμάτησαν σε μια καντίνα για μπίρες και χοτ-ντογκ κι αφού έστριψε ένα τσιγαριλίκι και το κάπνισαν μαζί, βρήκε το θάρρος επιτέλους να την αγκαλιάσει με θέα τα αφρισμένα κύματα και να τη φιλήσει, πρώτα στο μάγουλο και μετά στο στόμα. “Πώς ήταν; Σου άρεσε;” τη ρώτησα, τραυλίζοντας σχεδόν. “Έτσι κι έτσι…” έκανε διστακτικά, παρεξηγώντας την ταραχή μου – νόμιζε ότι είχα τσαντιστεί ενώ εγώ απλώς δεν κρατιόμουν απ’ την κάβλα – “όχι «έτσι κι έτσι», μωρή!” της ούρλιαξα και την πέταξα στο στρώμα, “σ’ έφτιαξε, πες το να το ακούσω!”. Της ξήλωσα ρούχα κι εσώρουχα κι όρμησα μέσα της σαν στρατηγός που ανακαταλαμβάνει με έφοδο μια πόλη που του ανήκει και που είχε πέσει προσωρινά στα χέρια του εχθρού.
Τα ίδια σε πολλαπλάσια ένταση συνέβησαν όταν ο πιτσιρικάς τη γάμησε μέσα στην γκαρσονιέρα μου. Την είχα δασκαλέψει να του πει ότι ανήκε δήθεν σε κάποιο θείο της. Όσο διήρκεσε η επίσκεψή του, εγώ έκοβα βόλτες στο απέναντι πεζοδρόμιο, με το βλέμμα καρφωμένο στο φωτισμένο μου παράθυρο. Τον φανταζόμουν να παλινδρομεί από πάνω της κι ύστερα εκείνη να κάθεται στο καβλί του με το γνωστό σχεδόν υπνωτισμένο ύφος και τέλος να γυρνάει στα τέσσερα και να του τουρλώνει τον κώλο. Να τρίβει -όπως της είχα μάθει- με επιταχυνόμενο ρυθμό την κλειτορίδα της, να τον παίρνει όλο και πιο βαθιά μέσα της, το μουνί της ν’ ανεβάζει θερμοκρασία, να φουσκώνει και τελικά να εκρήγνυται όπως το ηφαίστειο, “σβήσε με!” να μουγκρίζει και να εννοεί “χύσε με!”. ΄Υστερα από κάνα δίωρο, τον είδα να ανοίγει την εξώπορτα της πολυκατοικίας και να βγαίνει στο πεζοδρόμιο. Πλησίασα στα μουλωχτά και περπάτησα μερικά μέτρα στο πλάι του, εξετάζοντάς τον με την άκρη του ματιού μου. Περίμενα να έχει την έπαρση του μεγάλου επιβήτορα μα εκείνος, ο καημενούλης, χαμογελούσε απλώς χαζά σαν ερωτευμένος έφηβος. Αυτό με φούρκισε ακόμα περισσότερο. Εισέβαλα έξαλλος στο σπίτι μου κι όλη τη νύχτα έσβηνα τα ίχνη του από το κορμί της. Με το χάραμα, η Ρούλα έμοιαζε απόλυτα υποταγμένη σ’ εμένα και στη νέα κατάσταση.
Παρόμοια σκηνικά επαναλήφθηκαν πολλές φορές τα επόμενα χρόνια. Το ψάρεμα αντρών έγινε αγαπημένο μας χόμπι. Πότε τους επεσήμαινα εγώ και πότε η Ρούλα. Πότε αποφασίζαμε να τους πλευρίσουμε μαζί και πότε απομακρυνόμουν κάπως και την άφηνα να αυτοσχεδιάσει. Το μόνο σίγουρο ήταν πως αφού θα τους δινόταν μία φορά, θα τους άφηνε στα κρύα του λουτρού και θα επέστρεφε σε μένα παριστάνοντας τη μετανοημένη αμαρτωλή. Θα την τιμωρούσα συμβολικά με μερικά χαστούκια ή μερικές ξυλιές στα μαλακά κι εκείνη θα μου ορκιζόταν, μέσα σε αναφιλητά, αιώνια αφοσίωση.
