O James Joyce και οι αγαπημένες γάτες του…

Ο James Augustine Aloysious Joyce γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1882 σε προάστιο του Δουβλίνου, από τυπική ιρλανδική οικογένεια. Ήταν ο μεγαλύτερος από τα 10 τους παιδιά. Ο πατέρας, John Stanislaus Joyce, ήταν φανατικός αντικληρικός και φιλελεύθερος, ενώ η μητέρα φανατικά καθολική. Στα παιδικά χρόνια του, η οικογένειά του ήταν εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας κακών οικονομικών χειρισμών και με τον αλκοολισμό του πατέρα, οδηγήθηκε στην πτώχευση.

Η οικογένεια πουλά σιγά σιγά την περιουσία της. Περνούν περίοδο μεγάλης ανέχειας. Σε 10 χρόνια μετακομίζουν 12 φορές. Ο πατέρας αλκοολικός χρωστούσε παντού. Οι πρώτες σπουδές του γίνονται το 1888 στο κολέγιο Clongowes Wood, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής διδάκτρων. Για σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ’ οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers (Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι που του προσφέρθηκε θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες.

Η παραδοσιακή πειθαρχία των καθολικών θα γίνει η πρώτη εξορία κι ο λαβύρινθός του. Σε μιαν εφηβική κρίση μάλιστα κόντεψε να γίνει ιερέας. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον όμως, που μέσα του σπούδασε, στα 16 του αρνήθηκε τον καθολικισμό. “Θα με σώσει μια πόρνη κι η ποίηση”, θα πει αργότερα. Το 1898, γράφτηκε στο University College Dublin και σπούδασε κυρίως αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το 1900 δημοσιεύτηκε πρώτη φορά κείμενό του, στην εφημερίδα “Fortni” κι αφορούσε κριτική μελέτη στη θεατρική δραματουργία του Ίψεν -δέχτηκε αργότερα ευχαριστήρια επιστολή από τον ίδιο τον Νορβηγό συγγραφέα. Ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Θεωρείται επίσης πως ολοκλήρωσε τουλάχιστον δύο θεατρικά έργα, που όμως δεν έχουν διασωθεί. Μετά την αποφοίτησή του το 1903 αποφάσισε να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή Δουβλίνου, αλλά ταξίδεψε στο Παρίσι και σύντομα εγκατέλειψε τις ιατρικές σπουδές. Από 11/11/1902-19/11/1903 δημοσιεύτηκαν συνολικά 23 βιβλιοκριτικές του. Τον Απρίλη του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς έμαθε πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο.

Προσπάθησε να τον πείσει, έστω την ύστατη στιγμή της, ν’ ασπαστεί τον καθολικισμό, μα κείνος αρνήθηκε να γονατίσει και να προσευχηθεί για τη σωτηρία της, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Άρχισε να πίνει κι η κατάσταση ήτανε πολύ άσχημη κι όταν η μητέρα πέθανε στις 13 Αυγούστου, καθώς εκείνος συνέχισε το ποτό κι έφερε βαριά την άρνησή του στη θέλησή της, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Την επόμενη χρονιά κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο του Feis Ceoil, τραγουδώντας, καθώς ήτανε και θαυμάσιος τενόρος.

Τον Ιανουάριο του 1904 ολοκλήρωσε το “Πορτρέτο Του Καλλιτέχνη” (A Portrait Οf Τhe Artist), η δημοσίευσή του όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό “Dana”. Παράλληλα ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος “Στέφεν ο Ήρωας” (Stephen Hero), έργο που έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, στις 6 Ιουνίου (η μέρα bloomsday), καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του με τη Νόρα Μπάρνακλ (Nora Barnacle), καμαριέρα σε ξενοδοχείο, που την ερωτεύτηκε και μαζί της αργότερα, τον Οκτώβριο, εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στη Ζυρίχη κι έπειτα στην Τεργέστη, όπου εργάστηκε σαν δάσκαλος στη σχολή Berlitz.

