Νίκος Σκαλκώτας. Κορυφαίος στον κόσμο αλλά ξεχασμένος στην Ελλάδα

Επιμέλεια: Παναγιώτης Μήλας

Ο Αυστροβρετανός μουσικολόγος και κριτικός Χανς Κέλερ σε ένα κείμενό του αναφέρει ως κορυφαίους συνθέτες του 20ου αιώνα τα τέσσερα «Σ»: Σένμπεργκ, Στραβίνσκι, Σκαλκώτας και Σοστακόβιτς.

Βέβαια τον Νίκο Σκαλκώτα στην εποχή του οι Έλληνες ειδικοί και οι Έλληνες συνάδελφοί του τον είχαν παραγκωνίσει. Για να επιζήσει έπαιζε βιολί σε ένα από τα τελευταία αναλόγια σε κρατικές Ορχήστρες.

Ιστορική είναι η μοναδικότητα του «Κοντσέρτου για δύο βιολιά». Είναι το πρώτο έργο κλασικής μουσικής που χρησιμοποιεί το ρεμπέτικο τραγούδι, αφού, στο δεύτερο μέρος του, ακούγεται το «Θα πάω εκεί στην Αραπιά». Ο Νίκος Σκαλκώτας πέθανε άγνωστος. Όσο ζούσε δεν άκουσε κανένα από τα 170 έργα του να παίζεται.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1949 ήταν τελευταίος στη σειρά αναμονής στο Λαϊκό Νοσοκομείο.

Υπέφερε αλλά προτίμησε να πάει πρώτος την επομένη. Όμως δεν πρόλαβε.

Πέθανε στο σπίτι από επιπλοκές που προκάλεσε η παραμελημένη κήλη του.

Ο Σκαλκώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα στις 21 Μαρτίου 1904. Καταγόταν από την Τήνο και προερχόταν από οικογένεια μουσικών με το επίθετο Σκαλκώτος. Ο πατέρας του Αλέκος, φλαουτίστας στη Φιλαρμονική της Χαλκίδας, άλλαξε το επίθετο της οικογένειάς του σε Σκαλκώτας, χάριν ευφωνίας.

Από την ηλικία των πέντε ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί με τον θείο του και το 1910 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα για να του προσφέρει την ευκαιρία πληρέστερης μουσικής μόρφωσης. Γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών και το 1918 αποφοίτησε με την ανώτατη διάκριση («Χρυσό Μετάλλιο») για την ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπετόβεν. Τα επόμενα χρόνια έπαιζε βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νουμάς».

Το 1921 λαμβάνει υποτροφία από το Ίδρυμα Αβέρωφ για ανώτερες σπουδές βιολιού στο Βερολίνο. Τον Μάιο του 1933 επέστρεψε στην Ελλάδα.

Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην πατρίδα αντιμετώπισε τον φθόνο και την καχυποψία του μουσικού κυκλώματος (Φιλοκτήτης Οικονομίδης, Μανώλης Καλομοίρης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Σπύρος Φαραντάτος), παρότι ήταν γνωστή η αξία του.

Στα μουσικά πράγματα της χώρας κυριαρχούσαν άνθρωποι συντηρητικών αντιλήψεων, που σχετίζονταν με τη λεγόμενη «Εθνική Σχολή» και δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κατανοήσουν τις νέες μουσικές προτάσεις του Σκαλκώτα. Ισχυριζόντουσαν ότι έγραφε ακαταλαβίστικη μουσική, που ήταν αντίθετη με τους κανόνες που διδάσκονταν στα ωδεία και διέδιδαν πως ήταν τρελός.

Ο μουσικολόγος και βιογράφος του Σκαλκώτα Γ. Γ. Παπαϊωάννου αποκαλεί τη συμπεριφορά τους απέναντι στον Σκαλκώτα «μεγάλη συμπαιγνία» και πιστεύει ότι το πληθωρικό του ταλέντο θα τους επισκίαζε και θα τους εξοστράκιζε από τις «καρέκλες» τους.

Όλες οι πόρτες ήταν κλειστές για τον Σκαλκώτα. Ως αντίδοτο, άρχισε να συνθέτει πυρετωδώς: Από το 1935 και ως το 1945 είχε γράψει πάνω 100 έργα. Κλεισμένος στον δικό του κόσμο και αποκομμένος εντελώς από τις ευρωπαϊκές τάσεις ανέπτυξε ένα δικό του, εντελώς προσωπικό ύφος.

Ο Σκαλκώτας πέθανε τελείως άγνωστος και όσο ζούσε δεν άκουσε κανένα από τα έργα του να παίζεται, εκτός από ελάχιστες εκτελέσεις των 36 Ελληνικών Χορών. Ανακαλύφθηκε ως συνθέτης μετά το θάνατό του…

Όπως έγραφε ο μουσικολόγος Κωστής Δεμερτζής: “Η ιστορική μοναδικότητα του Κοντσέρτου για 2 βιολιά του Σκαλκώτα, οφείλεται στο ότι είναι το πρώτο έργο Νεοελληνικής κλασικής μουσικής, που χρησιμοποιεί το ρεμπέτικο τραγούδι, αφού, στο 2ο μέρος του, ακούγεται το «Θα πάω κει στην Αραπιά», του Βασίλη Τσιτσάνη. Την εποχή εκείνη, η ρεμπέτικη μουσική (μουσικό είδος που καλλιεργήθηκε πρώτα στο περιθώριο της κοινωνίας, ανάλογα με την Αμερικάνικη τζαζ) θεωρείτο κατώτερο και, τρόπον τινά, «βλάσφημο» είδος.

Η χρησιμοποίηση του θέματος τον Τσιτσάνη από τον Σκαλκώτα οφείλεται, πρώτα – πρώτα, στο ευρύ και ρηξικέλευθο πνεύμα του συνθέτη, ο οποίος, στο κάτω – κάτω, αν και έγραφε «κλασική» μουσική, είχε μείνει εξίσου περιθωριοποιημένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Οφείλεται, ακόμα, στην οικειότητα του Σκαλκώτα με την διασκεδαστική μουσική, αφού ο ίδιος έβγαζε το ψωμί του, στην Γερμανία αλλά και – υποψιαζόμαστε – και στην Ελλάδα, σαν
διασκεδαστής, entertainer.

***

Επίσης ο Κώστας Γρηγορέας έγραψε: “Ο Νίκος Σκαλκώτας υπήρξε, για τον χώρο της κλασικής μουσικής, η μεγαλύτερη μουσική συνθετική ιδιοφυΐα της Ελλάδας στον 20ο αιώνα. Ένας συνθέτης μέγιστου βεληνεκούς, που δυστυχώς η μοίρα δεν του επέτρεψε ούτε να εξελίξει και να ολοκληρώσει τη συνθετική του πορεία, αλλά ούτε και να χαρεί και να υποστηρίξει το έργο του απέναντι στο συντηρητικό κατεστημένο της ελληνικής μουσικής, το οποίο είτε αδυνατούσε είτε δεν ήθελε να κατανοήσει τις «απειλητικές» πρωτοπόρες ιδέες του.

…χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη σε αυτούς τους ανθρώπους που δούλεψαν και δουλεύουν ώστε να αναδειχτεί έστω ένα μέρος του έργου του Νίκου Σκαλκώτα και έχουμε υποχρέωση ως μουσικοί και μουσικόφιλοι να στηρίξουμε κάθε προσπάθεια ανάδειξης και απόλαυσης του συνθετικού του θησαυρού, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει σχεδόν στην αφάνεια”.