Σου φαίνεται κομματάκι νοσηρό; Αηδιάζεις μήπως στην εικόνα ενός καλοδιατηρημένου μπάρμπα που περιφέρει μια φοιτήτρια της Νομικής και την πλασάρει σε διαφόρους; Αδιαφορώ για τη γνώμη σου! Εμείς περνούσαμε εξαιρετικά. Νιώθαμε κάπως σαν παιδιά που έχουν βρει τον τρόπο να μπαινοβγαίνουν στις ζωές των μεγάλων και να τις αναστατώνουν. Ξέραμε ότι όσο είχαμε ο ένας τον άλλον…
Όσο είχαμε ο ένας τον άλλον… Υποψιάζεσαι βέβαια τη μοναδική μου αγωνία. Ότι μια μέρα θα συναντούσε η Ρούλα κάποιον, ο οποίος θα κατόρθωνε να τη γοητεύσει αληθινά και να ανατρέψει τους κανόνες του παιχνιδιού μας. Την είχα βάλει να μου υποσχεθεί πως αν ποτέ συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα καταδεχόταν να μου χρυσώσει το χάπι, πως θα εξαφανιζόταν ακαριαία και δεν θα ξαναέδινε ποτέ σημεία ζωής.
Κι εκείνη ωστόσο -όσο παράξενο κι αν ίσως σου φαίνεται- έτρεμε ακριβώς το ίδιο ενδεχόμενο.
“Δεν γίνεται να γεύομαι μονάχα εγώ καινούργιους άντρες – πρέπει κι εσύ να πηγαίνεις με άλλες γυναίκες!” μου έλεγε καθ’ υπαγόρευσιν του ένστικτου δικαιοσύνης της. “Να, κοίτα αυτήν εκεί την ξανθιά στην ξαπλώστρα, αυτή με το κίτρινο μαγιό και το πελώριο στήθος. Αλληθωρίζει τόσην ώρα προς το μέρος μας και ξερογλείφεται για χάρη σου, είναι φανερό! Γουστάρω να τη δω να σου ανοίγει τα πόδια – βάζω στοίχημα ότι θα αρχίσει να βογκάει και να χτυπιέται πριν καν της τον φερμάρεις!”. Την κοίταξα απορημένος. “Άντε, μην ντρέπεσαι! Πρέπει να παίζουμε επί ίσοις όροις. Ειδάλλως θα ξενερώσω”.
Πλησίασα την ξανθιά με κρύα καρδιά, ήλπιζα ενδόμυχα να με αποκρούσει. Μα η Ρούλα είχε δίκιο, η κάψα της για αρσενικό ήταν τέτοια, που δεν νοιαζόταν ούτε να τηρήσει τα προσχήματα. Είχε αγοράσει, μου είπε, πρόσφατα ένα παλιό σπίτι στη χώρα του νησιού – με κάλεσε να πιω καφέ και να δοκιμάσω γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο με παραδοσιακή συνταγή. Δίστασα, “δεν είμαι, ξέρεις, μόνος μου…” “Φέρε και την παρέα σου μαζί – κανένα πρόβλημα!” “Ναι, ναι! Σκουπίζομαι και πάμε!” με προκατέλαβε η Ρούλα, που είχε βγει πάνω στην ώρα από τη θάλασσα, κουβαλώντας μου για πεσκέσι έναν αστερία με εκατοντάδες ποδαράκια που σαλεύαν πανικόβλητα.
Τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ ταχύτερα από όσο φανταζόμουν. Μπορεί να μη θυμάμαι πια τι ακριβώς διαμείφθηκε ανάμεσά μας, έχω όμως χαραγμένη στο μυαλό μου την εικόνα μιας μεγάλης μαρμάρινης μπανιέρας, μεσ’ στην οποία μπερδεύονταν τα σώματά μας… Η Ρούλα είχε κολλήσει τα χείλη της στη ρώγα της ξανθιάς και τη βύζαινε λαίμαργα ενώ εγώ της τον έδινα στο στόμα, μας ζήτησε έπειτα να τη σκίσουμε από πίσω, είχε μεγάλα, ολοστρόγγυλα κωλομέρια που γυάλιζαν από τα σαπουνόνερα, “χτύπα την!” με πρόσταξε η Ρούλα, “ναι! μάτωσέ με!” υπερθεμάτισε η ξανθιά κι εγώ την έστησα σαν φοράδα και την καβάλησα, μπαινόβγαινα έξαλλος μέσα της και της τραβούσα τα μαλλιά και της ξερίζωνα τούφες… Ένα δευτερόλεπτο προτού να χύσω, γλίστρησα κι έσκασα με την πλάτη στο μάρμαρο, λίγο έλειψε να σπάσω το κεφάλι μου. Μετά ήταν αδύνατο να μου ξανασηκωθεί, είχα ανεξήγητα μελαγχολήσει. Οι γυναίκες αντίθετα είχαν στα μούτρα τους ζωγραφισμένη μιαν έκφραση πληρότητας και γαλήνης, η οποία με εξενεύριζε. Πήρα τη Ρούλα και φύγαμε. “Ωραία τη γάμησες!” μου είπε στη διαδρομή, “εσύ τη γάμησες, με τον δικό μου πούτσο…” της απάντησα δύσθυμα. “Ο πούτσος σου ανήκει και στους δυο μας!” μου δήλωσε και ξαφνικά μου φάνηκε θρασύτατη, κρατήθηκα για να μην τη βρίσω.