Στις 27 Ιουλίου 1905, απέκτησαν τον πρώτο τους γιο, Giorgio -συνολικά στα 36 χρόνια κοινής τους ζωής, απέκτησαν δύο παιδιά. Στην Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα περίπου 15 χρόνια, με διακοπή ενός έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκαταστάθηκαν στη Ρώμη, όπου εργάστηκε σαν τραπεζικός υπάλληλος. Επισκεπτόταν αραιά και που το Δουβλίνο, ενώ το 1909 προσπάθησε για σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνεργασία μ’ άλλους επιχειρηματίες, να λειτουργήσει κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα εγκατέλειψε το εγχείρημα κι επέστρεψε στην Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο “Maunsel & Co”., για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων “Δουβλινέζοι”.

Τελικά το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το “Πορτρέτο του Καλλιτέχνη”, στο περιοδικό “Egoist”, ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο. Το 1914 ξεκίνησε τη συγγραφή του σημαντικότερου βιβλίου του, του “Οδυσσέα”. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ και παρέμεινε για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο “Οδυσσέας” ενώ την ίδια περίοδο ξεκινά πρώτη επεξεργασία στο “Ξύπνημα του Φίνεγκαν” (Finnegan’s Wake), που αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Transatlantic Review” πρώτη φορά το 1924.

Η τελική έκδοση του έργου χρονολογείται το 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria & Eugene Jolas, που τον ενθάρρυναν σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου, εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν άνετα οικονομικά. Στις 4 Ιουλίου 1931 ύστερα από 27 χρόνια κοινή ζωής ο James κι η Nora παντρεύονται. Το 1932 πεθαίνει ο πατέρας του και την ίδια χρονιά γίνεται παππούς. Στις 14 Δεκεμβρίου 1940, ο Τζόις κι η οικογένειά του εγκατέλειπαν το Παρίσι για τη Ζυρίχη.

Ένα μήνα μετά. στις 13 Ιανουαρίου 1941 πέθανε πρόωρα, σ’ ηλικία 58 ετών, από πολύ προχωρημένο έλκος και θάφτηκε στο εκεί νεκροταφείο.

 

 

 

“Η Γάτα και ο Διάβολος” είναι παλιό γαλλικό παραμύθι, που αναπλάθει ο Τζόις.
Τις περισσότερες φορές ο διάβολος μιλάει μια δικιά του γλώσσα που λέγεται Αρεσμάρες και τη σκαρώνει μοναχός του καθώς τραβάει το δρόμο του· αλλά όταν θυμώσει πολύ, μπορεί να μιλήσει Άσχημα Γαλλικά πολύ καλά αν και μερικοί που τον έχουν ακούσει λένε ότι έχει βαριά δουβλινέζικη προφορά.

Αγαπημένε μου Στήβι!

Τις προάλλες σου έστειλα μια ωραία τσίγγινη γατούλα γεμάτη λιχουδιές, αλλά ίσως να μην ξέρεις την ιστορία της γάτας του Μπωζανσί. Το Μπωζανσί είναι μια μικρούτσικη, παλιά πολιτειούλα στις όχθες του Λίγηρα, που είναι ο πιο μακρύς ποταμός σ’ όλη τη Γαλλία. Είναι και πολύ πλατύς ποταμός, τουλάχιστον για τη Γαλλία. Στο Μπωζανσί είναι τόσο πλατύς που θα χρειαζόταν να κάνει κανείς το λιγότερο χίλια βήματα, για να πάει απ’ τη μια όχθη στην άλλη.
Πολύ παλιά, λοιπόν, όταν οι κάτοικοι του Μπωζανσί ήθελαν να περάσουν αντίπερα έπρεπε να διασχίσουν το ρεύμα του ποταμού με ένα καράβι, γιατί γέφυρα τότε δεν υπήρχε. Να τη φτιάξουν οι ίδιοι δεν μπορούσαν αλλά ούτε και να πληρώσουν κάποιον γι’ αυτό. Τι άλλο πια να έκαναν; Ο διάβολος που, όπως ξέρεις, διαβάζει πάντα τις εφημερίδες, έμαθε για το πρόβλημά τους. Έβαλε τα καλά του και μια και δυο πήγε να κάνει μιαν επίσκεψη στο δήμαρχο του Μπωζανσί που τον έλεγαν Άλφρεντ Μπερν . Και του δημάρχου του άρεσε να φοράει φανταχτερά ρούχα. Φορούσε έναν άλικο μανδύα και κρέμαγε πάντα στο λαιμό του μια μεγάλη ολόχρυση αλυσίδα, ακόμα κι όταν κοιμόταν βαθιά, κουλουριασμένος στο κρεβάτι του, σαν μωρό, με τα γόνατα μες στο στόμα του.
Ο διάβολος ανέφερε στο δήμαρχο αυτά που είχε διαβάσει στην εφημερίδα και του είπε ότι θα μπορούσε να χτίσει μια γέφυρα για να περνάνε όποτε ήθελαν οι κάτοικοι του Μπωζανσί στην αντίπερα όχθη. Τον διαβεβαίωσε ότι η γέφυρα που θα του έφτιαχνε θα’ ταν η τελειότερη όλων και θα’ ταν, μάλιστα, έτοιμη σε μια μόνο νύχτα. Ο δήμαρχος τον ρώτησε τι χρηματικό ποσό θα απαιτούσε να λάβει για την κατασκευή μις τέτοιας γέφυρας.
Τίποτε απολύτως, του απάντησε ο διάβολος. Το μόνο που ζητώ είναι να μου ανήκει ο πρώτος που θα περάσει πάνω απ’ τη γέφυρα. Σύμφωνοι, είπε ο δήμαρχος.