Μου πήρε μέρες μέχρι να ξαναβρώ το κέφι μου. Άλλες φορές, με άλλες γυναίκες ήταν -ομολογώ- καλύτερα…
Θέλεις να ακούσεις και τα παρακάτω;».
«Έχει πολύ ακόμα;» τον ρώτησα, όσο γινόταν πιο ψυχρά. Κι αν μου αράδιαζε τόση ώρα ψέματα; Κι αν μου εξέθετε απλώς τις άρρωστες φαντασιώσεις που είχε πλάσει, παρατηρώντας τις τελευταίες μέρες τη γυναίκα μου;
«Μ’ αυτά και μ’ αυτά» συνέχισε ακάθεκτος «πέρασαν άλλα τρία-τέσσερα χρόνια. Η Ρούλα απέβαλε ό,τι εφηβικό και άχαρο είχε πάνω της και μπήκε στην εποχή της μεγάλης της ακμής, που διαρκεί ακόμα. Εκτός από ιδανική ερωμένη, ήτανε και εξαιρετική φοιτήτρια. Πριν καν τελειώσει τη Νομική προσελήφθη στο γραφείο του γνωστού μεγαλοδικηγόρου και έθεσε τις βάσεις για μιαν αξιοζήλευτη καριέρα. Εγώ, από την άλλη, είχα πάρει την κατιούσα. Το μαγαζί δεν πήγαινε καθόλου καλά, θα ’πρεπε λογικά να το κλείσω μα σάμπως ήξερα να κάνω κι άλλη δουλειά; Ο θάνατος της μάνας μου ήρθε σαν μάννα εξ ουρανού, πούλησα άρον άρον το πατρικό μου και πήρα μια προσωρινή ανάσα.
Το 1997, συνέβησαν δύο γεγονότα, τα οποία καθόρισαν το μέλλον.
Ένα πρωί, εμφανίστηκε η Ρούλα στο μαγαζί και ακούμπησε στο ταμείο έναν φάκελο που περιείχε εκατό χιλιάρικα. “Τι είναι αυτά;” απόρησα. “Όταν ήμουν μικρή, διαρκώς με κερνούσες. Καιρός να σου το ανταποδώσω κάπως…” “Πού τα βρήκες;” “Ένας πελάτης του γραφείου επιθυμούσε να με γνωρίσει λίγο καλύτερα… Κι επέμενε να πληρώσει…” “Δεν θέλω να γίνεις πουτάνα!” γκάριξα και της πέταξα τα λεφτά στη μούρη. “Σιγά μωρέ… Όλα μια ιδέα είναι…”. Την πίεσα να μου υποσχεθεί πως δεν θα το επαναλάμβανε, “δεν καταλαβαίνω γιατί σε ενοχλεί τόσο” ρωτούσε, “δεν θέλω να πουλιέσαι!” της εξηγούσα το αυτονόητο, “νομίζεις ότι αν δεν μου ’κανε κέφι, θα δεχόμουν μονάχα για τα λεφτά;” “Και αν το ξανακάνεις, τουλάχιστον μην μου το πεις!” υποχώρησα άτακτα. “Α, όλα κι όλα. Από εσένα δεν έχω μυστικά! Ποιος είσαι; Ο μπαμπάς μου; Σε θεωρώ αρκετά δυνατό, ώστε να αντέχεις πάντα την αλήθεια”.
Τόσο δυνατό με θεωρούσε που -λίγους μήνες αργότερα- μου ανακοίνωσε ότι έβγαινε με τον γιο του αφεντικού της κι ότι είχε αρχίσει, μάλλον, να τον ερωτεύεται. “Μου είχες υποσχεθεί πως, αν ποτέ συνέβαινε αυτό, θα εξαφανιζόσουν δίχως εξηγήσεις!” “Δεν θέλω να σε χάσω!” ξέσπασε σε κλάματα. “Δεν θα το άντεχα!” “Και πρέπει λοιπόν να το αντέξω εγώ;”.