 

 

Ήρθε η νύχτα και οι κάτοικοι του Μπωζανσί έπεσαν να κοιμηθούν. Έπειτα ήρθε η αυγή. Και σαν κοίταξαν έξω απ’ τα παράθυρά τους, φώναξαν όλοι: Ω Λίγηρα! Τι καταπληκτική γέφυρα! Γιατί όλοι τους είδαν μια καταπληκτική, στέρεη, πέτρινη γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες του ποταμού.
Όλοι έτρεξαν κάτω, στην αρχή της γέφυρας, και κοίταξαν απέναντι. Εκεί στεκόταν ο διάβολος και περίμενε τον πρώτο που θα πέρναγε απέναντι. Κανείς, όμως, δεν κόταγε να πάει, γιατί όλοι τους φοβούνταν τον διάβολο.

Ξάφνου ακούστηκαν τρομπέτες – ήταν σημάδι πως όλοι έπρεπε να σιωπήσουν – και ο δήμαρχος, κύριος Άλφρεντ Μπερν, εμφανίστηκε με τον άλικο μανδύα του και τη βαριά, ολόχρυση αλυσίδα κρεμασμένη στον λαιμό του. Κρατούσε στο’ να του χέρι έναν κουβά νερό και κάτω από το μπράτσο-του άλλου του χεριού-κουβαλούσε μια γάτα. Μόλις τον είδε απ’ την άλλη μεριά ο διάβολος, σταμάτησε τον τρελό χορό του και έβαλε στ’αυτί του ένα μεγάλο χωνί που του χρησίμευε για να ακούει από πολύ μακριά. Μέσα στον κοσμάκη άρχισαν ψίθυροι και η γάτα κοίταξε προς τα πάνω, τον δήμαρχο, γιατί στην πολιτειούλα του Μπωζανσί επιτρέπεται στις γάτες να κοιτάζουν το δήμαρχο.

Όταν βαρέθηκε να τον κοιτάζει (γιατί ακόμα και μια γάτα βαριέται κάποια στιγμή να κοιτάζει έναν δήμαρχο), άρχισε να παίζει με τη βαριά, ολόχρυση αλυσίδα του.
Μόλις ο δήμαρχος πλησίασε στη γέφυρα, οι άνδρες κράτησαν την αναπνοή τους και οι γυναίκες το στόμα τους.
Ο δήμαρχος έβαλε τη γάτα πάνω στη γέφυρα και, πριν προλάβει κανείς να πει ή να κάνει κάτι –πλάτς-, έχυσε όλον τον κουβά με το νερό επάνω της.
Η γάτα, ανάμεσα στο νερό και στον διάβολο, έκανε γρήγορα την επιλογή της και, τρέχοντας με τα αυτάκια της κολλημένα στο κεφαλάκι της, πέρασε τη γέφυρα και φώλιασε στην αγκαλιά του διαβόλου.

Ο διάβολος καταφουρκίστηκε:

«Messieurs les Balgentiens» ούρλιαξε κι ακούστηκε ως την άλλη μεριά της γέφυρας «vous n’êtes pas de belles gens du tout! Vous n’êtes que des chats!»
Και στη γάτα είπε: «Viens ici, mon petit chat! Tu as peur, mon petit chou-chat ? Tu as froid mon pau petit chou-chat ? Viens ici, le diable t’emporte ! On va se chauffer tous les deux ».
Πήρε λοιπόν τη γάτα κι από’ δω παν’ κι άλλοι. Και από τότε λένε τους κατοίκους της πολιτειούλας «γάτες του Μπωζανσί». Αλλά η γέφυρα είναι ακόμη εκεί και τα παιδάκια τρέχουν, κάνουν ποδήλατο και παίζουν πάνω της.

Ελπίζω να σου αρέσει αυτή η ιστοριούλα.

 

 

Ο διάβολος, συνήθως, μιλάει μιαν εντελώς δική του γλώσσα, που λέγεται αλαμπουρνέζικα, και κάνει ρίμες κατά πώς του’ ρχεται, αλλά, όταν είναι πολύ θυμωμένος, μιλάει πολύ κακά γαλλικά, αν και μερικοί που τον έχουν ακούσει, λένε πως η προφορά του είναι δουβλινέζικη.

 

«Άνθρωποι και Γάτες, Ανθολογία», μετάφραση: Γιούλη Τσίρου, εκδ.: Το Ποντίκι.

 

 

Οι γάτες της Κοπεγχάγης

 

Πώς διασχίζει κανείς καλύτερα το δρόμο; Με οδηγίες από αστυνόμο; Ή από γάτες οδηγημένος; Ο Τζέιμς Τζόις, σεσημασμένος αναρχικός της υπάρξεως, δεν έχει καμιά αμφιβολία για την απάντηση και είναι αποφασισμένος γελώντας να τη μοιραστεί με τους κατοίκους της Κοπεγχάγης μια που, απ’ όσο φαίνεται, η πατρίδα του Άμλετ ξεχειλίζει από αστυφύλακες μα έχει ξεμείνει από γατιά! Γραμμένο το 1936 σε μια επιστολή προς τον τετράχρονο εγγονό του, αυτό το εύθυμο παραμύθι συνιστά έναν τζοϊσικώς αναιδέστατο Δούρειο Γάτο που χλευάζει την καταστολή μαθαίνοντας σε παιδιά και μεγάλους να διασχίζουν ελεύθεροι το δρόμο, χωρίς οδηγίες από αστυνόμο. Μόνο από γάτες οδηγημένοι.

Joyce, James, 1882-1941
Εκδότης: Ψυχογιός

* Τα αποσπάσματα είναι από τις εκδόσεις “Ψυχογιός”

 

Πρόλογος

 

Έξοχο, μικροσκοπικό και με ένα δυνατό, σχεδόν αναρχικό υπονοούμενο, το έργο “Οι γάτες της Κοπεγχάγης” είναι ένα κάπως νεότερο δίδυμο αδελφάκι του Η γάτα και ο διάβολος, που αποτελεί τη μοναδική έως τώρα γνωστή ιστορία του Τζόις για παιδιά. Και τα δύο έργα, γραμμένα μέσα σε λίγες εβδομάδες, περιλαμβάνονται σε επιστολές προς τον Στίβεν Τζέιμς Τζόις, τον μοναδικό εγγονό του συγγραφέα. Ως φαίνεται, οι γάτες κυκλοφορούσαν ευρέως ανάμεσά τους: οι γάτες, καθώς και η κοινή τους ανάγκη να έχουν κάποιον να τους βοηθάει να περάσουν το δρόμο. Όταν έγραψε στον εγγονό του, στις 10 Αυγούστου του 1936, για να του πει για τη γάτα και το διάβολο του Μποζενσί (έγραφε από το Βιλιέ-σιρ-Μερ στο Καλβαντός), τον ενημέρωσε ότι πριν από λίγες ημέρες τού είχε στείλει «μια μικρή γατούλα γλυκίσματα γεμάτη» – ένα είδος Δούρειου Γάτου για να ξεγελάσει τους μεγάλους. Άλλη μία σπουδαία ιδέα τσιμπημένη από τον Όμηρο.
Όπως πολλοί κατά τα άλλα λογικοί άνθρωποι, ο Τζέιμς Τζόις αντιπαθούσε, ως και απεχθανόταν, τα σκυλιά¯ αγαπούσε, όμως, τον κόσμο των γατιών. Στο πρώτο κεφάλαιο του Οδυσσέα, στο οποίο εμφανίζεται ο Λεοπόλδος Μπλουμ, η πρώτη κιόλας συνομιλία είναι ανάμεσα σε ένα πεινασμένο αιλουροειδές κι έναν καλόκαρδο Μπλουμ:

– Νιάου!

– Α, καλώς την, είπε ο κ. Μπλουμ, στρέφοντας το σώμα του από την φωτιά.

Η γάτα νιαούρισε προς απάντησίν του και συνέχισε το μεγαλοπρεπές περπάτημα, νιαουρίζοντας, τεντωμένη γύρω από το πόδι του τραπεζιού.*
Ουδείς έχει διαβάσει τούτη την απολαυστική μικρή ιστορία (τις Γάτες, όχι τον Οδυσσέα! ) εδώ και πολύ καιρό
και, μάλιστα, ήταν σχεδόν εντελώς χαμένη και λησμονημένη. Χαρά μεγάλη που για πρώτη φορά τη βλέπουμε
να εμφανίζεται τυπωμένη.

 

* Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, εκδ. Κέδρος, σ. 81.

 

 

Σύντομη ιστορία

 

Το Μάρτιο του 2006, ο Χανς Ε. Γιάνκε γενναιόψυχα δώρισε το περιεχόμενο ενός σαραβαλιασμένου μπαούλου με ποικίλα χαρτιά στο Ίδρυμα Τζέιμς Τζόις στη Ζυρίχη, διευθυντής του οποίου είναι ο μεγαλοπρεπής Φριτς Ζεν. Ο Χανς είναι θετός γιος του γιου του Τζέιμς Τζόις, του Τζορτζ (Τζόρτζο). Κληρονόμησε αυτά τα σημαντικά έγγραφα από τη μητέρα του, την Άστα, τη δεύτερη σύζυγο του Τζορτζ. Ανάμεσα σε πολλά στοιχεία υψίστου ενδιαφέροντος είναι και επιστολές του Τζόις προς την Έλεν Φλάισμαν, πρώτη σύζυγο του Τζόρτζο και μητέρα του Στίβεν.
Μεταξύ αυτών και μια επιστολή προς τον μικρό Στίβεν, τεσσάρων ετών, όπου ο Τζόις ιστορούσε ένα σύντομο και διασκεδαστικό παραμύθι, τις “Γάτες της Κοπεγχάγης”.
Μια στενή και γερή σχέση είχε καλλιεργηθεί ανάμεσα σε παππού και εγγονό, για τη γέννηση του οποίου, στις 13 [ή 15] Φεβρουαρίου του 1932 -λίγο μετά την απώλεια του μέγιστα επιβλητικού πατέρα του ίδιου του συγγραφέα-, ο Τζέιμς Τζόις συνέθεσε ίσως το πιο τρυφερό ποίημά του, το ÇEcce PuerÈ. Παραθέτουμε την
τρίτη στροφή:
Η νέα ζωή σαν χνώτο
σε διάφανο γυαλί,
ο κόσμος ο αγέννητος
έρχεται να διαβεί.*
Μια και η επιστολή με τις Γάτες της Κοπεγχάγης (πιθανόν ταχυδρομημένη σ’ ένα κόκκινο γραμματοκιβώτιο στην Κοπεγχάγη) φέρει ημερομηνία 3 [ή 5] Σεπτεμβρίου 1936, μπορούμε να την τοποθετήσουμε στο πλαίσιο των τρεχόντων ταξιδιών και σχεδίων του.

* Richard Ellmann, Τζαίημς Τζόυς, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Scripta, σ. 759.