Πήγα να της πω να με παρατήσει στην ησυχία μου, οι λέξεις σχηματίστηκαν μέσα στο στόμα μου, τις φρέναρα όμως το τελευταίο δευτερόλεπτο γιατί φαντάστηκα αυτή την ησυχία: Χωρίς τη Ρούλα, θα περιφερόμουν για όλη την υπόλοιπη ζωή μου άσκοπα… Θα το ’ριχνα ίσως στο αλκοόλ, ίσως σε κάποιαν άλλη αυτοκαταστροφική συνήθεια. Ή, ακόμα χειρότερα, θα ανασκουμπωνόμουν και θα αποφάσιζα να νοικοκυρευτώ. Θα έβρισκα μια συμπαθητική σύζυγο, θα ανακαίνιζα το κατάστημα αθλητικών ειδών, θα αποκτούσα πιθανόν και κάνα παιδάκι στα γεράματα… Θα την εξόριζα, με τα πολλά, από τη σκέψη μου μα κάθε τόσο μια μυρωδιά στον αέρα, δυο χαριτωμένα στραβές γάμπες που τρέχουν στον ανήφορο, δύο σαρκώδη χείλια στο πρόσωπο ενός κοριτσιού θα με έκαναν να αναστενάζω όχι από οδύνη αλλά από την ανάμνηση της περασμένης ηδονής. Δεν είχε νόημα να εθελοτυφλώ: Αν έχανα εντελώς τη Ρούλα, θα έχανα ταυτόχρονα και τον εαυτό μου. Έσφιξα λοιπόν τα δόντια και αποδέχτηκα το ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας…».
«Ποιανού;» έσπασα επιτέλους τη σιωπή μου.
«Του Προέδρου της Δημοκρατίας!» επανέλαβε ο Χ. και -για πρώτη φορά- χαμογέλασε. «Ξέρεις, υποθέτω, τη δομή του πολιτεύματος – η Ελευθερία σου-η Ρούλα μου σίγουρα θα ’χει επιδιώξει να σου μεταδώσει την αγάπη της για το συνταγματικό δίκαιο: Οι εραστές της κυβερνάνε την καρδιά της, είναι πρωθυπουργοί. Εγώ είμαι, χρόνια τώρα, ο πρόεδρος της δημοκρατίας της. Δεν ασκώ εξουσία, δεν λαμβάνω αποφάσεις, απολαμβάνω όμως τις τιμές του πρώτου τη τάξη. Εισπράττω επίσης τη γενναία μηνιαία χορηγία που μου έχει θεσπίσει. Με συμβουλεύεται για τις πράξεις της – εγώ, για να μη διακινδυνεύσω το κύρος μου, της λέω ό,τι ακριβώς επιθυμεί κάθε φορά να ακούσει και έτσι της επιβεβαιώνω τη σοφή δήθεν κρίση μου. Βρίσκομαι πάντοτε στο φόντο της ζωής της: Εκείνη δειπνεί ρομαντικά με το αγόρι της κι εγώ τους καμαρώνω από τον πάγκο του μπαρ. Φεύγοντας, γυρνάει και μου γνέφει κι εγώ την καληνυχτίζω διακριτικά. Προσπαθώ να περνάω απαρατήρητος, στο πάρτι όμως του γάμου σας δεν συγκρατήθηκα, σηκώθηκα και χόρεψα ένα βαρύ ζεϋμπέκικο. Ευτυχώς δεν με πρόσεξες…».
Δεν ήξερα αν έπρεπε να γίνω έξαλλος ή να δείξω κατανόηση.
«Κι απόψε γιατί βγήκες από το ημίφως;».
«Εκείνη αποφάσισε να με φανερώσει. Εγώ ποτέ μου δεν θα σας μιλούσα. Παρ’ το για καλό. Σε έχει διαλέξει για πατέρα των παιδιών της – δεν καταδέχεται άρα να σου κρατάει μυστικά».
Την είδα να ’ρχεται από την απέναντι όχθη της πισίνας.
Φορούσε ένα κοντό φούξια φόρεμα, είχε τα μαλλιά πιασμένα πίσω. Καθώς πλησίασε, το βλέμμα μου ανεβοκατέβηκε από τη βέρα της στο μικρό σημάδι κάτω από το αριστερό της γόνατο – ενθύμιο πτώσης στο γήπεδο του μπάσκετ ή μήπως στην αρένα του μπασκετμπολίστα; Το σημάδι ήταν ανεξίτηλο, όμως η βέρα της πήγαινε περισσότερο…
«Είπατε όλα σας τα μυστικά;» ρώτησε.
«Εξαιρετική παρέα ο άντρας σου!» είπε ο Χ. «Και άνθρωπος εμπιστοσύνης. Δεν θα μπορούσες να κάνεις καλύτερη επιλογή!».
«Χαίρομαι που το ακούω!» χαμογέλασε με νόημα η Ελευθερία. «Δεν θα μου βάλετε να πιω;».
Ο Χ. γέμισε τα ποτήρια. Τσουγκρίσαμε. Ένας κρυστάλλινος ήχος ακούστηκε, σαν να ’χε γίνει ο κόσμος όχι θρύψαλα αλλά εκατομμύρια πολύεδρα γυαλάκια, που θα μπορούσες να τα πάρεις και για διαμάντια…-
- Portrait art by Anna Remich