 

 

Ο Στίβεν έμενε στη Βίλα ντε Ροζ στο Μεντόν-Σεν-Μπερνάρ, και ο Τζόις έκανε μιαν ανάπαυλα στη Δανία. Η οικονομική κατάσταση του συγγραφέα ήταν επισφαλής¯ οι δεσμεύσεις του ήσαν περίπλοκες και ανησυχαστικές, και η ιδέα ν’ αφήσει το Παρίσι για τη σχετική όαση της Κοπεγχάγης τον έθελξε. Μιλούσε υποφερτά δανέζικα και του άρεσε να λέει ότι, όπως και άλλοι Δουβλινέζοι που κατάγονταν από τους Βίκινγκ, είχε κι αυτός
το προνόμιο να ρέει καλό δανέζικο αίμα στις φλέβες του. Αισθανόταν ότι το Ιντερλούδιο της Κοπεγχάγης θα του πρόσφερε την ευκαιρία, που τόσο χρειαζόταν, να χαλαρώσει πίνοντας ένα ποτήρι κρασί (Çat bestille en flaske vinÈ) και επίσης να βγάλει λίγη δουλειά (Çat bestille nogetÈ). Κι αφού βρισκόταν στου Άμλετ την πατρίδα, μπορούσε να πιέσει για μια δανέζικη έκδοση του Οδυσσέα (που δεν πραγματοποιήθηκε τελικά παρά το
1949, σε μετάφραση του Mogens Boisen). Τέλος, ο τυχόν άλλος ελεύθερος χρόνος θα μπορούσε να αφιερωθεί στην ανάγνωση των δοκιμίων τής από καιρό αναμενόμενης έκδοσης του Οδυσσέα από την Bodley Head Ð της πρώτης αγγλικής έκδοσης που θα τυπωνόταν τωόντι στην Αγγλία.
Συνέβη η διαμονή του στη Δανία να στεφθεί από μεγάλη επιτυχία. Ιδιαίτερα του άρεσαν τα γραμματοκιβώτια, ενώ οι ταχυδρόμοι με τα κόκκινα πανωφόρια τού έφερναν στο νου τον Σον, τον πείσμονα ταχυδρόμο του Finnegans Wake. Σχεδίαζε να επανέλθει στην Κοπεγχάγη την επόμενη άνοιξη και να νοικιάσει μια κατοικία.
Του άρεσαν οι Δανοί, ένα «έθνος θρηνωδών» και μια ράτσα «άγριων αντρών με απαλή φωνή», όπως το διατύπωσε, ακριβώς όπως κι οι Ιρλανδοί. Το Δουβλίνο, φυσικά, είχε ιδρυθεί, χίλια χρόνια νωρίτερα, από Δανούς.
Και ο Τζόις χρησιμοποίησε πολλές δανέζικες λέξεις καθώς έγραφε το έργο εν εξελίξει, το Finnegans Wake.
Φευ, αντίθετα με τον Φίνεγκαν, δεν έμελλε ποτέ να επανέλθει¯ έτσι μας λένε οι βιογράφοι του. Ο μόνος τρόπος να το διαπιστώσουμε στ’ αλήθεια θα ήταν να πάμε εκεί από μόνοι μας και να δούμε αν κατάφερε να τρυπώσει στις Γάτες.

 

© Ithys Press, 2012 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2012
ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: THE CATS OF COPENHAGEN
Από τις Εκδόσεις Ithys Press, Δουβλίνο 2012
ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Οι γάτες της Κοπεγχάγης
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: James Joyce
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Casey Sorrow
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Ευδοξία Μπινοπούλου
ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Γιώργος Παζάλος
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ελένη Σταυροπούλου
ΕΚΤΥΠΩΣΗ: Ι. Πέππας ΑΒΕΕ
ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ: Μάντης Ιωάννης & Υιοί Ε.Ε.
© Ithys Press, 2012
© ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε., Αθήνα 2012
Πρώτη έκδοση: Οκτώβριος 2012
ΙSBN 978-960-496-985-2

 

www.psichogios.gr www.psichogios.gr

e-mail: [email protected]

e-mail: [email protected]

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
0ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -